BookCrossing – ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ


Είμαι ο…… aris1, ένας από τους πιο παλιούς έλληνες BookCrossers, ελληνιστί «βιβλιοαπελευθερωτές». Είμαστε πιστοί φαν του BookCrossing ενός διαδικτυακού φαινομένου της νέας χιλιετίας. Θα μπορούσε να μεταφραστεί σαν «Βιβλιοδιασταύρωση». Αφορά χιλιάδες «αδέσποτα» βιβλία που ταξιδεύουν σε όλο τον κόσμο. Περιμένουν τους επόμενους αναγνώστες τους σε πάρκα, παγκάκια, αγάλματα, λεωφορεία, καφέ, όπου μπορεί να φανταστεί κανείς. Χμμμ, τώρα που το σκέφτομαι «βιβλιοταξιδευτές», θα ήταν ίσως μια πιο ακριβής απόδοση του όρου BookCrossers.Οι κανόνες είναι…

…απλοί: Κατ’ αρχήν παίρνεις ένα βιβλίο από το ράφι. Μπαίνεις στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.bookcrossing.com. Δίνεις στο βιβλίο σου έναν αριθμό ταυτότητας, τυπώνεις την ειδική ταμπελίτσα που εξηγεί τι πρέπει να κάνει εκείνος που θα το βρει και την κολλάς στο εσωτερικό. Έπειτα, δηλώνεις στο σάιτ πού ακριβώς θα το αφήσεις και μετά, το «απελευθερώνεις»! Όποιος βρει το βιβλίο θα πρέπει να μπει στην ιστοσελίδα του BookCrossing, να δηλώσει ότι είναι ασφαλές στα χέρια του, να γράψει τα δικά του σχόλια και στη συνέχεια να το αφήσει πάλι ελεύθερο. Καθώς το βιβλίο ταξιδεύει, δημιουργείται στο Ίντερνετ ένα «ημερολόγιο καταστρώματος» όπου καταγράφονται όλα τα σημεία που έχει βρεθεί και τα σχόλια των εκάστοτε αναγνωστών του.

Η ιδέα αυτή ξεκίνησε…

… τον Απρίλιο του 2001 στο Μιζούρι των ΗΠΑ. Τώρα έχει σχεδόν 550.000 μέλη σε πάνω από 120 χώρες, με περισσότερα από 4.000.000 βιβλία καταχωρημένα στο σάιτ. Σε πολλές χώρες μάλιστα οι «βιβλιοαπελευθερωτές» έχουν δημιουργήσει και ειδικές «ζώνες» όπου κάποιος μπορεί να βρει ταξιδιάρικα βιβλία. Οι πιο πιστοί φαν περιγράφουμε το BookCrossing σαν ένα τρόπο για να μοιράζεσαι τις πνευματικές σου επιρροές με τον κόσμο και να αισθάνεσαι παράλληλα ότι κάνεις μια καλή πράξη. Tο αποτέλεσμα είναι να κυκλοφορούν ελεύθερα βιβλία ακόμη και στα πιο απίστευτα μέρη του πλανήτη, μέχρι και στους παγετώνες της Ανταρκτικής!

Ένα βιβλίο…

… μπορεί να γυρίσει τον κόσμο. Για παράδειγμα: Στις 24 Αυγούστου του 2003 η swan-scot από το Ίνβερνες της Σκοτίας άφησε το “High Fidelity” του Νικ Χόρνμπι σε ένα βουνό της πατρίδας της. Το σημείο ήταν αρκετά μακριά από το δρόμο, αλλά ήλπιζε ότι κάποιος περιπατητής θα πέρναγε από εκεί, θα έβλεπε το βιβλίο και θα το έπαιρνε για να το διαβάσει. Την επόμενη μέρα ο explorer-21από το Εδιμβούργο έγραφε στο σάιτ το εξής σημείωμα: «Πήρα το βιβλίο σήμερα στη 1 το μεσημέρι. Θα το διαβάσω και θα το βοηθήσω στο ταξίδι του, ίσως αφήνοντάς το σε ένα ψηλότερο βουνό». Ο explorer-21 βρήκε απολαυστικό το βιβλίο αν και «δεν είναι στα αγαπημένα μου είδη. Αστείο χωρίς να είναι ξεκαρδιστικό, δίνει μια ελαφρώς μπερδεμένη άποψη για τη ζωή». Κι έπειτα κράτησε την υπόσχεσή του: Την Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου άφησε το «High Fidelity» στην κορυφή του όρους Κιλιμάντζαρο, στην Τανζανία. Αλλά το βιβλίο δεν χάθηκε. Περίπου ένα μήνα αργότερα ένας γερμανός φυσικός που προσέφερε εθελοντική εργασία στο νοσοκομείο του Κιμπόσο, μιας πόλης που βρίσκεται στη νότια πλευρά του Κιλιμάντζαρο, βοηθούσε μια νέα γυναίκα ασθενή. Εκείνη ήθελε να τον ευχαριστήσει, αλλά δεν είχε χρήματα. Έτσι, άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε το «High Fidelity»! Ο εθελοντής δεν ήθελε να το δεχτεί, όμως εκείνη επέμενε -έτσι κι αλλιώς, δεν ήξερε αγγλικά για το διαβάσει. «Έπειτα είδα μια ετικέτα μέσα στο βιβλίο. Κι έτσι έμαθα για το BookCrossing. Ωραία ιδέα! Δεν είμαι φανατικός αναγνώστης, αλλά αυτό το βιβλίο θα το διαβάσω. Έπειτα θα το αφήσω κάπου κι ελπίζω να έχω νέα για το ταξίδι του…».Μέλος γίνεται κανείς…

… εύκολα. Μπαίνεις στο σάιτ, και φτιάχνεις ένα προφίλ. Το μόνο που χρειάζεται να δώσεις είναι ένα email, που ωστόσο δεν εμφανίζεται πουθενά. Η ιστοσελίδα του BookCrossing είναι και θα παραμείνει αυστηρά μη κερδοσκοπική. Δεν πληρώνεις τίποτα και σε κανέναν, ούτε λαμβάνεις spam στο email σου. Βέβαια, αν ένα βιβλίο που ταξιδεύει πέσει τυχαία στα χέρια σου, δεν χρειάζεται να γίνεις μέλος για να γράψεις δυο λόγια και να το βοηθήσεις να συνεχίσει το ταξίδι του. Μπορείς να το κάνεις παραμένοντας ανώνυμος.

