η ΩΡΑΙΟΤΕΡΗ διαδήλωση

Μόλις επέστρεψα από το Σύνταγμα.
Έβαλα τα μαύρα μου και πήγα.
Ήταν η ωραιότερη διαδήλωση που έχω συμμετάσχει.
Όχι για τον παλμό της.
Όχι για το πάθος της.
Όχι για τις φωνές της.
Ακριβώς για το αντίθετο…
Κανείς δε φώναξε, κανείς δεν έβρισε, κανείς δεν ακούστηκε περισσότερο απ’ το διπλανό του.
Ίσως επειδή ήταν ακομμάτιστη, αλλά βαθύτατα πολιτική.
Βαθύτατα ηθική και ανθρώπινη.
Ανθρώπινη πάνω απ’ όλα.
Ήμασταν αρκετοί άνθρωποι μαζεμένοι εκεί.
Σεβαστήκαμε τους νεκρούς και τα καμμένα.
Δεν κάψαμε παραπάνω.
Δε λερώσαμε περισσότερο.
Οι αστυνομικοί ήταν εκεί χωρίς λόγο.
Εμείς όμως είχαμε λόγο.
Δεν ξέρω πόσο ο καθένας και η καθεμιά από εμάς ήταν πραγματικά στενοχωρημένος και θρηνούσε εσωτερικά για όλα αυτά και σε ποιο βαθμό (αυτό σχεδόν δε με αφορά), αλλά ήμασταν εκεί για να μη δημιουργήσουμε φασαρία ή θόρυβο.
Λες και είχαμε κάνει σιωπηρή συμφωνία σεβασμού προς τους νεκρούς.
Γυρνώντας σκεφτόμουν πόσο όμορφοι (μπορούμε να) είμαστε οι άνθρωποι.
Πόσο (μπορούμε να) είμαστε αληθινοί και υπέροχοι.
Advertisements

"Ο ΙΠΠΟΤΗΣ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ" – ένας ΑΝΕΚΔΟΤΟΣ μονόλογος του ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΚΟΡΤΩ


Ο ιππότης του φθινοπώρου
Καλησπέρα. Ελάτε, περάστε, καθίστε στην αυλή μου. Καλώς ήλθατε. Όπου νά’ναι θα νυχτώσει. Είναι αργά. Η ισημερία πέρασε, κι οι μέρες μικραίνουν ολοένα. Κάνατε καλά που σταματήσατε. Θέλετε κάτι να σας φέρω; Όχι. Καλά. Ας καθίσουμε.

Τί ωραία ξανθά μαλλιά που έχετε. Κόκκινα τώρα, όπως τα βλέπω μέσ’απ’τα κεριά. Κόκκινη κι η γυαλάδα των ματιών σας, το δέρμα σας, τα χείλη, όλα κόκκινα. Κόκκινα και τα φύλλα, και το αίμα μέσ’απ’τα δικά μου χείλη, που τα δαγκώνω εδώ και ώρα. Άραγε φαίνεται; Όχι, δεν πρέπει να σας δείξω πόθο. Δεν πρέπει να το καταλάβετε. Πόσο αδύναμη είμαι.

Σας αρέσει, λέτε, το τσάι που σας έφτιαξα. Ω, είστε τόσο ευγενικός… Είμαι σίγουρη πως έχετε πιεί κι αλλού καλύτερο. Το δικό μου… δεν ξέρω… έχει μείνει πολλά χρόνια στο κουτί του, έχει χάσει κάτι από τ’άρωμα, από τη νιότη του, είναι θαρρώ λιγάκι σαν και μένα. Γερασμένο. Πώς είπατε; Όχι, όχι, είστε πολύ καλός, όμως δεν έχω πια ούτε την ώριμη ομορφιά του φθινοπώρου. Είμαι, ας πούμε, πιο κοντά στον χειμώνα. Στην παγωνιά.

Έχετε δάχτυλα ευγενικού ανθρώπου. Πρέπει, υποθέτω, να φέρεστε καλά σ’όσους σας αγαπούν. Όμως γιατί τα σκέφτομαι όλα αυτά; Τί ωφελεί; Περαστικός, είπατε να ξαποστάσετε για μια νύχτα εδώ, ψάχνατε μιαν αυλή, ένα σπίτι. Γιατί ν’αναρωτιέμαι για την τροφή του αλόγου σας και τη μυρωδιά που θα έχουν τα πόδια σας όταν βγάλετε τις ιδρωμένες μπότες; Η ομορφιά του φθινοπώρου… Ευγενικέ ιππότη, ευτυχώς. Δεν ξέρετε ότι κάτω απ’αυτό το στρώμα του χιονιού υπάρχουν ψόφιες αλεπούδες και σκαντζόχοιροι. Ψόφια ποντίκια. Κίσσες. Ερπετά. Σκουληκιασμένα.

Σας κούρασε το αποψινό ταξίδι. Μή νοιάζεστε. Γρήγορα θα ξεκουραστείτε. Θα κάνω ό,τι μπορώ. Θέλω να πώ, στην ηλικία σας εύκολα κανείς κουράζεται κι εύκολα ξεκουράζεται. Είστε σαν καταιγίδες του Αυγούστου εσείς οι νέοι. Ω, μην με κάνετε να γελώ!… Όχι, όχι, είστε γλυκός όσο γλυκό θα ήθελα να είταν το τσάι που σας φίλεψα, όμως υπάρχει διαφορά. Σίγουρα. Εγώ, θέλω να πώ, όλα αυτά είναι περασμένα. Τελειωμένα. Κάνει κρύο, μήπως να καθόμασταν μέσα;

Δεν φταίω εγώ που όλα εδώ μέσα φαίνονται τόσο φτωχικά. Ερημιά τόσα χρόνια, άγνωστοι άνθρωποι απ’την εξοχή, από τα σκοτεινά δάση, μου το ρημάξανε. Και κλέφτες τίμιοι, που τους γνώριζα. Προπαντός αυτοί. Μου αφήσαν μόνο τα μπακίρια και τα ψευτοασημικά. Ελπίζω να μην φαίνονται τα ίχνη των χεριών, τόσο πολλών χεριών, παντού μέσα στο χώρο. Ελπίζω να μην φαίνονται τα ίχνη των ελπίδων.

Ώστε στ’αλήθεια παίζετε λαγούτο; Όχι, έτσι το είπα, δεν το είχα μαντέψει. Εγώ, ξέρετε, δεν έχω πια ανάγκη μουσικής. Θλιβερό, συμφωνώ μαζί σας. Όμως γιατί να τραγουδήσω μόνη; Σε ποιόν; Για ποιόν; Τί σημασία θά’χουνε τα λόγια του τραγουδιού; Ποιός θα συγκινηθεί μαζί μου, ποιός θα με πάρει αγκαλιά αν κλάψω; Με συγχωρείτε, δεν πρέπει να σας φορτώνω με τα δικά μου. Όχι, μη. Μην το λέτε. Δεν χρειάζονται οικειότητες, σας παρακαλώ. Είμαι μόνη, πολλά χρόνια τώρα, παρακαλώ να το θυμάστε. Μην λέτε κάτι που μπορεί να μην σκεφτήκατε.

Τώρα γιατί αυτό το παιχνίδι; Είναι η ζέστη από το τζάκι, είναι η κούραση, η επιμονή; Είναι το ταξίδι που ήρθε και θα συνεχίσει, κι ας αφήσει πίσω έναν σταθμό ακόμη; Το ασθενικό οινόπνευμα του μηλίτη; Γιατί; Δεν ξέρετε πόσο εύκολο είναι; Και πόσο τραγικό για μένα; Εκτός κι αν… Όχι. Αυτό πρέπει να το ξεχάσω.Από πού έρχεστε, αν δεν γίνομαι αδιάκριτη; Ά, μάλιστα. Έχω βρεθεί εκεί μια-δυό φορές. Ναί, τί να σας πώ, οι αναμνήσεις μου είναι μπερδεμένες. Άλλωστε το μυαλό τα ταιριάζει με το χρόνο κατά πώς θέλει εκείνο. Ελπίζω πως είταν ευχάριστα. Και πού πηγαίνετε; Δεν ξέρετε; Μα είναι δυνατόν; Και το άλογό σας; Έχετε… συγγνώμη, ελπίζω να μην σας προσβάλλω, μα είστε σίγουρος πως τα τρόφιμα θα φτάσουν; Το χρυσάφι σας; Δεν φοβάστε τους ληστές, έτσι, δίχως συγκεκριμένο προορισμό; Ξέρετε, στα γύρω δάση υπάρχουνε πολλοί. Έχουνε μπεί κι εδώ.

