Tag Archives: ξένη λογοτεχνία

Η πόλη ως αναβρασμός, η πόλη ως απλή καταγωγή

Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης

Από τον Μπωντλαίρ ώς τις μέρες μας

Επιμ. Χριστόφορος Λιοντάκης

Καστανιώτης 2009

Σελ. 397, Τιμή €36,98

*

Παλίμψηστο Καβάλας

Ανθολόγιο Μεταπολεμικών Λογοτεχνικών Κειμένων

Εισ.-Επιμ.-Ανθολ. Ευριπίδης Γαραντούδης – Μαίρη Μικέ

Καστανιώτης – Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας 2009

Σελ. 301, Τιμή €20,90

*

(Παρίσι) Όλα από κάπου πρέπει να ξεκινούν…

Αναβρασμός. Αλλαγές. Πόνος. Φωνές. Πόσος ακόμη φόβος; Πόσους έρωτες να κρύψει αυτή η πρωτεύουσα, πόσα πάθη να σκεπάσει, πόσα σώματα να ρημάξει; Ο Σηκουάνας μυρίζει κι άλλο· διψάει για αίμα. Όλοι διψούν, αλλά πόσοι θα ξεδιψάσουν; Ο λόφος μπορεί και κρατά ακόμα τη σκιά του. Θα επιζήσει.

…αλλά πόσο έχουμε ακόμα; (Καβάλα)

Οι καπνεργάτες κατακλύζουν το λιμάνι. Από πάνω, η παλιά πόλη, ο φάρος, το πάλαι ποτέ κάστρο του Ιμπραήμ στέκουν και κοιτάζουν. Κανείς δεν ξέρει ποια θα ’ναι η αλλαγή που μέλλει να πλημμυρίσει την πόλη. Οι μυρωδιές ξεχύνονται, ο κόσμος το ίδιο. Πάνω κάτω, όλη μέρα. Τη νύχτα, ηρεμία. Τι μένει; Αυτοί που θα φύγουν και θα ξαναγυρίσουν· κι αυτοί που δεν θα επιστρέψουν ποτέ.

(Παρίσι) Τα άνθη του καλού…

Ο Μπωντλαίρ είχε καταλάβει νωρίς· κι είχε λάβει ήδη την ομορφότερη κατάρα σ’ αυτόν τον κόσμο. Κι ο Μαλλαρμέ, αλλά αυτός μπορεί να πρόλαβε κάτι παραπάνω. Ο Βερλαίν δεν πρόφτασε το γύρισμα του αιώνα, κι ο Λωτρεαμόν δεν νοιάστηκε. Ο Ρεμπώ κυλίστηκε παντού· θυσίασε όμως όλο του το αίμα· κι εμείς ακόμα πίνουμε. Only good die young. Απολλιναίρ, Λαφόργκ, Κλωντέλ, Βαλερύ, Νοάιγ, ελάτε, μόνο μη μιλήσετε δυνατά, το Παρίσι δεν έχει ακόμα ξεπεράσει τα τραύματά του. Ραντίστε με ιδρώτα λίγο περισσότερο το χώμα του. Ε, αγαπητέ Ρομπέρ Ντεσνός;

…δεν φτάνουν ακόμα στο λιμάνι. (Καβάλα)

Δειλά δειλά, οι λέξεις καταφτάνουν. Ποιητές, πεζογράφοι, βραχύβια περιοδικά, μερικά βήματα. Το μόνο μέλημα: να σωθεί ένα κομμάτι μιας μικρής ψυχής, ίσως της πόλης, των παθών και των λαθών όσων μέλλεται να περάσουν αποδώ. Και να φύγουν.