Στην Ελλάδα υπάρχουν…

… περισσότεροι από 2.350 BookCrossers που αφήνουν βιβλία εδώ κι εκεί σε ολόκληρη τη χώρα. Μια αναζήτηση στο σάιτ δείχνει ότι βιβλία Ελλήνων και ξένων λογοτεχνών έχουν απελευθερωθεί ακόμη και στα πιο απίθανα μέρη. Κάποια έχουν «ξεχαστεί» σε παγκάκια του Εθνικού Κήπου, άλλα βρίσκονται στα χέρια γνωστών αγαλμάτων στο κέντρο της Αθήνας. Μερικά κάνουν… ηλιοθεραπεία σε παραλίες της Κρήτης, άλλα φλυαρούν σε καρτοτηλέφωνα της Θεσσαλονίκης πίνουν καφέ στη Λάρισα και τσίπουρα στο Βόλο.

Το πάθος μας…

… είναι φυσικά το διάβασμα. Στα βιβλιοπωλεία μας στρώνουν κόκκινα χαλιά! Πέρα από αυτό εμένα προσωπικά μου αρέσει το «κυνήγι» βιβλίων που σου δίνει μια αίσθηση περιπέτειας. Πως γίνεται αυτό; Στον ιστοχώρο του BookCrossing κάνεις κλικ στο “Go Hunting” και μαθαίνεις σε πιο σημείο της πόλης σου σε όλο τον κόσμο έχουν απελευθερωθεί βιβλία. Πολλές φορές οι BookCrossers κρύβουν τα βιβλία τους ώστε να μην τα βρίσκουν τυχαία περαστικοί, αλλά άλλοι BookCrossers που έχουν βγει παγανιά. Όταν τα «απελευθερώνουν», δηλώνουν που ακριβώς περιμένουν κρυμμένα, ώστε ο επόμενος να μπορέσει να τα βρει, πχ «στον Εθνικό Κήπο, μέσα στην κόκκινη πυροσβεστική φωλιά δίπλα στο Βοτανικό Μουσείο». Έχει την πλάκα του. Μπορείς επίσης να ζητήσεις από το σάιτ να σε ενημερώνει με email αμέσως μόλις απελευθερώνεται ένα βιβλίο στην περιοχή σου. Έτσι μπορείς να κάνεις «σαφάρι».Το βιβλίο έχει να κάνει…

… και με εμπειρίες. Θέλω να πω, ένα βιβλίο δεν είναι μόνο το κείμενο που διαβάζεις. Είναι και οι ιστορίες που είναι ζωγραφισμένες πάνω του: μια σημείωση στο περιθώριο που δείχνει πως αισθανόσουν την ώρα που το διάβασες, μια υπογράμμιση στην ατάκα που έφερε στο νου έναν παλιό έρωτα, άμμος, φύκια και μυρωδιές αρμύρας από τις διακοπές ανάμεσα στις σελίδες, μια σταγόνα καφές από ένα δροσερό απόγευμα στη βεράντα, και, γιατί όχι, ένα νούμερο που παραπέμπει σε ένα «διαδικτυακό ημερολόγιο καταστρώματος». Δεν είναι ωραίο να παίρνεις στα χέρια σου ένα βιβλίο και να προσπαθείς να μαντέψεις από τα σημάδια του που έχει ταξιδέψει; Μέσω του BookCrossing μπορείς και να το μάθεις.

Οι εκδοτικοί οίκοι το βλέπουν…

… με καλό μάτι. Έχουν ακουστεί ελάχιστες διαφωνίες από μεμονωμένους συγγραφείς, όμως αυτό οφείλεται μάλλον σε παρανόηση του τι ακριβώς είναι το BookCrossing. Να το ξεκαθαρίσω: σε καμία περίπτωση δεν είμαστε… πειρατές! Πάντοτε ο κόσμος μοιραζόταν τα βιβλία που διάβαζε, είτε δανείζοντάς τα σε φίλους, είτε μέσω κάποιας δανειστικής βιβλιοθήκης. Εμείς δεν κάνουμε κάτι διαφορετικό. Κανένας εκδότης δεν διαμαρτυρήθηκε. Ίσα-ίσα, τα καλά βιβλία κυκλοφορούν, συζητιούνται περισσότερο και αυτό κάνει καλό στις πωλήσεις τους. Σερφάροντας στα ηλεκτρονικά ράφια του BookCrossing μπορείς να διαβάσεις και εξαιρετικές κριτικές, ενώ όταν σε κάποιους BookCrossers αρέσει ένα βιβλίο, φροντίζουν οι ίδιοι να το διαδώσουν, αγοράζοντας δεύτερα και τρίτα αντίτυπα για να τα ταξιδέψουν.

Ο Τύπος έχει αντιδράσει…

… με ενθουσιασμό. Η πρώτη αναφορά είχε γίνει στο «ΒΗΜagazino» το καλοκαίρι του 2003. Ήταν ένα γενικό κομμάτι για το BookCrossing, που τότε δεν ήταν καθόλου γνωστό στην Ελλάδα. Οι πρώτοι από μας γίναμε μέλη και αρχίσαμε δειλά-δειλά τις απελευθερώσεις και τα… κυνήγια. Μέχρι που ένας δημοσιογράφος από το «Ε» της Ελευθεροτυπίας έγινε μέλος και μας έκανε ρεπορτάζ. Τότε έγινε το μεγάλο μπουμ. Μέσα σε μία εβδομάδα γράφτηκαν γύρω στα 800 άτομα και έφεραν τον πανικό στο αμερικανικό σάιτ ρωτώντας και ψάχνοντας πληροφορίες. Σε σημείο που οι υπεύθυνοι αποφάσισαν να μας δώσουν δικό μας φόρουμ για να μην τους σπάμε τα νεύρα! Το άρθρο του «Ε» ακολούθησαν δημοσιεύματα στο Έθνος, στα ΝΕΑ, τον Ελεύθερο Τύπο, την Καθημερινή και σε πολλές άλλες εφημερίδες και περιοδικά. Νομίζω ότι τους άρεσε η ιδέα των ρομαντικών τύπων διαδίδουν την ανάγνωση αφήνοντας βιβλία, περίπου σαν να αφήνουν μηνύματα μέσα σε μπουκάλια!