Όχι, δεν θέλω την λύπη σας, αλλάξτε βλέμμα. Έτσι. Καλύτερα. Καλύτερα οικειότητα, κι ας κάνω πως δεν την θέλω, κι ας είναι μείγμα της φωτιάς και του μηλίτη και της νύχτας. Ένα βολικό ψέμμα είναι προτιμότερο από μιαν άβολη αλήθεια.

Ώστε είστε ένας περιπλανώμενος μουσικός στον μεγάλο κόσμο. Πόσο όμορφο ακούγεται αυτό… να ταξιδεύεις, να μην νοιάζεσαι για το αύριο, να μην ξέρεις πού θα σε βγάλει η κάθε μέρα… Θά’λεγα, κατά κάποιον τρόπο, πως οι ζωές μας μοιάζουν. Ούτε κι εγώ νοιάζομαι για το αύριο. Δεν ξέρω πού θα με βγάλει. Μόνο που αυτό συμβαίνει γιατί για μένα δεν υπάρχει αύριο. Είμαι όπως εσείς, αλλά χωρίς τον μεγάλο κόσμο. Και δίχως μουσική. Ίσως οι ζωές μας να μην μοιάζουν καθόλου.

Μην εξακολουθώ να βασανίζομαι. Ας κάνω ότι νυστάζω. Να πώ πως τελειώνουνε τα ξύλα. Να σας δείξω την κάμαρα των ξένων και να πάω να κοιμηθώ. Αύριο θά’χετε φύγει. Όμως δεν θέλω να φύγετε. Δεν θέλω να φύγετε ποτέ. Θέλω να μείνετε για πάντα εδώ, να μοιραστείτε τη φτώχεια και το κρύο του σπιτιού μου, να κοιμηθείτε στο κρεββάτι μου, για πάντα, να γεράσετε πλάι μου. Μονάχα έτσι υπάρχει ελπίδα να σταματήσω να γερνάω εγώ. Νά’την πάλι η ελπίδα. Όλα τα παράθυρα κλειστά. Από πού μπήκε;

Μου λέγατε πώς είταν η ζωή σας. Παιδάκι, με περιποιήσεις και φροντίδες, και πλούσια τραπέζια και δασκάλους και ρούχα διαλεχτά. Σ’αυτό, με συγχωρείτε που το παίρνω πάλι πίσω, μοιάζουμε πολύ. Κι εγώ ανατράφηκα σε αφάνταστο πλούτο. Δεν έλειπε τίποτε. Γλώσσες, μουσική, φαντασία, υπερβολή. Μου δίδαξαν την ευτυχία. Τώρα, πώς έφτασα εδώ, μην το ρωτάτε. Ίσως να είχα κάποιαν έμφυτη κλίση στη δυστυχία. Γελάτε; Όχι, προς Θεού, δεν τό’πα γι’αυτό. Δεν με θίξατε. Το προτιμώ, να γελάτε. Ας γελάσει και κάποιος σ’αυτό το σπίτι.

Απορείτε, καλέ μου ιππότη, με την ατσάκιγη φορεσιά και το ξανθό στεφάνι στο μέτωπο. Με περιεργάζεστε, αλλόκοτο θέαμα. Μυστήριο. Δεν ξέρετε, ή δεν θυμάστε φαίνεται, νά’χετε περάσει από πόλεις που έχουνε λιμάνι. Και δίπλα εκεί που ξεφορτώνουνε τα πλοία, στα υπόγεια των μαγέρικων που το φαγητό τους είναι πιο βρώμικο κι από το σάλιο των γλάρων, κάτι μικρά δωμάτια χωρίς φώς και χωρίς ντροπή. Κοπέλες, μόνες, που δεν τους επιτρέπεται να φύγουν. Πρέπει πρώτα να περάσει όλο το πλήρωμα, να περάσουν ορδές οι ναύτες κι οι εργάτες κι οι μεθύστακες. Να τσαλαπατήσουνε την ψιλή δαντέλλα στη λάσπη. Κάπως έτσι, λοιπόν, εξηγείται. Μην απορείτε.

Φοβάμαι ότι σας κούρασα. Δεν μιλώ πολύ, κι όταν μιλώ, μιλώ πάρα πολύ. Ζητώ συγγνώμη – η δίδυμη μορφή της μοναξιάς. Σιωπή και χάος. Αν θέλετε, μπορώ να σας δείξω τον ξενώνα. Δεν είναι κάτι το σπουδαίο, λυπάμαι, όμως για ένα βράδυ… Πώς; Θέλετε να καθίσουμε κι άλλο; Λίγο μηλίτη ακόμα; Ας είναι. Ελπίζω να μην ενεργείτε μόνο από ευσπλαχνία. Μη γελάτε. Όχι, μ’αρέσει ν’ακούω το γέλιο σας. Κάνει ωραίο αντίλαλο. Απλά, κάποιες στιγμές φοβάμαι πως…τίποτε. Πείτε μου κι άλλες ιστορίες, δεν χορταίνω να σας ακούω.

Στην πραγματικότητα όλες τις ιστορίες σας τις ξέρω καλύτερα από σας, ωραίε ιππότη. Τις έχω γράψει, τις έχω ζήσει. Θα παραστήσω μονάχα την έκπληκτη, για να μην σας τρομάξω. Όλοι τρομάζουν, κι εσείς θ’ανατριχιάζατε αν ξέρατε πόσο καλά σας ξέρω. Πόσο μπορώ, αν θέλω, να μαντέψω την παραμικρή σκέψη σας, το παραμικρό σας νεύμα προτού ακόμα γεννηθεί. Μπορώ να κατευθύνω αυτή την νύχτα. Η τραγωδία μου είναι ότι δεν μπορώ να κατευθύνω τις επόμενες.

Κάποτε αγαπήσατε πολύ, λοιπόν. Και πληγωθήκατε. Η αγάπη σας δεν βρήκε ανταπόκριση. Πνίξατε την λύπη σας στο κρασί και στο τραγούδι, κι αρχίσατε να περιπλανιέστε μόνος, με τ’άλογό σας, για να λησμονήσετε. Μην αφήνετε τη θλίψη να σας μαυρίζει τα μάτια. Ακούστε τη συμβουλή μου: Αν δεν ανιστορούσατε τώρα αυτή τη χαμένη αγάπη, θα είχατε λησμονήσει ακόμα και τη λησμονιά της. Μπορείτε, έχετε την δύναμη, το βλέπω. Πολλοί έρωτες σας περιμένουν. Ίσως να μην τους περιμένετε εσείς.

Με συγχωρείτε γι’αυτή την τόσο καλοζυγισμένη κουβέντα. Όμως, θά’πρεπε να με είχατε αναγνωρίσει από τα πεινασμένα μάτια, έστω κι αν κάτι κρύβουν οι ρυτίδες. Για ποιά ανταπόκριση μου μιλάτε; Πόσο αστείος είστε… Θά’θελα να γελάσω, κι όχι με τον γλυκό, δικό σας τρόπο, αλλά στα μούτρα σας, αγενέστατα. Τραγούδια και κρασί και το πράσινό σας άλογο έξω που βόσκει. Θά’πρεπε νά’χα στραγγίξει όλα τ’αμπέλια της οικουμένης. Κι οι λυγμοί μου νά’χανε ξυπνήσει τα πουλιά σε άλλους πλανήτες.

