το παρτάλι – θεόδωρος γρηγοριάδης

Ακόμα ένα παλαιότερο βιβλίο. Είναι καλή η εποχή να επιστρέφει κανείς σε διαβάσματα του παρελθόντος. Το “Παρτάλι” είναι ένα βιβλίο που ο Θόδωρος Γρηγοριάδης, επιτέλους, μετά από χιλιάδες σελίδων, επιστρέφει σε ένα αστικό κέντρο, τη Θεσσαλονίκη.

Η Θεσσαλονίκη. Λίγο μετά την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών, τότε που η διανοήση προσπαθεί να ανασυνταχθεί με πρωτοπόρους τους φοιτητές. Στη Θεσσαλονίκη, κάτι αρχίζει να κινείται στο background του βιβλίου, κάτι αρχίζει να μυρίζει πρωτοπορία. Επτά χρόνια ήταν αρκετά. Ήρθε η ώρα της αντίστασης στη νέα, κεκαλυμμένη καταπίεση’ οι καλλιτέχνες και οι διανοούμενοι αρχίζουν να ξυπνούν από το λήθαργο, θαρρείς, αιώνων. Αλλά αυτό είναι ό,τι συνυπάρχει βοηθητικά στο μυθιστόρημα αυτό.

Αλλού είναι το ζουμί του κειμένου.

Ο Γρηγοριάδης, πιστός οπαδός του μεταμοντερνισμού, άξιο παιδί του Joyce και της αγγλοσαξωνικής λογοτεχνίας, και -γιατί όχι;- του Κάφκα σε τούτο τουλάχιστον το βιβλίο, επεξεργάζεται και κομματιάζει εις τα εξ ων συνετέθησαν τις καλύτερες στιγμές του νέου ρεύματος που η λογοτεχνική παραγωγή έχει πια ανάγκη. Μορφολογικά και αισθητικά, για να ξεκινήσει κανείς να απαριθμεί τα πλεονεκτήματά του, το “Παρτάλι” ως σχήμα και “πράγμα” είναι έτοιμο να σου μιλήσει, αν όχι να σε κατακτήσει, κάτι που το χρειάζεσαι έτσι κι αλλιώς… Πάνω απ’ όλα, κατακτά τον αναγνώστη ο πίνακας του εξωφύλλου (του εξαιρετικού Αλέξη Βερούκα) που δεν ξαφνιάζει απλώς, αλλά οδηγεί τη φαντασία στο ένδον μιας Άλλης ύπαρξης που ούτε καν υποψιαστήκαμε ποτέ ότι ενυπάρχει μέσα μας, στον ίδιο μας τον εαυτό. Εδώ, στο εξώφυλλο, ξεκινά όλη η ιστορία.

Θεσσαλονίκη. ‘Ενα αινιγματικά γοητευτικό πλάσμα, με παλιομοδίτικα φορέματα, περιφέρεται στα στενά του Βαρδαρίου.

«Παρτάλι», τον φωνάζουν. Ποιος είναι; Τι ψάχνει; Από πού έρχεται; Ποιο είναι το παρελθόν του; Κανείς δεν ξέρει κι όλοι θέλουν να μάθουν Πανεπιστήμιο. Ο Μανουήλ και ο Μάικ, φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής, σαγηνευμένοι, εισβάλλουν ριψοκίνδυνα στη ζωή του…

Ερμηνεύουν με τον τρόπο τους την περιπέτειά του, μάλιστα κάποιοι τον υποδύονται. Στην πραγματικότητα όμως, το Παρτάλι είναι εκείνο που εισβάλλει στη ζωή των άλλων και τους κατακτάει.

Η παγίδα έχει ήδη στηθεί… Τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνειαι. Το Παρτάλι δεν είναι απλώς το «κοριτσάκι» της Κατοχής. Δεν είναι καν η σκοτεινή και διφορούμενη προσωπικότητα της Νέας Υόρκης. Κρύβει πολλά ακόμη μυστικά στους ξεφλουδισμένους τοίχους του ξενοδοχείου “Λιμάνι”.

Η κάθαρση θ’ αργήσει, αλλά θα είναι καθοριστική. Μαζί με τα πραγματικά γεγονότα, η αλήθεια θα βγει στο φως, τα φορέματα θα γλιστρήσουν στο πάτωμα και τα σκηνικά θα πεταχτούν.

