σύγχρονες ελληνίδες συγγραφείς [εισαγωγικές σκέψεις]

Σύγχρονες ελληνίδες συγγραφείς

«Γυναικεία», «έμφυλη» και «ροζ» λογοτεχνία – εισαγωγικές σκέψεις

Αντί εισαγωγής

Εκ των προτέρων αναφέρω μόνο ότι το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί απλώς ένα πλαίσιο εισαγωγικών σκέψεων, χωρίς περαιτέρω εμβαθύνσεις και αναλύσεις.

Η ιδέα γι’ αυτή τη δημοσίευση γεννήθηκε όταν, συνειδητοποιώντας τη σύγχρονη παραγωγή στον χώρο της πεζογραφίας εκ μέρους των γυναικών, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι μετά τα ονειρεμένα βιβλία της Μέλπως Αξιώτη υπάρχει εν πολλοίς ένα χάος απύθμενο στο πεδίο της δυναμικής και υψηλής λογοτεχνικής γραφής βιβλίων από γυναίκες, με εξαίρεση, κυρίως, την παρουσία της Μάρως Δούκα, της Ζυράννας Ζατέλη και της Ρέας Γαλανάκη, και σε άλλον βαθμό τής Μαργαρίτας Καραπάνου ή της Ευγενίας Φακίνου.

Το κενό ωστόσο έρχεται να καλύψει μια άτυπη ομάδα γυναικών που προκαλεί, προτείνει, παρεμβαίνει και παλεύει, όχι πάντα με τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, ν’ αλλάξει εκ θεμελίων το λογοτεχνικό τοπίο της χώρας μας. Είναι αυτή η «κάστα» ελληνίδων συγγραφέων που γράφει, διαβάζει, κονιορτοποιεί και ξαναχτίζει την παραγωγή εξαιρετικών έργων από γυναίκες προς όλους. Άρα, καταργείται το φύλο προέλευσης του/της συγγραφέα, όχι γιατί δεν έχει σημασία, αλλά γιατί δεν επιβάλλεται στο σύμπαν της αφήγησής του.

Βέβαια, ο πολυσυζητημένος όρος «έμφυλη λογοτεχνία», για να το πούμε έτσι, δεν είναι εξ αρχής αρνητικός. Όταν χρησιμοποιείται, ωστόσο, κατά τον τρόπο που βλέπουμε κάθε τόσο στην ελληνική λογοτεχνία, τότε ίσως θα πρέπει να κοιτάξουμε και λίγο το κοινωνιολογικό υπόβαθρο ή το ευρύτερο πλαίσιο όλων αυτών των φαινομένων. Όσο για τη λεγόμενη «γυναικεία λογοτεχνία», μάλλον μιλούμε περί αφηγηματικής τεχνικής, παρά περί τέχνης καθαυτήν.

Οι συγγραφείς

Έχει γίνει πολύ μεγάλη κουβέντα σχετικά με τη λογοτεχνική παραγωγή εκ μέρους των γυναικών. Αν ρίξει κανείς έστω και μια μικρή ματιά στις λίστες με τα ευπώλητα βιβλία, θα αντιληφθεί αυτόχρημα τι βιβλία διαβάζουν οι περισσότεροι Έλληνες και οι Ελληνίδες. Αν βέβαια λάβουμε υπ’ όψιν μας την απόλυτη κυριαρχία της τηλεόρασης, με τα μεσημεριανά, τις σαχλές τηλεοπτικές σειρές και τα ριάλιτι σόου, δεν θα μας φανεί και τόσο απρόσμενο το γεγονός των αναγνωστικών προτιμήσεων των συμπατριωτών μας.

Έτσι λοιπόν, τα βιβλία που κυριαρχούν σήμερα στην αγορά αποτελούν απότοκα μιας παρωχημένης, αν όχι υπερβολικά κιτς, τηλεόρασης. Μ’ αυτό κατά νου, κάποιοι εκδότες, καθώς και πολλές συγγραφείς, έχουν καταφέρει να κατακλύσουν την αγορά για την οποία κάνουμε λόγο.

Θα αποπειραθώ να κατηγοριοποιήσω κάποιες, όλες θα ήταν αδύνατον εν προκειμένω, σημαντικές νεοελληνίδες συγγραφείς, περί ων βέβαια ο λόγος, σε τέσσερις ενδεικτικές κατηγορίες (σε παρένθεση τίθενται τα τελευταία βιβλία της καθεμιάς συγγραφέως):

1) Οι Μοντέρνες: Εδώ εντάσσονται αναμφισβήτητα η Σώτη Τριανταφύλλου («Ο χρόνος πάλι», εκδ. Πατάκη), η Μαρία Μήτσορα («Με λένε λέξη», εκδ. Πατάκη), η Μαριάννα Κορομηλά («Η Μαρία των Μογγόλων», εκδ. Πατάκη), η Ασημένια Σαράφη («Φεγγαράδα στο δέρμα», εκδ. Πατάκη) και η Βασιλική Ηλιοπούλου («Σμιθ», εκδ. Πόλις) έχοντας δώσει σημαντικά γραπτά κείμενα με τεράστιο βεληνεκές και άλλο τόσο μεγάλο βάθος.

