«χωρίσεμεις» (κριτικές | παρουσιάσεις)

xwrisemeis_athinakis_cover1

Δημήτρης Αθηνάκης

χωρίσεμεις, ποιήματα

σελίδες 48, τιμή 6 ευρώ

ΙSBN 978-960-98049-5-0

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Στο πρώτο του ποιητικό βιβλίο, το χωρίσεμεις, ο Δημήτρης Αθηνάκης μάς συστήνει έναν γλωσσοδέτη, έναν μη ομολογημένο λόγο. Με δυο λόγια, προσπαθεί να ονοματίσει· και η προσπάθειά του αυτή, που απεικονίζεται ως θρόμβος σε φλέβα ή ως κόμπος σε λαιμό, είναι ο βασικός άξονας του βιβλίου.  Από την άλλη, σ’ αυτό το αγωνιώδες παιχνίδι, πλοηγός είναι το σώμα· το σώμα ως ηχείο της φωνής· το σώμα ως ατράνταχτη απόδειξη της –παραμελημένης από εμάς– αξίας τού συγκεκριμένου και του καθημερινού, κάτι με το οποίο φαίνεται να συνδιαλέγεται επίμονα ο νέος ποιητής. Παράλληλα, στο αδιάκοπο παιχνίδι με τις λέξεις, διαγράφεται καθαρά η πάλη του συναισθήματος που θέλει ν’ αναδυθεί. Οι επιρροές, φυσικά, δεν λείπουν. Ωστόσο, ο Δημήτρης Αθηνάκης δείχνει πως έχει χωνέψει τα χνάρια των προ-ηγούμενων· των προ-ηγούμενων που είναι ο δρόμος.

*

Ο Δημήτρης Αθηνάκης γεννήθηκε στη Δράμα, στις 7 Ιουνίου του 1981. Σπούδασε κοινωνική θεολογία, φιλοσοφία και φιλοσοφία της επιστήμης στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και το Άμστερνταμ. Σήμερα, μένει επίμονα στο κέντρο της Αθήνας και εργάζεται ως μεταφραστής και επιμελητής κειμένων. Το χωρίσεμεις είναι το πρώτο του βιβλίο.

*

Κοινωνία των (δε)κάτων

Σόλωνος 94, 10680 Αθήνα

Τ&F 210-3623-792

Ε info@dekata.gr

_______________________________

Κεντρική διάθεση: Αθανάσιος Χριστάκης, Ιπποκράτους 10-12,10679 Αθήνα, 210-3639-336

_______________________________

Μυρτώ Τσελένη, περ. Culture, 6 Μαρτίου 2009

img089_

_______________________________

“Βιτρίνα”, περ. Index, τ. 29 (Μάρτιος 2009)

_______________________________

Μαρία Ιωαννίδου, περ. Βακχικόν, τ. 5 (Μάρτιος – Μάιος 2009)

Σπιθίζοντας μέσα σε σκοτάδια σκάει μια φωνή. Με όλες τις ιδιότητες οξυγόνου, οξυγόνου που καίγεται. Ακριβά πληρωμένες ανάσες, ψηλές θερμοκρασίες, μίγματα και σχήματα τολμηρά, υλικά ετερόκλητα.

Οράματα, πότε ονειρικά και πότε εφιαλτικά, καταθέσεις από συναισθήματα εκρηκτικά, ποιήματα που δεν θυμίζουν τίποτα γνωστό, αλλά και όλα τα θυμίζουν.

Συγκρούσεις και μεταλλικοί κρότοι, αίμα και σιωπές από κείνες που τέμνουν μελωδικά τον χρόνο, απρόβλεπτα λυρικά γυρίσματα.

[«Χωρίσεμεις», του Δημήτρη Αθηνάκη]

Ο τίτλος από μόνος του, σε πρώτη ανάγνωση παίζει με την  έννοια του αποχωρισμού, πιστεύω όμως ότι συμπυκνώνει πολλά άλλα, κεφαλαιώδη. Πέρα μάλλον από τις προθέσεις του ποιητή, και πέρα από τα γεγονότα και τα βιώματα που οδηγούν το μολύβι προς το χαρτί σε μια δεδομένη χρονική στιγμή. Εδώ, η  περιπλάνηση κι η  μοίρα του κάθε ανθρώπου που χρειάζεται ν’ αρνηθεί για να αυτονομηθεί, ν’ αποχωριστεί για να επιβιώσει, να πενθήσει για να συμφιλιωθεί ξανά με τη ζωή, να σπάσει για να ξανακολλήσει, να εξατομικεύσει για να αντιληφθεί το όλο, να πονέσει για ν’ αρέσει, στον ίδιο του τον εαυτό.

