Monthly Archives: May 2008

 

Το μυστήριο του θανάτου ή το μυστήριο της ζωής; Η μετάβαση από το ψέμα ή η μετάβαση σ’ αυτό; Η αλήθεια δεν είναι αυτό που βλέπουμε ή, τελικά, δεν μπορούμε να δούμε αυτό που είναι αλήθεια, πριν – τουλάχιστον – βρεθούμε στα βάθη του ψέματος. Ερωτήματα, πεποιθήσεις, δόγματα, μυστήριο, ρεαλισμός, είναι τα βασικά συστατικά στοιχεία του τελευταίου μυθιστορήματος του Αλέξη Σταμάτη, «Βίλα Κομπρέ». Το μότο “Τίποτε από εμένα δε φαίνεται” του Άμλετ του Σαίξπηρ, που μοιάζει να είναι το “σύνθημα” του Σταμάτη σ’ αυτό το μυθιστόρημα, και το κεντρικό σημείο του χτισίματος των χαρακτήρων και της ιστορίας του. Μέχρι αποδείξεως, βεβαίως, του αντιθέτου.

Όλα στο μυθιστόρημα φαίνεται να έχουν γραφεί για ένα βασικό λόγο: για την πραγμάτευση της έννοιας και της ουσίας τού θανάτου, που όμως δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς την ταυτόχρονη έρευνα της έννοιας της ζωής. Παρόλο, βέβαια, που η «παράταση» της ύπαρξης του ήρωα στο μάταιο τούτο κόσμο είναι το σημαίνον διακύβευμα του Σταμάτη, ωστόσο η ανυπαρξία αποτελεί τον εννοιακό πρωταγωνιστή.

Ένας νέος, ο Θάνος, λίγο πριν τα τριάντα, χάνει τον πατέρα του, τον Πολύβιο, που υπήρξε νεκροθάφτης και που φωτογράφιζε τους νεκρούς λίγο πριν τους θάψει. Όταν ο Πολύβιος πεθαίνει, αφήνει, εκτός από κάποια χρήματα, ένα μυστηριώδες φθαρμένο γράμμα και μια φωτογραφία στον Θάνο. Εκεί ξεκινά η ιστορία και το ξετύλιγμα των θεωρητικών και εν πολλοίς ποιητικών αναζητήσεων του Αλέξη Σταμάτη, μέσω του Θάνου βέβαια.

Σιγά-σιγά, ο Θάνος περνά από τη χωρίς νόημα και σχεδόν καταστραμμένη ζωή του (σχόλιο για τις σημερινές, ίσως, γενιές στην Ελλάδα) στην εμπλοκή του στη ζωή της Βίλας Κομπρέ, μιας έπαυλης στα βόρεια προάστια των Αθηνών, όπου βρίσκεται η αρχή του νήματος της ιστορίας, που σε κάποιο σημείο έχει την αίσθηση ότι είναι δική του, αλλά λανθάνει μέχρις εσχάτων. Τουλάχιστον, όμως, επιτυγχάνει να ζήσει, με νόημα πια, τη δική του ζωή.

Στην ιστορία συμπεριλαμβάνεται σε όλο αυτό το γαϊτανάκι παράλληλων ιστοριών ένα μεγάλο κομμάτι της εξέλιξής της στην Αφρική, και συγκεκριμένα στο Καμερούν. Ο Σταμάτης δε χρησιμοποιεί τη χώρα αυτή ως ένα όχημα σχολιασμού της σημερινής ή ιστορικής της κατάστασης, πολιτικής ή κοινωνικής, όπως έκανε η Σώτη Τριανταφύλλου στο «Λίγο από το αίμα σου» (Πατάκης 2008), αλλά περισσότερο ως αυτό που μας έχει συνηθίσει και σε προηγούμενα βιβλία του: στη χρήση τόπων, προσώπων, ιδεών και εικόνων στο πλαίσιο της οικοδόμησης μιας ποιητικής αναζήτησης και μεταφυσικής ανησυχίας που θέλει τον αναγνώστη να συμμετέχει, ίσως, κατά το δοκούν.