Θα μας βρείτε…

… παντού. Αρκεί να είστε παρατηρητικοί! Κυκλοφορούμε ανάμεσά σας! Πέρα από την πλάκα: Αφήνουμε βιβλία σε όλη την Ελλάδα Έχουμε βέβαια το ιντερνετικό στέκι μας, στο ελληνικό φόρουμ του BookCrossing, όπου υποδεχόμαστε και τους καινούργιους και λύνουμε απορίες. Και φυσικά, έχουμε real life στέκια, τις επίσημες Ζώνες BookCrossing, δηλαδή σημεία, κυρίως καφέ, όπου οι BookCrossers απελευθερώνουν συστηματικά βιβλία. Οι πιο «ενεργές», που φιλοξενούν τακτικά και τις συναντήσεις μας είναι οι εξής:• Στην Αθήνα: Η Καφεΐνα είναι το πιο παλιό meeting point των «νοτίων» BookCrossers, δηλαδή Αθήνα και περίχωρα. Βρίσκεται στην οδό Κιάφας, κοντά στην εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής. Τον τελευταίο χρόνο βέβαια, οι Αθηναίοι BookCrossers πλήθυναν πολύ και δεν μας χωράει πια, οπότε μπορεί να μας δείτε να συχνάζουμε στο πατάρι του Μαγκαζέ (Αιόλου 33) ή στο Obi Caf? (Σκουλενίου 2, πλατεία Κλαυθμώνος). Οι «αθηναϊκές» συναντήσεις γίνονται κάθε τελευταία Κυριακή του μήνα μετά τις 3 το μεσημέρι. Ακόμη, «επίσημη ζώνη» είναι και το Ethnique, ένα συμπαθητικό καφέ κοντά στην πλατεία της Νέας Σμύρνης (Κυδωνιών 17, κοντά στην Εστία).
• Στη Θεσσαλονίκη: Hot spot των «βορείων», λέγεται
Φρουτότυπο, βρίσκεται στην πλατεία Ναυαρίνου, και φιλοξενεί τις μηνιαίες συναντήσεις τους, τη δεύτερη Τρίτη κάθε μήνα στις 10 το βράδυ. Σπάνια οι μαζώξεις των Θεσσαλονικέων φίλων δεν καταλήγουν σε φαγοπότι…
• Σε Λάρισα και Βόλο: Οι Θεσσαλοί ψήφισαν Starbucks. Η γνωστή αλυσίδα έδειξε ενθουσιώδη υποδοχή στη μικρή κοινότητα των Θεσσαλών Bookcrossers. Τους έφτιαξαν μέχρι και βιβλιοθήκη! Στη Λάρισα συναντώνται στο γνωστό κατάστημα
στην οδό Πρωτοπαπαδάκη 4 στην Πλατεία Ταχυδρομείου, την δεύτερη Κυριακή κάθε μήνα στις 5 το απόγευμα. Στον Βόλο βρίσκονται την πρώτη Κυριακή του μήνα, στο καφέ στη γωνία Ιάσονος και Κουμουνδούρου, κοντά στην παραλία.
• Στα Χανιά: Οι σύντεκνοι οργανώνονται και βρήκαν ένα μικρό cosy καφέ για τις συναντήσεις τους, αλλά και ως τόπο απελευθέρωσης βιβλίων. Τα
Έπεα Πτερόεντα βρίσκονται στην οδό Κανεβάρο κοντά στο παλιό λιμάνι.Το BookCrossing έχει να κάνει και με…

… τις συναναστροφές. Για πολλούς τα βιβλία είναι απλά οι αφορμή για να κάνουν παρέες και φίλους. Αν μας βρείτε, μιλήστε μας, δεν δαγκώνουμε! Δεν θα σας πάρουμε από τα μούτρα. Είμαστε καλά παιδιά! Αλήθεια! Τον Απρίλιο οργανώθηκε στην Αθήνα ένα «Συμπόσιο», η 2η πανελλήνια συνάντηση BookCrossers. Ήρθαν βιβλιοαπελευθερωτές από όλη την Ελλάδα, διασκεδάσαμε για ένα διήμερο σε στυλ «πενταήμερης», σπείραμε εκατοντάδες βιβλία στο ιστορικό κέντρο για να φυτρώσουν αναγνώστες, μέχρι και ταινία γυρίσαμε! Γνωρίσαμε και από κοντά έξι έλληνες συγγραφείς, τον Θεόδωρο Γρηγοριάδη, τον Αλέξη Σταμάτη, τη Λητώ Σεϊζάνη, την Έρση Σωτηροπούλου, τον Χρήστο Χρυσόπουλο και τον Λένο Χρηστίδη.Το σύνθημά μας είναι…

…«ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ!» Αφήστε τα να ταξιδέψουν!

Ελεύθερα και αβίαστα θέλουμε να πούμε…

… πως εμείς οι BookCrossers δεν είμαστε καμιά «κουλτουριασμένη» λέσχη. «Ταξιδεύουμε» βιβλία, κάνουμε παρέα, πάμε σινεμά, για ποτό, άμα λάχει ρίχνουμε και κανένα χορό. Πολλοί από μας δοκιμάζουν να γράψουν οι ίδιοι, άλλοι μοιράζονται τα κείμενά τους στο Ίντερνετ, άλλοι τα… εκμυστηρεύονται σε φίλους, άλλοι τα κρατούν για τον εαυτό τους και μερικοί έχουν την τύχη να τα δημοσιεύσουν. Όμως το βασικό μας χαρακτηριστικό είναι ότι διαβάζουμε. Μοιραζόμαστε τις απόψεις μας και θέλουμε να κάνουμε και άλλους να διαβάζουν! Σε μια Ελλάδα όπου το 43,5 % σε άνδρες και γυναίκες δεν διαβάζει ούτε ένα βιβλίο το χρόνο (έρευνα ΕΚΕΒΙ, 2004) δεν είναι αυτό έστω και λίγο ενθαρρυντικό;

Advertisements

ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ – η Μόλλυ Γιάρροου είμαι εγώ

Αχ, αυτή η Μόλλυ Γιάρροου… Πριν από λίγες μέρες, σε μια συναυλία του Λου Ρηντ, έπεσα επάνω (κυριολεκτικά) στην Τίλντα Σουίντον, μια ηθοποιό που λατρεύω πραγματικά. Ήταν η πρώτη φορά μετά από πολύ-πολύ καιρό που σκέφτηκα τη Μόλλυ Γιάρροου: δεν κάθομαι να σκέφτομαι τα βιβλία μου…Πάντως, ναι, μου ήρθαν στο μυαλό τα κόκκινα μαλλιά της Μόλλυ…ίδια με της Τίλντα Σουίντον…Ένα πλάσμα σαν ιρλανδέζικο τελώνιο…(ένα leprechaun!). Ωστόσο, η Μόλλυ Γιάρροου είμαι εγώ, όχι η Τίλντα Σουίντον: το ξέρω, η δήλωση ακούγεται, εκτός από ανεπίτρεπτα στομφώδης, κλεμμένη από τον Φλωμπέρ. Τι να κάνουμε…Οι περισσότεροι άνθρωποι – όπως η Μόλλυ, όπως εγώ – αναγκαστήκαμε να διανύσουμε μακρύ δρόμο χωρίς ποτέ κανείς να μας βοηθήσει.