Και λέτε πως εγκαταλείψατε κάθε ελπίδα. Πως γυρεύετε ν’αφοσιωθείτε σε μια ζεστή καρδιά, να γείρετε πλάι το κεφάλι σας, κι εκεί ν’αποκοιμηθούν τα τραγούδια κι ο πόνος κι η κούραση των ταξιδιών σας. Μακάρι να το εννοείτε. Δεν το λέω γιατί σας αμφισβητώ, συγγνώμη αν κάπως έτσι ακούστηκε. Το λέω μονάχα για λογαριασμό κάθε ζεστής καρδιάς. Κάνει κρύο, δε νομίζετε;

Σε λίγο θ’αντιληφθείτε την ματαιότητα του αποψινού παιχνιδιού, το χαμένο χρόνο που είταν η αποψινή σας στάση. Θα με κοιτάξετε καλύτερα, θα με αναγνωρίσετε, θα δείτε χαραγμένους τους αιώνες της απόγνωσης, θα με σιχαθείτε. Δεν θα θέλετε ούτε να με φτύσετε. Ίσως πάλι και να’ρθείτε, επειδή είναι φτηνά, επειδή δεν κοστίζει τίποτε να τσαλαβουτάς μέσα στη φτώχεια όταν σου έχουν απομείνει λίγα δικά σου πλούτη, καλά κρυμμένα. Σ’αυτή την περίπτωση, ελπίζω να κρύβετε πολύ καλά τα δικά σας. Αλλιώς κινδυνεύετε σοβαρά να σας τα κλέψω.

Μα είστε σίγουρος πως θέλετε να καθίσουμε κι οι δυό σε τούτο το στενό καναπεδάκι; Νοιώθω λίγο αταίριαστη, τόσο κοντά σας. Εσείς… Πάλι γελάτε. Λοιπόν, εντάξει, ας καθίσουμε μαζί. Ίσως έτσι να ζεσταθώ λιγάκι.

Προσποιούμαστε ότι έχει κρύο. Τί άλλο; Σας εξομολογούμαι ότι έχει πολλά χρόνια να συμβεί. Ψέματα. Συνέβη μόλις χτές. Κατέβηκα μέσα στη νύχτα από ένα θόρυβο, είδα έναν κλέφτη να κοιμάται στο χαλί, η πόρτα ξεμανταλωμένη, και κουλουριάστηκα δίπλα του στο πάτωμα και κοιμήθηκα. Γιατί να μην κάνω το ίδιο και μαζί σας; Μόνο που χρειάζομαι, την τελευταία στιγμή – σας εκλιπαρώ, το έχω απόλυτη ανάγκη – να κάνετε πως πρώτος εσείς με παρακινείτε. Χαρίστε μου την ματαιοδοξία μιας σίγουρης κατάφασης.

Το χέρι σας… τα πόδια σας… σίγουρα είναι βολικά εδωπέρα; Μα… λέτε αλήθεια; Θα το θέλατε; Δεν ξέρω. Ή μάλλον, ασφαλώς. Θα είταν αδύνατον να αρνηθώ. Συγχωρήστε μονάχα, σας το λέω προκαταβολικά, το κρύο. Δεν φτάνει ως εκεί πάνω η ζέστη της φωτιάς. Κι ίσως στριμωχτούμε λιγάκι. Πώς είπατε; Τώρα με αναγκάζετε να γελάσω μαζί σας. Δεν είστε κακός, όχι, μην το λέτε. Είναι κακή η νύχτα. Η οποιαδήποτε νύχτα. Ευτυχώς κάποτε τελειώνει.

Τώρα, που ανεβαίνουμε, για σας ίσως είναι όλα φευγαλέα. Ένα στραβό μονοπάτι που πήρε το άλογό σας και χαθήκατε. Ίσως προγραμματίζετε ήδη το πόσο γρήγορα θα με ξεχάσετε. Σας ικετεύω. Ας μην είναι έτσι.

Προσέξτε εδώ, φοβάμαι πως η σκάλα είναι ετοιμόρροπη. Κάποτε θα υποχωρήσει, και θα παγιδευτώ για πάντα εκεί πάνω. Τί λέτε; Να συνέβαινε απόψε; Να παγιδευόσασταν μαζί μου; Δεν έπρεπε να πιούμε αυτό το δεύτερο ποτήρι. Νά’μαστε. Ακολουθήστε με στα Ηλύσια Πεδία. Στο δωμάτιο της Απελπισίας.

Πόσο γλυκό είναι το κορμί σας, ιππότη του φθινοπώρου… Πόσα άλλα κορμιά μου θυμίζει… Και πόσα άλλα κορμιά με τη σειρά τους θα μου το θυμίσουν… Μακάρι να σταματούσε εδώ, απόψε, η παρέλαση των σωμάτων. Έχω κουραστεί. Νοιώθω σαν χαράκωμα πολέμου. Δεν αντέχω να καταπίνω άλλους ανθρώπους. Είμαι μια ζωντανή εκατόμβη. Που κάθε φορά την παρασύρει η ίδια πλάνη. Όχι, δεν είναι πόλεμος. Όλα γίνονται για την ειρήνη.

Μη μιλάτε, σας παρακαλώ. Δε μ’ενοχλεί η φωνή σας, απλά είναι προτιμότερο όλα αυτά να γίνονται σιωπηλά. Είναι πιο εύκολο να ξεχαστούν μετά, αν ξεχαστούν. Κι όμως, θα τα ξεχάσετε. Ελάτε τώρα…είναι σκοτάδι. Με βλέπετε στο φώς ενός κεριού. Σε λίγο και χωρίς αυτό. Δεν είμαι καν η αγάπη που θελήσατε κάποτε να λησμονήσετε. Δεν θα αφηγηθείτε ποτέ καμμιά ιστορία για μένα.

Καλέ μου ιππότη, τώρα που σας σφίγγω απάνω μου, νομίζω πως τα σώματά μας μοιάζουνε στο ημίφως. Έχω απορροφήσει λίγη από την νιότη σας, έχουν τριφτεί πάνω σας κάποια ίχνη από τα γηρατειά μου. Συμπληρωνόμαστε. Αν κάποιος μας κοιτούσε απρόσεχτα, θα έλεγε πως έχουμε την ίδια ηλικία ακριβώς. Την ηλικία των εραστών, ή των πεθαμένων. Γλυκέ μου ιππότη, αν κατά τύχη διαβάσετε την σκέψη μου, μην πείτε πως είμαι μια ιδιότροπη γριά που καταριέται την μοίρα της. Ξέρω καλά πως μοίρα δεν υπάρχει, την φτιάχνουμε μόνοι μας, σαν ένα στεφάνι. Μόνο που για να πλέξει κανείς ένα στεφάνι, πρέπει να κόψει τα λουλούδια. Και τα λουλούδια, μόλις κοπούν, πεθαίνουν. Η μοίρα είναι το σάβανο που υφαίνουμε όσο ζούμε.

