Tag Archives: θεόδωρος γρηγοριάδης

Κερδισμένο στοίχημα, διαρκής πειραματισμός

Η εμπλοκή του παρελθόντος με το παρόν, τα συχνά δυσδιάκριτα όριά τους, η επίδραση του ενός έναντι του άλλου, έχουν πολλές φορές, αν όχι τις περισσότερες, απασχολήσει τη λογοτεχνία ―πεζογραφία και ποίηση― κι όχι βεβαίως μόνον αυτήν. Η τέχνη, ως πνευματική παραγωγή που μοχθεί, μεταξύ άλλων, να ερμηνεύσει και να χαρίσει «λύσεις», έστω προσωρινές κάποιες φορές, εργάζεται επί ενός πεδίου το οποίο επιστρατεύει μέσα που ο ανθρώπινος νους διαθέτει: λόγο, συναίσθημα, αίσθημα, αισθητική. Δεν είναι λίγες φορές που όλ’ αυτά συναιρούνται σ’ ένα έργο τέχνης, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, δημιουργώντας έτσι ένα σύνολο στο οποίο, κατά την ανάγνωσή του ―κυριολεκτική (στη λογοτεχνία εν γένει) ή μεταφορική (εάν πρόκειται, για παράδειγμα, για τη ζωγραφική ή τη μουσική)― αναφύονται από στιγμή σε στιγμή διαφορετικά στοιχεία.

Σε όλα αυτά τα εν πολλοίς αισθητικά κριτήρια, έρχεται το ειδολογικό κομμάτι τού έργου τέχνης να παίξει τον ρόλο του. Αν περιοριστούμε στη λογοτεχνία που εν προκειμένω μας αφορά, ο σύντομος λόγος, ο μονόλογος, η αποστασιοποιημένη τριτοπρόσωπη ή η «ερευνητική» δευτεροπρόσωπη αφήγηση, για να αναφέρουμε μόνο κάποια στοιχεία, ορίζουν το σύνολο του καλλιτεχνικού αποτελέσματος, συνάμα, ενδεικτικά, με τα ρεαλιστικά, μεταρεαλιστικά, σουρεαλιστικά, μοντέρνα ή μεταμοντέρνα διακριτικά που ο δημιουργός αναλαμβάνει να προσδώσει στο έργο του.

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης κατά τη συγγραφική του διαδρομή, απ’ τις αρχές του ’90 και δώθε, έχει αποδείξει ότι μπορεί να διαπερνά πλείστα όσα στάδια και επίπεδα τόσο του θεωρητικού και του αισθητικού φάσματος της εκφοράς του λόγου και της «αρχιτεκτονικής» των έργων του όσο και της εκάστοτε ιστορίας. Στα πρώτα του βιβλία (π.χ., «Κρυμμένοι άνθρωποι», «Ναύτης», «Ο χορευτής στον Ελαιώνα»), χειρίστηκε αποτελεσματικά τον μαγικό ρεαλισμό διατηρώντας την αφηγηματική παρακαταθήκη του μοντερνισμού, εντάσσοντας στα κείμενά του επιρροές απ’ τον τόπο και τον χρόνο, με αποκορύφωμα τα «Νερά της Χερσονήσου», το πρώτο του βιβλίο που έκανε φανερή χρήση της θεωρητικής του τοποθέτησης για το φύλο, με πρώτα στίγματα στην προηγηθείσα νουβέλα του, υπό τον τίτλο «Εκείνη που είχε εραστή», στη συλλογή «Ο αρχαίος φαλλός». Ενώ το προκείμενο ζήτημα της κυριαρχίας του χωροχρόνου διατηρήθηκε στα βιβλία της δεκαετίας του 2000, ας πούμε απ’ το «Παρτάλι» και μετά, αποφάσισε να κάνει μία στροφή προς έναν μεταμοντέρνο τρόπο λόγου και δομής των κειμένων του, όπως τον έχουμε συνηθίσει από ένα τμήμα της σύγχρονης αγγλοσαξονικής σχολής, την οποία παρεμπιπτόντως μελετά και διδάσκει συστηματικά, επιχειρώντας, με επιτυχία, να θέσει ενώπιον του αναγνώστη το ερώτημα για την αρμονική σύζευξη (συν)αισθηματικής και εγκεφαλικής γραφής.