Κοντολογίς, ο Θάνος, ο ήρωας, με το να χάνεται και το να χώνεται στα βάθη της μυστηριώδους ζούγκλας αναζητώντας το πρόσωπο-κλειδί στην ιστορία, είναι, αφενός, σαν να συνεχίζει το μυστήριο της σύντομης επαφής του στη Βίλα Κομπρέ των Αθηνών, και, αφετέρου, επεκτείνει τη ζωή του σε μεταφυσικές έννοιες στην προσπάθειά του να βρει το νόημα της ζωής του και ίσως την αρχή της, αποσκοπώντας πάντοτε στην αποσαφήνιση του νοήματος που τον κρατά στη ζωή.

Ο πατέρας τού Θάνου, ο Πολύβιος, ο νεκροθάφτης που συνηθίζει να κρατά φωτογραφίες, θυμίζει έντονα δύο χαρακτήρες απ’ την «Τρομπέτα» της Τζάκι Κέι (μτφ. Κ. Ματσούκας, Μελάνι 2007), το νεκροθάφτη και το ληξίαρχο, όπου είχαν μια «ιδιαίτερη» σχέση με τους νεκρούς και τους συγγενείς τους, προσπαθώντας, έστω και εν θανάτω, να τους κατανοήσουν και να τους εντάξουν σ’ ένα πλαίσιο που είχαν δημιουργήσει στο δικό τους, ενδεχομένως μόνο σ’ αυτό, μυαλό. Από την άλλη, η Εσθαλία-Μιρέλλα, η οικονόμος της Βίλας Κομπρέ, που απελευθερώνεται με τη βοήθεια του Θάνου και πάει να ζήσει μαζί του την «αληθινή ζωή», καθώς και η διασαλευμένη της σχέση με την εκπεσούσα ιδιοκτήτρια της Βίλας, φέρνει στο μυαλό τη σχέση, τηρουμένων πάντα των αναλογιών, της Αντουανέτ Κόσγουεϊ με το σύζυγό της, κύριο Ρότσεστερ, στην «Πλατιά θάλασσα των Σαργάσσων» της Τζην Ρυς (μτφ. Αρ. Μαντόγλου, Μελάνι 2007). Η τελευταία, βέβαια, σχέση που αναφέρεται, θα μπορούσε κάλλιστα να αναχθεί και στη σχέση που έχει αναπτύξει ο Θάνος με την ίδια τη ζωή και, κατ’ επέκταση εν προκειμένω, με το θάνατο∙ μια σχέση που, στην ουσία της «Βίλας Κομπρέ» του Αλέξη Σταμάτη, μπορεί και να μην υπάρχει τελικά κατ’ απόλυτο τρόπο.

Το κράμα ρεαλισμού και ο ποιητικού στοχασμού του συγγραφέα, γνώριμα στοιχεία ήδη από προηγούμενα βιβλία του, επιτυγχάνονται μεν να αποδοθούν ικανοποιητικά, ωστόσο οι εξαντλητικές περιγραφές και η συνεχής χρήση συμβολισμών μπορεί να κάνουν το μυθιστόρημα άνισο σε κάποια του σημεία. Δηλαδή, ο Θάνος που συμβολίζει το θάνατο, ο νεκροθάφτης πατέρας του, που προτυπώνει τη σχέση με το θάνατο, η Εσθαλία-Μιρέλλα που δηλώνει τη μετάβαση απ’ το θάνατο στη ζωή, και η Αφρική η οποία υπονοεί τη γέφυρα μεταξύ ζώντος και τεθνεώτος, αποτελούν απλά πραγματολογικά τεχνάσματα και συνήθεις συμβολισμούς, που βρίσκουν την πηγή τους στα ρεαλιστικά, αφενός, και συμβολικά, αφετέρου, μυθιστορήματα του 19ου αιώνα. Αν θέλαμε να βρούμε παρόμοιες αναφορές στις προκείμενες έννοιες, δύο μυθιστορήματα, το «Καθένας» του Φίλιπ Ροθ (μτφ. Αχ. Κυριακίδης, Πόλις 2006) και το «Περί θανάτου» του ανιαρού Ζοζέ Σαμαράγκου (μτφ. Αθ. Ψυλλιά, Καστανιώτης 2007), αλλά μόνο ως προς το υπό πραγμάτευση θέμα και όχι ως προς τον τρόπο που αυτό γίνεται.

