Tag Archives: σώτη τριανταφύλλου

«Τίποτα δεν είναι ίδιο, απλά άσε με να κλάψω…»

 

Πόνος, απορία, οργή για την εν ψυχρώ εκτέλεση του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από τον ειδικό φρουρό. Μια κατάθεση ψυχής σε τρεις χειρόγραφες σελίδες γραμμένες από το χέρι μιας μαθήτριας της Γ’ Λυκείου της Σχολής Μωραΐτη, εκεί όπου φοίτησε για κάποια χρόνια ο 15χρονος. Είχαν διαγώνισμα χθες το πρωί στο τμήμα της, στα Μαθηματικά. Λίγο αργότερα εκείνη παρέδωσε την κόλλα της. Τρεις σελίδες χωρίς αριθμούς και εξισώσεις, γεμάτη από λέξεις, συναισθήματα και σκέψεις για όλα αυτά που έγιναν τις τελευταίες δυο ημέρες. Αποσπάσματα δημοσιεύει η «Ελευθεροτυπία»:

 

«Οχι, δεν διάβασα. Και ούτε θα είχα την ενέργεια να γράψω. Τα ίδια γυρνάνε στο μυαλό μου ξανά και ξανά. Πάνε πάνω από 24 ώρες που σκέφτομαι το ίδιο πράγμα. 15 χρονών, Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος. Το είδαν οι κολλητές μου. Στη Μεσολογγίου. Τον ήξερα μόνο φατσικά. Ηξερα τους κολλητούς του όμως…

…Εγώ δεν ήμουν εκεί. Είχα πάει Ψυρρή. Ηξερα ότι οι άλλες ήταν Εξάρχεια. Κανείς δεν είχε βγει από την υπόλοιπη παρέα. Ισως κάτι να ήξεραν παραπάνω. Ούτε εγώ ήθελα να πάω Εξάρχεια. Είπα “θα περάσω μετά”. Η Α… βρέθηκε στον δρόμο μου και ήρθε και μου ‘πε “15 χρονών παιδί νεκρό στη Μεσολογγίου”. Ο νους μου πήγε στους δυο Ν…, είναι οι μικρότεροι εκεί πέρα. Για τρεις ώρες μετά ζήτημα να έβγαλα δέκα κουβέντες. “Ποιος είναι;”, “Πώς είναι η φάτσα του;”, “Είναι ο αδελφός του Τ…;”, “Δεν πιστεύω να ‘ναι ο Ν…”. Τα τηλέφωνα βάραγαν όλο το βράδυ από παντού. Κλείσαν τα Εξάρχεια. Τα κορίτσια ήταν ακόμα εκεί. Και εγώ δεν ήμουνα κοντά τους. Γιατί δεν ήμουν κοντά τους; Δεν ήθελα να το δούνε αυτό. Δεν ήθελα να τους σημαδέψει μια τέτοια εικόνα. Μακάρι να μπορούσαμε να κλείσουμε τα μάτια στις φρίκες, να μην αφήνουμε τον άλλον να βλέπει, για να μην βλέπει εφιάλτες. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Δυστυχώς. Πρέπει να αντιμετωπίζουμε το διεστραμμένο ύφος του κάθε τέρατος. Ακουγα. Ακουγα για το υπόλοιπο βράδυ, τα κρατούσα μέσα μου δεν έλεγα τίποτα. Σοκ. Επαιρνα τα κορίτσια τηλέφωνο. Μου έλεγαν τι έγινε: “Πριν 10 λεπτά σε αυτό το σημείο καθόμασταν. Εσκασε ένα περιπολικό και άρχισε το παιδί να το κοροϊδεύει. Ο μπάτσος μετά από φωνές σημάδεψε από ενάμιση μέτρο απόσταση. Τρεις σφαίρες. Μία τον πέτυχε στην καρδιά. Κοίταξε επάνω και σωριάστηκε πίσω. Λίγο ακόμα κατάφερε να αναπνεύσει. Μετά; Ασθενοφόρα, Λιποθυμίες. Η Κ… έπαθε κρίση πανικού. Η Τ… έκλαιγε, οι άλλες δύο… σοκ. Και στον αέρα να κυκλοφορούν οι λέξεις: Πέθανε – Παιδί – μίσος – οργή – μα είναι νεκρός – Πέθανε σας λέω – εκδίκηση. Μετά καπνός. Σπάστε τα ΟΛΑ. Σπάστε, σπάστε να γίνει η Αθήνα μαύρη σ’ ένα βράδυ. Να μην υπάρχει τίποτα αύριο. Να ξεκινήσουν όλα από το μηδέν. Πώς τόλμησε ο δολοφόνος, πώς το σκέφτηκε; Εχει χρέος να αυτοκτονήσει. Να πεθάνει με τον χειρότερο τρόπο. Να ζήσει μια ζωή μέσα από τύψεις, τη χειρότερη ζωή. Να αυτοκτονήσει. Για αυτούς που το είδαν, για τους κολλητούς του, για την οικογένειά του. Να αυτοκτονήσει αυτός και κάθε άλλος μαλάκας που μας θέλει νεκρούς. ΜΙΑ ΜΑΣ ΘΕΛΕΤΕ ΕΣΕΙΣ; ΕΜΕΙΣ 10! ΕΚΔΙΚΗΣΗ! ΟΛΑ ΕΔΩ ΘΑ ΦΑΝΟΥΝ. Κανένας από σας δεν θέλω να έχει το θράσος να με κοιτάξει στα μάτια. Μην μου μιλήσει κανένας σας. Την ασφάλειά μου πλέον εξασφαλίζουν μόνο οι φίλοι μου και αυτοί που θεωρώ οικογένεια…