Ίσως κανείς δεν αναγνώρισε το ότι χρειαζόμασταν βοήθεια.

Το Παρίσι, όμως, είναι προστατευτικό, προτρεπτικό…Καμιά φορά είναι δυσβάσταχτο. Όταν πρωτοήρθα για να σπουδάσω, στην αρχή του 1980, ήμουν ένα παιδί. Για να εξοικονομήσω τα προς το ζην έγραφα εργασίες για ξένους φοιτητές που δεν ήξεραν καλά γαλλικά. Τις νύχτες χτυπούσα τα πλήκτρα μιας γραφομηχανής, μάρκας Μαρίτσα (!) ακούγοντας το “The River” του Μπρους Σπρίνγκστιν. Πληρωνόμουν όταν και εφόσον οι εν λόγω φοιτητές είχαν λεφτά` αλλιώς δεν πληρωνόμουν. Έμενα με έναν τελείως παλαβό άνδρα που κάπνιζε τρία πακέτα τσιγάρα την ημέρα και ο οποίος συχνά εξεδήλωνε σαδιστική συμπεριφορά. Το σπίτι μας βρισκόταν στον έκτο όροφο μιας αστικής πολυκατοικίας, στην άκρη του Πέμπτου Διαμερίσματος. Sous les toits de Paris. Αργότερα μετακομίσαμε στο Montrouge, σε ένα μελαγχολικό προάστιο…

Το μόνο που με ενδιέφερε εκείνη την εποχή ήταν να σπουδάσω: κοιτώντας προς τα πίσω απορώ πώς επέζησα εν μέσω σαδιστών, αλαζονικών Γάλλων, πανεπιστημιακής και οικονομικής πίεσης.

Ζω – με διαλείμματα – στο Παρίσι επί είκοσι επτά ολόκληρα χρόνια: μερικές φορές νιώθω ότι ξέρω την πόλη σαν την τσέπη μου` άλλες φορές μού διαφεύγει εντελώς.

Ωστόσο, η Νέα Υόρκη και ο Μαλόουν αποτελούν ένα διαφορετικό κεφάλαιο: Η Νέα Υόρκη είναι, για μένα, το πιο συγκινητικό μέρος στον κόσμο` και ο ντετέκτιβ Μαλόουν το απόλυτο μητροπολιτικό ον.

Βέβαια, Σάββατο βράδυ στην πλατεία Εξαρχείων θυμάμαι το νότιο Μπρονξ όπου πέρασα τρισήμισι χρόνια διδάσκοντας ιστορία σε λύκειο. Παιχνίδι της τύχης: σε κάθε πόλη μένω σε γειτονιές σαν τα Εξάρχεια: σε “ευαίσθητες” πλατείες όπου οι ζωές είναι εύθραυστες. Αβεβαιότητα. Απροσδιοριστία. Death is so permanent.

Γεννήθηκα στο κέντρο της Αθήνας: αργότερα κατάλαβα ότι είχα μεγαλώσει πολύ διαφορετικά από τα παιδιά των προαστίων. Στο κέντρο υπήρχε ένταση, μουσικές, κινηματογράφοι, αυτοκίνητα. Για μια μακρά περίοδο της ζωής μου ήμουν ταυτισμένη με την “αυτοπία”: αγαπούσα τα αυτοκίνητα και την οδήγηση. Τώρα έχω αποκτήσει οικολογική συνείδηση…

Το έθνος και η σημαία μου προξενούν δυσφορία. Εκτός από τις πρόδηλες ιδεολογικές αιτίες, υπάρχει στο παρελθόν ένα σκοτεινό σημείο: το χριστιανο-πατριωτικό σχολείο όπου με έστειλε η οικογένεια για να με συντρίψει. Το εγχείρημα απέτυχε: ήμουν και είμαι ένας εξεγερμένος άνθρωπος που, όταν χρειάζεται, πληρώνει το κόστος αυτής της διαρκούς εξέγερσης. Αν υποκύψω και συμμορφωθώ, καλύτερα να μην υπάρχω.

Ο αντι-αμερικανισμός είναι νοσηρός όταν εκφράζεται με πάθος και απροσμέτρητη άγνοια. Παράλληλα, υπάρχουν σοβαροί λόγοι για να εξαπλώνεται σαν αρρώστια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες συνιστούν ένα ιμπεριαλιστικό, μιλιταριστικό και θεοκρατικό καθεστώς. Όσο για μένα, θα ήμουν μια άλλη αν δεν είχα ζήσει μέσα στο ροκ εντ ρολ και αν δεν είχα περάσει μέρες, εβδομάδες, μήνες και χρόνια στη Νέα Υόρκη, στους αμερικανικούς δρόμους, στο Ντητρόιτ και στην ακτή του Ειρηνικού. Θα ήμουν μια άλλη αν δεν μιλούσα αγγλικά προτού μάθω ελληνικά. Η αγγλική γλώσσα είναι ένα από τα μεγαλύτερα πολιτισμικά θαύματα όλων των εποχών. Ο αμερικανικός ουρανοξύστης: ένα από τα σύμβολα της ανθρώπινης φιλοδοξίας. Η αμερικανική Νέα Αριστερά: το πιο προηγμένο πολιτικό ρεύμα του 20ού αιώνα. Παρ’ όλ’ αυτά, η ηλιθιότητα επικρατεί τόσο στις ΗΠΑ, όσο και στον υπόλοιπο κόσμο. We are surrounded by idiots.

Πρέπει κανείς να μπορεί να ξεχωρίζει τον πολιτισμό από τα σκουπίδια του.