Πάντως, ο συγγραφέας κινείται άνετα στο σύγχρονο χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας, σ’ ένα πλαίσιο που προσπαθεί να δημιουργήσει χώρο έκφρασης των καθημερινών αγωνιών του σύγχρονου ανθρώπου, κάτι που συναντούμε στους συνομήλικους ομότεχνούς του, όπως είναι ο Θανάσης Χειμωνάς, ο Λένος Χρηστίδης, ο Κώστας Κατσουλάρης ή ο Δημήτρης Σωτάκης, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ο καθένας, αλλά με τις ίδιες ωσμώσεις απ’ το παρόν που ζουν και συμμετέχουν ενεργά.

Ο Αλέξης Σταμάτης έχει κυκλοφορήσει ένα μυθιστόρημα που παλαντζάρει ανάμεσα στο ποιητικό και το πεζογραφικό του “εγώ”. Το στοιχείο αυτό μπορεί να δημιουργεί φορές-φορές ένα ευανάγνωστο από πολλές απόψεις αποτέλεσμα, εντούτοις δημιουργεί μια σύγχυση στον αναγνώστη αναφορικά με την ενότητα και την ισορροπία του βιβλίου. Με λίγα λόγια, φαίνεται σε διάσπαρτα σημεία της «Βίλας Κομπρέ» ότι ο Σταμάτης δεν κατάφερε με απόλυτη επιτυχία να παντρέψει τις δύο προαναφερθείσες “ταυτότητες”, πράγμα που ίσως καταδεικνύει αυτό που παρατηρείται συχνά τελευταία στην ελληνική λογοτεχνία: την έξαρση του ποιητικού μυθιστορήματος, που συχνά, ευτυχώς όχι πάντα, δεν έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα μιας πεζογραφικής προσπάθειας προσπαθώντας να συνδυάσει το συναισθηματικό και λεξιλάγνο λόγο και την αντίστοιχη σκέψη, με τη μυθιστορηματική βάση και πλοκή.

“Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν. Μετά δε τούτο κρίσις.” [Προς Εβραίους 9.27]

 

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη]

[Περισσότερα για το έργο και τη ζωή του Αλέξη Σταμάτη, μπορείτε να βρείτε στις σελίδες της Δ. Κ. Βιβλιοθήκης Σερρών, στη στήλη «Πρόσωπα», καθώς και να ανατρέξετε στο προσωπικό του blog και σε μια συνέντευξη που μου είχε παραχωρήσει]

Της Ν.Β. (blog guest)

 

Ένα μυθιστόρημα που αυτοσχολιάζεται, αποκαθηλώνοντας τις συμβάσεις του σε κάθε γύρισμα του κεφαλαίου, ίσως δεν χρειάζεται παραπέρα σχολιασμό. Ίσως να μην αφήνει πολλά να σχολιαστούν, πέρα από την ανάδειξη του τρόπου, του «μηχανισμού» ή του τεχνάσματος, αλλά και πάλι, όχι. Γιατί κι εκεί το κείμενο έχει προλάβει κι έχει σηκώσει ένα προς ένα τα πέπλα. Έχει επίσης προνοήσει να καλύψει και τα νώτα του: «Χωλαίνοντας, χωρίς ρυθμό, το μυθιστόρημα προχώρησε με άνισες δρασκελιές πέταξε άχρηστα υλικά στα πόδια του αναγνώστη και μίλησε ανοιχτά για μηχανισμούς που συνήθως κρύβονται πίσω από τη μαστοριά του συγγραφέα (ο σκελετός μιας κατασκευής πάντα καλύπτεται με ένα ωραίο παραπέτασμα). Τι συμβαίνει λοιπόν; Συγγραφική ανεπάρκεια; Προφανώς ναι».

Σκεφτόμαστε ήδη, ότι μιλάμε περισσότερο για κείμενο, που αναζητά αλλά και εμπαίζει την μυθιστορηματική του ιδιότητα, την ίδια στιγμή που εντατικά, επίμονα και ειρωνικά, υπονομεύει τόσο τους τρόπους και τις προθέσεις της, όσο και την νομιμότητά της –τελικά τον ίδιο το σκοπό της ύπαρξης του. Μιλάμε δηλαδή για το είδος εκείνο που προϋποθέτει όλες τις προηγούμενες «δομημένες» αφηγήσεις, αυτές με το σφιχτοπλεγμένο «παραπέτασμα». Που ακριβώς επειδή τις προϋποθέτει και όντας προγραμματικά και όσο του επιβάλλει ο αυτοσεβασμός του, ριψοκίνδυνο, δεν έχει παρά να αφηγηθεί την αγωνία. Αλλά και πάλι, ούτε….