…Με αυτή τη σκέψη κοιμήθηκα… Ξύπνησα 8. Δεν ήμουν σίγουρη για το τι συνέβαινε αλλά σηκώθηκα πήγα… κάπως μηχανικά. Βρήκα τις άλλες. Το ξέραμε όλες. Τίποτα πλέον δεν είναι ίδιο. Ούτε σε μας ούτε στον κόσμο. Δεν επέτρεψα στον εαυτό μου να κλάψει ούτε να συνειδητοποιήσει τι γινόταν. Κάθισα μαζί τους.

Είδα τον Ν… τον κολλητό του. Σηκώθηκα. Τον αγκάλιασα. Δεν είπαμε τίποτε άλλο. Τον έσφιξα και με έσφιξε. Τα μάτια του ήταν πρησμένα. Γιατί Ν… μου να το έχεις δει αυτό; Το πιο σκληρό πράγμα στον κόσμο. Εσπασα. Ας καιγόταν όλη η Αθήνα, ας γινόντουσαν όλα μαύρα, δεν με νοιάζει. Δεν πρέπει να υπάρχουν τέτοια πρόσωπα. Δεν πρέπει να υπάρχουν τέτοιες σκέψεις. Η πορεία ξεκινά. Αποφασίζουμε να πάμε μαζί με την Ρ…

…Δεν άργησαν οι ηλίθιοι να ρίξουν χημικά. ΚΑΛΑ ΔΕΝ ΝΤΡΕΠΕΣΤΕ; Τα παιδιά καίγαν, καίγαν, καίγαν. Καπνοί παντού. Και εμείς τρέχαμε. Πατησίων, Αλεξάνδρας, στενά, στενά κι άλλα στενά. Μας κυνηγά διμοιρία. Ποιον κυνηγάς ρε; κάτσε στα αυγά σου! Αυτή η μέρα είναι για τον Αλέξανδρο. Κάνε πίσω επιτέλους…

…Τρέξιμο, τρέξιμο. «Μπαίνουμε μέσα στα Εξάρχεια». Βρήκαμε κάποιους δικούς μας. Και εκεί βρεθήκαμε ξαφνικά. Στο σημείο. Στη Μεσολογγίου και η Ρ… πάγωσε. Και από πίσω να μας ακολουθούν. Ε, όχι και εδώ ρε. Γιατί πατάς εδώ; Την πήρα από το χέρι να την κάνω να τρέξει…