Ο θάνατος αναβάλλεται συνεχώς. Ο άνθρωπος πρέπει να επιλέγει πότε θα πεθάνει. Ο αξιοπρεπής τρόπος εξόδου είναι η αυτοκτονία.

Τα βιβλία που δεν έχουν γραφεί ακόμα είναι τα καλύτερα. Εξάλλου, δεν υπάρχει αρκετός χρόνος.

Η Σώτη έχει χάσει το επώνυμό της. Ευτυχώς: δεν θέλει να ανήκει σε καμιά οικογένεια, πατριά ή σόι.

Οι αναγνώστες της είναι άνθρωποι πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους. Συχνά λέω: ανατρέξτε στους συγγραφείς που, όταν τους διαβάζω, νιώθω θλιβερά ασήμαντη και την ίδια στιγμή χαίρομαι διότι υπάρχουν. Ανατρέξτε σ’ αυτούς που δεν θα φτάσω ούτε στο μικρό τους δακτυλάκι.

ΑΛΕΞΗς ΣΤΑΜΑΤΗς έφα…

Στον Αλέξη Σταμάτη δόθηκαν οι χρωματισμένες λέξεις και του ζητήθηκε, ελεύθερα και συνειρμικά, να τις ακολουθήσει… Χωρίς επαγγελματισμούς, ακαδημαϊσμούς, με μόνο προαπαιτούμενο την γραφή του, το ένστικτό του… Άλλωστε, εκεί δεν κρύβεται η αλήθεια ενός ανθρώπου; Ή ΚΑΙ εκεί…

Κομμάτια και θρύψαλα είναι το υλικό. Μνήμες, λησμονημένες εικόνες – μια σκηνή, επτά χρονών στη Ρόδο στα γυρίσματα μιας ταινίας, ένα καυτερό μεσημέρι σ’ ένα φέρι μπόουτ, ένα ποίημα ν’ απλώνει, να «παθαίνει» πλοκή μια μεθυσμένη κουβέντα ενός φίλου: «να σου χαρίσω μια λέξη;», μια παράσταση χοροθεάτρου του Κωνσταντίνου Ρήγου∙ ο χορευτής να βάζει τη μάσκα του Μινώταυρου, μια πεταμένη πολαρόιντ τριακονταετίας. Από τέτοια κομμάτια φτιάχνονται τα βιβλία.

 

Η λογοτεχνία είναι μοναχικός Πόθος, μοναχικό πάθος. Γιατί δεν μπορεί ένας άνθρωπος να κάθεται ήσυχα σ’ ένα δωμάτιο; (Πασκάλ) Γιατί ακόμα κι αν βλέπεις όλη μέρα μπροστά σου γεράνια και καλλιστήμονες στη βεράντα, αυτή τη μοναξιά θες να την κανείς ταξίδι, γιατί αυτή η ανάγκη για την άλλη «πλευρά», για τα «άλλα μάτια», σε κάνει, μέσα από τη ονειρική μηχανική της πραγματικότητας, να νιώθεις καρχαρίες στο δωμάτιο και να γραφείς, Έλληνας εσύ, στο διαμέρισμα της Θεολόγου για την Νέα Υόρκη.

 

«Ελληνική» φούγκα; Μα η «Φούγκα» είναι ελληνική, έστω κι αν εκτυλίσσεται στην Αμερική. Έλληνας ο ήρωας, Έλληνας ο συγγραφέας. Έμπνευση από το ταξίδι στην Αμερική, έμπνευση από το ταξίδι στην Αμοργό – έγινε δεν έγινε – έμπνευση και από το ταξίδι στην παιδική ηλικία. Ποιος θα μας λογοκρίνει την αφορμή; Τα «ντουλαπάκια» στην τέχνη αφορούν εκείνους που τα ’χουν στο μυαλό. Η προοικονομία στη λογοτεχνία φορά στην πλοκή όχι στο σχεδιασμό. Δεν γίνεται τέχνη με προγραμματικές δηλώσεις και οικονομικό – κοινωνική έρευνα. Άφησε που το έθνος δεν είναι μονό χωροταξική έννοια…

Αστείο λοιπόν να «κατηγορούνται» Έλληνες συγγραφείς ότι «αμολάνε» τους ήρωές τους στο εξωτερικό. Το θέμα είναι το βιβλίο να μιλάει. Κι ένα καλό βιβλίο μπορεί να μιλάει μέσα από το χωριό της επαρχίας, αλλά και μέσα από το υπερατλαντικό (αλλά και, γιατί όχι, και το διαγαλαξιακό) ταξίδι.

Ακόμα δεν έχω γράψει κάτι για το Λονδίνο, πόλη που σπούδασα, στα καλύτερά της, λίγο μετά το πανκ. Πόλη που καταβυθίστηκα σε μια δεκαετή περιπέτεια στην «άλλη όχθη». Πόλη που ξαναβρήκα αλλιώτικη. Όπως αλλιώτικη είναι κι η Αθήνα πια.

Υπάρχουν πράγματα εδώ που αγαπώ και άλλα που με λυπούν, που με γεμίζουν αποστροφή.

Αποστροφή; Πολύ σκληρό. Όχι – όπως είπα- λύπη. Λύπη για κάποιες εικόνες, αισθήσεις, καταστάσεις που χαθήκαν ανεπιστρεπτί, λύπη για φίλους που άλλαξαν, λύπη για μια δεκαετία πεταμένη στα σκουπίδια.

Αυτές τις ανακλήσεις όμως προσπαθώ να τις κόψω μαχαίρι. Μαχαίρι, πιστόλι, θηλιά. Εργαλεία θανάτου. Εργαλείο. Διαμεσολάβηση δράσης. Δράση. Ανάδραση. Έρωτας. Μνήμη, μίλα.

Θα θυμάμαι, πάντοτε το Δεκέμβριο του τέσσερα. Και κάποιους κόκκους καφέ. Ιδού το εργαλείο. Η ανάκληση, η ζωή, η αγάπη.

Η Λύτρωση.

Αλέξης έφα.