2) Οι Μεταμοντέρνες: Ο κατάλογος είναι κατά τι μακρύτερος αλλά εκ των ων ουκ άνευ πολιτογραφούνται η Ιωάννα Μπουραζοπούλου («Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;», εκδ. Καστανιώτη – Athens Prize for Literature 2007), η Αργυρώ Μαντόγλου («Όλα στο μηδέν», εκδ. Ελληνικά Γράμματα), η Άντζελα Δημητρακάκη («Μέσα σ’ ένα κορίτσι σαν κι εσένα», εκδ. Εστία), η Δήμητρα Κολλιάκου («Θερμοκρασία δωματίου», εκδ. Πατάκη – Athens Prize for Literature 2006, η «Η ασθένεια των βουνών», εκδ. Πατάκη), η Κατερίνα Χρυσανθοπούλου («Το κινέζικο δωμάτιο», εκδ. Τόπος) και η Ελένη Γιαννακάκη («Τα χερουβείμ στη μοκέτα», εκδ. Εστία). Πανέμορφος σωρός από κείμενα και αφηγήσεις που ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος σε μια πρόκληση που τον βρίσκει προ τετελεσμένου και που αποφασίζει να βουτήξει με μιαν ανάσα στο σύμπαν τους.

3) Οι Σύγχρονες: Εδώ εντάσσονται ανυπερθέτως η Μαρία Κουγιουμτζή («Άγριο βελούδο», εκδ. Καστανιώτη), η Λένα Διβάνη («Τι θα γίνω άμα δεν μεγαλώσω», εκδ. Καστανιώτη), η Έρση Σωτηροπούλου («Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές», εκδ. Κέδρος), η Λίλυ Εξαρχοπούλου («Μια αγάπη σαν Κέρκυρα», εκδ. Κέδρος), η Μαρία Γαβαλά («Τα κορίτσια της πλατείας», εκδ. Πόλις), η Εύη Λαμπροπούλου («Όλα τα μήλα – lust story», εκδ. Κέδρος), η Εύα Στάμου («Μεσημβρινές συνευρέσεις», εκδ. Μελάνι), η Έλενα Μαρούτσου («Μεταξύ συρμού και αποβάθρας», εκδ. Καστανιώτη – Athens Prize for Literature 2008) και η Σοφία Νικολαΐδου («Ο μωβ μαέστρος», εκδ. Κέδρος). Γεμάτες φωνές αστείρευτης εκφραστικής ατμόσφαιρας, με στοιχεία αυτοαναφορικότητας που δεν προσβάλλουν και δεν υποτιμούν τη νοημοσύνη του αναγνώστη.

4) Οι Καινούργιες και Υποσχόμενες: Ενδιαφέροντα δείγματα γραφής έχουν δώσει οι πρωτοεμφανιζόμενες Σταυρούλα Σκαλίδη («Προδοσία και εγκατάλειψη», εκδ. Πόλις), Μαρία Μαρκουλή («Ντράιβ Ιν», εκδ. Κέδρος), Λένα Κιτσοπούλου («Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.», εκδ. Κέδρος), Μαρία Σούμπερτ («Η Ρόζα στη μέση», εκδ. Μελάνι), Ντορίνα Παπαλιού («Γκάτερ», εκδ. Κέδρος), Κάλλια Παπαδάκη («Ο ήχος του ακάλυπτου», εκδ. Πόλις), Στυλιάνα Γκαλινίκη («Όλα πάνε ρολόι [ή σχεδόν]», εκδ. Μελάνι) και Μαρία Φακίνου («Το καπρίτσιο της κυρίας Ν.», εκδ. Καστανιώτη), με μια γραφή που υπερπηδά τον μέσο όρο της σύγχρονης παραγωγής εκ μέρους των γυναικών και προχωρά πέρα απ’ την πασίγνωστη γκρίνια (με ή χωρίς εισαγωγικά) που χαρακτηρίζει διάφορες συναδέλφους τους.