…Μέσα σε όλους τους καπνούς η Ρ… τρέχει πίσω από τους ΜΑΤάδες και ουρλιάζει: “Είμαι 17! Σκοτώστε με! Αντε! Δολοφόνοι”. Ρ…, φύγε έρχονται από στενά. Τρέχει. Η συνέχεια έχει σημασία; Δε νομίζω. Απλά περνάνε οι ίδιες σκέψεις από το μυαλό μου… Σε τι κόσμο μεγαλώνουν τα παιδιά; Γιατί μας θέλουν νεκρούς; Δεν θέλω να ξαναγίνει αυτό. Πώς θα αντιδράσω; Πώς θα τους κάνω να μετανιώνουν που γεννήθηκαν; Πώς θα κάνω τον κόσμο να καταλάβει; Γιατί με θέλουν νεκρή; Εκεί ήταν που γύρισα σπίτι. Και η μόνη ασφάλεια ήταν η αγκαλιά της μάνας μου. Και έκλαιγα, έκλαιγα μέχρι σήμερα. Ασε με τώρα μη μου μιλάς. Τίποτα δεν είναι ίδιο, απλά άσε με να κλάψω. Και μη με κοιτάξεις στα μάτια γιατί η θλίψη μου θα γίνει οργή».

 

***

 

Σήμερα τα ΜΑΤ έδερναν μαθητές και μαθήτριες, σήμερα πάλι οι θεματοφύλακες της τάξης και της ασφάλειας τα έβαλαν με τους “αλήτες”, με τα “τσογλάνια”, με τους “χούλιγκανς”.

Χθες σκότωσαν. Αύριο θα το ξανακάνουν.

Την ώρα που ο πρωθυπουργός της χώρας, όπως λέει και η Σ.Τ. παρακάτω, εκφράζει την οδύνη του διαβάζοντας χαρτιά που του έγραψαν άλλοι.

***

White riot (ή “Άκου ανθρωπάκο”)

 

της Σώτης Τριανταφύλλου

Οι «εξεγέρσεις», οι ταραχές, οι βανδαλισμοί οφείλονται πάντα (πάντα), είτε σε συγκεκριμένη συναίσθηση αδικίας, είτε σε γενικευμένη δυσαρέσκεια. Οι χούλιγκανς των δρόμων οφείλουν την ύπαρξή τους στους χούλιγκανς της επίσημης πολιτικής, ολόκληρου του ιδεολογικού φάσματος: η κοινωνική «βάση» βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση -όπως σωστά λένε οι μαρξιστές- με τις ηγεσίες, ακόμα κι όταν αυτές δεν βρίσκονται στην εξουσία. Το παρόν (η δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, τα «μπάχαλα») συμβαίνει «επειδή», όχι «για να»: αν οι νέοι και οι λιγότερο νέοι είχαν μεγαλώσει σε μια πιο πολιτισμένη κοινωνία, με μια όχι τόσο χονδροειδή αριστερά και με κυβερνήσεις που να μην επιβάλλουν σύστημα επιβίωσης των 700 ευρώ μηνιαίως, ίσως να ενεργούσαν με περισσότερη νηφαλιότητα. Ωστόσο, το πρόβλημα απέχει αρκετά από το να είναι οικονομικό.

Oι “urban riots” αποτελούν διαφορετικό φαινόμενο από όσα γνωρίζει η Ελλάδα των αγροτών, των δημοσίων υπαλλήλων, των παπάδων και των ταξιτζήδων. Στο χώρο της πόλης αναδύονται καινούργια στρώματα και καινούργια προβλήματα:φυλετικές διακρίσεις, υποβάθμιση σχολείων, κατάπτωση των εσώτερων πόλεων (με παράλληλο εξωραϊσμό των προαστίων), στεγαστική ανεπάρκεια. Οι εξελίξεις έχουν ξεπεράσει τη νοημοσύνη των πολιτικών: περιβαλλόμαστε άραγε από ηλιθίους;