ΛΕΝΑ ΔΙΒΑΝΗ – και η παρέα του Μπρετόν

Πώς;
όπως σου κατέβει στο κεφάλι, προχωρώντας μπροστά, χωρίς πολλή σκέψη, η πολλή σκέψη είναι βαρίδι, σε κρατάει πίσω μέχρι να σαπίσει ο αρχικός έρωτας, η παρόρμηση. Με ενθουσιασμό λοιπόν, σαν να μην ξέρεις πως όλα τελειώνουν, αγνοώντας πανηγυρικά την ντροπή της εντροπίας, για να προλάβεις να χαρείς τα χαμόγελα πριν μεταλλαγούν σε μορφασμούς και τα χάδια πριν διαστραφούν σε χαστούκια.
Πάθος;
Φυσικά πάθος, αυτή την κλωτσιά στον νωθρό πισινό της ύπαρξής μας, αυτόν τον προδότη τιμάω. Γιατί προδότη; Γιατί όταν ρίχνει τον φακό πάνω σου δεν γίνεται να κρύψεις τίποτα. Και το μεγαλείο και την αθλιότητά σου. Το ένδυμα του πάθους είναι η γύμνια- κόκκινη ή μαύρη, του έρωτα ή του θανάτου.
Αλήθεια;
Μα δεν υπάρχει αλήθεια στ΄ αλήθεια. Αλήθεια βαφτίζουμε την ορθολογικοποιημένη υποκειμενικότητά μας. Οπότε ας το δεχτούμε επιτέλους. Μήπως, λέω, μήπως μπορέσουμε να ακούσουμε αυτό που προσπαθεί να ψελλίσει τόση ώρα ο διπλανός μας…
Φόβος;
Εννοείται. Φόβος. Φόβος να πλησιάσουμε πολύ τη φωτιά, μήπως καούμε. Φόβος να απομακρυνθούμε πολύ, μήπως παγώσουμε. Φόβος μήπως πεθάνουμε αν… οπότε δεν… κι έτσι πεθαίνουμε ούτως ή άλλως…
Εσύ;
Εγώ. Η φυλακή μου. Εγώ. Το βασίλειο μου. Εγώ η φυλακή σας. Εγώ το βασίλειο σας.
Μυρωδιά;
Α, ναι, η μυρωδιά… Κάποτε ένα βράδυ μια μυρωδιά μ΄ έκανε να βαδίσω χιλιόμετρα να πάω να συναντήσω κάποιον. Δεν τον αγαπούσα πια. Αγαπούσα μόνο την ανάμνηση του. Που μύριζε έτσι.
Θυμός;
Ο εχθρός μου. Θυμώνω πολύ -το σιχαίνομαι αυτό. Γιατί χάνω το φως μου, όλο το φως που μάζεψα την άνοιξη για τις παγωμένες νύχτες του χειμώνα. Γίνομαι κεραυνός που τα καίει όλα. Χωρίς διάκριση. Κι άντε μετά να ξαναφυτρώσει το χαμομήλι στο ρημαδοχώραφο…
Αναμνήσεις;
Σιχαίνομαι τη λέξη. Την προσπερνάω.
Γυναίκα;
Φυλακισμένη σε σουσούμια και μπουκαλάκια, σε περιοδικά με συμβουλές “Πώς να καταστρέψετε την ίδια σας τη ζωή χωρίς να το καταλάβετε ούτε εσείς η ίδια. Πώς να γίνετε το κοστούμι του εαυτού σας” (ψηλό, ξανθό με μες, και killer body).
Τέλος;
Μερικές φορές ανακούφιση. Αυτό είναι το τέλος λοιπόν; Και γιατί κάνουμε τόση φασαρία για να το αποφύγουμε; Αφού κανένα τέλος δεν έρχεται με άδεια χέρια…