Το τελευταίο του βιβλίο, η «Δεύτερη γέννα», το οποίο ευρηματικά δεν χαρακτηρίζει ειδολογικά, είναι ένας σπαρακτικός μονόλογος μιας μάνας απ’ την Καβάλα που κατεβαίνει στην Αθήνα για να ετοιμάσει τα γενέθλια της κόρης της η οποία έχει δολοφονηθεί. Η γυναίκα αυτή, την οποία το περασμένο καλοκαίρι ενσάρκωσε θεατρικά η Φιλαρέτη Κομνηνού, πηγαινοέρχεται στο παρόν και το παρελθόν σαν σε μία απόλυτα ενιαία διαδρομή η οποία όμως ενυπάρχει στον κόσμο της, μέσα κι έξω, σπειροειδώς δημιουργώντας κοινά πεδία ανάμεσα στο τώρα και στο τότε. Οι λέξεις της, ο κόσμος της ολόκληρος, τ’ αντικείμενα που την περιβάλλουν, οι άνθρωποι, γίνονται ένα στο στόμα της, στο ίδιο το κείμενο, ώστε είναι δύσκολη για τον αναγνώστη (κριτικό ή όχι) η διάκριση, σ’ αυτό το βιβλίο του Γρηγοριάδη, μεταξύ της πρωτοκαθεδρίας της αισθητικής απόλαυσης και της αφήγησης καθαυτήν.

Η μάνα, πρόσωπο ανέκαθεν τραγικό στην καθ’ ημάς λογοτεχνία, στη «Δεύτερη γέννα» θα πρέπει να ιδωθεί πρωταρχικά ως ολοκληρωμένος χαρακτήρας, και κατόπιν ως γυναίκα. Ο Γρηγοριάδης, για να το ξεκαθαρίσουμε, δεν απολυτοποιεί, όπως πάντα εξάλλου, αυτόν τον χαρακτήρα, ούτε του προσδίδει στοιχεία κι έννοιες αδιαμφισβήτητες. Αυτό που κάνει είναι να διατηρεί σε όλο το κείμενο ―σύντομα και πυκνά― άσβεστο το εξής: ο χαρακτήρας, ιδίως ο γυναικείος, δεν μπορεί να περικλειστεί στα στεγανά που πολλές φορές η σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή προσπαθεί να την περιορίσει με χαρακτήρες-καρικατούρες της γυναίκας.

Αυτό που ο Γρηγοριάδης καταφέρνει είναι ν’ αποδώσει την εικόνα ενός προσώπου, που τυγχάνει να ’ναι γυναίκα, αφήνοντας απέξω όλα τα υφολογικά κλισέ που συναντούμε ένθεν κακείθεν, όπου η γυναίκα περιορίζεται σε αντιαισθητικές περιγραφές και μικροαστικές επιδείξεις, όσον αφορά και τον ψυχισμό της και την παρουσία της στο αφηγηματικό παρόν. Κοντολογίς, μέσα σε ενενήντα σελίδες, ο συγγραφέας διαγράφει μία παλινδρόμηση απ’ το ένδον στο έξω της ηρωίδας του, καθιστώντας την έναν χαρακτήρα ολοκληρωμένο, τουλάχιστον για το διακύβευμα της πλοκής του βιβλίου του, ενώ, την ίδια στιγμή, συναντούμε έργα όπου οι εξαντλητικές περιγραφές και οι πληκτικές αφηγήσεις οδηγούν σ’ ένα αμφίβολο αποτέλεσμα, αναφορικά με το χτίσιμο του χαρακτήρα, το αισθητικό υπόβαθρο και το σύνολο της πλοκής.

Πιο συγκεκριμένα, ο Γρηγοριάδης μοιάζει να κάνει μια αναδρομή ―όχι πισωγύρισμα― σε όλα σχεδόν τα προηγούμενα έργα του. Ήρωες από παλαιότερα βιβλία του κάνουν κι εδώ την εμφάνισή τους, ιδέες κι έννοιες επανέρχονται στο προσκήνιο επιτείνοντας την άποψη πως ο λόγος ενός δημιουργού, το ύφος και αισθητική του μπορούν να πηγαινοέρχονται αναδεικνύοντας ένα έργο συνεχές. Να σημειώσουμε βέβαια, όπως προαναφέρθηκε, ότι η επιλογή του Γρηγοριάδη στην εξέλιξη του μονολόγου του προτυπώνει, τρόπον τινά, και ό,τι μόλις παρατέθηκε.