Όλα τελείωσαν για απόψε. Αισθάνομαι στην ανάσα σας τον ύπνο. Όχι, δε με πειράζει.
Μ’αρέσει να κοιμηθείτε στην αγκαλιά μου. Αυτός που κοιμάται τελευταίος έχει την δύναμη. Ας είμαι η δυνατή απόψε. Θα κλείσω τις κουρτίνες, μη σας ξυπνήσει ο ήλιος. Αν είταν στο χέρι μου, θα του απαγόρευα να βγεί. Δε θέλω να σας φοβίσω.Δεν θέλω να σας φοβίσω, αλλά με κάνατε πάλι να ελπίζω. Πάρτε αυτή την κατάρα από πάνω μου. Χαρίστε μου μια ζωή που να μην έχει ανάγκη την ελπίδα. Σβήστε το αύριο, κάντε το για μένα. Θα σας αγαπήσω πολύ, θα σας αγαπήσω ανυπόφορα. Θα σας κάνω να θέλετε να φύγετε μακριά μου γιατί δε θ’αντέχετε την τόση αγάπη. Κοιμάστε. Φυλάξτε με έστω ανάμεσα στ’άλλα όνειρα, όχι σαν το πιο δυνατό, δεν θα τολμούσα να ζητήσω κάτι τέτοιο. Σαν το πιο πρόσφατο. Κάποιο βράδυ, όπως ξαπλώνουμε τώρα, θα πεθάνουμε. Είναι αναπόφευκτο, ιππότη, θα πεθάνετε κι εσείς, κι εγώ, κι όσοι αγάπησαν κι όσοι αγαπήθηκαν. Και το θλιβερότερο απ’όλα, θα πεθάνουν κι εκείνοι που δεν αγαπήθηκαν. Παράλογο. Γιατί να πεθάνουν; Αφού είναι σαν να μην έζησαν. Τραβήξτε όλα τα σκεπάσματα, αφήστε με να παγώσω. Καλύτερα να πεθάνω δίπλα σας παρά να ζώ περιμένοντας περιπλανώμενους ιππότες. Είστε ένα σχήμα του μυαλού μου, μια σκιά στον τοίχο, ένα γρατσούνισμα των κλαδιών στο τζάμι από τον άνεμο. Αν σας κοιτάξω αλλιώς, μπορεί και να εξαφανιστείτε. Όμως εγώ πιστεύω σε εσάς. Είστε η ελπίδα μου. Το σπουδαιότερο, σας αγαπώ. Πάρτε το όπως θέλετε.
Αυτό είναι το όνειρο ενός ονείρου κάποιου που δεν κοιμήθηκε ποτέ.

Ιάσων Αθανασιάδης-Fowden: Ανταπόκριση από τη Μέση Ανατολή

Afghanistan.September2005 1211L
Είναι συγκλονιστικό να υπάρχουν άνθρωποι που, σε ηλικία μικρότερη των τριάντα, έχουν καταφέρει να κάνουν τόσα πολλά πράγματα. Είναι κάποιοι άνθρωποι, λοιπόν, που έχουν στο ενεργητικό τους επαγγελματικές δάφνες που -εδώ είναι το σημαντικότερο- συνδυάζονται με απόλυτη κοινωνική προέκταση και βάθος που σε κάνει να μένεις άφωνος με το αδιάκοπο πάθος για τη δουλειά τους.

Ο πρόλογος έχει να κάνει με τον Ιάσονα Αθανασιάδη-Fowden, ένα νέο 28 ετών (γεννήθηκε το ’79 στην Αθήνα), ελληνοβρετανικής καταγωγής και ευρωπαϊκής – αραβικής μόρφωσης και κουλτούρας. Ο Ιάσονας, μέχρι τη στιγμή που μιλάμε, έχει καταφέρει να συνεργαστεί, μεταξύ χιλιάδων άλλων, με το BBC, το Al-Jazeera, τους Times, τον Guardian, τους Washington Times, τα δικά μας ΝΕΤ και ΣΚΑΪ, με διάφορα καναδικά, ελληνικά και άλλα αραβικά μέσα ενημέρωσης, ως ανταποκριτής, παραγωγός ντοκυμαντέρ και ερευνητής (σε συνδυασμό πάντα με τα χαρακτηριστικά του προλόγου) απ’ το Λίβανο, το Ιράν, το Ιράκ, τη Γαλλία, την Αγγλία, την Ελλάδα, τη Συρία, την Κύπρο, την Αίγυπτο, την Τουρκία, το Κατάρ, το Αφγανιστάν, την Κούβα και την Υεμένη.
Αυτός ο κοσμογυρισμένος ρεπόρτερ, επαναλαμβάνω, είναι μόλις 28 ετών. Μιλά 5 γλώσσες συν τα τουρκικά που μαθαίνει σήμερα στην Κωνσταντινούπολη, έχει κάνει τέσσερις εκθέσεις φωτογραφίας στην Τεχεράνη, την Αθήνα και το Λονδίνο και έχει εκπαιδευτεί με υποτροφίες από το BBC, το Oxford University και αυτήν την εποχή βρίσκεται στο Harvard όπου έτυχε μιας υποτροφίας (Nieman Fellowship) για δημοσιογράφους, όντας ο δεύτερος Έλληνας που τυγχάνει αυτής της υποτροφίας και ένας από τους νεότερους υποτρόφους, μιας και η υποτροφία προορίζεται για mid-career journalists… Θέλετε κι άλλα;
Δε θα πω άλλα εγώ. Ας αφήσουμε τον ίδιο να μιλήσει μέσα από τις ερωτήσεις που κατάφερα να του θέσω μέσω email, μιας και δεν είχα χρόνο να ταξιδεύω από τόπου εις τόπον για να τον βρω…!

– Ιάσονα, η πρώτη -αυτονόητη- ερώτηση είναι πώς ένας νέος 28 ετών έχει μέχρι τώρα καταφέρει όλα αυτά τα πράγματα;

Απλώς επειδή το ήθελα, αλήθεια. Όταν ήμουν στο ελληνικό σχολείο, ένιωθα ότι πνιγόμουν από την επανάληψη της συνηθισμένης γνώσης και της «παπαγαλίας», όπως συνηθίζαμε να την αποκαλούμε. Η ανεξάρτητη σκέψη δεν ενθαρρυνόταν. Ακόμα και οι επαναστάτες είχαν τη δική τους γωνιά –ονομαζόταν «Τζούρα Club» το μέρος που πήγαιναν να καπνίσουν, το οποίο βρισκόταν στις τουαλέτες, και κάποιοι ευφυείς είχαν τη φαεινή ιδέα να αναρτήσουν ένα αυτοκόλλητο από το Jurassic Park (ένα σύμβολο του σύγχρονου american dream παρότι επαναστάτες…) πάνω στην πόρτα και να σβήσουν το «-ssic».

Όταν μετακομίσαμε στην Αγγλία, οι γονείς μου με έγραψαν σε ένα σχολείο όπου την πρώτη μέρα ο δάσκαλος μας είπε να μελετήσουμε τα 14 Σημεία του Προέδρου των ΗΠΑ Woodrow Wilson για το μάθημα της ημέρας. Σαν καλός Έλληνας μαθητής, τα αποστήθισα. Την επόμενη μέρα στην τάξη, σε μια ερώτησή του σχετικά με το πώς τα 14 σημεία είχαν επηρεάσει τον κόσμο μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, επίμονα σήκωσα το χέρι μου και τα είπα όλα με μια ανάσα. Η τάξη σχεδόν ξέσπασε σε γέλια εναντίον μου και ο δάσκαλος προσπάθησε με δυσκολία να καλύψει την έκφραση γελοιότητας απ’ το πρόσωπό προς τη διαδικασία σκέψης που παρακίνησε την πράξη μου. Αυτή ήταν η πρώτη γνωριμία μου με ένα Πρωτοκοσμικό εκπαιδευτικό σύστημα.

Από τη καλλιέργεια του σπόρου της ανεξάρτητης σκέψης, υπήρξε ένα εύκολο βήμα στο ξεκίνημά μου να βλέπω τον κόσμο γύρω μου έξω από τη γυάλα μου. Αναδρομικά, αναλογιζόμενος την παιδική μου ηλικία μεγαλώνοντας στην Ελλάδα, συνειδητοποίησα ότι είχαμε χειραγωγηθεί στις γιορτές, που ήταν κάτι παραπάνω από τις συγκεντρωτικές εξάρσεις της εθνικιστικής προπαγάνδας ή από τότε που χάσαμε μια μέρα μάθημα για να πάμε και να φωνάξουμε συνθήματα ότι «η Μακεδονία είναι ελληνική». Έζησα το μουδιασμένο συναίσθημα κάποιου που συνειδητοποιεί ότι τον κορόιδεψαν. Τώρα που έχω ζήσει επίσης και στη Μέση Ανατολή, αντιλαμβάνομαι ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα στην Ελλάδα δεν είναι και τόσο μακριά από τα αυστηρά, καθοδηγούμενα από την κυβέρνηση, εθνικιστικά δομημένα συστήματα της Μέσης Ανατολής.