Σ΄ όλη τη διαδρομή, η αφήγηση δεν ξεχνιέται στιγμή, δεν αυταπατάται, ξέρει να θυμάται και να πορεύεται κόντρα στο αναπόφευκτο ανοιχτό ερωτηματικό που ανατέλλει πάντα σ’ όλα τα σημεία του ορίζοντά του.

Ο πόνος δε συγχωρεί

[θυμίζει]

Πίσω από τον καπνό – προπέτασμα που βγαίνει από το κάψιμο μιας πολύ συγκεκριμένης ύλης αναδύεται η  κορυφαία αγωνία του κάθε ανθρώπου,  το πώς και τι και με τι κόστος θα επιβιώσει μετά το «χωρίς». Χωρίς τη μήτρα, χωρίς το πρώτο χώμα και χωρίς το τελευταίο, χωρίς τον άνθρωπο, τον άλλον, ή τον παραμέσα από την επιφάνεια, το άγνωστο σκοτεινό μας μέσα.

«Όλη η ζωή μου ήταν ένας χωρισμός», θυμάμαι τον στίχο της Λένας Πλάτωνος.

Και το «χωρίς» χτυπιέται συνέχεια με λέξεις και σκαμπανεβάσματα με το «εμείς» που υπήρξε. Τα συστατικά είναι, ή θα μπορούσε να είναι ένας εγκαταλελειμμένος τόπος, ένα στοιχείο όπου η ζωή συνεχίζεται ερήμην της οδύνης. Θα μπορούσε να είναι ό,τι χάνεται αλλά δεν εξαφανίζεται, ό,τι επιβιώνει στη μνήμη, ό,τι κυοφορεί καταιγίδες, ό,τι επιμένει χωρίς να υπομένει, αφού «η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δικιά σου μελαγχολία».

Ή ακόμα η σκληρή, κοφτερή πλευρά ενός ποτηριού μισοσπασμένου αλλά εντελώς γεμάτου και ό,τι απόμεινε στο κέντρο μιας αποξηραμένης πλέον όασης. Ο ποιητής ταξιδεύει, και σταθερά προσανατολίζεται από το ίδιο σημείο, και επιστρέφει σταθερά, παρά τη δίψα και για τη δίψα, για την οπτική απάτη και παρά την οπτική απάτη. Επιστρέφει όπως η βελόνα στο βορρά, μοιραία και όχι τυχαία.

Πιάσε την πλάτη μου σφιχτά
σφιχτά και το μυαλό μου

[Δεν είναι η φυλακή αυτό που με σκοτώνει
είναι η ελευθερία μου που δεν μπορώ ν΄ αντέξω]

Ο ποιητής επιμένει, να καθοδηγείται από την ίδια δίψα που υπαγορεύεται από την ανάγκη, να ανακατευθύνεται στην ίδια πηγή από την πίστη, τη στερημένη και στερεμένη, γιατί η στέρηση την καθιστά ιδανική, και η στειρότητα, παράδοξα υγρή. Και μ’ αυτή την αφορμή οραματίζεται συνέχεια, εξίσου μια επερχόμενη καταστροφή, εξίσου μια λύτρωση για να καταλήξει από την πρώτη-πρώτη σελίδα ως την τελευταία, στο κυρίαρχο, στο αναπόφευκτο, αφού έχει διαγράψει έναν ολόκληρο κύκλο, μισάνοιχτο, και εκεί παραμένει, σημειωτόν βαδίζοντας. Σημειωτόν, που ποτέ δεν ξέρει κανείς αν υπαγορεύεται από ελπίδα επιστροφής ή από επίγνωση αδιεξόδου. Στο αντικείμενο της πίστης του, λατρεμένο σε σημείο ταύτισης, απαρνημένο σε σημείο εξαΰλωσης μετά από φωτιά.

Πάρε στα χέρια σου λοιπόν
τα χνάρια μιας ζωής θαμμένης για πάντα
σε μιαν άμμο ακίνητη

Ας ήταν τουλάχιστον κινούμενη
να έπαιρνα και κάποιον άλλο μαζί μου

[Έστω και διά της βίας]