Το “Παρτάλι” είναι ένα βιβλίο συγκινητικό και ανθρώπινο, μυστηριώδες και τολμηρό, με ζωντανούς και σαν παραμυθένιους χαρακτήρες και με απρόβλεπτες καταστάσεις. Και στο φόντο η πόλη στα όρια της συντέλειας. (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Το στόρυ στο οπισθόφυλλο στερεί το ψωμί των κριτικών, απλώς γιατί μετά δεν έχεις να πεις και να προσθέσεις τίποτε άλλο, στο πλαίσιο πάντα του μέσου όρου τη κριτικής μας παραγωγής σήμερα. Είναι ίσως ό,τι καλύτερο σχετικό έχω διαβάσει. Αλλά πάντα έχεις κάτι πιο προσωπικό να πεις, όχι ως κριτικός (αλίμονο!) αλλά ως ένας κάποιος αναγνώστης. Άλλωστε, η υποκειμενικότητα κάποτε θα νικήσει…

Η παρενδυσία ως κατάδυση στον Άλλον. Παλιά ιστορία. Ταχτσής, ο πρώτος διδάξας του Άλλου, ως “παρένδυσης” του Εγώ. Υπάρχει και συνέχεια. Το “Παρτάλι” δεν είναι μόνο η αποσάρθρωση του Εγώ στο βωμό του Άλλου. Είναι το ίδιο το Εγώ ως Άλλο, είναι η επιθετική ερωτική σχέση του Εγώ με ένα Άλλο που δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς εμένα και τανάπαλιν.

Το “Παρτάλι”, ως βιβλίο αλλά και ως ήρωας βιβλίου, είναι -στη δική μου ανάγνωση- η περίτρανη απόδειξη ότι τίποτα δεν είναι προφανές, τίποτα δεν κατακτάται χωρίς τη συγκατάθεση του κατακτώμενου, τίποτα δεν τελειώνεται χωρίς να βρεθεί ο έσχατος μυχός της ύπαρξής μας στο φως και στις αλήθειες. Κομμάτιασμα απ’ το Εγώ και επανασυγκόλληση στο Άλλο, πιο σταθερά και σθεναρά τη δεύτερη φορά.

Έχω την αίσθηση ότι η παρενδυσία που ο Γρηγοριάδης εισάγει και προτείνει στοχεύει στην υιοθέτηση της ιδέας ότι ο άνθρωπος υπάρχει μόνο ως συνάνθρωπος, αν βέβαια απαλλάξουμε την ίδια την ιδέα από την όποια φιλοσοφική, κοινωνιολογική ή άλλη εξωλογοτεχνική της καταγωγή. Ο Γρηγοριάδης δεν θεωρητικοποιεί, δεν φιλοσοφεί, δεν δημιουργεί ήρωες-φερέφωνα των οποιωνδήποτε ιδεών, προτιμήσεών ή επιθυμιών του.

Το “Παρτάλι” είναι το πρωθύστερο αριστούργημα του συγγραφέα, που δυστυχώς, απ’ τον επίσημο κύκλο των βιβλίων, σχεδόν κανείς δεν τόλμησε να το αναδείξει. Καταφέρνει κανείς να συναισθανθεί το τρέμουλο της γης όταν φτάσει στην τελευταία λέξη του μυθιστορήματος που “η λούγκρα γη έβγαλε βόλτα τα σωθικά της φορώντας τα πιο στραβά τακούνια”, αφού όμως έχει διαβάσει κι άλλο βιβλίο μέσα στο βιβλίο (μπίνγκο, κι άλλος πασιφανής μεταμοντερνισμός!), αφού έχει καταφέρει να ξελασπώσει από τις τύψεις για τις παραλείψεις του έναντι του Άλλου, όχι ως κυρία μιας φιλανθρωπικής ψευτοκλαψιάρικης ενώσεως, αλλά ως ένας γενναίος λαθρεπιβάτης κάποιου ονείρου που δεν του ανήκει και γι’ αυτό το απολαμβάνει.

Ο Θόδωρος Γρηγοριάδης δεν είναι απλώς ένας περίτεχνος συγγραφέας. Είναι εκείνο το χέρι, για το οποίο έχω ξαναμιλήσει, που σε παίρνει και σε στέλνει στο διάολο, έστω και δια της βίας.