Aπό την άλλη πλευρά, αναρωτιέμαι: Γιατί αποθεώνεται ο αρνητικός ηρωισμός; Γιατί η βία δεν ενσωματώνει σαφώς εκπεφρασμένες ιδέες; Είναι μήπως οι αναρχικοί (με ή/και χωρίς εισαγωγικά) προγλωσσικοί, ή απλώς χάνουν το δίκιο τους εξαιτίας της ίδιας τους της βαναυσότητας; Τι σημαίνει «ταξικό μίσος» το 2008; Αμφιβάλλω ότι οι ηγεσίες, οι «νοικοκυραίοι» που τις αναδεικνύουν (και οι οποίοι βρέθηκαν, ξαφνικά, μπροστά στις σπασμένες τους βιτρίνες), καθώς και οι εργατοπατέρες μπορούν να σκεφτούν τέτοια ερωτήματα· πολύ λιγότερο μπορούν να τα απαντήσουν.

Πώς «κινείται»
σήμερα το εργατικό κίνημα; Απάντηση: οι εργάτες θέλουν να γίνουν δημόσιοι υπάλληλοι· έχουμε, προ πολλού, παγιωθεί ως μια μικρή, μισο-ευρωπαϊκή γραφειοκρατία όπου οι εργαζόμενοι συνδικαλίζονται αλλοπρόσαλλα, ανέξοδα και ανώδυνα, με μοναδικό στόχο την οικονομική τους «εξασφάλιση». Ξέρω τον αντίλογο: ξέρω τα απαρχαιωμένα αιτήματα του ΚΚΕ, τα επιχειρήματα περί του αδιάσειστου δίκιου της φτωχολογιάς. Ωστόσο, τα ζητήματα είναι πιο σύνθετα· γι’ αυτό και η παραδοσιακή αριστερά δεν μπορεί να ελέγξει ένα τόσο μεγάλο και βίαιο πλήθος.  

Oι προαναφερθέντες μικροαστοί
διαμαρτύρονται, μαζί με βουρκωμένους δημοσιογράφους, για την καταστροφή των περιουσιών τους. Είμαστε έθνος γέρων που κραδαίνουν μαγκούρες χωρίς να καταλαβαίνουν τίποτα απ’ όσα συμβαίνουν γύρω τους. Οι καταστροφές, οι λεηλασίες οδηγούν σε όλο και πιο μισαλλόδοξες θέσεις: γιατί οι Πακιστανοί πλιατσικολογούν; Απάντηση: γιατί τούς προσφέρεται η δυνατότητα. Εξάλλου, η κλοπή ηλεκτρονικών υπολογιστών από μαγαζιά του κέντρου δεν συνιστά «βίαιο έγκλημα». Βίαιο έγκλημα είναι ο πυροβολισμός άοπλων πολιτών.

Ο πρωθυπουργός κ. Καραμανλής, που προέβη σε συναισθηματικές δηλώσεις μετά το θάνατο του Αλέξη Γρηγορόπουλου, τις διάβαζε. Τι μπορεί να περιμένει κανείς από έναν πολιτικό που αδυνατεί να εκφράσει απλή συντριβή, χωρίς να συμβουλεύεται έγγραφα τα οποία έχουν συνταχθεί από άλλους; Και ο οποίος αρνείται να αναλάβει την πολιτική ευθύνη για τις καταχρήσεις αστυνομικής εξουσίας και τη θεσμοποίηση των λεγόμενων κουκουλοφόρων; (Σημειώνω εδώ ότι κι εγώ γίνομαι «κουκουλοφόρος» όταν θέλω να προστατευτώ από τα ασφυξιογόνα: ποιοι είναι, επιτέλους, αυτοί οι περιβόητοι κουκουλοφόροι; Έχουμε ήδη γνωρίσει δύο γενιές κουκουλοφόρων: η πρώτη πρέπει να πλησιάζει πια την ηλικία της συνταξιοδότησης).

Να αναρωτηθούμε: Γιατί «τσιρίζουν» τα πιτσιρίκια στην Ελλάδα; Απάντηση: επειδή τσιρίζουν οι μεγάλοι. Γιατί καίνε τις σημαίες; Διότι η απλή αυτή και αβλαβής πράξη προξενεί τη φρίκη των Ελληναράδων. Και διότι συμβολίζει την εθνικόφρονα δεξιά (εκείνη που δίδαξε στους Έλληνες πώς να ασκούν βία, πώς να δολοφονούν, να βυσσοδομούν και να νοθεύουν τη δημοκρατία), καθώς και την εθνικόφρονα αριστερά που, εξαιτίας της στενοκεφαλιάς της, απέτυχε στο να δημιουργήσει επαναστατικό πολιτισμό.