Τι συμβαίνει όμως με την απουσία (ή την αδήριτη παρουσία, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί) του αντρικού φύλου; Η μάνα, ενώ παλεύει να ισορροπήσει ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, την ίδια στιγμή καρκινοβατεί μεταξύ του δολοφόνου της κόρης της και του δικού της «δολοφόνου», που, εκτός απ’ την ίδια τη ζωή, είναι και ο άντρας της. Ακριβώς σ’ αυτό το σημείο είναι που ο Γρηγοριάδης βάζει το στοίχημα και το κερδίζει: χωρίς ούτε μια στιγμή να διαλύει την εικόνα του άντρα, σκιαγραφεί πλήρως το ψυχογράφημα της γυναίκας. Ταυτόχρονα, μοιάζει να δικαιολογεί τις επιλογές ενός συζύγου που, απ’ τη μια, έφυγε μακριά παρατώντας τη γυναίκα, αλλά, απ’ την άλλη, λάμβανε σχεδόν αδιάλειπτα τη φωνή της συνείδησής της.

Η γλώσσα που χρησιμοποιείται κινείται παράλληλα με την εσωτερική και αφηγηματική διαδρομή της ηρωίδας. Όπου η τραγική μάνα ανακαλεί γεγονότα και σκέψεις συναισθηματικά φορτισμένα, η γλώσσα μοιάζει ν’ αποτελεί το κυρίαρχο εργαλείο. Απ’ την άλλη, όταν καταλαγιάζει η ένταση, οι αφηγηματικές επιλογές, η δραματοποίηση μέσω κινήσεων και πολλές φορές διαλόγων λαμβάνει στοιχεία (αυτο)σαρκασμού, αποφεύγοντας καθ’ όλη την πορεία οποιαδήποτε μεμψιμοιρία και (αυτο)λύπηση. Και πάλι: η ενότητα λόγου, δομής, έμψυχων και άψυχων αντικειμένων, χώρου και χρόνου είναι αναντίρρητα το μεγάλο πλεονέκτημα της «Δεύτερης γέννας». Σχεδόν σε όλα τα σημεία φαίνεται πως όλα τα περιγραφόμενα αποτελούν ένα συνεχές όλον το οποίο μπορεί να διασπαστεί μόνο εκ των ενόντων: απ’ την αλλαγή πλεύσης του εσωεξωτερικού μονολόγου της μάνας ― η ίδια, επομένως, η ηρωίδα είναι που καθοδηγεί τη γλώσσα που ο συγγραφέας τής αποδίδει.

Σε έργα αυτού του είδους, όπως προσπάθησα να αναλύσω παραπάνω, το «παιχνίδι» με τον παραλήπτη είναι ακατάπαυστο. Ο Γρηγοριάδης δεν φείδεται προσφοράς είτε κανείς προτάσσει την αναγνωστική απόλαυση είτε την κριτική ματιά και την αισθητική ικανοποίηση ― εάν προγραμματικά υποθέσουμε ότι εν προκειμένω αυτά είναι που ξεχωρίζουν.

Αν βασικό μέλημα της κειμενικής πρόσληψης παραμείνει η έκπληξη, το απρόοπτο και ο συγκλονισμός απ’ τα αφηγούμενα, ο συγγραφέας ικανοποιεί όλες αυτές τις εκφάνσεις. Αν βασική αναγνωστική προϋπόθεση είναι η συνολική δυναμική ενός έργου, ο συγγραφέας καταφέρνει να δημιουργήσει ένα αναγνωστικό σύμπαν διάστικτο από τέτοιου είδους ομορφιά.

Το μόνο που μένει, κατά τη δική μου άποψη, είναι η επιβεβαίωση της πορείας του Θεόδωρου Γρηγοριάδη με την αφήγηση ως κερδισμένο στοίχημα και το υπόβαθρο των βιβλίων του ως έναν διαρκή και ανοδικό πειραματισμό.

[Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη]

[Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή της Κυριακής», 22/11/2009.]

«Άρχισε να τρώει ρύζι και η ακοή του μίκρυνε, το τούνελ έκλεινε και ξαφνικά μόνον ο θόρυβος του πιρουνιού ακουγόταν. Δεν είχε λόγο να εξηγήσει οτιδήποτε. Ήταν πολύ αργά πια για να προειδοποιήσει.»