Και τελικά τι;

Το ζήτημα της σύγχρονης γυναικείας λογοτεχνικής παραγωγής… καίει τους αναγνώστες που αναζητούν νέα γραφή, χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς προαπαιτούμενα και κυρίως χωρίς χιλιοειπωμένα κλισέ (κάτι που δεν αποφεύγεται πάντοτε, για να ’μαστε και ακριβοδίκαιοι) που απλώς αναπαράγουν τη θέσμιση μιας ερωτικής, αναδρομικής ή έναντι, καρικατούρας.

Όταν η αυτοκαταστροφικότητα (από πλευράς προϋποθέσεων που γίνονται σαφείς) κάποιων –εξαιρετικών κατά τα άλλα– εκδοτών (που μοιραία οδηγεί στην αλλαγή προσανατολισμού της νεοελληνικής λογοτεχνικής παράδοσης) τοποθετεί τα ρέστα της γυναικείας παραγωγής μεταξύ αρώματος και σουτιέν, ανάμεσα στο τάδε κραγιόν και τη δείνα μάσκαρα, οι ως άνω γυναίκες συγγραφείς αλλάζουν τον ρου της εγχώριας λογοτεχνικής παράδοσης, μεταφράζουν, αναλύουν, σπουδάζουν και επαναστατούν έναντι, ενδεικτικά και μόνο, της αντιμετώπισης της λογοτεχνίας με τον τρόπο της ερώτησης υπέροχης κορασίδος στο βιβλιοπωλείο της «Πρωτοπορίας»: «Έχετε κάτι σε ευχάριστο;» με τον τόνο αναζήτησης στο Hondos Center του τύπου: «Υπάρχει αυτό το μπλουζάκι σε πράσινο;»

Βέβαια, τα πράγματα ίσως και να μην είναι τόσο απλά για το υπό πραγμάτευση θέμα. Ο φαύλος κύκλος που έχει ανοίξει δεν μοιάζει να διαγράφεται στο εγγύς μέλλον. Κοντολογίς, όσο η αγοραστική δύναμη στον χώρο του βιβλίου θα καθορίζεται, τύποις ή κρυφίως, από αναγνώστες που αναζητούν στην ανάγνωση τη συνέχεια της τηλεόρασης, τόσο περισσότερο θα προμηθεύεται η αγορά με έργα τής μιας χρήσης, αλλά και τόσο θα δημιουργείται η ανάγκη για περισσότερη αντίστοιχη παραγωγή. Χαρακτηριστικό, δε, είναι και το παράδειγμα, ας πούμε, ανδρών συγγραφέων, όπως ο Άρης Μαραγκόπουλος, ο Βασίλης Αλεξάκης, ο Δημήτρης Μπουραντάς ή ο Άρης Σφακιανάκης, που προσπάθησαν να διεμβολίσουν το γυναικείο κοινό, αποπειρώμενοι ν’ αναπαραγάγουν αντίστοιχα κείμενα με έντονο, εν προκειμένω, το ερωτικό στοιχείο.

Και αναρωτιέμαι, με προβοκατόρικη διάθεση, γιατί ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης («Δεύτερη γέννα», εκδ. Πατάκη) χρειάζεται μόλις ενενήντα σελίδες για να περιγράψει τον ψυχισμό μιας γυναίκας καθ’ ολοκληρίαν, ενώ διάφορες κυρίες αναλώνονται σε χιλιάδες σελίδες για να μην πουν στο τέλος απολύτως τίποτα, παρά μόνο δημιουργούν χαρακτήρες ανέξοδους και πληκτικούς.

Τελικά, την ίδια στιγμή που αλλού παράγονται και συζητιόνται βιβλία γυναικών του βεληνεκούς της Μάργκαρετ Άτγουντ, της Έλσα Μοράντε, της Άννα Ζέγκερς και της εξαιρετικής Γιόκο Ουγκάουα ή ακόμη και της Άννυ Πρου, της Τζόις Κάρολ Όουτς, της Α.Λ. Κέννεντυ, της Τζάκι Κέι, της Άλι Σμιθ ή της Ελφρίντε Γιέλινεκ σε άλλο βαθμό –και πάλι οι αναφορές είναι αποκλειστικά ενδεικτικές–, εδώ επιμένουμε να διαβάζουμε ανιαρά μυθιστορήματα γι’ αλυσίδες γενεών από γυναίκες, με μιαν οικογενειακή σάγκα αναδημιουργούμενη απ’ τις στάχτες της και μ’ έναν ιστορικό αντικατοπτρισμό ν’ ανασυνθέτει τις αλύτρωτες πατρίδες (κυρίως αυτές!), δημιουργώντας έτσι έναν ιδιότυπο μετα-μεταμοντέρνο φεμινισμό που προτάσσει την επιστροφή των γυναικών στον μουσακά∙ ή έστω στο αιώνιο κομμωτήριο…