Πήρα τη συμβουλή της μητέρας μου και σπούδασα μια δύσκολη γλώσσα στο πανεπιστήμιο (αραβικά). Και έχοντας ελευθερώσει τον εαυτό μου από τους περιορισμούς του ακαδημαϊκού τρόπου σκέψης, το απαραίτητο πνευματικό άλμα για να διαλέξω να πάω να ζήσω στη Μέση Ανατολή –μία από τις πιο δαιμονοποιημένες περιοχές του κόσμου, αλλά, στην πραγματικότητα, από τις πιο ασφαλείς- ήταν εύκολο. Τώρα, όταν επιστρέφω στην Ελλάδα και βλέπω τους παλιούς συμμαθητές μου, νιώθω περισσότερο αποστασιοποιημένος από αυτούς. Την τελευταία φορά που ήμουν στην Αθήνα συναντήθηκα με μία φίλη με την οποία δεν είχαμε βρεθεί για περίπου 15 χρόνια και η οποία με βρήκε μέσα από την ιστοσελίδα μου. Επρόκειτο να παντρευτεί και ακόμα πιστεύει στην Πατρίδα και την Εκκλησία. Έχω την αίσθηση ότι η απόπειρα εκ μέρους της να ανοίξουμε συζήτηση ήταν κάπως αμήχανη…

– Πώς ξεκίνησε όλο αυτό το ενδιαφέρον (το πάθος ίσως) για τον ευρύτερο αραβικό πολιτισμό;

Μη συγχέεις το ενδιαφέρον με το πάθος. Όταν μελετάμε τη Μέση Ανατολή, είναι καλό να έχουμε κατά νου αυτό που είπε ο εξαιρετικός Σύριος ποιητής, Άδωνις: «εμείς οι Άραβες έχουμε εκλείψει». Αυτό που καλύπτω όταν είμαι στη Μέση Ανατολή δεν είναι ο αραβικός πολιτισμός αλλά η αραβική δυσλειτουργία, δυστυχώς. Ποτέ ξανά δεν έχει το αραβικό έθνος γίνει πιο ανίκανο. Ένα ακόμα απόσπασμα απ’ τον Άδωνι που καλά θα κάνουν οι Έλληνες να ρίξουν μια ματιά:«Έχουμε τις μάζες του λαού, αλλά ένας λαός εκλείπει όταν δεν έχει πια δημιουργική ικανότητα και την ικανότητα να αλλάξει τον κόσμο του… Οι μεγάλοι Σουμέριοι εξέλιπαν, οι μεγάλοι Έλληνες εξέλιπαν και οι Φαραώ
εξέλιπαν».

Εξαιτίας της υπογεννητικότητας, σε αντίθεση με τους Άραβες, εμείς οι Έλληνες δεν έχουμε καν «τις μάζες του λαού».

Προσκολλήθηκα στη Μέση Ανατολή το 1996 ιδιαίτερα όταν ταξίδεψα με τον πατέρα μου στη Βηρυτό. Περπατώντας μέσα στο μεταπολεμικό τοπίο της ανοικοδόμησης, δεν μπορούσα παρά να ανακαλέσω την Αθήνα –το ίδιο αρχιτεκτονικό χάος, ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα από άναρχες άσπρες πολυκατοικίες με χρωματιστές τέντες. Η μόνη διαφορά με του Ζωγράφου, τη γειτονιά στην Αθήνα όπου μεγάλωσα, ήταν ότι οι τέντες στη Βηρυτό ήταν σημαδεμένες από οβίδες και κομμένες σε μαύρα κομματάκια από τις εκρήξεις. Και όσο για τον καλπάζοντα καταναλωτισμό, τον ανεξέλεγκτο οικονομικό νεοφιλελευθερισμό, το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα και τις επιχειρηματικές ελίτ, ο Λίβανος μπορεί να δώσει ακόμα μερικά μαθήματα στην Ελλάδα, παρόλο που προχωράμε γρηγορότερα από αυτούς.

– Πόσο απέχει και σε τι, σε γενικές γραμμές, ο σύγχρονος αραβικός πολιτισμός απ’ την Ευρώπη των ημερών μας;

Η απόσταση μεταξύ Ευρώπης και σύγχρονου αραβικού πολιτισμού είναι τόσο μεγάλη όσο και οι ουρές των Αράβων που αιτούνται visa και που περικυκλώνουν με αυτές τις ευρωπαϊκές πρεσβείες στη Δαμασκό, το Κάιρο, το Αμμάν και το Ραμπάτ, κάθε μέρα. Αυτό είναι για τον αστικό αραβικό κόσμο που έδωσε ώθηση στην αραβική κουλτούρα της ανατολικής Μεσογείου και της Βόρειας Αφρικής. Όσο για τις ακτινοβολούσες από τους ουρανοξύστες πόλεις της Αραβικής Χερσονήσου, ένα πολύ ενδιαφέρον πείραμα στο νεοφιλευθερισμό, που συνέβη μέσα στο τυποποιημένο ταξικό σύστημα, λαμβάνει χώρα εκεί όπου οι χτυπημένοι από τη φτώχεια Πακιστανοί και άλλοι νοτιοανατολικοί Ασιάτες εργάτες μοχθούν σε συνθήκες 45 βαθμών Κελσίου και 100% υγρασίας να οικοδομήσουν δίκτυα γραφείων μέσα στα οποία Λιβανέζοι, Γάλλοι και Βρετανοί εργάτες με άσπρα κολάρα κάθονται μπροστά από υπολογιστές και αγοράζουν ή πωλούν μετοχές και ομόλογα. Δεν είμαι πολύ σίγουρος για το ποια από τις δύο «Μέσες Ανατολές» είναι πιο καταθλιπτική. Μάλλον, καμία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι ενθαρρυντική.

– Οι Έλληνες τι καταλαβαίνουν λάθος απ’ την κατάσταση στη Μέση Ανατολή; Ή, ακόμα, απ’ τη σύνολη κατάσταση στο Ιράν και στο Ιράκ πιο συγκεκριμένα;

Εξαιτίας του κοινού παρελθόντος, κάποιοι Έλληνες μπερδεύουν το Ιράν με το Ιράκ (παρόλο που αυτό θα σε εκπλήξει). Οι Έλληνες μοιάζουν να παραείναι απορροφημένοι στα reality shows και στις τηλεοπτικές σειρές για να ενδιαφέρονται για το τι συμβαίνει στην περιοχή, εκτός και όταν ένας καινούριος πόλεμος τους επιτρέψει να ασκήσουν τον ενστικτώδη αντιαμερικανισμό και αντισημιτισμό τους. Τη στιγμή που μπορεί να έχουν δίκιο να ασκούν κριτική στην Ουάσινγκτον και το Τελ Αβίβ για τις επιθέσεις τους στο Ιράκ και στο Λίβανο αντίστοιχα, επιδεικνύουν πολύ λίγα σημάδια κατανόησης της δυναμικής της περιοχής. Δυστυχώς, δεν έχουμε απεκδυθεί, ακόμα και τώρα, την άποψη ότι Μέση Ανατολή = Ισλάμ = Τούρκοι = κακό.

