Monthly Archives: March 2009

«ΝΤΕΚΑΡΤ, ENCORE…»

ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΧΙΟΝΙ, ΠΑΛΗ ΚΑΙ ΕΞΗΓΗΣΗ

146186

Durs Grünbein
Του χιονιού ή ο Ντεκάρτ στη Γερμανία
μτφ. Γιώργος Λίλλης – Θωμάς Πούτας
Κέδρος 2007

Ένα ερώτημα, για να ξεκινήσει κανείς να μιλά για μιαν ολόκληρη ποιητική συλλογή που έχει ως αφορμή την κατάταξη του Ντεκάρτ ως εθελοντή στο στρατό του Μαξιμιλιανού της Βαυαρίας, κάτι που τον έφερε στη Γερμανία το 1619, είναι ποιος ο σκοπός όλης αυτής της εργασίας. Ο διακεκριμένος και πολυμεταφρασμένος Ντουρς Γκρύνμπαϊν δημιουργεί μια περσόνα, τον Gilliot (αναρωτιόμαστε εδώ για το κλείσιμο του ματιού προς την γκιλοτίνα/gilliotine αλλά και στον γάλλο ζωγράφο Claude Gilliot [1673-1722], του οποίου η θεματολογία περιελάμβανε μυθολογικά στοιχεία) στον οποίο αποδίδει όλα ανεξαιρέτως τα χαρακτηριστικά του Ντεκάρτ -σαρκικά κυρίως- βάζοντάς τον να διαλέγεται ακατάπαυστα με τον γάλλο διανοητή. Ο γερμανός ποιητής προφανώς χρησιμοποιεί ως όχημα έναν “δύσκολο” φιλόσοφο, ο οποίος όμως έχει το εξής πλεονέκτημα: δεν υπήρξε ποιητής. Έτσι, αποφεύγεται οποιαδήποτε ταύτιση με δομικό και ιδεολογικό ποιητικό ρεύμα. Μέσω αυτού του προσώπου, ταξιδεύουμε βήμα βήμα στον εσωτερικό και εξωτερικό κόσμο του, προσπαθώντας να κατανοήσουμε αυτή την αδιάσπαστη ένωσή τους, υπό το πρίσμα μιας μοίρας, αφ’ ενός, προκαθορισμένης και, αφ’ ετέρου, γεμάτης αγωνία να εξηγήσει τον κόσμο και να τοποθετηθεί σ’ αυτόν. Δύσκολος αγώνας, πράγμα καταφανές καθώς εκτυλίσσονται τα σαράντα δύο τμήματα της σύνθεσης, αν συνυπολογιστεί, δε, και το πρώτο τμήμα του τίτλου, αυτόχρημα τοποθετείται και στο χώρο, όχι μόνον ως εμπράγματο χαρακτηριστικό αλλά συνάμα και ως πνευματική κατάσταση: το χιόνι μπορεί να είναι πάλλευκο, ωστόσο παραμένει πάντα παγωμένο. Κι έρχεται πάντα το χειμώνα.

Σημαντικό να παρατηρήσει κανείς είναι οι πολλές μορφές της γλώσσας που εμφανίζονται στα ποιήματα. Αναλόγως πάντοτε της αναφοράς και της στιγμής, της φόρτισης, της ειρωνείας, της ανακούφισης και της βαθιάς αναζήτησης, ο Γκρύνμπαϊν έχει προσαρμόσει σχεδόν αψεγάδιαστα τη γλωσσική και ποιητική του πραγματεία, πράγμα που φτάνει σ’ εμάς με την ώσμωση των μεταφραστών με το πρωτότυπο κείμενο. Ωστόσο, ενστάσεις θα μπορούσε να εγείρει ο αναγνώστης εξαιτίας της πολυπλόκαμης αφήγησης, των διαφορετικών μεταξύ τους μερών, της δογματικής, πολλές φορές, αποτίμησης της εν είδει φιλοσοφικού στοχασμού ποιητικής κατάθεσης η οποία παράλληλα εμπεριέχει το Μύθο ως μέσο αλλά και αντικείμενο ερμηνείας. Ενστάσεις όχι βέβαια για μια κάποια αδόκιμη ή ασαφή επιλογή, αλλά για το ζήτημα της ταύτισης της φιλοσοφίας και της ποίησης κατ’ αυτό τον τρόπο.