Ας το πάρουμε όμως από την αρχή, αφού από την αρχή τίθενται όλα: και τα ζητούμενα και οι όροι. Ζητούμενο πρώτο -τι άλλο- η ιστορία. Μια μικρή ιστορία, επιλεγμένη στην τύχη μέσα από τις αράδες των αρχείων. Ήρωες της, δύο ονόματα με σκοτεινά σημεία στη βιογραφία τους: Ο Χούλιο Ντένις, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης στη δεκαετία του ΄60, που εκτοπίστηκε στο Παρίσι, για λόγους που παραμένουν αδιευκρίνιστοι: «Λάθος της αστυνομίας, καμουφλαρισμένη κατάδοση ή παράνομη πολιτική δράση που τελικά αποκαλύπτεται;». Η βιογραφία του Ντένις, ανοιχτή και πρόσφορη στη μυθοπλαστική  φαντασία. Ακόμα ένας άλλος, κάποιος Αντρέ Σάντεθ: επιφανές και αμφιλεγόμενο μέλος του φοιτητικού κινήματος, που σε σχέση με την τύχη του, υπάρχουν «κενά ενημέρωσης».

Οι τύχες των Ντένις και Σάντεθ διασταυρώνονται, καθώς πριν από τον εκτοπισμό του ενός και τη σύλληψη του άλλου, έχει προηγηθεί δίωρη, κεκλεισμένων των θυρών συνάντηση στο γραφείο του Ντένις, «παρ’ όλο που δεν τους συνέδεε καμιά ιδιαίτερη σχέση καθηγητή φοιτητή». Ποια η σχέση της συνάντησης αυτής με τα όσα ακολούθησαν; Σύμπτωση ή όχι; Και είναι η μυθοπλαστική πρόθεση σε θέση να συμπεριλάβει τις συμπτώσεις, ή οφείλει να τεκμηριώσει νομοτέλεια και άρα ερμηνεία, προκειμένου να αφηγηθεί την ιστορία; Αυτή τη μικρή «περιφρονημένη ιστορία», που αν όμως ειπωθεί σωστά, ενδέχεται, από περίπτωση ν’ αναχθεί σε πορτρέτο εποχής, ζοφερής και τραυματικής, να διεκδικήσει την παραδειγματικότητά της και τελικά και μόνον έτσι την νομιμοποίησή της: ν’ αφηγηθεί την μεγάλη ιστορία, αυτή των χρόνων της δικτατορίας του Φράνκο, ιστορία που στοιχειώνει τις μνήμες και φέρει τις πληγές. Ώστε από περιττή και περασμένη στα ψιλά, να γίνει απαραίτητη. Μόνον όμως έτσι.

Και ακριβώς γι αυτό, ζητούμενο δεύτερο: το στοίχημα της αφήγησης, Επιτακτικότερο αυτό, λόγω της περιβάλλουσας συνθήκης, η οποία, δηλώνεται από την εναρκτήρια κιόλας φράση: «Στις σελίδες ενός βιβλίου…». Αυτονόητο ή όχι, δεν θα μας επιτραπεί στιγμή να ξεχάσουμε πως βρισκόμαστε εδώ και πως γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, απ’ τον μηχανισμό και την εντιμότητα της αφήγησης θα κριθούν όσα είναι να κριθούν: το είδος και το βάθος της πληγής, η ένταση του πόνου, ο τραχύς βηματισμός της ιστορίας και τελικά η σύσταση της αλήθειας. Της αλήθειας, που πλέον κάθε έντιμη αφήγηση ξέρει: δεν είναι μία ούτε μεγάλη, αλλά πολλές, μικρές και σχετικές. Μιας αλήθειας ακόμα, που μπορεί να μην είναι καν συνώνυμο της πραγματικότητας των ιστορικών, τολμά, η τέτοιων απαιτήσεων αφήγηση, να υποστηρίξει. «Ας καταλάβουμε επιτέλους πως η πραγματικότητα, αυτή που τόσο πιστά μεταφέρουν οι ιστορικοί μας, στήνει αφηγηματικές γέφυρες τεράστιας δυναμικής, τις οποίες εκθειάζουν οι κριτικοί και οι θεωρητικοί μας…και προτιμά ο σοφός μέσος αναγνώστης και το εξίσου σοφό σώμα των εκδοτών».