Αυτή η ποίηση ενδέχεται να μην είναι η τεχνικά τελειότερη, να μην ανήκει ή να μην αναφέρεται σε καμιά σχολή, ελληνική. Ενδέχεται να μην διαδοθεί μέσα από τα συγκεκριμένα κυκλώματα που είναι απαραίτητο να υπάρχουν για το κάθε νέο βιβλίο, ως εμπόρευμα. Μπορεί και να έχει την τύχη, βραχυπρόθεσμα, που θα είχε και η κάθε ποιητική συλλογή. Σταγόνα στον ωκεανό των δεκάδων και εκατοντάδων συλλογών.
Αυτή η οξυγονοκόλληση, όμως θα ενώσει και θα διαχωρίσει, σαν σημείο στο χρόνο, και σαν ενέργεια που εκλύεται με δύναμη, τα πιο ασύμβατα υλικά. Ποιητικά, ανθρώπινα, ψυχικά, ιστορικά, υλικά και άυλα.
Γιατί ζούμε σε εποχή σκοτεινή και άφιλη, και το κάθε «χωρίς» που προκύπτει ανά πάσα στιγμή, από τον άρτον ημών τον επιούσιον μέχρι την ίδια την προοπτική να ζούμε αύριο στοιχειωδώς, εμείς, οι δύο ή οι τρεις, οι μύριοι, ο καθένας μέσα του, χρειαζόμαστε άμεσα και θα χρειαζόμαστε συνέχεια κάτι που να μιλάει για το  Ένα-εμείς που χάνεται, αναγνωρίζοντας ότι οι πιο μεγάλοι μας εχθροί είναι, ή έστω υπήρξαν κάποτε δικό μας κομμάτι και συστατικό, γι’ αυτό αξιοσέβαστο.

Βαδίζω δίπλα

στα τυφλά
χωρίς τα χέρια μου να ζώνουν το κορμί σου
Φοβάμαι δίπλα σου και ‘γώ μην ξεχαστώ
Δεν ξέρω

[ξέρε το]

Όπως και το «χωρίς» που επιβιώνει, όρθιο.

Για την αισθητική, λοιπόν ας μιλήσουν άλλοι, που ξέρουν πιο πολλά και πιο καλά, μιλάω για την αίσθηση. Και μιλάω πιο πολύ για την ουσία και το περιεχόμενο, παρά για την τεχνοτροπία, από καθαρά προσωπική εμμονή ότι εκείνο που λέγεται προέχει και διαμορφώνει το πώς, ενώ το αντίθετο, σε πληθώρα στο σύγχρονο ποιητικό τοπίο, οι φορμαλισμοί και η καλλιέπεια για την καλλιέπεια είναι καταδικασμένη να παραμένει διακοσμητική και ανούσια. Με άλλα λόγια, την ποίηση αυτή την βρίσκω ήδη σημαντική, ανεξάρτητα από το εξελίξιμη, γιατί καταπιάνεται με ένα θέμα ανεξάντλητο με έναν προσωπικό τρόπο, το αντίθετο δηλαδή από το να καταπιάνεται με προσωπικά θέματα με ανεξάντλητους, ανιαρούς τρόπους.
Άρα δεν θα πω και για τη βαθιά γνώση και το σεβασμό στη γλώσσα, για τα ρίγη της ποιητικής που περνάνε υπόγεια, και άλλα τέτοια τεχνικά που συνήθως δικαιώνουν τα ποιήματα. Θα επιστρέψω μόνο στην πρώτη εντύπωση. Τη δύναμη που αλλάζει, την αλήθεια που πυροδοτεί το καύσιμο «ζωή», το δέντρο που είναι κι αυτό μπολιασμένο με ζωή και πάθος, ένα πεισματάρικο κεραυνοβολημένο δέντρο που πήρε απότομο ύψος.
Και για την ποίηση που κατά τη γνώμη μου, εκτός από ψηλά, για να βλέπει όλη την εικόνα, θα πάει μακριά, πέρα από τα ράφια των βιβλιοπωλείων -μόλις εξαντληθεί- πέρα από τις ατομικές βιβλιοθήκες, για να ακούγεται συχνά, στο μέλλον.
Ίσως και εσωτερικά σαν μουσική.

_______________________________

Κώστας Βούλγαρης, Κυριακάτικη Αυγή, 5 Απριλίου 2009

Μια νέα ποιητική παρουσία

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ, χωρίσεμεις, εκδόσεις Κοινωνία των (δε)κάτων, σελ. 48