Εν τω μεταξύ, η Ελλάδα διατηρεί ακόμα τη θέση του διπλωματικού μεσολαβητή μεταξύ Ανατολής και Δύσης που διατηρείται από τα χρόνια του Βυζαντίου και τους Οθωμανούς Φαναριώτες, παρόλο που αυτόν το ρόλο όλο και περισσότερο σφετερίζεται η Άγκυρα, της οποίας οι διπλωμάτες αντιλαμβάνονται κατά πολύ περισσότερο από εμάς τη Μέση Ανατολή. Και πάλι, αυτό είναι δικό μας σφάλμα. Έχουμε την τύχη να υπάρχει μία ασυνήθιστη ομάδα μεσανατολιτών Ελλήνων, ειδικά οι Αιγυπτιώτες, πολλοί από τους οποίους μιλούσαν εξαιρετικά αραβικά και δεν ήταν απομονωμένοι στα Πρωτοκοσμικά γκέτο που πολλοί μεταξύ αυτών δημιούργησαν για να αφήσουν έξω την αραβική πραγματικότητα γύρω τους. Αλλά εξαιτίας της δυτικοποιημένης μας πορείας –η ίδια πορεία που οδήγησε στο να κοπούν οι φοίνικες της Ομόνοιας επειδή απεικόνιζαν «σημάδια της ανατολίτικης οπισθοδρομικότητας», αυτοί οι άντρες και οι γυναίκες (αυτοί που κλείστηκαν στα Πρωτοκοσμικά γκέτο) ξέχασαν τα αραβικά τους, δεν τα δίδαξαν στους γιους και τις κόρες τους και άφησαν αυτήν την κληρονομιά να λησμονηθεί. Σήμερα, υπάρχουν ακόμα πολύ λίγοι εκπρόσωποι αυτής της παλιάς τάξης στο διπλωματικό μας σώμα. Ο σημαντικότερος από αυτούς είναι ο Κωνσταντίνος Μακρής, ένας αραβολόγος που υπηρέτησε πρόσφατα ως πρεσβευτής μας στη Βαγδάτη και που αποφασιστικά έζησε στην Κόκκινη Ζώνη.

Etemad-e Melli_resized

– Η επέμβαση των Αμερικανών στην περιοχή είναι -δικαίως και ευτυχώς- καταδικαστέα απ’ το σύνολο σχεδόν του παγκόσμιου πληθυσμού. Θα μπορούσε άραγε κανείς να διακρίνει θετικά στοιχεία που οι ντόπιοι πληθυσμοί αντιλαμβάνονται, που δεν γίνονται κατανοητά απ’ το “γυμνό” μάτι των υπόλοιπων λαών;

Οι Άραβες μηδενιστές υποδέχονται τις αμερικανικές στρατιωτικές και διπλωματικές εισβολές ως μάταιες ασκήσεις που καταλήγουν να υπονομεύουν τις λύσεις της Ουάσινγκτον, φθίνοντας το ανθρώπινο και οικονομικό κεφάλαιο της αμερικανικής αυτοκρατορίας και επιταχύνοντας προς το τέλος της. Οι Άραβες εθνικιστές και οι Ισλαμιστές ενώνονται για να καταδικάσουν την επέμβαση. Και υπάρχει και μια μαζική αμερικανοποιημένη γενιά, που ζει σε κλιματιζόμενα εμπορικά κέντρα και μοντέρνα διαμερίσματα παντού, από το Αμπού Ντάμπι και το Κουβέιτ έως τα μοντέρνα προάστια του Καΐρου και της Βηρυτού, που κλείνουν τις ειδήσεις και βλέπουν Rotana, το αραβικό MTV, για να ακούσουν τα τελευταία μουσικά χιτ. Ξαπλώνουν φαρδιά-πλατιά στους καναπέδες έξω από σικάτα καφέ και παρακολουθούν τους εργάτες από τις Φιλιππίνες και τη Βεγγάλη, που εισήχθησαν από τους γονείς τους, να τρέχουν από εδώ και από κει ως πλανόδιοι. Σπουδάζουν σε δευτεροκλασάτα δυτικά πανεπιστήμια και ξοδεύουν όλο τον ελεύθερο χρόνο τους μόνο με Άραβες, μη κάνοντας έστω μια προσπάθεια να κοινωνικοποιηθούν με ανθρώπους του πολιτισμού που τους φιλοξενεί. Επιστρέφουν στην πατρίδα τους για να παντρευτούν κάποιον από την τάξη τους, να βρουν μια δουλειά στα οικονομικά και σπάνε την μονοτονία σπίτι-δουλειά-σπίτι με εκδρομές το σαββατοκύριακο όπου παρακολουθούν τη χώρα τους ως τουρίστες μέσα από τα πεντάστερα μέσα μεταφοράς τους. Σου θυμίζει αυτό μια άλλη γενιά, λίγο πιο κοντά στην πατρίδα;


– Τι συμβαίνει στην πραγματικότητα στην περιοχή μετά την πτώση του Saddam;

Το Ιράκ, όπως και η Γιουγκοσλαβία, δεν υπάρχει ως χώρα πια, τώρα που ο ισχυρός του άντρας έχει χαθεί. Αν δεχτούμε την αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ σε ονομαστική αξία ως «άσκηση επαναφοράς της δημοκρατίας», τότε ήταν ένα τέλειο παράδειγμα πολιτικών προσπαθειών να προωθήσουν τον Iyad Allawi, έναν ισχυρό άνδρα σαν τον Saddam. Έχουμε αναδρομικά συνειδητοποιήσει, όπως καταδεικνύουν οι προσπάθειες για να αναδειχθεί ο Iyad Allawi (ένας ηγέτης σαν τον Saddam), ότι ο Saddam ήταν καλός, ωστόσο ελαττωματικός αρχηγός για το Ιράκ. Μπορεί να μην ήταν ικανός να αναρριχηθεί στην κορυφή της Σουηδίας ή του Καναδά, εντούτοις διέθετε κάποια χαρακτηριστικά που τον έκαναν εξαιρετικά δημοφιλή στο εσωτερικό της χώρας του, όπως το πένθος του θανάτου του μέσα στον αραβικό κόσμο απέδειξε. Σημαντικό επίσης είναι το ότι του επετράπη να διατηρήσει τη χώρα του ενωμένη παρόλα τα ρεύματα στις διάφορες περιοχές που την σφυροκοπούσαν στο παρελθόν.

Στη θέση του Saddam, έχει ξεσπάσει ένας φαύλος συγκεκαλυμμένος πόλεμος μεταξύ των σουνιτικών και των σιιτικών δυνάμεων, υποβοηθούμενος από κρυφά κονδύλια και από πολιτοφύλακες που τους στηρίζουν, ανταλλαγές πυρών και στοχευμένες πολιτικές δολοφονίες. Ο θάνατός του επέτρεψε να μεταφερθεί το κέντρο βαρύτητας της Μέσης Ανατολής ανατολικότερα, από το Κάιρο και την Ανατολική Μεσόγειο στον Περσικό Κόλπο.

Σύμφωνος με την παράδοση των Αράβων απολυταρχών, ο Saddam προστάτεψε τις μειονότητες. Κατά την απουσία του, οι κάποτε ακμάζουσες κοινότητες των Χαλκηδονίων Χριστιανών του Ιράκ έχουν απογυμνωθεί από τον πληθυσμό τους, δεδομένου ότι μια σειρά στοχευμένων δολοφονιών, εκρήξεων και άλλων τρομοκρατικών ενεργειών από φρουρές Ισλαμιστών τους έστειλαν τρέχοντας αναστατωμένοι στη Συρία, την Ιορδανία και τη Δύση. Το ράκ έχει χωριστεί μεταξύ εμπόλεμων σεχταριστικών φραξιών –αρκετά όμοιων με του Λιβάνου κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80- και κανονικών ανθρώπων που δεν τολμούν να αφήσουν τα σπίτια τους. Αυτή είναι η μετα-Saddam πραγματικότητα.

– Τι νομίζεις ότι χρειάζεται άμεσα η περιοχή αυτή;

Έναν αιώνα απόλυτης μη-εμπλοκής εξωτερικών δυνάμεων για να αφήσουν στην περιοχή το χρόνο να βρει τον εαυτό της (πιθανώς μέσω ελεγμένης δια-σεχταριστικής αφαίμαξης όπως στους θρησκευτικούς πολέμους της Ευρώπης του Μεσαίωνα, πιθανώς όχι). Σε κάθε περίπτωση, στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο κόσμο, αυτό είναι ένα όραμα και εξαιρετικά μη-πραγματοποιήσιμο.