Η σχετικότητα και η ρευστότητα στη σύστασή της ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν ακυρώνουν την αναγκαιότητά της, κατά συνέπεια η αφήγηση που θα τη διαχειριστεί οφείλει να μην κάνει παραχωρήσεις και να μην ενδώσει πουθενά: σε καμία μυθοπλαστική ευκολία, σε κανένα δραματουργικό γοητευτικό κλισέ. Οφείλει να έχει υπ’ όψιν της ότι διασχίζει ένα χώρο ναρκοθετημένο από κοινοτοπίες, από αφηγηματικούς τρόπους ήδη δοκιμασμένους, σωρεία προηγούμενων συγκινησιακά φορτισμένων αφηγήσεων, που έχουν πιθανώς «οριστικώς εξαντλήσει –μέσα από μια μορφή κορεσμού- τις δυνατότητες του προφανώς περιορισμένου ρεπερτορίου σχημάτων που διαθέτουμε προκειμένου να απεικονίσουμε την περίοδο που είναι γνωστή ως φρανκισμός». Αναπόφευκτη, τελικά η σε πρώτο πλάνο διαρκής  παρουσία του αφηγηματικού στοιχήματος, αναπόφευκτος και ο σφιχτός του εναγκαλισμός με το θέμα του. Αναπόφευκτα στήνει η τέτοιων καταβολών αφήγηση λοιπόν κι έναν ακόμα ήρωα: τον συγγραφέα.

Ο συγγραφέας, σε τρίτο πρόσωπο στη σκηνή του κειμένου και αυτός, με το φως του προβολέα πάνω του, εκθέτει την αδυναμία του, ακριβώς πριν προειδοποιήσει για την παντοδυναμία του, πειραματίζεται με δυνητικές αφηγήσεις, ενορχηστρώνει μια διαδοχή φωνών και πλευρών (οι φοιτητές, οι καθηγητές, οι αντιφρονούντες, οι καθεστωτικοί και οι άλλοι, που κινούνται στην «ήρεμη ουδέτερη ζώνη»), δοκιμάζει σχήματα, δομώντας και αποδομώντας τους αφηγηματικούς του δρόμους, θέτοντας πάλι και πάλι ερωτήματα, πάντα ανυποχώρητος και θα ‘λεγε κανείς, έως θανάτου σοβαρός. Κι όμως όχι. Δεδομένου ότι, σαν γνώστης όλων των ιστοριών και όλων των χρήσεων, μακράν απέχει του να νιώθει αθώος και άρα σοβαρός. Σαν γνώστης των μυθοπλαστικών τρόπων, κύριος και μαζί υποκείμενο της αφήγησής του, είναι εξ’ ορισμού φορέας πλάγιου, ειρωνικού βλέμματος. Έχει εξ’ ορισμού αποδεχτεί ότι στη μυθοπλαστική συνθήκη, μόνο η ειρωνεία είναι σε θέση να μην εφησυχάζει, να μην αποσιωπά τους κινδύνους, να υπαινίσσεται την κινούμενη άμμο και τους αντικατοπτρισμούς που καλύπτουν την απόσταση από τον συγγραφέα μέχρι τις αλήθειες του, να καταφάσκει στην αμφισημία, σαν εγγενές συστατικό της όποιας αφήγησης και  της όποιας ιστορίας.