Αύγουστος Κορτώ: Φυγή Ιδεών ή Απεραντολογία

[ο Αύγουστος Κορτώ, συγγραφέας του “Δαιμονιστή”, απαντά στις -σχεδόν ανύπαρκτες- ερωτήσεις μου…]
ένας γόνιμος μονόλογος
(υπό μορφήν διαλόγου
)
γιατί;;; Γιατί, γιατί… γιατί κλάνει το γατί, Δημήτρη. Γιατί έτσι είναι η φύση του ανθρώπου, Δημήτρη (δηλαδή η δική μου, κι άρα όλων των άλλων): να λέει, να διαβάζει, να γράφει. Αλλά και γιατί έχουμε το προνόμιο, Δημήτρη. Γιατί δεν μοχθούμε χειρωνακτικά (τουλάχιστον όχι εγώ). Γιατί ο Αλκιβιάδης (ο αρχαίος) ήτο παίδαρος ξεγυρισμένος (γνωστός και ως ξερολούκουμο) και γιατί ο Προύστ με τη μουστάκα τάπωνε τη χαμοκέλα του (πρώτο όροφο, Παρισινό μπον φιλέ) με φελλό για να μην του’ρθει συφόρεση αλλεργική. Και γιατί, τέλος, σ’εκείνη τη φωτογραφία που’δα πάλι προχτές και λαχτάρησα, που τράβηξε αυτός που ξεχνάω πώς τον λέγανε (ο Χρυσοχέρης, που πόθανε με την μπουκάλα;) τα ολόγδυμνα καπούλια της Σιμόν ντε Μποβουάρ έχουν μια τέτοια μοναξιά (και κυτταρίτιδα) που’ναι σαν να ζητούνε τη φωνή μου. πώς;;; Στην τέχνη, Δημήτρη, κανείς δεν ξέρει το πώς – εκτός από μένα. Ιδού λοιπόν πώς: έχεις απ’τη μια το ιερό χρέος απέναντι στ’αθάνατα αριστουργήματα (που ανατοκίζεται συνέχεια, σαν καταναλωτικό δάνειο ένα πράμα), κι από την άλλη το ταλέντο, που κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς είναι (σαν το μεταμοντέρνο μια κατάσταση), κι αυτά τα δύο, όταν φουρταλιάσουν με καταλύτη την Μούσα (την όποια μούσα πλην της Ουρανίας, που’κανε αστρονομίες και τέτοια ξενέρωτα και δεν έχει σχέση με την καλλιτεγνία), το’χεις το δημιούργημα έτοιμο, λιμπιστερό, χάρμα οφθαλμών Δημήτρη. ναι;;; Ναι στην τόλμη. Ναι στο ξεγύμνωμα. Ναι στο – αλλά νομίζω η ερώτηση είναι πιο γενικόλογη, συγγνώμη, παρασύρθηκα. Οπότε στην ερώτησή σου θα απαντήσω λέγοντας «ίσως» (γιατί όποιος λέει κατ’ευθείαν «ναι» είναι άνθρωπος λυσσασμένος και φτού του). λες;;; Δεν κάνω και τίποτ’άλλο. Αν δεν ήμουν και ψευδός, που από συστολή (λέμε τώρα) είμαι καμιά φορά λιγόλογος (ξαναλέμε τώρα), θα είχα πάει από ξηροστομία. τι;;; Κατ’αρχάς δε λέμε «τι;» σαν τσέλιγκες ο ένας στον άλλο απ’αντικρυνά κορφοβούνια. Λέμε «ορίστε;» ή «χίλια συγγνώμη, επαναλαμβάνετε;» Αλλά εννοιολογικά, «τι θες να πεις» δηλαδή, δεν ξέρω να σου απαντήσω. Ιστορίες (όχι, δεν ακούγεται ωραίο, σκέτο «ιστορίες». «Μυθιστορίες»; Όχι, κι αυτή μαλακία λέξη είναι). Το βρήκα: θέλω να λέω τραγούδια της ψυχής (εμετικό στη διατύπωση, αλλά πολύ κοντά στην α-λήθεια, που είναι άλλο απ’την αλήθεια χωρίς παύλα, γιατί μέχρι να πεις το «-λήθεια», προλαβαίνεις να σκεφτείς ένα πιο πειστικό ψέμα και λες το ψέμα κι ησυχάζεις). εσύ;;; Πάντα εγώ. Παντού εγώ. Σ’όλους τους χαρακτήρες μου, αλλά και στους χαρακτήρες των άλλων. Έχω πρωταγωνιστήσει ερήμην των δημιουργών τους σε όλα τ’αγαπημένα μου βιβλία, έχω παίξει σε όλες τις αγαπημένες μου ταινίες, κι έχω συνθέσει όλες τις αγαπημένες μου μουσικές. Κι επιπλέον, έχω μεν μονάχα δύο ονόματα (και το ένα, φεύ, πραγματικό), αλλά κι ο Πεσσόα που’χε εβδομήντα τόσα (στα αγγλικά αυτό λέγεται ‘a psychiatrist’s field day’) είναι που δεν είχε βρει ένα και καλό και τον έτρωγε η αναποφασιστικότητα (ενώ κανονικά στο ‘Άλβαρο ντε Κάμπος’ έπρεπε να πει το μπάστα, καθ’όσον αυτό δεν είναι όνομα, είναι η καύλα προσωποποιημένη). πού;;; Στα Εξάρχεια. Πάντα. Ή – αν μιλάμε για το πού βρίσκεται η ψυχή μου, όταν «δημιουργώ» – πάλι στα Εξάρχεια. (Στο υπερπέραν βρίσκεται μόνον το αστρικό μου σώμα΄ το οποίο αστρικό σώμα κάνει συχνές στάσεις και στο Βερολίνο, γιατί τα τζιν τόνικ κάνουν τριάμισι ευρώ και μιλάμε για τζιν τόνικ σε κάτι ποτήρες σα στέρνες). πότε;;; Συνέχεια, αν δεν πεθάνω στον ανθό μου. Που δεν το πιστεύω. Θέλω να ελπίζω ότι σε μερικά χρόνια θα πουλάν καρδιές (όχι σαν το άζμα του Μητροπάνου, αλλά κλωνοποιημένες, τζιτζί για μεταμόσχευση, και ποιος τον γαμεί τον κλώνο μου τον αγέννητο. Επίσης θα χρειαστώ και πνευμόνια, ήπαρ, πάγκρεας, ίσως κανά νεφρό, και το κολλαγόνο του κλώνου που τί θα το κάνει έτσι κι αλλιώς, στο μνήμα θα το πάρει;) εγώ;;; Αν αφαιρέσεις τα ερωτηματικά, είναι η αγαπημένη μου λέξη. Εγώ… το λες και γεμίζει ο στόμας. (Και ριμάρει και με το ‘Κορτώ’, που είναι οπωσδήποτε πράγμα σημαδιακό). τέλος;;; Ποτέ. Δεν το δέχομαι. Η ζωή, η δημιουργία (ή η δημιουργία της ζωής, ή η ζωή μες στη δημιουργία, κ.ο.κ.) δε γίνεται να σταματήσουν. Τα δικά μου ιδίως, με τίποτα. Είπαμε: θα τεκνοποιήσω, θα κλωνοποιηθώ, θα γίνω πάτσγουορκ, εν ανάγκη θα πολεμήσω στους πολέμους που θα γίνονται για το νερό (με τα στρατεύματα του Evian), άμα ανέβει η στάθμη των υδάτων και τον πιεί η Μεσόγειος θα σκαρφαλώσω στο Νεπάλ σαν το γκνού, κι άμα πέσει μετεωρίτης και πεθάνουν ζώα, φυτά και σούπερ μάρκετ θα μυηθώ πάραυτα στην ανθρωποφαγία. Γιατί ο θάνατος είναι αυτό που συμβαίνει στους άλλους. Μόνο.

συνέντευξη με τη Λώρη Κέζα ή το αίνιγμα της Σφίγγας

Ένα ερωτηματολόγιο φτιαγμένο αποκλειστικά για την κ. Κέζα, τη δημοσιογράφο των “βιβλίων” του Βήματος και εκδότρια του λογοτεχνικού περιοδικού “να ένα μήλο1. Σε ένα καφενείο των Εξαρχείων είναι μαζεμένοι ο Προυστ, ο Κάρβερ, ο Κούντερα, η Άτγουντ και η Πλαθ. Τηλεφωνούν στη Λώρη, ο καθένας ξεχωριστά και κρυφά από τον άλλον, και την καλούν να έρθει. Αυτή απαντά στον/στην

Προυστ: να καθήσουμε στον ίσκιο των ανθισμένων δέντρων
Κάρβερ: πικρό τον πίνεις;
Κούντερα: να φύγουμε με την άμαξα, όχι με τη μηχανή
Άτγουντ: κανά νέο από την πατρίδα;
Πλαθ: να φέρω το παιδί; δεν θέλω να το αφήσω μόνο του

2. Ήρθε η στιγμή της συντέλειας του κόσμου και μαζί της η ερώτηση από τον Υπεύθυνο Βιβλίων του Θεού: “Τι έκανες, Λώρη μου, εσύ μέχρι τώρα για τα βιβλία;” Και η Λώρη απαντά:

Τα αγάπησα

3. Ακούγονται φωνές απ’ το δρόμο. Είναι πρωί, πολύ πρωί, μετά από τρία απανωτά hang-over η Λώρη ξυπνά και βγαίνει στο μπαλκόνι. Ξαφνικά συνειδητοποιεί ότι στον πρώτο μετακομίζουν όλοι οι συνεργάτες του “να ένα μήλο”. Η Λώρη κατεβαίνει αναμαλλιασμένη κάτω και τους λέει:

Ααα, τι σύμπτωση. Κι εγώ μετακομίζω σήμερα.