– Πόσο σ’ έχει βοηθήσει προσωπικά η πολυετής παραμονή σου σε χώρες αυτής της ευαίσθητης περιοχής;

Μου επιτρέπεται να σκέφτομαι ανεξάρτητα, να μαθαίνω χιλιάδες πράγματα από τις επιτόπου εμπειρίες μου και συνεχώς να προκαλώ τον εαυτό μου καθημερινά. Μου έχει δοθεί η πολυτέλεια να διαμορφώνω μόνος μου τη σκέψη μου σχετικά με το τι σκέφτομαι για τα σημαντικά ζητήματα της μέρας. Τελικά, με απελευθέρωσε από μια δουλειά ενός γραφιά αγκυλωμένου σε ένα γραφείο.

– Τι θα ήθελες να πεις ανοιχτά; Τι σκέφτεσαι για τον κόσμο και την κατάστασή του σήμερα;

Κατευθυνόμαστε όλο και περισσότερο προς ένα παγκόσμιο πολυεπίπεδο σύστημα στην κορυφή του οποίου θα βρίσκονται οι διεθνείς ελίτ. Η Δύση θα κλειδώνει όλο και περισσότερο τον εαυτό της, συλλέγοντας τους καλύτερους και τους πιο μορφωμένους του Τρίτου Κόσμου να περάσουν τις πύλες της. Το έχουμε ήδη δει από το πόσο δύσκολο είναι να πάρει κανείς αμερικανική, καναδική ή της Schengen visa και από τις αυξανόμενες μεταναστευτικές φρουρές στις περιοχές γύρω από την Ευρώπη. Ένα από τα βραβεία του World Press Photo της χρονιάς πρόσφατα δόθηκε σε μια σειρά φωτογραφιών που απεικόνιζαν εξαντλημένους Αφρικανούς φυγάδες περικυκλωμένους από πανέμορφες Ισπανίδες με μπικίνι μετά τον καθαρισμό μιας από τις παραλίες αυτής της χώρας μετά την επικίνδυνη διάσχιση από το Μαρόκο. Η σουρεαλιστική σύγκρουση μεταξύ του Πρώτου και του Τρίτου Κόσμου. Οι αποκλειστικές κοινότητες ανθίζουν γύρω από την περιοχή της Μέσης Ανατολής. Είναι η Ντουμπαϊοποίηση του Τρίτου κόσμου. Η Emaar, η προεξάρχουσα κατασκευαστική εταιρεία των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων έχει δημιουργήσει πανάκριβα πρότζεκτ κατοικιών με ονομασίες όπως Eighth Gate, Damascus Hills, Dubai Towers Istanbul, Canyon Views και Crescent Bay σε μέρη όπως το Karachi, το Κάιρο, η Λαχώρη, η Κωνσταντινούπολη, το Μαρόκο και αλλού. Οι προαναφερθείσες διεθνείς ελίτ καταφεύγουν πίσω από τα τείχη αυτών των περιβόλων (των προστατευμένων από ιδιωτικούς φρουρούς), οδηγώντας τις Land Rovers τους στα κοντινά επιχειρηματικά κέντρα που εργάζονται. Για το φτωχό λαό του Τρίτου Κόσμου το μέλλον έχει χαρτογραφηθεί από τον 76χρονο Samir Amin στο έργο του «The Liberal Virus: Permanent War and the Americanization of the World». Σε αυτή τη σύντομη ανάλυση, προβλέπει ότι τρία δισεκατομμύρια αγρότες θα εκδιωχθούν από τη γη τους και θα οδηγηθούν στις φτωχογειτονιές που αυξάνονται μέρα τη μέρα σε γωνιές όπως της Πόλης, του Karachi, της Δαμασκού και του Καΐρου. Αυτό, εξηγεί, θα είναι το αποτέλεσμα της υλοποίησης μιας εντολής του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου του 2001 όπου όλες οι αγροτικές αγορές θα ανοιχτούν προς επέκταση των οικονομικών παραγωγών της αγροτοβιομηχανίας. Χωρίς την ικανότητα να δημιουργήσει μια βιώσιμη ζωή από τη δική του γη, ο μισός από τον πληθυσμό του κόσμου θα αναγκαστεί να μεταναστεύσει στα αστικά κέντρα όπου δε θα υπάρξει δουλειά γι’ αυτούς. Έτσι, συνοψίζει ο Amin, θα παγιδευτούν σε ένα «οργανωμένο σύστημα apartheid» σε παγκόσμια κλίμακα.

Αυτό δεν είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Συμβαίνει αυτή τη στιγμή που μιλάμε. Οδηγεί στη δημιουργία υπερ-πόλεων όπως η Τεχεράνη, η Πόλη του Μεξικού και το Ρίο ντε Τζανέιρο. Καθώς γράφω αυτές τις λέξεις, κάθομαι σε μια φτωχογειτονιά της Κωνσταντινούπολης γεμάτη από Κούρδους χωρικούς της νότιας Τουρκίας και της βόρειας Συρίας. Είναι ο λόγος επίσης που το Πεντάγωνο ασκεί πίεση όλο και περισσότερο στα παιχνίδια πολέμου μέσα στα πολύπλοκα αστικά περιβάλλοντα. Η Βαγδάτη ήταν μόνο η αρχή.

***

σημ.: περισσότερες πληροφορίες για τον Ιάσονα Αθανασιάδη-Fowden μπορείτε να βρείτε στα:

http://www.payvand.com/news/06/jan/1071.html

http://www.worldpoliticsreview.com/author.aspx?id=86

http://www.bjr.org.uk/data/2006/no4_athanasiadis.htm

attende (revised)


(το κείμενο αυτό δημοσίευτηκε ως έχει στο περιοδικό PerformArt*Page του Ελληνικού Κέντρου του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου, στη σελίδα http://www.hellastheatre.gr/, στο τεύχος Αυγούστου-Σεπτεμβρίου)

ποτέ ξανά ένα τραπέζι δεν έχει σταθεί με τόση ευχέρεια ανάμεσά μας

Άνη Κυπριάδη, Περπατώντας αργά στην κάμαρά μου

Ήρθες.

Ναι.

Ναι.

Πώς είσαι;

Εσύ;

Πού ήσουν;

Είχα πάει να… Προσπάθησα. Δεν… Ποτέ.

Λες ψέμματα.

Αλήθεια.

Τι αλήθεια; Ψέμματα.

Αλήθεια.

Ναι.

Τι ναι;

Σταμάτα. Δε με φοβίζουν αυτά.

Φοβάσαι;

Λίγο.

Δε σ’ ακούω. Συγγνώμη.

Δε θέλεις. Με συγχωρείς.

Θυμάσαι;

Ξέρεις. Σαν χαμένος πολεμιστής, εμπόλεμος ζητιάνος, παγιδεύτηκα λίγο πιο πάνω από τις νύχτες μας, αγέρωχα και με ευτέλεια κραδαίνοντας τους αιώνες. Κάθε πρωί μπερδεύω καληνύχτες.