Η μόλις προηγούμενη γενιά
της σημερινής συντηρητικής παράταξης σκορπούσε τον τρόμο και δεν έδινε λογαριασμό σε κανέναν. Ήταν «εκτός ελέγχου», όπως ακούγεται σήμερα για τους «ταραχοποιούς». Οι σημερινοί mean streets μοιάζουν με αυλή κολεγίου μπροστά στις ασχημίες της δεξιάς, του παρακράτους και του παλατιού μέχρι το 1974.  Όμως, πάσχουμε από συλλογική αμνησία: σαν να έχουμε δεχτεί κλοτσιά στο κεφάλι.

Ο μύθος των Εξαρχείων:
Σε χυδαίες τηλεοπτικές εκπομπές οι παρουσιαστές επέμεναν ότι «ο άτυχος Αλέξης δεν σύχναζε στα Εξάρχεια». Συμπεραίνω ότι όποιος «συχνάζει» στα Εξάρχεια, συμμετέχει στα σύγχρονα Σόδομα και μπορεί να αποβεί «άτυχος». Ή ότι είναι «αναρχικός». Ή πρεζάκι. Ή μέλος της περιθωριακής και δύσοσμης underclass. Ή όλα μαζί. Ωστόσο, οι πολίτες που δεν γνωρίζουν τα Εξάρχεια πρέπει να μάθουν ότι πρόκειται για την κατεξοχήν κεντρική συνοικία της πρωτεύουσας όπου η τιμή του τετραγωνικού ξεπερνάει τις 3.000 ευρώ.
Ποια θα έπρεπε να ήσαν τα αιτήματά μας: λιγότερη αστυνομία· άοπλη αστυνομία («περισσότερη» αστυνομία ισοδυναμεί με περισσότερα εγκλήματα: πρόκειται για ιστορικό hard fact. H αστυνομία, οι φυλακές, τα συστήματα καταστολής και σωφρονισμού προηγούνται των εγκληματιών· κατά κάποιον τρόπο τούς επινοούν). Κατάργηση της ιδιωτικής αστυνομίας και των ειδικών φρουρών: τίποτα καλό δεν μπορεί να προκύψει από τα σώματα Κ.Δ.Ο.Α. (Κτηνώδης Δύναμη, Ογκώδης Άγνοια).

Τέλος: Αν έχει κάποια σημασία, και σε ό,τι με αφορά, είμαι πάντα και ολοκληρωτικά εναντίον της βίας. Αν έχω ένα ίνδαλμα από την πρόσφατη ιστορία της ανθρωπότητας είναι ο Γκάντι: και μ’ αυτό, I rest my case.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΝΤΗΤΡΟ’Ι’Τ

Panic in Detroit – 2 Noεμβρίου 2008

Φέτος τον Νοέμβριο πήγα στο Ντιτρόιτ για τις αμερικανικές εκλογές∙ τον Αύγουστο του ‘87 είχα πάει για μια συναυλία της Aretha Franklin. Η Aretha μόλις είχε μπει στο Rock’n'Roll Hall of Fame, κάτι που μου φαίνεται, εκτός από μια ακόμα διεστραμμένη αμερικανική επινόηση, σκέτoς εξευτελισμός. Και σαν να μη φτάνει αυτό, το Rock’n'Roll Hall of Fame βρίσκεται στο Κλήβελαντ του Οχάιο, ένα μέρος όπου κανείς δεν θέλει να πάει να χάσει τον καιρό του. Είτε μ’ αρέσει, είτε όχι, το Hall of Fame υπάρχει, και η Aretha ξετρελάθηκε απ’ τη χαρά της που τη δέχτηκαν ως μέλος. Δεν ξέρω γιατί. Για να φτάσω στο Ντητρόιτ, πήρα ένα αεροπλάνο της Northwestern – βρήκα ένα φτηνό εισιτήριο από κείνα που περιμένεις μήπως και δεν σκάσει μύτη κάποιος, και πράγματι πάντα κάποιος δεν σκάει∙ έτσι, την τελευταία στιγμή, ενώ ο πιλότος έχει πάρει κιόλας θέση στο κόκπιτ, σου δίνουν το εισιτήριο μισοτιμής. Ανεμίζοντας την κάρτα επιβιβάσεως, όρμησα στο αεροπλάνο και σωριάστηκα στη θέση με κομμένη την ανάσα. Έτσι, πήγα στο Ντητρόιτ.