Εδώ επανέρχεται το αρχικό ερώτημα που παραμένει το μοναδικό: Γιατί και για τι; Μέσω όλων όσα προαναφέραμε, ο Γκρύνμπαϊν παρεμβαίνει μ’ αυτή την τακτική στο σύγχρονο γίγνεσθαι, χωρίς αποκλειστικά να ενδιαφέρεται για το καλλιτεχνικό του μέρος, αλλά πολύ περισσότερο για το κοινωνικό. Επιλέγοντας να δείξει, με έναν αμυδρό λυρισμό, την πάλη της σάρκας και του πνεύματος, της ύλης και της ιδέας, την αιώνια διαμάχη της ελευθερίας του ανθρώπου έναντι του εαυτού του, του κόσμου και των άλλων ανθρώπων, θέλει, καταπώς φαίνεται, να καταθέσει μιαν εξήγηση. Κι αυτό το εγχείρημα δεν θα μπορούσε να μην περιλαμβάνει την επανεπινόηση του κόσμου και της ιστορίας, θέτοντας σε κίνηση μια γλώσσα που παλεύει να δείξει καινούργια σ’ έναν κόσμο παλαιό, αλλά ιδωμένο από μια νέα σκοπιά.

Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε από την ανάγνωση μιας τέτοιας, ιδιότυπης θα ‘λεγε κανείς, ποιητικής σύνθεσης, είναι η βασική κατάθεση του ποιητή για την ποίηση: όπως ο Ντεκάρτ/Γκιγιό οδεύει προς την απελευθέρωση απ’ τη θνητότητα, έτσι και η ίδια η ποίηση, αν δεν οδεύει προς αυτή την κατεύθυνση, καλά θα κάνει να το ξανασκεφτεί. Από κει και πέρα, επαφίεται στον αναγνώστη και στον θεράποντα της ποίησης να αναρωτηθεί: είναι άραγε αυτός ο σκοπός της ποίησης; Και, φυσικά, αναλόγως να πράξει.

[Η παραπάνω παρουσίαση δημοσιεύτηκε αρχικά στο πρώτο τεύχος του ποιητικού περιοδικού "Poetix", άνοιξη 2009.]

ΘΑΝΑΤΟΣ, ΑΓΡΥΠΝΟΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ,
ΠΑΛΙΑ ΤΥΨΗ, ΠΑΡΑΛΟΓΗ ΣΥΝΗΘΕΙΑ

Τσέζαρε Παβέζε
Ο θάνατος θα ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου
μτφ. Σωτήρης Τριβιζάς
Καστανιώτης 2004 (1997)b89365

Όταν ο Τσέζαρε Παβέζε αυτοκτόνησε μιαν αυγουστιάτικη μέρα του 1950, σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, συμπληρώνοντας τον μακρύ, πια, κατάλογο των αυτόχειρων ποιητών, είχε ήδη καταπιαστεί, χωρίς συμβιβασμούς, με τον έρωτα και το θάνατο, ένα συνδυαστικό μοτίβο που, όπως φαίνεται απ’ τις τελευταίες σελίδες του ημερολογίου του, τον απασχολούσε. Κι όταν λέμε «τον απασχολούσε», εννοούμε ότι τον κατέτρωγε. Τα τελευταία του ποιήματα μπαίνουν υπ’ αυτόν το γενικό τίτλο, ο οποίος παραπέμπει ευθέως στο μοτίβο που αναφέραμε. Όταν ο θάνατος, λοιπόν, θα καταφτάσει, τα μάτια του θα έχουν δανειστεί πολλά απ’ τα στοιχεία του έρωτα, αν δεν έχουν ταυτιστεί απόλυτα. Κι αυτός ο έρωτας παρουσιάζεται αποκλειστικά με τη μορφή μιας γυναίκας στην οποία ο ποιητής απευθύνεται, με μιαν ανεπαίσθητη δόση παράκλησης. Παρ’ όλα αυτά, δεν μοιάζει να ζητά διάσωση· έχει ως δεδομένο, βέβαια, τον επερχόμενο χαμό του.