Εικοσιοκτάχρονος ο ποιητής, εισέρχεται στον ποιητικό στίβο μ’ ένα προσωπικό ιδίωμα αξιοσημείωτο, που δείχνει εύρωστο και παραγωγικό. Η πρώτη σταθερά του είναι η διασαλευμένη μορφή, η οποία άλλωστε κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια, είτε ως απόηχος της σαχτουρικής επίδρασης είτε ως παράπλευρη απώλεια της μπητ έξαρσης, και ήδη από το πεζό σύμπλεγμα του τίτλου της συλλογής και την τυπογραφική εμφάνιση των ποιημάτων προσφέρει έναν καμβά εγκεφαλικό και δεόντως κινητικό. Δεύτερη σταθερά η ποίηση της Δημουλά, με τους στιγμιαίους αιφνιδιασμούς που προκύπτουν από την αλλαγή του ρόλου των λέξεων μέσα στη δομή του λόγου: «Το δίχως πέθανε σήμερα το πρωί/ χωρίς πρωί δεν έχει θάνατο∙ λυπάμαι», ενώ η παρουσία των λυρικών σπαραγμάτων ενισχύεται με την προσφυγή στο μεσοπολεμικό ποιητικό παρελθόν: «στους φύλακες/ των φάρων/ που/ κρέμονται/ από το λίγο/ του απείρου». Τέλος, μια ρητορική που αρδεύεται από το εννοιολογικό οπλοστάσιο, «Το σώμα∙/ δες το έτσι, πώς κινείται, νωχελικά/ μόνο/ στην παρέλαση των ύπνων», αλλά και από τον τετριμμένο λυρισμό των συναναστροφών: «Δεν μπορείς, έτσι είπαν, να φυλαχτείς/ όχι πια/ απ’ όμορφα καλοκαίρια».

Μήπως έχουμε να κάνουμε με μια ατέλειωτη σειρά μείξεων ή και πειραματισμών; Και αν αυτά δεν εγγράφονται σε ένα αισθητικό πρόταγμα, μήπως νομιμοποιούνται ως παρεπόμενο της μεταμοντέρνας συνθήκης; Νομίζω πως άλλο πράγμα είναι, φερ’ ειπείν, ο αναστοχασμός, εννοιών και μορφών, και άλλο η παράθεση ανομοιογενών υλικών. Άλλο πράγμα ο προγραμματικός αντιλυρισμός, που ακόμα πασχίζει να ανακόψει τον παρατεταμένο νεοελληνικό νεορομαντισμό (ανεπιτυχώς, όπως φαίνεται από την ανθούσα ποιητική μας παραγωγή – ογδόντα χρόνια μετά τον Καρυωτάκη…), και άλλο η προσφυγή στην πεζότητα του καθημερινού λόγου.

Ο νεαρός ποιητής έχει ευκολίες και δυνατότητες, διακριτές και οι μεν και οι δε. Για παράδειγμα, ο μινιμαλισμός του είναι κατάφορτος, κινδυνεύοντας να καταλήξει μπαρόκ. Ή, αντίθετα, να αποτελέσει το εφαλτήριο για συνθέσεις ευρύτερες. Αναμένουμε τη συνέχεια, η οποία, φυσικά, θα κριθεί από την «πάλη του καιρού με την ανάγκη». Έτσι λένε.

_______________________________

Ελένη Γκίκα, Έθνος της Κυριακής, 26 Απριλίου 2009

eleni_gika_paroysiasi

_______________________________

Δημήτρης Ανανιάδης, BookPress, τ. 1 (Ιούλιος ’09)

_______________________________

Βασίλης Ζηλάκος, περ. Οδός Πανός, τ. 145, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2009