Ενώ προσγειωνόμασταν, ένα άλλο αεροπλάνο της Northwestern έπεφτε μπροστά στα μάτια μας τη στιγμή που απογειωνόταν. Εκατόν πενήντα έξι άνθρωποι σκοτώθηκαν. Ο θάνατος διαγραφόταν στον ορίζοντα σε πολλαπλές εικόνες και ήχους: το αεροπλάνο χτύπησε στην αερογέφυρα του αυτοκινητόδρομου και κομματιάστηκε φλεγόμενο∙ καιγόταν με μια μεγάλη φωτιά που μαύριζε τον ουρανό. Αργότερα, μάθαμε πως επέζησε μονάχα ένα τετράχρονο κοριτσάκι που το έλεγαν Σισίλια. Τώρα η Σισίλια θα είναι είκοσι πέντε ετών.

Αυτή ήταν η πρώτη μου μέρα στο Ντητρόιτ, τον Αύγουστο του ‘87∙ μια πόλη ανάπηρη, κομματιασμένη. Σκέφτηκα το “Panic in Detroit” του David Bowie∙ δεν ήταν η πρώτη φορά που το σκεφτόμουν: ο πανικός ταιριάζει στο Ντητρόιτ. Πέντε χρόνια νωρίτερα, ενώ ταξίδευα προς την Καλιφόρνια μ’ ένα σαραβαλιασμένο αυτοκίνητο, είχα ανεβεί στο Ντητρόιτ – στο Ντητρόιτ ανεβαίνεις, στο Μαϊάμι κατεβαίνεις – κι εκεί έμπλεξα με μια παρέα που άκουγε hardcore – ποτέ δεν άκουγα hardcore με δική μου πρωτοβουλία, αλλά, πράγμα παράξενο, έμπλεκα κατ’ εξακολούθηση με hardcore παρέες – και πήγαμε σ’ ένα μπαρ, το Freezer Theater, που βρισκόταν στη λεωφόρο Κας, κοντά στο Μπρονξ Καφέ όπου δούλευε ένας φίλος μου από τη Νέα Υόρκη. Έκανε καριέρα στα καφενεία του Ντητρόιτ. Καταλήξαμε όλοι μαζί στο Freezer Theater επειδή εκεί έπαιζαν hardcore οι Negative Approach, και, όπως ήταν αναμενόμενο, η νύχτα εξελίχθηκε σε εφιάλτη. Ο εφιάλτης ταιριάζει στο Ντητρόιτ: κάποιος βρέθηκε νεκρός στην τουαλέτα του Freezer, και η αστυνομία μπούκαρε με τον τρόπο που μπουκάρει η αστυνομία στις Ηνωμένες Πολιτείες: σαν να επελαύνει ο στρατηγός Σέρμαν στον Πόλεμο της Απόσχισης. Κι αφού μπούκαρε, ανακάλυψε σύριγγες, φακελάκια με σκόνες, ένα σωρό junk, και shit και horse, δεν θυμάμαι ποια ήταν τότε η πιο συνηθισμένη λέξη για την πρέζα. Αργότερα, στο τμήμα, προσπαθούσα να πείσω τους μπάτσους ότι είχα «ανεβεί» στο δρόμο για την Καλιφόρνια, κι ότι θα μπορούσα να έχω «κατεβεί» προς το αναθεματισμένο το Κολάμπους του Οχάιο. Είπα: «Αισθάνομαι άτυχη. Θα μπορούσα να πάρω τον αυτοκινητόδρομο που διασχίζει το Οχάιο και να τα ‘χω αποφύγει όλ’ αυτά.» Πανικός στο Ντητρόιτ. «Ήρθα μονάχα για τη μουσική,» πρόσθεσα. “Music, my ass!” σφύριζαν οι μπάτσοι εξετάζοντας τα μπράτσα μας και αναζητώντας ουλές∙ «πρεζάκια!», «καταραμένα πρεζάκια!» αναφωνούσαν εν χορώ. «Θα τεζάρετε, ρε!» «Μανάδες δεν έχετε; ρε! Πατεράδες δεν έχετε;» Κοιτούσα κι εγώ τα χέρια μου που ήταν άσπιλα εκτός από τη σφραγίδα