Category Archives: το μολύβι μου

19

Θήλαζε η νύχτα τα θαύματά της. Κορύφωνε φιλώντας τ’ άγιο μολύβι τού θανάτου. Κι ο παγωμένος θησαυρός βάσταγε στα χέρια του ευρήματα, έτσι νόμιζε, από κάτι ανάγκες σπασμένες. Η νύχτα συνέχιζε να γλείφει, κι όλο συνέχιζε να γλείφει μέχρι να φτάσει στα πατώματα, να φτάσει να γλείφει τις σανίδες που μέρες απρόσμενης λέρας ρουφήξανε. Κατέβαινα βαθιά κι εγώ, βαθιά πνιγόμουν, όρθιος πάντα, στα χάχανα των σανιδιών.

Τι ομορφιά.

Τι όμορφα σανίδια, αγκίδες πρόσχαρες. Αγκίδες παγωμένες. Μισούσες, ούρλιαζες, τις νύχτες που θηλάζαν, μα άλλη υπομονή δεν είχες φοβηθεί έξω από κείνη που σε δίδαξε η νύχτα. Nύχτα που πήρε να παγώνει θησαυρούς, και μόνη, αχ πιο μόνη από ποτέ, σερνόταν λερωμένη. Δεν είχε ξημερώσει η νύχτα. Τα πρώτα πρώτα ασυγχώρητα βράδια. Σ’ αυτά που πάνω τους εγώ γεννούσα προσμονή κι εσύ κοιτούσες πίσω.

Εκεί που απροστάτευτα κομμάτια γίνονται οι νύχτες.

dsc01889

Στο πέρα δώθε των σφυγμών, στο έλεος του θανάτου, μη φοβηθείς να σκύψεις, τη φλέβα που σε γένναγε μη φοβηθείς να γλύψεις. Δεν είμ’ εγώ, δεν είσ’ εσύ, κανείς δεν είναι γύρω. Μα ποιος σε δένει στους σφυγμούς, ποιος σε κρατά απ’ το χέρι, ποιος βάζει μέρες στον καιρό; Τι μένει, πες, πες μου τι μένει αθέατο ακόμα. Κι ας μην το βάρος που τραβάς κόκκινο δεν παίρνει. Μη λησμονήσεις τον καιρό, το έλεος μη χάσεις, κι εδώ το μέρος ανάδελφο αν μείνει, μη με ξεχάσεις στις πάρωρες αναμνήσεις, μη φοβηθείς και μη χαθείς, μη ρεύσεις λιωμένος πάλι, γιατί

θα σε γλιτώσει ο χαμός, θα σε ποτίσει λάσπη.