odos_panos

_______________________________

Δημήτρης Κόκορης, περ. Εντευκτήριο, τ. 85, Απρίλιος-Ιούλιος 2009

img159

_______________________________

Ευτυχία Παναγιώτου, περ. Διαβάζω, τ. 505, Μάρτιος 2010

_______________________________

 Γιώργος Μπλάνας, περ. e-poema, τ. 12

Δημήτρης Αθηνάκης, χωρίσεμεις, Κοινωνία των (δε)κάτων 2009

Ο ποιητής -αν είναι ποιητής και όχι ποιητής- έρχεται κάθε φορά αντιμέτωπος με μια διάταξη του υπάρχοντος, με την οποία επιχειρεί να αφαιρέσει κάθε διαφορά από τις οντότητες που επικυρώνουν το υποκείμενο, το κάθε υποκείμενο. Ο ποιητής –αν είναι ποιητής και όχι ποιητής- αθετεί τις υποχρεώσεις του απέναντι στην οριζόντια εξουσία του εμπειρικού χρόνου και χώρου, αποκολλάται από την τάξη του πραγματοποιημένου συμβολικού και εγκαθίσταται στην τάξη του φαντασιακού, για να οργανώσει το μύθευμα με το οποίο λέγεται η αλήθεια τού ποιήματός του.
Στην περίπτωση του Δημήτρη Αθηνάκη, υπάρχει έναν ον μέσα στον κόσμο, που διδάχθηκε πως διαθέτει σώμα και ψυχή. Δύο ξεχωριστές περιοχές του Είναι του. Το ον αυτό είναι επινόηση του κόσμου. Αλλά η στοιχειώδης αυτοαναγνώριση τού επιβάλλει να θεωρεί μόνο το σώμα του επινόηση του κόσμου. Ετσι, μένει με μόνο στοιχείο ταυτότητας την κίνησή του στην περιοχή της ψυχής και τη συνεπόμενη λαχτάρα να διαφύγει από τη σκοτεινή περιοχή του κόσμου, ώστε να γιατρευτεί από την ασθένεια της δυστυχούς συνείδησης: τη συνείδηση της ετερότητας. Ωστόσο, η ασθένεια της δυστυχούς συνείδησης προκαλεί ένα φυγόκεντρο σύμπτωμα, που λέει πως το υποκείμενο, έστω και ως ψυχή μόνον, δεν μπορεί παρά να έχει τη συνθήκη του: να προέρχεται από… και να βαίνει προς… Αυτό τον καθ’ οδόν ορίζεται από την κατοίκηση του κόσμου. Τίποτα δεν μπορεί να υπάρχει από και προς, έξω από ένα πλαίσιο που ορίζει τις προθέσεις του: τα πάθη, εν προκειμένω. Και το υποκείμενο συνειδητοποιεί πως η συνθήκη του είναι η ενότητα που αποτελεί με το σώμα. Αυτή η ενότητα, που είναι ένας τρίτος τόπος, διαθέτει τη δική της γλώσσα: την εκτός πραγματικότητας κίνηση από-προς-από. Την ποιητική αλήθεια, δηλαδή.

Το χωρίςεμεις του Αθηνάκη είναι μια εξαιρετική ποιητική σύλληψη, ευφυώς σχεδιασμένη. Διαθέτει εξαιρετική αίσθηση των αισθητικών διαστάσεων της γλώσσας. Θέλω να πω πως οι στίχοι ακούγονται γοητευτικά. Η δημιουργικότητά τους άπτεται εκείνων των ανατριχιαστικά ηχούντων concepts του διαφημιστικού λόγου, που αρκετοί κατασκευαστές ποιημάτων πασχίζουν να ενσωματώσουν με τραγικά κακόγουστα αποτελέσματα. Το σημαντικότερο όμως είναι πως η ύλη του ποιήματός του δεν μένει στις σκιάσεις (όπως τις εννοεί η φαινομενολογία) αλλά αναμετράται με τα αποβλεπτικά του αντικείμενα, ορίζοντας σαφώς την οπτική γωνία, αλλά -και γιατί όχι- την ιδεατότητά τους. Αναγκάζομαι να μιλήσω για φιλοσοφία, προκειμένου να ακουστώ ως ομιλών για ποίηση, επειδή τοχωρίςεμεις προσπαθεί κάθε στιγμή να υπερβεί τη γλώσσα του και να καταφύγει στον ανύπαρκτο μέχρι στιγμής τόπο, όπου θα μπορούσε να ασχοληθεί με την οντολογία του έρωτα. Ετσι πρέπει. Το παραμύθι του λυρισμού και της διαχείρισης συναισθημάτων δεν περνάει πια. Υπάρχουν ωστόσο σημεία, όπου το ποίημα δεν θέλει προφανώς να προχωρήσει βαθύτερα στο τούνελ των λέξεων, αν και είναι πολύ αξιόλογα ως ποιητικές οντότητες. Οπως και να το κάνουμε, μια γλώσσα δεν είναι πάντα έτοιμη για όλα. Μέσα στα επόμενα χρόνια, ο ποιητής θα πρέπει να μας εξηγήσει έμπρακτα τον λόγο ή τους λόγους για τους οποίους έχουμε την εντύπωση πως παρ’ όλη την ομορφιά του χωρίςεμεις, ο ποιητής παρουσιάζεται ως πιο ισχυρός από αυτό.

5 thoughts on “«χωρίσεμεις» (κριτικές | παρουσιάσεις)

  1. Τους στίχους που ξεχώρισε η Ελένη Γκίκα ξεχώρισα κι εγώ.

    Μου άρεσε και ο ευρηματικός τίτλος πολύ.

  2. ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ! ΕΛΕΓΑ ΝΑ ΠΑΡΩ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ, ΑΛΛΑ ΟΛΟ ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΤΥΧΑΙΝΕ ΚΑΙ ΤΟ ΑΜΕΛΟΥΣΑ..ΤΩΡΑ ΟΜΩΣ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΑ, ΜΕΤΑ ΤΟ ”ΧΑΣΤΟΥΚΙ”!!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s