[Απόσπασμα απ’ το βιβλίο]

Η λογοτεχνία του Θεόδωρου Γρηγοριάδη μέχρι πρότινος κινούνταν γύρω από το σώμα: ανδρικό, γυναικείο, άφυλο, παρενδυτικό. Το σώμα, γυμνό, χαμένο, δοσμένο, χαρισμένο. Το ταξίδι του σώματος στο έργο του Γρηγοριάδη ήταν η αρχή και το τέλος της δικής του αφήγησης.

Στο τελευταίο του βιβλίο, «Χάρτες», προσπάθησε και κατάφερε να μας ταξιδέψει, μέσω τώρα πια άυλων εν πολλοίς σωμάτων –άρα σωμάτων ως καταστάσεων, σε επαρχίες και χωριά, πόλεις και συνοικίες, ξενιτιές και εξορίες, ουτοπίες-δυστοπίες. Σε αυτά τα τέσσερα μέρη χωρίζονται οι εβδομήντα (70) ιστορίες -δυόμισι το πολύ σελίδες η καθεμιά- στο τελευταίο αυτό έργο του.

Για να δούμε τι είναι οι «Χάρτες».

Οι «Χάρτες» του Γρηγοριάδη είναι ένα καταστασιακό παλίμψηστο ιδεών και θέσεων. Για καιρό προσπαθούσα να πείσω τους μαθητές μου ότι ο παράδεισος και η κόλαση δεν είναι τόποι αλλά καταστάσεις. Αυτό το ίδιο προσπαθώ και τώρα να πω. Με άξονα μια παρέα φίλων, παράδοξη αλλά δεμένη, ο συγγραφέας αφηγείται, κατά τρόπο αφαιρετικό αλλά όχι αφηρημένο, το πέρασμα του μυαλού, της ψυχής, του παρόντος και του παρελθόντος μέσα από καταστάσεις που χρειάζονται δύναμη και αποφασιστικότητα, χρόνο και πάθος για να τις μετέλθεις.

Ένα μουγκό αγόρι που μιλάει, μία παράδοξη ερωτική στιγμή του παρελθόντος, παρεξηγήσεις και συναντήσεις, μια υποψία επανόδου της παρενδυσίας έστω και με αφορμή το καρναβάλι, μια διαδραστική ποιητική παρουσίαση με μαχαιροφόρους εισβολείς, μια γυναίκα που αποπατεί όπου βρει, ένας γιος που κινηματογραφεί τον πατέρα του καθώς αυτός αποφυλακίζεται, ένας συγγραφέας που ζει τη ζωή του και την τελειώνει μέσα από τα βιβλία ως ήρωας των αναγνωσμάτων του, ένας μόλις βιωμένος αποκεφαλισμός και –τέλος- ο Παράδεισος, είναι μερικές μόνο απ’ τις ιστορίες που απαρτίζουν τους «Χάρτες» του Θεόδωρου Γρηγοριάδη.

Ο συγγραφέας με αυτήν τη συλλογή ανανεώνει τη λογοτεχνική του πρόταση. Γνήσιος μεταμοντέρνος λογοτέχνης, προτάσσει την αφήγηση ως μέσο καταβύθισης σε έναν κόσμο φτιαγμένο από υλικά που στη χώρα μας δεν εντοπίζονται συχνά: απότομες εναλλαγές αφηγηματικών προσώπων και αφηγηματικού χρόνου, παιχνίδια με το μυαλό και την αίσθηση του αναγνώστη, λέξεις βαλμένες η μία δίπλα στην άλλη, που σαν ριπές φιλτράρουν όλα όσα έχουν οι ήρωες βιώσει μετουσιώνοντάς τα σε ένα παρόν που σε κάνει να μη νοιάζεσαι για το μέλλον. Και το κυριότερο: γλώσσα και ύφος υπαινικτικό, ανοιχτό σε ερμηνείες, που κάθε φορά αλλάζει η δομή του ανάλογα με το ποιος μιλά, τι λέει, τι είναι, τι θέλει, πάνω απ’ όλα τι θυσιάζει για να ζήσει.

Διαβάζοντας τις ιστορίες αυτές είδα ότι το -ανοιχτό και αδιαμφισβήτητα κινούμενο στη σύγχρονη πραγματικότητα- μυαλό τού συγγραφέα ανέλαβε ρόλο προφητικό, προειδοποιητικό.