(Παρίσι) Πρωθύστεροι καημοί…

Συνέρχεται αργά η πρωτεύουσα. Όλο και συσσωρεύεται το πνεύμα, αγαπιέται η πόλη και ο λόφος περικυκλώνεται από «παιδιά». Πόσες φωνές ακόμα; Κάποιος Ζαν-Πολ ποδηγετεί. Μια Σιμόν δεν ξέρει τι να κάνει. Ένας Αλμπέρ ζητάει βοήθεια, αλλά δεν τη χρειάζεται. Κάποιος Πάμπλο κοιμάται ήσυχος, κι ο Αντρέ κουράζεται τις νύχτες. Πάντα όμως ξανάρχονται, όσο κι αν κρύβονται, ο Λαρμπώ, ο Περς, ο Ζαν Ζουβ, ο Ρεβερντύ. Ο Ελυάρ γεμάτος χώματα –μα πού τα βρήκε αυτός ο κύριος;– σιγοψιθυρίζει: «Πλησιάζουμε/Είναι η καρδιά της γης σφιγμένη». Γιατί δεν κάνετε λίγη ακόμη ησυχία, παρακαλώ; Πρέπει ν’ ακούσουμε ξανά τον Αρτώ. Και τον Βιάν.

…τις νύχτες μας ταράζουν. (Καβάλα)

Μεγαλώνει η πόλη. Μέσα κι έξω. Το λιμάνι μυρίζει πιο όμορφα, ο φάρος βρίσκει λόγους να συνεχίσει την περιστροφή του, οι καπνεργάτες γίνονται οι ήρωες της πόλης. Τα μολύβια παίρνουν φωτιά. «Χωρίς φως στη βόρεια πόλη» ο Μάρκογλου, «Φωτογραφία» ο Βασιλικός, «Αποκοτιά» ο Αξιώτης. Δεν μένει τίποτα απλησίαστο. Στο κάστρο τα δέντρα μεγαλώνουν. Η θάλασσα βαθαίνει. Ο Χειμωνάς έχει «την ψυχολογία της καρφωμένης σημαίας». Και ξεκινά η «μετατόπιση του ενδιαφέροντος από μια ποιητική του ληξιαρχείου σε μια ποιητική των διαδοχικών εγγραφών στο σώμα της πόλης».

(Παρίσι) Και ξανά πίσω…

Η Σηκουάνας γίνεται πιο ορμητικός. Αλλά βρομάει περισσότερο. Ποιος νοιάζεται; Ποιος ζητά να καθαρίσουν τα μέσα κι έξω νερά; Ο Σουπώ, ο Μισώ, ο Μπατάιγ, ο Αραγκόν; Ποιος; Ο Πρεβέρ, ο Κενώ, ο Σαρ; Μυρωδιές ολόγυρα στην πόλη. Τα φιλιά, αλλά και τα σάλια. Το νερό, αλλά και τ’ αλκοόλ. Εγώ κι εσύ. Εκείνος ο Μάης.

…εκεί που φεύγει ο στρατός και έρχονται οι στρατιές. (Καβάλα)

Ο Γραμμένος δεν αντέχει τη γύρω ατμόσφαιρα. Ο Αξιώτης τού λέει –ανεξακρίβωτη πληροφορία– πως όλα θ’ αλλάξουν. Η Κυρτζάκη ανοίγει τα φτερά της και ψάχνει τον καινούργιο δρόμο. Ο Καναβούρης δεν νιώθει λύπη, έχει μέσα του πολλή δίψα. Ο Μίσσιος πολεμάει τα σημερινά φαντάσματα· τα χθεσινά τα ’χει αγαπήσει. Ο Χαρπαντίδης έχει τη μανία της πόλης δική του. Και νά ο Γιώργος Χειμωνάς. Αδύνατος, χαμογελαστός, φανατικός, ωραίος. Ο Γιώργος είναι όμορφος. Είναι η ποίηση της ομορφιάς. Τ’ αντίστροφο το ’χει κιόλας κατακτήσει.

(Παρίσι) Ο δρόμος έχει…

Ο χρόνος περνά και χάνεται. Οι ποιητές κουλουριάζονται και παίρνουν δύναμη για να ξαναπετάξουν. Γρήγορα το ’χε καταλάβει ο Μπερζερέ· γρήγορα κι ο Λεμαίρ. Ο Γκραμόν μειδιά, αλλά δεν φωνάζει. Ο Πενσόν ακολουθεί. Στο Παρίσι θα βρέχει για πάντα.

…και κατέχει. (Καβάλα)

Ο Γρηγοριάδης κατεβαίνει απ’ το βουνό του, ερωτεύεται κι εκμοντερνίζει. Ο Ξανθόπουλος απορεί και αγαπά. Η Τριανταφυλλίδου αρωματίζει, γεμάτη ποίηση. Οι αδερφοί Κούφαλη αναστενάζουν. Η Καβάλα ζει ακόμα.