του Freezer Theater στο εσωτερικό του καρπού. Αλλ’ αυτό δεν άλλαξε τίποτα. Έμεινα στο τμήμα μαζί με καμιά εικοσαριά οπαδούς των Negative Approach, ένας από τους οποίους νοσταλγούσε το ιγκουάνα του. «Τι θα μας κάνουνε;» ρώτησα∙ απάντηση δεν πήρα. Πανικός στο Ντητρόιτ. Στην πραγματικότητα, δεν ένιωθα πανικό∙ δεν ξέρω τι ένιωθα, αλλά όχι πανικό, σίγουρα∙ ίσως είμαι ανίκανη για δυνατά συναισθήματα. Ένας άνθρωπος είχε πεθάνει στο Freezer, μια συναυλία hardcore είχε διακοπεί, βρισκόμουν σε κάποιο άθλιο αστυνομικό τμήμα κοντά στον αυτοκινητόδρομο 75, καταμεσής στο ρημαγμένο Ντιτρόιτ. Στον έλεγχο ταυτοτήτων είχα αποτύχει και παγιδευτεί: «Ποια είσαι, πού πας, γιατί είσαι μόνη σου; Τι σκατά κάνεις μόνη σου;» Απάντησα σε όλα, είπα, «είμαι μόνη μου γιατί κανένας δεν με θέλει», κι ο μπάτσος με κοίταξε με καχυποψία, με οίκτο κι έπειτα πάλι με καχυποψία. «Και πας στην Καλιφόρνια, αλλά, σου ‘ρθε να περάσεις απ’ το Ντητρόιτ.» «Μάλιστα.» «Γιατί;» «Για τον Ιggy Pop, ξέρετε, για τις Supremes, ξέρετε, τους MC5, για την Κράισλερ…» Ήθελα να προσθέσω: «Γιατί με τραβάνε οι ετοιμοθάνατες πόλεις». «Και πού μένεις;» «Στο Μπρούκλυν» – και σ΄ αυτό το σημείο ήθελα να προσθέσω, «σε μια γειτονιά που αργοπεθαίνει», αλλά πρόσθεσα, «στο Μπρούκλυν της Νέας Υόρκης, ξέρετε.» Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλυν, και τέτοια. Η γέφυρα του Μπρούκλυν, και τέτοια.

Το πρωί μάς άφησαν όλους ελεύθερους, εκτός από έναν που ήταν γεμάτος μελανιές. «Πηγαίντε να ψοφήσετε αλλού, ρε!» τσίριξε ο αρχιφύλακας. «’Αιντε!» Ήμουν άυπνη και δεν θυμόμουν ούτε πού είχα παρκάρει. Μαζί με το παιδί που είχε κατοικίδιο μια ιγκουάνα ψάχναμε γύρω απ’ τη λεωφόρο Κας, στην οδό Τζον Αρ, στη Μπρας, σ’ όλη εκείνη την περιοχή που έμοιαζε βομβαρδισμένη, κι όταν φτάσαμε λίγο πιο νότια, στο Γκρηκτάουν, θυμήθηκα πως είχα αφήσει το αυτοκίνητο έξω από το Μπρονξ Καφέ. «Μετά απ’ όλ’ αυτά, δε θα ξανάρθεις στο Ντητρόιτ,» αναστέναξε το παιδί με το ιγκουάνα, καθώς έμπαινα στο αυτοκίνητο. «Ω,» απάντησα, βάζοντας το κλειδί στη μίζα, «θα ξανάρθω. Σίγουρα θα ξανάρθω.» Ήθελα να προσθέσω: το Aladdin’s Sane – που περιείχε το “Panic in Detroit” – ήταν απ’ τους αγαπημένους μου δίσκους, αλλά φοβήθηκα πως ένας θαυμαστής των Negative Approach είτε δεν έχει ιδέα για τον David Bowie, είτε τον περιφρονεί. «Θα ξανάρθω,» είπα, «Ελπίζω να βρεις το ιγκουάνα σου όπως το άφησες.» Εκείνος κούνησε το κεφάλι, κι έπειτα το χέρι. «Καλή αντάμωση», είπε. So long. So long.