Αντιγράφω από τη διεισδυτική κριτική τής Μικέλας Χαρτουλάρη στην εφημερίδα «Τα Νέα»: «Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης είναι από τους ελάχιστους συγγραφείς της νεώτερης γενιάς που μελετώνται σε διεθνή συνέδρια. Όχι επειδή τόλμησε από νωρίς να εισαγάγει γκέι χαρακτήρες στα βιβλία του, αλλά επειδή συλλαμβάνει κοινωνικές πραγματικότητες, τάσεις, προβληματισμούς, πριν ακόμα καθιερωθούν. Και ενώ η συγγραφική του δεξιοτεχνία σηκώνει βελτίωση, η συγγραφική του διαίσθηση έχει μεγάλο ενδιαφέρον- παράδειγμα το τέταρτο μέρος των Χαρτών

Οι «Χάρτες» του Γρηγοριάδη δεν αφήνουν τον αναγνώστη παραπονεμένο, δεν τον αφήνουν να μελαγχολήσει, ακόμα και όταν ο πατέρας -που μόλις αποφυλακίζεται- λέει στο γιο του ότι εξαιτίας του σκότωσε τη μάνα του, αλλά καλά θα κάνει να ψάξει ποιανού γιος είναι! Ή ακόμα όταν η μάνα σκοτώνει το κοριτσάκι της στην πιο παράξενη και ίσως δυνατότερη ιστορία της συλλογής (που –φυσικά- εντάσσεται στους ου-τόπους).

Αυτό συμβαίνει όχι γιατί υπάρχει μια διάχυτη διάθεση απόδοσης happy end –σε καμία περίπτωση· γίνεται γιατί ο συγγραφέας αρνήθηκε να βάλει οποιοδήποτε οριστικό και αμετάκλητο τέλος, αφήνοντας, έτσι, απόλυτη ελευθερία στον αναγνώστη να βρει εκείνος την άκρη.

Ωστόσο, ο εξοικειωμένος με το έργο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη αναγνώστης θα παρατηρήσει για ακόμη μία φορά ότι ο συγγραφέας κάπου σταμάτησε το βηματισμό του, ένιωσε συστολή και δεν ξετυλίχτηκε όλος ο κόσμος που κρύβει στο μυαλό του. Εδώ τίθεται και πάλι το ερώτημα: τι σταματά τον συγγραφέα να μιλήσει απόλυτα και ξεκάθαρα έξω από τα δόντια; Η απάντηση θα δοθεί από τον αναγνώστη και μόνο, εφόσον βέβαια δημιουργηθεί μέσα του αυτό το ερώτημα. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, βρίσκω ότι ο Γρηγοριάδης κρατά καλά κρυμμένα κάθε φορά κάποια από τα χαρτιά του. Πότε θα τα ανοίξει, είναι ένα ερώτημα που θα απαντηθεί σε κάποιο ίσως επόμενο βιβλίο του.

Ο έρωτας, η ηδονή, το γέλιο, η λύπη –όλα γνώριμα στο έργο του Γρηγοριάδη- τώρα παίρνουν μία ακόμη σημασία: κλείνουν το ταξίδι τους πατώντας στους χάρτες που μέχρι σήμερα έχουν διάπλατα ανοίξει σε τραπέζια που πριν είχαν πάνω τους φιλοξενήσει όνειρα. Έχω τη σοβαρή υποψία ότι, αν ο πρώτος κύκλος του Θεόδωρου Γρηγοριάδη είχε κλείσει με τα «Νερά της Χερσονήσου» (Κέδρος), ο δεύτερος κλείνει με τους «Χάρτες». Καιρός δείξεται και πάλι…

Σκέψη πριν το τέλος: οι απαιτητικοί συγγραφείς δεν χρειάζονται απαιτητικούς αναγνώστες. Χρειάζονται ανοιχτά μυαλά…

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη]

[Το πρώτο διαδικτυακό σπίτι του Θεόδωρου Γρηγοριάδη βρίσκεται στις σελίδες της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης των Σερρών. Στο νέο του blog μπορεί κανείς να βρει το Ημερολόγιο των «Χαρτών» αλλά και τους νέους λογοτεχνικούς χάρτες που ο συγγραφέας ξετυλίγει]