«Σήμερα μπορώ να χαιρετήσω την ομορφιά» (Ρεμπώ)

…χάρις στον Χριστόφορο Λιοντάκη και όλους τους μεταφραστές.

«…άλλος τρόπος από το σώμα δεν υπάρχει» (Χειμωνάς)

…σ’ ένα βιβλίο χάρις στον Ευριπίδη Γαραντούδη και τη Μαίρη Μικέ.

*

[Δημοσιεύτηκε στο 4ο τεύχος του BookPress, Δεκέμβριος 2009.]

Μια μέρα σαν όλες τις άλλες

Η σοφία του Ρίλκε, Ο οδηγός του ποιητή για τη ζωή

Ulrich Baer (ανθολόγηση)

Μτφρ.: Αλεξάνδρα Νικολακοπούλου, Επιμέλεια: Μαρία Τοπάλη

Πατάκης 2009, Σελ. 414, Τιμή: €15,50

Ώρα 08:00 – «Να σηκώνεσαι χαρούμενος όταν είναι να δουλέψεις»

Ο ποιητής πρέπει να κοιμήθηκε αρκετά καλά καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας. Το κρασί που ήπιε το προηγούμενο βράδυ ήταν μάλλον καλό, παρότι του το ’φερε ένας φίλος απ’ τα παλιά – δικής του παραγωγής, άρα αμφιβόλου ποιότητας. Πήγε κατευθείαν για την πρωινή του περιποίηση – άλλωστε, το μεγαλείο της ζωής ξεκινά με τ’ απλούστερα πράγματα· όχι; Πήρε ένα αρκετά δυνατό πρωινό· η οικονόμος του πάντα φρόντιζε γι’ αυτό, ήξερε πόσο πολύ το ’χε ανάγκη· σαν έβλεπε πως η υγεία του, αργά ή γρήγορα, θα κλονιζόταν. Κλείστηκε στο γραφείο του. Είχε στοιβαγμένη σε μια γωνιά την αλληλογραφία κι έπρεπε ν’ απαντήσει. Αναρωτήθηκε τι θα ’κανε όταν πια δεν θα μπορούσε ν’ ανταποκρίνεται. Μάλλον θα ’πρεπε πολύ απλά να ζητήσει συγγνώμη γι’ αυτή του την αδυναμία.

Ώρα 09:30 – «Να μπορείς να βοηθάς σημαίνει πάντα να βοηθάς κάπως και τον εαυτό σου!»

Τον παίδεψαν πολύ τα γράμματα που έπρεπε να ολοκληρώσει προς κάποιον νέο ποιητή που ζητούσε τη βοήθειά του. Κρατάει καιρό αυτή η επαφή. Μοιάζει ν’ αντιδρά ο νεαρός, ο ποιητής όμως έχει όλη την υπομονή του κόσμου. Στοχάζεται συνάμα για την υπομονή που ο κόσμος διαθέτει απέναντι στην ποίηση, στην ίδια τη ζωή· στην ομορφιά. Θα προχωρήσει. Το αυστροουγγρικό αίμα που κυλά στις φλέβες του, απόρροια κυρίως της γέννησής του στη σκοτεινή Πράγα, τον βοηθά. Στην Ελβετία, η μέρα βιάζεται.

Ώρα 11:30 – «Είμαστε οι μέλισσες του αόρατου»

Περνά η ώρα, αλλά ο ποιητής αδιαφορεί. Ο χρόνος υπάρχει μόνο στα ρολόγια. Ίσως και σ’ ό,τι αντικρίζουμε στον καθρέφτη. Μπορεί και ν’ αποτυπώνεται στη συνύπαρξη, αλλά η μοναξιά θα μείνει να φρουρείται απ’ τον σύντροφο· η μοναξιά είναι ανένδοτη κι εμείς καλούμαστε να συνυπάρξουμε μ’ αυτή. Ο ποιητής ξέρει ότι πρέπει να φρουρήσει τη μοναξιά του Άλλου για να διασώσει τη δική του. Η ώρα περνά. Ο ποιητής είναι ακόμα μοναχός του. Δεν μπορεί ν’ αντιληφθεί τις δυσκολίες τής έγχρονης ζωής. Αλλά αυτές υπάρχουν και πάντα θα ’ναι ’κεί για να θυμίζουν, με τον πόνο, την επανασύνδεση με τ’ ορατό και με τον κόσμο. Έχουμε δρόμο.