Η συλλογή περιλαμβάνει τρεις ενότητες: η πρώτη έχει τίτλο “Η γη και ο θάνατος” και αποτελείται από ποιήματα που γράφτηκαν πέντε χρόνια πριν την αυτοχειρία του. Η δεύτερη, με τον ομώνυμο τίτλο, περιλαμβάνει τα τελευταία του ποιήματα, ενώ η τρίτη, “Η τέχνη τού ζην”, εμπεριέχει ημερολογιακές αναφορές των τελευταίων του στιγμών. Και στις τρεις αυτές ενότητες, προκαλείται άμεσα η αίσθηση της σχεδόν πλήρους συνάφειας. Εγνωσμένος πεζογράφος ο ίδιος, δεν θα μπορούσε παρά τα τμήματα του ημερολογίου του να αποτελούν αφ’ εαυτών σπαράγματα υψηλής λογοτεχνικής αξίας. Παρατηρείται, δε, ανάμεσα στις δύο πρώτες ενότητες, μία αξιοσημείωτη ατμοσφαιρική ομοιογένεια, στην οποία συνηγορεί η θεματολογική συνάφεια. Αποδεικτικό, πιθανόν, μιας συνεχούς τριβής μεταξύ έρωτα και θανάτου και, πάνω απ’ όλα, μεταξύ θανάτου εν ζωή και θανάτου εν θανάτω.

Οι μόνιμες αναφορές του ιταλού συγγραφέα επαναλαμβάνονται και στις τρεις ενότητες: το νεορεαλιστικό του στοιχείο επιβεβαιώνεται από τις γνώριμες αναφορές στο χώρο, που παίρνει διαστάσεις προσώπου, αφού δεν λειτουργεί μόνο ως φόντο του εξελισσόμενου έργου, μα διεκδικεί με αξιώσεις την ένωσή του με το χρόνο σ’ ένα αδιάσπαστο ένα. Και βέβαια, το πρόσωπο όπως το γνωρίζουμε. Αν τα μάτια, εν προκειμένω, λαμβάνουν κεντρικό σημαίνον στο έργο, ο θάνατος που θα τα φέρει, θα μετατραπεί αυτόχρημα σε σάρκα εκ της σαρκός του έρωτα, εν μέσω επαπειλούμενης καταστροφής, ενώ ταυτόχρονα θα παλεύει να αποφύγει το ρόλο του υποκατάστατου του βιωμένου μέχρι το τέλος έρωτα. Αυτονόητη μοιάζει μες στο σύνολο, πάντως, και η ειρωνεία καθώς και αυτοσαρκασμός, αν συνυπολογιστεί η παραδοχή που διακρίνεται για την προσωπική κατάπτωση και παραίτηση. Επιπλέον, τα αντιθετικά σχήματα που εντοπίζονται διάσπαρτα στα ποιήματα, αλλά και στο ημερολόγιο, αγωνίζονται, κατά τα φαινόμενα, κι αυτά να αγγίξουν τα άκρα τους, ενδυόμενα την απολυτότητά τους, προκειμένου να γίνουν, ομοίως με όλα τα άλλα, ένα. Η διαφαινόμενη, τέλος, εκ πρώτης όψεως, απογοήτευση, ιδιαίτερα στην τρίτη ενότητα, με μια πιο προσεκτική ανάγνωση μπορεί να ιδωθεί κάλλιστα και ως προσωπική και ομφαλοσκοπική θέαση του κόσμου.

Ο Τσέζαρε Παβέζε επιβεβαιώνει, αφ’ ενός, τη θέση που έχει καταλάβει το έργο του, αφ’ ετέρου, επαληθεύει για μιαν ακόμη φορά πως ο έρωτας, αν δεν περιλαμβάνει το θάνατο, του εγώ τουλάχιστον, τότε η ποίηση, ως κατεξοχήν αναπαραστατικό μέσο αυτού του συνδυασμού, οφείλει, έτσι ή αλλιώς, να ξεπεράσει τη ζωή αλλά ποτέ να μην την προσπεράσει.

[Η παραπάνω παρουσίαση δημοσιεύτηκε αρχικά στο πρώτο τεύχος του ποιητικού περιοδικού "Poetix", άνοιξη 2009.]