Έτσι, ξαναπήγα. Για χάρη του “Panic in Detroit”, και όλων των άλλων. Τον Αύγουστο του ‘87, συνέβη εκείνο το αεροπορικό δυστύχημα έπειτα από το οποίο δεν είχα καμιά όρεξη να δω την Aretha∙  άλλωστε, δεν βρήκα εισιτήριο για τη συναυλία. Και παρ’ όλ’ αυτά, πέρασα το βράδυ έξω απ’ το auditorium προσπαθώντας ν’ ακούσω τι γίνεται μέσα∙ δεν άκουγα τίποτα (ηχομόνωση!) και μ’ έπιασε το παράπονο, σκεφτόμουν πόσο loser είμαι, πως ούτε μια θέση σε συναυλία της Aretha δεν μπορώ να βρω, πως βρίσκομαι στην πόλη όπου γεννήθηκε η σόουλ και κάθομαι και κλαψουρίζω μέσα στο σκοτάδι. Πως τα μάτια μου είδαν ένα αεροπλάνο να συντρίβεται στον αέρα. “Panic in Detroit”. Αλλά, καθώς σκεφτόμουν τον Bowie και την Aretha, και το “Rock’n'roll Suicide” που παρ’ ολίγο να με στείλει στον τάφο όταν ήμουν δεκαπέντε χρονών, ακούστηκε μες απ’ το auditorium ένα χειροκρότημα κι έπειτα, πολύ σιγά, με διακοπές, σαν από χαλασμένο τρανζίστορ, το “The House that Jack Built”. Ίσως να το τραγουδούσε για το αναθεματισμένο το Hall of Fame – “The House that Rock Built” – αλλά συγκινήθηκα παρ’ όλ’ αυτά, κι όλοι μου οι φόβοι διαλύθηκαν∙ το Ντητρόιτ, η έρημη λεωφόρος Χάρπερ, τα σταυροδρόμια των εθνικών οδών όπου βρυχώνταν τα αυτοκίνητα της Τζένεραλ Μότορς, το εγκαταλελειμμένο πια Freezer Theater, τα συμπονούσα όλα∙ αναρωτιόμουν τι να σκεφτόταν ο David Bowie όταν τραγουδούσε το “Panic in Detroit”, κι αν είχε μυρίσει τον αέρα του Μίσιγκαν, τον βιομηχανικό, παγωμένο αέρα της νύχτας. Το τραγούδι από το Aladdin’s Sane λέει «σειρήνες ουρλιάζουν μες στη βραδινή μελαγχολία», άρα, συμπεραίνω πως είχε μυρίσει τον νυχτερινό αέρα στο Νητρόιτ. Που, καμιά φορά, αν είσαι τυχερός, γεμίζει από διακεκομμένες νότες, όταν η Aretha τραγουδάει “The House that Jack Built”. Τώρα, ακόμα μια φορά, το Ντητρόιτ, η πόλη που έχτισαν οι αυτοκινητοβιομηχανίες, απλώνεται μπροστά μου πανικόβλητο και έρημο, σαν μια στέπα.

Σώτη Τριανταφύλλου

——————————–

Η Σ.Τ. βρίσκεται στο Ντητρόιτ αυτές τις μέρες. Αυτή είναι η “ανταπόκρισή” της. Τιμή μας και καμάρι μας, φυσικά.