Ώρα 14:00 – «Η τέχνη είναι μια παιδική ηλικία»

Όταν λίγη ώρα νωρίτερα η οικονόμος τού χτύπησε την πόρτα για να του θυμίσει ότι έχει έρθει η ώρα του μεσημεριανού, ο ποιητής είχε πέσει σε βαθιά περισυλλογή για την τέχνη του. Δεν μπόρεσε να την αφήσει, πάλι, απέξω. Όχι· η τέχνη του είναι κομμάτι των δαχτύλων του, του χρόνου που δεν υπάρχει πουθενά· η τέχνη είναι ακόμα στην παιδική ηλικία κι εκεί θα παραμείνει· γι’ αυτή την αθωότητα παλεύει τόσα χρόνια· σε κανέναν δεν θα επιτρέψει να ενηλικιώσει την τέχνη του και να τη γεμίσει ανάγκες και καθήκοντα. Ο πόλεμος μαίνεται. Ο πλανήτης συνεχίζει να γυρίζει· η γραβάτα χαλαρώνει απ’ την περιστροφή του. Η φύση οργιάζει κι αγνοεί την ύπαρξή μας. Πού να γυρίζεις κι εσύ; αναρωτιέται. Κι επιστρέφει στο καβούκι του· στη σπηλιά του.

Ώρα 17:00 – «…δίνω στο κορμί μου τον κόσμο ολόκληρο για να τον νιώσει…»

Το σώμα απαιτεί να ενωθεί με τον κόσμο. Αν δεν γευτεί και σήμερα όλες τις χάρες του, θα ’ναι μια μέρα χαμένη. Και δεν μένει πολύς καιρός. Θέλει να βγει απ’ το καβούκι του· να παραμείνει όμως στη σπηλιά του. Του είναι ευκολότερο να την πηγαινοφέρνει· είναι πιο δροσερή απ’ το κέλυφος που του ’λαχε. Σκοτεινιάζει. Κάνει και λίγο κρύο, αλλά δεν τον νοιάζει. Γιατί κι η φύση αδιαφορεί. Πονάει λίγο σ’ όλο του σώμα, αλλά δεν έχει χρόνο να εξηγήσει από πού προέρχεται ο πόνος. Ο πόνος είναι αυθύπαρκτος κι ίσως ένα τσάι, λίγο αλκοόλ ενδεχομένως, τον αφήσουν στα χέρια της νύχτας που καταφτάνει.

Ώρα 20:30 – «Είναι τόσο λυπηρό που ο Θεός δεν ήταν καλλιτέχνης»

Σιωπή. Μα πού έχουν πάει όλοι; Δεν κινείται τίποτα μες στο σπίτι. Χρειάζομαι μιαν άλλη γλώσσα, μονολογεί, μια γλώσσα να εξηγήσω τη σιωπή και να προσευχηθώ στον Θεό στην άλλη Του ζωή να είναι ποιητής· ο ίδιος ο Θεός. Να κάνει τον έρωτα πιο εύγευστο για τους ανθρώπους και να τους χαρίσει χέρια μεγάλα, ν’ αγκαλιάζουν, και χείλια σαρκώδη, να φιλούν. Να μην τους νοιάζει μόνον ο νους, αλλά και στο ένστικτο να τριγυρνούν – ο έρωτας χρειάζεται ένστικτο.

Μεσάνυχτα και ένα – «…για να μη βυθιστεί στη σιωπή…»

Άλλαξε η μέρα. Πάλι θα ξημερώσει – ελπίζω να προλάβω. Αν όχι, να με συμπαθάτε: γήινος να ’χεις υπάρξει, ανέκκλητο μοιάζει. Πέφτει στο κρεβάτι. Άλλαξε η μέρα, άλλα όχι τα σεντόνια: εκείνα κουβαλούν τη μυρωδιά τού χθες, τον πόνο και το μελάνι. Πόσες σελίδες χρειάζονται ακόμη;


[Δημοσιεύτηκε στο τρίτο τεύχος του Book Press, Νοέμβρης 2009]