Μετά τις τόσες επικαλύψεις των αφηγήσεων, μόνο αυτή είναι σε θέση να προσεγγίσει με τον δέοντα σεβασμό θέματα πάντα παλιά και φθαρμένα, επαναφέροντας το ξάφνιασμα και το ρίγος της αναγνώρισης που οφείλει η όποια αλήθεια να προκαλεί, αποδίδοντας τελικά την «σοβαρότητά» του στο σοβαρό. Καμία ειρωνεία, μοιάζει ακόμα να προϋποθέτει ο Rosa, δεν είναι αντάξια της εμβέλειας και του ονόματος της, αν δεν στρέφεται πρώτα στον εαυτό της. Στο υποκείμενο που την εκφέρει. Εξ’ ου κι επιφυλάσσει στον ήρωα-συγγραφέα του την ειρωνικότερη μεταχείριση. Σ’ αυτόν και στα εργαλεία του, δηλαδή τη μυθοπλασία. Το κατεξοχήν έτσι κι αλλιώς πεδίο της ειρωνικής ματιάς, που εδώ θα μπει και στο στόχαστρό της: «Σε αυτό το σημείο της ιστορίας μας οι αφηγηματικές συμβάσεις μας καλούν να πραγματοποιήσουμε άλλη μια άσκηση αναδρομής στη βιογραφία του ήρωά μας… Ας μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στο αγαπημένο σημείο των μυθιστοριογράφων, εκείνο που προσφέρει τις περισσότερες ευκαιρίες για να λάμψει το ταλέντο τους, το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του μυθιστορήματος, που ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο, χαρακτηρίζεται συνήθως από μία τάση υπερβολής. Στη σύνθεσης της βιογραφίας του Χούλιο Ντένις μπορούμε να επιδείξουμε τη συγγραφική μας δεινότητα σε δύο πεδία: της μορφής και του περιεχομένου… Αλλά η ευκαιρία για μια πραγματική επίδειξη δεξιοτεχνίας βρίσκεται στη ουσία, στο περιεχόμενο του αφηγήματος: Είναι ο αιώνιος πειρασμός να μετατρέψουμε τον ήρωα σε μάρτυρα και μαρτυρία ταυτόχρονα… Αρκεί να έχει κανείς στοιχειώδεις  γνώσεις ισπανικής ιστορίας για να μαντέψει το τεράστιο μυθιστορηματικό κοίτασμα που μας περιμένει. Μια μυθοπλασία που δεν θα ψυχαγωγεί μόνο, αλλά και θα διδάσκει».

Ωστόσο, και αφού θα έχει εκθέσει και εξαντλήσει τα σχήματά του και τις γωνίες λήψης του, ο ήρωας-συγγραφέας, θα παραδοθεί τελικά και στη μυθοπλασία, αποδίδοντάς της και την τιμή: Ας μη μας διαφύγει, ότι στην κατάληξη του 32ου κεφαλαίου (σελ.243), και αφού έχει μόλις πραγματοποιήσει μια «άσκηση αναδρομής» στη βιογραφία του Ντένις, θα «ενδώσει» τελικά και θα αναγγείλει: «Κυρίες και κύριοι, εδώ κάνουμε μυθοπλασία, χαλαρώστε κι απολαύστε την». Έτσι στο αμέσως επόμενο, ενδίδοντας στους ευερέθιστους και δημιουργικούς δέκτες του μυθοπλαστικού τρόπου, θα παρακολουθήσει από υπερβολικά κοντά, τα βήματα του Χούλιο Ντένις, το τελευταίο απόγευμα πριν τη σύλληψή του. Θα γίνει, για να ακριβολογήσουμε,  οι ίδιες οι αισθήσεις του Ντένις, ακόμα κι αυτές που θα μπορούσε να έχει και δεν είχε. Κι θα ‘ναι εδώ, που θα υπαινιχθεί κάποιες αλήθειες και κάποιες συνδέσεις. Όσες απ’ αυτές, μόνο έτσι μπορούν να ειπωθούν, γιατί κάποιες άλλες –ανεβάζοντας ακόμα περισσότερο την ένταση του ειρωνικού του τόνου- θα τις παραχωρήσει σε μία «αλλότρια» αφήγηση, αυτή ενός αστυνομικού, υπερασπιστή των ανακριτικών τακτικών του καθεστώτος, που θεωρεί υπερβολές και συναισθηματισμούς, τα όσα προηγήθηκαν.