4. Το τελευταίο τεύχος του “να ένα μήλο” πουλά 50.000 αντίτυπα. Η Λώρη σκέφτεται μόνη στο γραφείο της:Γιατί χάσαμε τους μισούς αναγνώστες;

5. Χτυπά το τηλέφωνο και ανακοινώνεται στη Λώρη ότι έχει κερδίσει μία προπληρωμένη golden card με απεριόριστο όριο σπατάλης για 2 ώρες που μπορεί να το χρησιμοποιήσει μόνο σχετικά με το “να ένα μήλο”. Αυτή αντιδρά ως εξής:
Κλαίω που δεν μπορώ να τα ξοδέψω για πάρτη μου.

6. Κάπου στο Κολωνάκι, πετάγεται η Σφίγγα από μια γωνιά και είναι έτοιμη να αμολήσει το αίνιγμά της στη Λώρη. Πριν προλάβει να αρθρώσει λέξη η Σφίγγα, η Λώρη της αντιτείνει:

Πού κουρεύεσαι;

7. Η Αθήνα μέρες του δεκαπενταύγουστου. Ζέστη της κολάσεως, κανείς ένα-γύρω εδώ και μέρες, ξαφνικά χτυπά το τηλέφωνο και η Λώρη τρέχει να απαντήσει ευχόμενη εν τω μεταξύ να ακούσει:

Πάμε για μπάνιο;

8. Οικονομικό κραχ στο χώρο του βιβλίου στην Ελλάδα. Τα πάντα καταρρέουν, τα έντυπα του βιβλίου και οι εκδοτικοί οίκοι κλείνουν και σταματούν να κυκλοφορούν το οτιδήποτε. Η στιγμή της μεγάλης απόφασης για τη Λώρη ήρθε και είναι:

Διαλέγω πιο φτηνό χαρτί (αυτό είναι εφιάλτης)

9. Και κάτι καθημερινό, κλισέ, όσο και αναγκαίο: Τι θα διαβάσει η Λώρη τώρα το καλοκαίρι;

Σίγουρα αρκετά αστυνομικά.

10. Λίγα λεπτά μετά το πέρας αυτής της συνέντευξης, το πρώτο πράγμα που η Λώρη σκέφτεται και θέλει εκτός ερώτησης να πει, είναι:

Καλά είναι τρελή η διαιτολόγος; Τρώγεται το κοτόπουλο με γιαούρτι;

χωρίσεμεις

Γιατί πώς αλλιώς, αφού φοβήθηκε ο πόνος να ξεσπάσει και έβαλε ασπίδα στο πρόσωπο τα χέρια. Γιατί έπαψες να με ρωτάς; Τώρα κατάντησα να μη θυμάμαι την απάντηση και σε λίγο δε θα την ήξερα ποτέ. Πάνω από το φαροφύλακα κρέμεται ακόμα εκείνο το κοπίδι, κι εκείνη η αράχνη που ζούσε μέσα στην τσέπη του, έγινε ρολόι και του θυμίζει τη θάλασσα χωρίς εμάς. Χωρίς εμάς κι εμείς χωρίς εμείς, χωρίσεμεις, χωρίσαμε, χωρίσεμας, χώρισέ μας.Παραληρηματικές ονειρώξεις κι οι φύλακες του δέρματος, οι θύλακες έπρεπε να πω;, ανοίγουν τόσο που να ξαναχωρέσουν το μαύρισμα που έκανες κάτω από τη λάμπα που βλέπαμε τα γράμματα του παιδιού που βγήκε από σένα και, ω της συμπτώσεως, ήταν και δικό μου. Κι ο έρμος ο Ερμής, μικρούλα μου, γελά γιατί ξέρει να μετρά τις γέννες με τα φτυάρια και τις αξίνες που κρατά στα χέρια της η ερωμένη τού Άδη. Άδης. Άδειος. Ναι! Υπάρχει ο Άδης χωρίς να χρειάζεται να τον φιλά αυτή η πόρνη θεΐνα. Μην αναρωτιέσαι πού γέννησες απόψε.

Τα ξέρω όλα χωρίς να με ρωτά κανείς, μιας και η αλητεία των θεών ξέρει τι έμεινε κανείς να ξέρει χωρίς να τον ρωτούν. Χωρίς να τον ρωτούν τι πρέπει να θυμάται. Κι εγώ από ’δω και πέρα θα υπακούσω πιστά στο παιχνίδι τους, αφού ένα παιδί γεννήθηκε κι εγώ συμπίπτω με την ώρα. Τέλος για τους σταυρούς, τέρμα οι αντιπαροχές των αμαρτιών που έχτιζαν οι άγγελοι παραδείσους χωρίς θεούς, αφού οι θεοί, αγράμματοι, δεν έχουν ποιον να τους σχωρέσει. Χαρούμενες στρατιές ερωτευμένων χοροπηδούν πάνω στα αντικείμενα του έρωτά τους. Κι εσύ από εκεί που συνεχίζεις να γεννάς και να γεννάς και να γεννάς, άμορφή μου, κι εγώ -λυτρωμένος πια από συμπτώσεις- βάλλω εναντίον αυτών που περίμεναν τον έρωτα και ο ηλίθιος ήρθε. Ήρθε ο απατεώνας και ήταν όπως τον περίμεναν. Καμμιά έκπληξη. Καμμιά κατάρα. Όλα όμορφα κι ωραία. Μιμήσεις πράξεων σπουδαίων και τελείων δε θέλατε; πάρτε τώρα να ’χετε μια ακόμα ζωή ίδια μ’ αυτή που ζείτε.

Ηδονισμός και σταυροκόπημα με χέρια γεμάτα τέλος. Με πονούν οι συμπτώσεις. Με πονούν οι συμπτώσεις, μάζα μου. Αποδείξεις μιας ζωής που χώθηκε και σκεπάστηκε για πάντα σε μια άμμο ακίνητη.

Ας ήταν τουλάχιστον κινούμενη να παίρναμε και κανέναν άλλον μαζί μας. Έστω και δια της βίας.