Και σ’ αρέσει πολύ…

ο δαιμονιστής ή πούλα την ψυχή σου σε μένα επιτέλους


Το διάβασα σχεδόν απνευστί. Χωρίς ανάσα και χωρίς να μπορώ να πάρω τα μάτια μου από τις λέξεις του. Ο “δαιμονιστής” είναι το τελευταίο μυθιστόρημα του Αύγουστου Κορτώ, αλλά αυτό από μόνο του δε λέει τίποτα…
Η προηγούμενη εμπειρία μου με το συγγραφέα ήταν το “Βιβλίο των βίτσιων” το οποίο το θεώρησα γεμάτο κλισέ υπερβολές και εμφανείς επιρροές από έναν, ανώριμο ακόμα, Μαρκήσιο De Sad. Ας μην ξεχνάμε ότι όταν γράφτηκε αυτό το βιβλίο ο Αύγουστος ήταν μόλις 19 ετών, αν δεν πέφτω έξω. Από μόνο του έχει να πει πολλά.
Αλλά ο “δαιμονιστής” έχει να πει κι άλλα. Ανακεφαλαιώνει, κατά μία έννοια, όλα τα προηγούμενα βιβλία του και συγκεφαλαιώνει τις υπέροχες εμμονές του συγγραφέα. Γιατί όμως υπέροχες; Για τον απλό λόγο ότι είναι ένα βήμα μπροστά από το βίτσιο, το σαδισμό και, με λόγο απλό και μετρημένο, επάξια ίσταται ενώπιον των ευθυνών του σ’ ένα πλαίσιο γεμάτο γαμωσταυρίδια (δεν υπάρχει καταλληλότερη λέξη για να χρησιμοποιηθεί υπό διάφορες αναγνώσεις…).
Λίγα λόγια απ’ το οπισθόφυλλο του βιβλίου:
Δεν μπορώ να σας πω τ’ όνομά μου, γιατί δεν έχω όνομα. Είμαι γόνος μιας αρχαίας ράτσας.Είμαι δαιμονιστής. Κι αυτή είναι η ιστορία μου…
Έτσι ξεκινά η αφήγηση ενός ανθρώπου που δεν είναι ακριβώς άνθρωπος. Ενός πλάσματος που ζει με διάφορες μορφές ανάμεσά μας. Το πρόβλημα και ταυτόχρονα η κόλασή του είναι ο έρωτας.Γι’ αυτόν κλέβει, γι’ αυτόν σκοτώνει, γι’ αυτόν βυθίζεται διαρκώς στην αθλιότητα. Η ιστορία του διαβάζεται σαν άγριο θρίλερ ή σαν απίστευτο βέβηλο χρονικό. Όμως πίσω από τις συγγραφικές επινοήσεις που υποδαυλίζουν έντεχνα μιαν ατμόσφαιρα μυστηρίου, αγωνίας αλλά και απόγνωσης, O δαιμονιστής αποτιμάται πρώτιστα ως μια βαθιά στοχαστική αναζήτηση των ορίων και των διαστάσεων της ερωτικής επιθυμίας. Ως ένα βιβλίο φαντασίας που φωταγωγεί αδιάκριτα τις σκοτεινές ατραπούς της ηδονής, εκεί όπου θρυμματίζεται αλλά και ανασυντίθεται κάθε φορά η ανθρώπινη υπόσταση.
Ο Κορτώ φωνάζει και τρομάζει. Δεν ξέρω αν είναι μία προσωπικότητα με ένα βαθύ παρελθόν (είναι μόλις 28 χρόνων σήμερα) και σίγουρα δε με ενδιαφέρει από την ψυχαναλυτική άποψη, μιας και, σαρτρικός ων, θεωρώ ότι ο Freud απλώς κατέστρεψε τη λογοτεχνία και αλλοίωσε τον Εμπειρίκο, για να μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα. Ο Αύγουστος, λοιπόν, φωνάζει. Ουρλιάζει στα καθωσπρέπει αυτιά μας και μας υπενθυμίζει τις μικροαστικές μας αμαρτίες χωρίς να έχει καμμία απολύτως διάθεση να μας τις συγχωρέσει. Άλλωστε, δε φαίνεται να τον αφορά αυτό, αλλά και ούτε νοιάζεται κανείς για μια τέτοια προοπτική.
Είναι ο συγγραφέας που καταφέρνει μ’ αυτό το κείμενο να αναστηλώσει τη χαμένη τιμή της ομοειδούς λογοτεχνίας των εμμονών της καταστροφής και της παρά φύσιν απορίας μιας μικροαστικής πραγματικότητας που έχει ως γνώμονα το συνεχές άλλοθι της αδηφάγου καθημερινότητας.
Ο συγγραφέας μας βγάζει έξω από αυτήν. Τη στέλνει μεγαλειωδώς στο διάολο.
Δεν προτίθεμαι να παραθέσω αποσπάσματα, ούτε να θεωρητικοποιήσω ασύστολα. Αυτό το βιβλίο είναι μια διδακτορική διατριβή για τη σαδομαζοχιστική λογοτεχνία (σαν να τον ακούω το συγγραφέα να ηδονίζεται και να πονά ταυτόχρονα καθώς γράφει) και για την ανακύκληση μιας γραφής που τολμά να ξεγυμνώσει το ένα αντιφροϋδικό εγώ τσαλαπατώντας με λύσσα το υπερεγώ που ως τέτοιο εκμηδενίζεται και πάει… Αποχαιρετήστε το.
Μετά την τελευταία σελίδα ακούς τη φρίκη να σου σιγοτραγουδά ήχους έρωτα ακραίου κι εσύ να ιδρώνεις ακατάπαυστα νιώθοντας τη σάρκα σου να τρέμει παλεύοντας να βγει στον κόσμο.
Στην αλήθεια αυτού του γαμημένου κόσμου.

[διαβάστε επίσης
BookAttack – NuwandaΣυνέντευξη που μου παραχώρησεDiavasame NeutrinoΒιβλιοκαφέ ]