Κλείσε τώρα τα φώτα! Τώρα! Κουράστηκα. Κουράστηκες. Γιατί δε μιλάς πια; Πού χάνεσαι; Πού χάθηκες; Μίλα μου, βρίσε με, καθάρισέ με. Δεν έχω δοκιμάσει τίποτα. Τίποτα δεν έχω μάθει. Μαζί σου τα ξέχασα όλα’ και τώρα πού πάω; Χωρίς εσένα. Κουράστηκες. Κουραστήκαμε. Δε σ’ ακούω. Γιατί δε μιλάς; Ε; Μίλα τώρα που ζω ακόμα για να σε κοιτώ’ μετά θα πάρω τα μάτια μου και θα φύγω. Θα σε κοιτάξω για τελευταία φορά. Μια φορά που να πάρει. Μη μιλάς άλλο από μέσα σου. Ταξίδεψε μαζί μου. Τώρα. Κοίτα με. Ταξίδεψε τώρα. Άκου. Το ξέρω ότι θέλεις να καταργηθούν τα ταξίδια. Να μην υπάρχει καθόλου χώρος έξω από αυτόν που ζεις. Μόνη σου να χορέψεις αλλά άκου. Κάποιος κλαίει και φωνάζει. Όχι εγώ. Κάνεις λάθος. Πάλι λάθος κάνεις, αγάπη μου. Μη με κοιτάς έτσι. Κοίτα με. Αλλά όχι έτσι, διάολε. Και τώρα που τα ξέρεις όλα, κοίτα με και μίλα μου για την αλήθεια. Ναι, γι’ αυτήν. Κι εγώ σταμάτησα να φοβάμαι, αλλά δε σταμάτησα να σου μιλώ. Κάθε μέρα σου γράφω και κάθε νύχτα έρχομαι κι αφήνω ένα βλέμμα στο μαξιλάρι σου. Πού κοιμάσαι, πού γυρίζεις; Χάθηκε το φως σου. Χάθηκε το βλέμμα σου. Σαν μπάλα έπεσε με φόρα πάνω στον τοίχο και γυρίζει πίσω πιο δυνατό τώρα αλλά ο τοίχος εκεί. Ορθός και βλάκας. Ως τοίχος. Τώρα που θέλεις να χορέψεις με τα χέρια και όχι με τα πόδια πια. Και να καταργήσεις το χορό. Και τον χώρο. Άρχισα να ζαλίζομαι. Μ’ αρέσει. Χόρεψε και μίλα μου. Σε βλέπω που φοβάσαι. Τώρα που μπορείς να χορέψεις και με τα χέρια και με τα πόδια και με το κεφάλι, φοβάσαι πως δε θέλεις να ξαναχορέψεις πια. Τόσο που ήθελες να φοβηθείς, μ’ άφησες να κρυφτώ τόσο δυνατά που έφταιγα όταν ένιωσα πως δε γινόμουν φόβος. Κοιμήσου αφού μου μιλήσεις και ζήτα μου να σε κοιμίσω. Να σε βάλω για ύπνο. Να σε κρατώ τόσο σφιχτά που να φοβάσαι όλο το βράδυ. Τώρα ξέρω κι εγώ. Και φοβάμαι κι ελπίζω να σε φοβίζω κι εσένα. Και θα χαμηλώσω τη μουσική. Να μη σε φοβίζουν οι ήχοι. Να σε φοβίζω μόνο εγώ. Μόνο εγώ να σε φοβίζω. Κι εγώ θα μεθύσω κάτω από τη βροχή των φόβων που πονούν. Σκεπασμένος μ’ εκείνη τη φλοκάτη που μια ζωή ζεσταίνει το πάτωμα που πάνω του κοιμηθήκαμε μετά από μέρες ξαγρύπνιας -εξευτελισμού για άλλους. Μέρες άγνοιας σ’ ένα τίποτα και κάτι. Σ’ αυτό που παλέψαμε και βάλαμε ένα τέλος άχρηστο και ψεύτικο, γεμάτο ηλίθιες παρακαταθήκες. Μα τι λέω; Τι προσπαθώ να αποδείξω και σε ποιον; Το χαμένο παιχνίδι της παράνοιας και της τρέλλας δίχως όρια. Έτσι νομίζω ότι το λένε. Βλακείες. Ξεσπάσματα της στιγμής, πολλές στιγμές μαζί και απόδειξη -κατάληξη ίσως;- η τρέλλα. Αλλά τι να την κάνεις την εμπειρία. Φοβισμένα μάτια και μαύροι κύκλοι να αποδεικνύουν τις ανεφάρμοστες ελπίδες και τα ισόβια βογκητά. Κλείστε τα φώτα επιτέλους. Να σπάσουν κι οι καθρέφτες. Να σπάσουν και να σπάσουν. Τώρα! ΤΩΡΑ!

ΝΑ ΣΠΑΣΟΥΝ! Όλοι οι καθρέφτες του κόσμου. Όλος ο κόσμος να σπάσει και να μπει σε ποτήρια και να κλειστούν τα ποτήρια στα ντουλάπια του υπογείου και να χωθούν τα ντουλάπια στη γη, στον κάτω κόσμο που είναι ψέμμα. Μόνο λάσπες, νερό κι αλάτι. Άνοιξε και δες. Δεν είναι πολύ μακρυά η πόρτα του τάφου. Όχι δεν είναι τάφος πια. Είναι εκείνο το απαίσιο και φριχτό ανεμοκατέβασμα (ανεβοκατέβασμα λες;) της απέραντης καλοσύνης σου. Ναι, αυτό είναι. Δε μιλάς πια και καλά κάνεις. Άνοιξε όμως να δεις. Μην κρυφοκοιτάς. Πρέπει να δεις και να σε δουν που βλέπεις. Είναι ανάγκη για την ώρα. Δεν ξέρω σε τι θα μετασχηματιστεί. Τι θα γίνει από δω και πέρα. Από δω και πάνω μάλλον. Εκείνος ο αρουραίος που σου διηγούμουν κάποτε -άλλες εποχές αυτές- τα ’φαγε τα ψωμάκια του. Κι εμείς. Αλλά εμείς είμαστε κάστορες. Παιδιόθεν. Κοίτα και θα τις δεις τις γάτες που σε απειλούν με τα μουστάκια τους. Εγώ δεν ξέρω να ζω πολύ. Μόνο λίγα πράγματα μπορώ να σου πω και καλά θα κάνεις να βγεις και να δεις. Έστω να βγάλεις μόνο το κεφάλι σου. Αλλά ξεκάθαρα πράγματα. Όχι λαθροοράσεις και τα ρέστα. Να σε βλέπουν και να είσαι περήφανος. Μια πετριά από δω μια από κει’ πού να σταθείς. Μπορείς, δεν μπορείς. Και να μπορούσες δηλαδή πού να βρεθεί ίσκιος. Ούτε ήλιος έμεινε. Ούτε μύτη που να μην άνοιξε. Αίματα και μύξες. Μη σιχαίνεσαι. Δεν κάνει καλό στην λαθροφθαλμία που θες να αποκτήσεις. Θέλεις δε θέλεις. Η θάλασσα δεν μπορεί να σηκώσει τίποτα. Η θάλασσα τέλος. Γι’ αυτό σου λέω: βγάλε το κεφάλι σου τουλάχιστον και δες. Να σε βλέπουν όμως. Σ’το ξαναλέω. Κι αν ξανασυναντήσεις τους αρουραίους, μην τους δώσεις σημασία. Δεν υπάρχουν κι αυτοί όπως κι η θάλασσα. Μαζί πάνε αυτά. Ομού, λέγαμε στο σχολείο. Κι αυτή η ζέστη δε λέει να κοπάσει. Κουράστηκα να περιμένω το χέρι που το φυσάει ο αέρας και το στέλνει στο διάολο. Όπου να ’ναι θα ’ρθει. Εσύ εκεί: βγες και δες. Να σε βλέπουν που κοιτάς. Εντάξει; Μη ρωτάς για μένα: εμένα δε με φοβίζει τίποτα πια. Έχω καταργήσει το φόβο και τώρα δεν έχω την ανάγκη να φοβηθώ. Δεν υπάρχει η διέξοδος απ’ τον κόσμο της αφοβίας. Σε τούτη τη στιγμή θέλω να πιω και να φωνάξω αληθινά, για πρώτη φορά. Να φοβηθούν οι άλλοι απ’ τις φωνές. Να γλυτώσω από κείνους που λυπούνται αυτόν που του λείπει κάτι. Να γίνει τώρα η ζήλια λύπηση. Κι η λύπηση μοναξιά. Je sais la réponse.

Attende.

Jattende και πάω. Κι ας είναι το άλγος στο νόστο θυσιασμένο.