Ο  τριαντατετράχρονος Issac Rosa, άρχισε ν’ αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, αφού οι αιματοβαμμένες ιστορίες της δικτατορίας του Φράνκο είχαν πάρει τέλος. Ωστόσο ανατράφηκε, όπως όλοι της γενιάς του με τις αφηγήσεις –προφορικές και γραπτές, που οι ιστορίες αυτές άφησαν πίσω τους. Και ακόμα περισσότερο, με τις σιωπές, τα βλέμματα, τους τρόπους που αποκρυσταλλώνει ο χρόνιος φόβος. Αρχίζει να γράφει αφού έχουν ειπωθεί όλα, αλλά προφανώς ενόσω το διακύβευμα της σχέσης με την ιστορική μνήμη παραμένει ανοιχτό, για ένα λαό και μια χώρα, που θα ‘θελε πολλά να ξεχάσει από το παρελθόν της. «Άρρωστοι όλοι από μια ανίατη ασθένεια, αποθαρρυμένοι όλοι, όλοι σακατεμένοι. Πώς να επαναφέρει κανείς την ειρήνη, την αίσθηση πληρότητας, την ηρεμία μέσα στις καρδιές; Θλιμμένε λαέ, θλιμμένη πατρίδα, ποιο είδος ψυχανάλυσης θα μπορούσε να σε γιατρέψει;…Θα αλλάξεις άραγε μια μέρα;  Ίσως ναι (μονολογούσες), όταν τα κόκαλά σου (τα δικά σου) θα λιπάνουν το χώμα σου…(ω πατρίδα) κι άλλοι άντρες καλύτεροι (σήμερα ακόμα μικρά παιδιά) θα κατευνάσουν με την προσφορά τους την ανεκπλήρωτη επιθυμία που καταδυναστεύει τη μοίρα σου. Αν πέθαινες εσύ (έλεγες μέσα σου), σε ποιόν θα ‘πεφτε ο κλήρος να τα διηγηθεί;» αναρωτιόταν σαράντα χρόνια πριν ο Χουάν Γκοϊτισόλο, προφητεύοντας το είδος της πληγής που η γενιά του θα παρέδιδε στις επόμενες. Κι αν για τον «προπάτορα» Γκοϊτισόλο, παιδί της εποχής του ασφυκτικού φόβου, το ζητούμενο στο εμβληματικό «Στοιχεία Ταυτότητας» (ΚΕΔΡΟΣ 2006), ήταν να ανατάμει όλο αυτό το αίσθημα της ντροπής, όλο το βαθύ ρίζωμα της ενοχής και τη μοιραία συνακόλουθη επιθυμία ακύρωσης της ταυτότητας, για τον Rosa, που θα κρατήσει άξια την σκυτάλη, το αίτημα δεν θα μπορούσε παρά να είναι διαφορετικό: η διαχείριση της μνήμης ως απαραίτητης προϋπόθεσης ανασύστασης μιας ταυτότητας, δεν μπορεί πλέον να διέλθει από ευθείες και ασφαλείς διαδρομές, καθώς αδιαμεσολάβητη οδός δεν υπάρχει.

Κατά συνέπεια μια περισσότερο δομημένη και τελεσίδικη αφήγηση παρεκκλίνει του στόχου, εθελοτυφλώντας στην κρισιμότητά του και τελικά προδίδοντάς τον. Ο αποδομητικός δρόμος, καίτοι ολισθηρός, προκύπτει αναπόφευκτος, πόσο μάλλον που ο Rosa, υποβάλλοντας δραστικά όση κατάφαση ή ερμηνεία είναι διαθέσιμη, θα κερδίσει όλα τα στοιχήματα,  για να μας παραδώσει άρτιο αυτό που απ’ την αρχή υποσχέθηκε: «ένα μυθιστόρημα, τελικά ένα μυθιστόρημα», για τις πληγές της ιστορίας, αλλά και για τις στρατηγικές της γραφής. Έως του σημείου ν’ αναγκαστεί να παραδεχτεί, ακόμα και αυτός, ο διαβολέας της αφηγηματικής σαγήνης και άρα ολοκλήρωσης, πως «Το πιθανότερο είναι ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια ομολογία αδυναμίας, το έσχατο μέσο αποδόμησης κάποιου που δεν ξέρει, δεν μπορεί ή δεν θέλει να οικοδομήσει αλλά τελικά -στην τελευταία σελίδα- διαπιστώνει απελπισμένος πως δεν υπάρχει άλλη λύση, πως πάντα καταλήγουμε οικοδομώντας κάτι».

[μτφ. Κυριάκος Φιλιππίδης]

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις]