παράλληλες ζωές

Ήταν βράδυ όταν ήρθε η Μάγδα από τη δουλειά. Δεν ήταν πολύ κουρασμένη σήμερα, γιατί έλειπε το αφεντικό και μπόρεσε να ξεκλέψει λίγες ώρες και απλώς να μην κάνει τίποτα. Η Μάγδα δουλεύει σε ένα γραφείο συνοικεσίων. Όχι πολύ μεγάλο και γνωστό, αλλά έχει τον τρόπο του, εξαιτίας κυρίως των γνωριμιών με όλο τον υπόκοσμο που έχει ο Λευτέρης, το αφεντικό. Ο Λευτέρης είναι, πρώην γιατρός’ πρώην γιατί μια φορά ξυλοκόπησε ένα παιδάκι που δεν καθόταν να το εμβολιάσει και έτσι του αφαίρεσαν την άδεια. Δεν θα μπορούσε ποτέ να ξαναδουλέψει και, επειδή λόγω ντροπής τον αποκλήρωσε ο πατέρας του, έπρεπε να βρει κάτι αξιοπρεπές να κάνει. Σίγουρα αυτό δεν ήταν οι ήδη δύο αποτυχημένοι γάμοι του. Κι έτσι προέκυψε το γραφείο συνοικεσίων ο «Ιπποκράτης». Περίεργο όνομα για τέτοιου είδους επιχείρηση, αλλά τα απωθημένα είναι βαρύτερα από δέκα ζωές μαζί!
Η Μάγδα είναι ερωτευμένη με το Λευτέρη εδώ και τρεις περίπου μήνες, από τη στιγμή δηλαδή που έπιασε δουλειά, μόλις που είχε ανοίξει ο «Ιπποκράτης» στην Ασκληπιού, στη γωνία με τη Σόλωνος. Η διαφορά ηλικίας τους, τα δύο διαζύγια και ο ξυλοδαρμός του παιδιού ήταν αποθαρρυντικά για μια ενδεχόμενη μεταξύ τους σχέση, αλλά η Μάγδα τον ήθελε. Αυτός, ο Λευτέρης, φαινόταν να το καταλαβαίνει, αλλά δεν έδινε πολλά σημάδια που να διευκόλυναν τη νέα του γραμματέα, θες γιατί ήταν κλισέ, θες γιατί το συνοικέσιο πρέπει να πληρώνεται, δεν έκανε κανένα πρώτο βήμα αυτός. Και η Μάγδα προσπαθούσε να του το βγάλει’ ήταν σίγουρη ότι θα έκαναν πολύ καλή σχέση οι δυο τους, θα τον άλλαζε.
Το βράδυ, λοιπόν, που γύρισε σπίτι, ετοίμασε κάτι να τσιμπήσει, ελαφρύ και χαλαρωτικό, και προσπάθησε να διαβάσει λίγο πριν μπει στο μπάνιο για να ετοιμαστεί για μια έξοδο, με κάποιον πελάτη που, τελικά, στέρησε από το γραφείο… Το διαμέρισμά της στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας ήταν πολύ παλιό, όπως και ο θερμοσίφωνάς της, που χρειαζόταν μία ώρα για να ζεστάνει μια χούφτα νερό. Αλλά δε βιαζόταν σήμερα. Είχε περιθώριο να ετοιμαστεί με την ησυχία της.
Το σπίτι της Μάγδας είναι πανέμορφο. Είχε πάρει ένα μικρό δάνειο και το είχε γεμίσει με πράγματα από διάφορα μαγαζιά που θύμιζαν εργοστάσιο! Δεν είναι πολύ μεγάλο και έτσι δεν της πήρε πολλές μέρες να το τακτοποιήσει όταν το νοίκιασε. Ούτε πολλές μέρες της είχε πάρει να το βρει. Είναι στον πέμπτο όροφο με θέα την κορυφή του Λυκαβηττού κι αυτό με το ζόρι. Το μπαλκόνι της είναι μεγαλύτερο από το σπίτι, αλλά δεν την ενοχλεί αυτό μιας και μένει μόνη της προσώρας. Άλλωστε ο Λευτέρης έχει ένα οροφοδιαμέρισμα στην πλατεία Εξαρχείων και θα μπορούσαν να ζήσουν εκεί… Και επιπλέον αυτή ζούσε στο νοίκι, δεν ήταν δικό της.
Όταν πέρασε η ώρα και το νερό ήταν έτοιμο για το μπάνιο, τσάκισε τη σελίδα, ελλείψει σελιδοδείκτη, και έβγαλε τα ρούχα της που τα πέταξε κακήν κακώς στο πάτωμα του σαλονιού.
Πριν ανοίξει τη βρύση του μπάνιου, ακούστηκε ο ήχος.
***
Η Σκουφά ήταν γεμάτη κορίτσια μιας ομάδας χορού που ήρθε για κάτι χορευτικούς αγώνες. Υπέροχα κορμιά, πανέμορφα πρόσωπα, ενοχλητικές φωνές. Ο Νίκος μπήκε στο πρώτο κατάστημα με ανδρικά και σε πέντε μόλις λεπτάκια είχε φορτώσει την πιστωτική του μπαμπά του κατά ογδόντα δύο ευρώ και ενενήντα εννέα λεπτά. Είχε ήδη αγοράσει ένα υπέροχο πόλο μπλουζάκι χρώματος πορτοκαλί με καφέ ρίγες που τον ψήλωναν και τον αδυνάτιζαν. Κούκλος έδειχνε στον καθρέφτη του δοκιμαστηρίου, αλλά αυτοί οι καθρέφτες γι’ αυτό ήταν εκεί. Για το δίκιο του πελάτη.
Σε λιγότερο από επτά λεπτά είχε επιστρέψει στο σπίτι. Το σπίτι. Ένα πανέμορφο διώροφο διαμέρισμα στην Πλουτάρχου, στο Κολωνάκι, προίκα της μητέρας του στον πατέρα του. Τεράστιοι χώροι διακοσμημένοι με όλων των ειδών τους πίνακες Ελλήνων ζωγράφων που δημιούργησαν μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Βάζα και πιατάκια απ’ την Ανατολή γέμιζαν τα τραπέζια και τις βιβλιοθήκες και, φυσικά, πολλά βιβλία. Παντού βιβλία. Τόσα που να νομιμοποιούν την έδρα Ψυχανάλυσης στην Πάντειο που κατείχε ο πατέρας του αλλά και την ιδιότητα της ανεπάγγελτης αρσακειάδας που διατηρούσε η μητέρα του.
Το δωμάτιό του ήταν ένας χώρος περισυλλογής για τη μητέρα του, από τότε που αυτός έφυγε πρώτα για το Παρίσι και μετά για το Λονδίνο. Άδειο από προσωπικά αντικείμενα (υπολογιστή, κάτι βιβλία του Πολυτεχνείου, ρούχα, εσώρουχα και τσόντες), άνετα μετατράπηκε σε χώρο απομόνωσης και οδυρμού για τη μητέρα του.
Δοκίμασε το νερό στο μπάνιο και ήταν ακόμα ικανοποιητικά ζεστό. Άναψε ένα τσιγάρο (κανονικό), ήπιε μια σόδα και πήρε τηλέφωνο το φίλο του στο Λονδίνο, τον Άνταμ. Δεν το σήκωσε, κάτι που τον ανησύχησε, αλλά αποφάσισε να μην τον ξαναπάρει. Όλο αυτός έπαιρνε τόσα χρόνια. Ας έβλεπε τον αριθμό του κι ας τον έπαιρνε.
Άκουσε λίγο μουσική για να χαλαρώσει και έστριψε με τελετουργική άνεση το τσιγάρο που θα κάπνιζε μόλις έβγαινε από το μπάνιο. Έβγαλε όλα του ρούχα, τα δίπλωσε αναίτια πριν τα βάλει στα άπλυτα και μπήκε.
Πριν ανοίξει τη βρύση του μπάνιου, ακούστηκε ο ήχος.
***
Κυρίες και Κύριοι, διακόπτουμε το πρόγραμμά μας για να συνδεθούμε απευθείας με το κέντρο της Αθήνας, όπου διερχόμενο ι.χ. προσέκρουσε μετωπικά σε στάση λεωφορείου και παρέσυρε οκτώ νεαρές κοπέλες.

έκδωσέ το μόνος σου !

à Ότι το βιβλίο έχει μπει εδώ και χρόνια στα πλοκάμια του σκληρού ροκ του μάρκετινγκ, είναι κοινός τόπος. Μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι παγκοσμίως αλλά και στην Ελλάδα, δαπανούν πακτωλό χρημάτων για να διαφημίσουν τα προϊόντα τους.

à Η ετήσια εκδοτική παραγωγή ανέρχεται σε χιλιάδες νέους τίτλους παγκοσμίως. Οτιδήποτε μπορεί να εκδοθεί, οτιδήποτε μπορεί να ενταχθεί σε κάποια κατηγορία.

à Αυτό που μου κάνει εντύπωση τελευταία είναι η αναζωπύρωση των ιστοσελίδων και των βιβλίων που κυκλοφορούν γεμάτα μαρκετίστικου τύπου συμβουλές προς φιλόδοξους συγγραφείς που δε βρίσκουν «διαπλεκόμενους» και μη εκδότες ή τους αποστρέφονται.

à Οι συμβουλές που παρέχονται προς κάθε ενδιαφερόμενο είναι του τύπου: βρες την ιδέα και κάνε τη σαφή, γράψε το βιβλίο, έλα σε μας τους «ανεξάρτητους» και δες το βιβλίο σου εκδομένο σε λίγες μέρες. Υπάρχουν και συμβουλές για την προώθησή τους.

à Τα πρώτα 30 κομμάτια δωρεάν!

à Μερικά επιλεγμένα sites είναι:

www.lulu.com

www.writeandpublishyourbook.com

www.authorsonline.co.uk

à Από βιβλία μπορεί κανείς να βρει στο http://www.amazon.com/: Getting Your Book Published for Dummies (Sarah Parsons Zackheim, Adrian Zackheim) ή How to Self-Publish Your Book With Little Or No Money! (Bettie E. Tucker, Wayne Brumagin)

à Στο blog μου βρήκα ένα σχόλιο από παρόμοια εν Ελλάδι προσπάθεια (www.artbomber.com)

à Καλή τύχη!

με την P.J. μέσα στην Plymouth (κάτι σαν sequel)

Βγήκε στο δρόμο και ξεχύθηκε στην άσφαλτο σαν να ’ταν ο άνεμος που παιδί τον έπαιρνε ψηλά και τον ταξίδευε μέχρι το ποτάμι κι από ’κει χυνόταν στο πέλαγο που έριχνε άγκυρες.
Άγκυρες ήταν οι φωνές της μητέρας του που τον ξύπναγε το πρωί να πάει στη δουλειά με το θείο του. Ελλείψει πατρός˙ τον πήρε η πόλη. Δεν άντεχε τη θάλασσα, ούτε το ποτάμι, ούτε καν τη λίμνη που δούλεψε για την κατασκευή της. Δεν αγάπησε το δημιούργημά του. Ίσως γιατί δεν ήταν μόνο δικό του, αλλά όλου του χωριού. Κι έτσι γύρισε στην πόλη, απ’ όπου τον έφερε η προίκα της γυναίκας του. Είχε σχεδιάσει μια εκδρομή εδώ και μέρες˙ μόνο που την επέσπευσε κατά εικοσιτέσσερις ώρες. Δεν άντεχε να περιμένει άλλο.
Η μέρα ήταν, μάλλον, συμπαθητική, παρόλο που ο ήλιος άργησε να λάμψει. Τι σημασία είχε, όμως; Η θάλασσα είναι πάντα εκεί, δεν κουνιέται ρούπι. Κατά τα φαινόμενα, τουλάχιστον. Γι’ αυτό έφυγε νωρίτερα. Δε χρειαζόταν να κλείσει ραντεβού μαζί της. Έτσι κι αλλιώς δεν ήταν και πολύ μακριά. Αν η θάλασσα είχε φύγει από ’κει που την άφησε την τελευταία φορά, θα επέστρεφε˙ διαφορετικός. Το αυτοκίνητο, που πάντα το παρατούσε στο πάρκινγκ του βενζινάδικου της Νέας Πόλης, τον περίμενε και ένιωσε πως είχε ήδη ανάψει τη μηχανή και περίμενε να ορμήσει προς τη θάλασσα.
Η πρώτη κίνηση που έκανε, μπαίνοντας στο αυτοκίνητο, μια Plymouth του… -ούτε ήξερε του πότε- η μόνη γονική παροχή, ήταν να βάλει μουσική. The city sunset over me, μουρμούριζε η PJ Harvey. «Έρχομαι να σου κάνω παρέα, να σε ξανακάνω παρέα μου», μουρμούρισε από πάνω. Στο δρόμο, συνάντησε πολλούς που έτρεχαν να προλάβουν τη θάλασσα. Να προλάβουν τη θάλασσα; Μα πού πήγαινε; «Μη φύγεις χωρίς να σε αποχαιρετήσω, χωρίς να σου πω αυτά που μάζευα όλον αυτόν τον καιρό», φώναξε κλαίγοντας. Το ήξερε πως οι άλλοι δεν καταλάβαιναν. Το ήξερε πως ήταν γι’ αυτούς mare incognita.
Όταν έτρεχε πάνω σ’ αυτό το δρόμο, ένιωθε τις πολυκατοικίες, τα σούπερ μάρκετ, τα πάρκα, τα σινεμά, τα café, το δημαρχείο της πόλης, να περνούν από δίπλα του και να φέρνουν όλο και πιο κοντά τη θάλασσα’ δεν ένιωθε ποτέ πως φεύγει αυτός. Ακόμα κι αυτό το βαρύ εργοστάσιο με την τεράστια καμινάδα που κατασκεύαζε οικοδομικά υλικά – αλήθεια, τι άλλο να χρειάζονται αυτές οι πόλεις σήμερα; ούτε χρώματα ούτε δάκρυα˙ οικοδομικά υλικά – ένιωθε, λοιπόν, ακόμα κι αυτό το υπέρβαρο κατασκεύασμα να περνά τρέχοντας από δίπλα του. Τις στιγμές που πήγαινε στη θάλασσα, αισθανόταν να μένει ακίνητος και όλα να την τραβούν προς αυτόν. Σχεδόν το πίστευε.
Διασχίζοντας την τελευταία γέφυρα που τον χώριζε από το λυτρωτικό νερό, την είδε και έκλεισε τα παράθυρα της Plymouth, χαμήλωσε τη μουσική και σταμάτησε το αυτοκίνητο στο βοηθητικό δρόμο. Βγήκε έξω και το αποφάσισε, επιτέλους˙ ήταν η κατάλληλη στιγμή να ουρλιάξει, να ματώσει τις χορδές του, φώναξε και έπεσε στο κενό.
Αυτή, τότε, ξεχύθηκε από τα όριά της έτρεξε να τον σώσει. Τον κράτησε στην υδάτινη αγκαλιά της και τον πήρε μαζί της. Όχι, όχι για πάντα. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα τον γύρισε στο σπίτι του και τον έβαλε να κοιμηθεί. Άνοιξε τα μάτια του μετά από δυο μέρες. Το σώμα του ήταν γεμάτο νερό και ένιωθε πως θα πλημμύριζε η πόλη, αν το πετούσε από μέσα του. Δεν τον έκανε.
Το ήθελε για πάντα μέσα του, να τον γεμίζει και να του θυμίζει τη γέφυρα στην οποία την είδε και της χαρίστηκε.

περί ΒΙΒΛΙΩΝ, ΛΙΣΤΩΝ και άλλων ΔΕΙΝΩΝ! (και μια πρόταση)

Περιφερόμενος στο διαδίκτυο και αναζητώντας την παγκόσμια κίνηση του βιβλίου, έπεσε το μάτι μου σε ένα άρθρο των New York Times Book Review σχετικά με τα ευπώλητα, τις λίστες και πώς δημιουργούνται αυτές. Το κεντρικό θέμα του άρθρου είχε να κάνει με μια πρωτοβουλία της εφημερίδας να καταρτίσει μία λίστα με βιβλία, έξω από τους γίγαντες των best sellers. Αυτή η λίστα, σκέφτηκαν, ότι θα περιλαμβάνει είτε βιβλία που δεν πούλησαν εξαιρετικά αλλά είναι αξιολογότατα, είτε εκδόσεις μικρών οίκων.

(Να ξεκαθαρίσω εξ αρχής βεβαίως ότι δεν πιστεύω σε καμμία περίπτωση ότι όσα βιβλία πουλούν πολλά αντίτυπα δεν είναι άξια λόγου και ανάγνωσης ή δεν αποτελούν συγκλονιστικά λογοτεχνικά αποτελέσματα. Κάποιες φορές η ποιότητα συμβαδίζει με την ποσότητα και αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά ευτυχές.)

Αμέσως το μυαλό μου πήγε σε βιβλιοπωλεία του Λονδίνου και του Άμστερνταμ (που τα γνωρίζω από πρώτο χέρι) και θυμήθηκα ότι οι προθήκες τους χωρίζονται, κατά κανόνα, σε μυθιστορήματα, λογοτεχνικά μυθιστορήματα κλπ. Το ίδιο περίπου συμβαίνει και στον “Ελευθερουδάκη” όπου είναι δομημένος όπως τα βιβλιοπωλεία των πόλεων που ανέφερα προηγούμενα.

[Διευκρίνηση: η διάκριση μεταξύ μυθιστορήματος και λογοτεχνικού μυθιστορήματος έχει, για παράδειγμα, να κάνει με τη διαφορά μεταξύ ενός βιβλίου της Εύας Ομηρόλη (ή της Λένας Μαντά) και της Μαρίας Μήτσορα (ή της Ιωάννας Μπουραζοπούλου). Ακόμα ένα παράδειγμα: Σκεφτείτε τη διαφορά μεταξύ ενός μυθιστορήματος του Γιώργου Πολυράκη και ενός του Χρήστου Χωμενίδη (ή του Νίκου Παναγιωτόπουλου)]

Για να επανέλθω στις λίστες. Ο διαχωρισμός αυτός ή η σχετική αναφορά σε “διαφορετικά”, “πρωτοποριακά”, “προχωρημένα”, “εναλλακτικά” ή εν γένει εξαιρετικότατα μυθιστορήματα, βοηθά στην ανακάλυψη βιβλίων που, για κάποιους προφανείς ή όχι λόγους, παραμένουν σε μια κάποια αφάνεια. Έτσι, αφενός οι νέες αυτές λίστες παίρνονται από βιβλιοπωλεία που δεν είναι αλυσίδες αλλά από αυτά που έχουν άλλη φιλοσοφία ή ζητούν από τις αλυσίδες τις πωλήσεις χαμηλότερης κλίμακας, αφετέρου προωθούν έναν κύκλο βιβλίων που οι νόμοι του marketing έχουν καταπιεί και ήδη χωνέψει…

Οι μεγάλες αλυσίδες, ασφαλώς όχι όλες αδιακρίτως, διαμορφωμένες πλήρως μέσα στις νέες συνθήκες της παγκόσμιας αγοράς, λογικά διαφημίζουν και πουλούν μυθιστορήματα που εξ αρχής είναι προορισμένα για best sellers για λόγους μάλλον αυτονόητους. Είμαι σίγουρος πως άλλη είναι η λίστα των ευπώλητων του Fnac, άλλη της Πρωτοπορίας, άλλη του Λεμονιού (Θησείο) ή του Ναυτίλου (Χαρ. Τρικούπη).

Σημαντικό ρόλο παίζουν εδώ και οι εφημερίδες ή τα λογοτεχνικά περιοδικά, δεδομένης της επιρροής τους στην κοινή γνώμη. Όταν ζητούν τέτοιες λίστες σχεδόν αποκλειστικά από μεγάλα βιβλιοπωλεία, επόμενο είναι να αποτελούνται οι λίστες αυτές από συγκεκριμένα μυθιστορήματα. Αυτό βεβαίως και ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, κανείς δεν το αμφισβητεί. Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι αυτά τα βιβλία είναι όντως ευπώλητα. Αλλού είναι το ζήτημα, προφανώς.

Εάν, λοιπόν, καταρτιζόταν μια λίστα είτε από μικρά βιβλιοπωλεία είτε απλώς από διαφορετικού είδους μυθιστορήματα με ευθύνη των δημοσιογράφων και των κριτικών, τότε οι αναγνώστες θα είχαμε ευρύτερη πρόσβαση σε λογοτεχνικά κείμενα. Φυσικά, μέσα στην τρέλλα της ημέρας, δύσκολα ο σημερινός άνθρωπος περνά ώρες στα βιβλιοπωλεία αναζητώντας ως ποντικός. Οι περισσότεροι πηγαίνουμε με έτοιμες λίστες. ‘Οπως ακριβώς πηγαίνουμε με έτοιμα ψηφοδέλτια στις εκλογές!

Συνεπώς, εγώ έχω να προτείνω στις εφημερίδες και τα λογοτεχικά περιοδικά να ακολουθήσουν αυτό το παράδειγμα των αμερικανών συναδέλφων τους και να ξεκινήσουν μια προσπάθεια να βγουν στην επιφάνεια κείμενα που δυστυχώς δεν έτυχαν της προώθησης της αγοράς και που αποτελούν, φυσικά, αναγνώσματα που είναι σημαντικό να γνωρίσει κανείς τον κόσμο τους.

Και ένα τελευταίο ζήτημα. Θα αναρωτιόταν πολύ λογικά κανείς ποια είναι τα κριτήρια για να χαρακτηρίσουμε ένα μυθιστόρημα λογοτεχνικό ή τέλος πάντων σημαντικό, πρωτοποριακό κλπ. Εδώ θα πω μόνο, γιατί είναι πολύ μεγάλη αυτή η κουβέντα, πως είναι διαφορετική η γραμμική αφήγηση, για παράδειγμα, της καθημερινότητας από την ίδια αφήγηση της καθημερινότητας που, εντούτοις, διαθέτει εκείνα τα στοιχεία που κάνουν το νου τα τρέχει ένα βήμα μπροστά από αυτήν.

Καιρός δείξεται…

μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια πόλη

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια πόλη.
Αυτή η πόλη ήταν γεμάτη λογής κόσμο, όπως και κάθε πόλη άλλωστε.Όλες οι κοινωνικές τάξεις ζούσαν σε διάσπαρτα γκέτο στην πόλη και είχαν κανονίσει τη ζωή τους έτσι, ώστε δύσκολα να εισέρχεται κάποιος που δεν ανήκε σε αυτά.Όταν κάποιος αποφάσιζε να διεισδύσει, ακόμα και με όλα τα εχέγγυα, στο χώρο μιας κοινωνικής τάξης, τότε ο αρχηγός της, όποτε μια τάξη είχε αρχηγό, δηλαδή, όταν αυτός δεν ασχολιόταν με έρωτες και τα σχετικά, τότε λοιπόν του ζητούσαν να τους αποδείξει ότι αξίζει και αυτός το έκανε με νύχια και με δόντια, επειδή το ήθελε. Τη στιγμή που κάποιος αποφάσιζε να αλλάξει χώρο και τάξη, το ήθελε πραγματικά. Όλοι φοβόντουσαν να το κάνουν έστω και για πλάκα, γιατί ήξεραν την επίπονη διαδικασία.
Η διαδικασία είχε ως εξής: ο υποψήφιος προς ένταξη σε άλλο γκέτο έπρεπε να μελετήσει την οργάνωση της μέλλουσας τάξης του και να κάνει μια ανάλυση των δομών και του πιθανού μέλλοντός της. Αυτή ήταν η πρώτη φάση.Το δεύτερο στάδιο είχε να κάνει με την παρουσιάση, ενώπιον του αρχηγού και της αυλής του, των αποτελεσμάτων στα οποία είχε καταλήξει. Η διαδικασία της παρουσίασης θα μπορούσε να διαρκέσει από ένα λεπτό μέχρι δύο μήνες το περισσότερο, ανάλογα με τις υποψηφιότητες και φυσικά τις γνωριμίες. Έχει ακουστεί ότι σε κάποια υποψήφια ποτέ δε δόθηκε η ευκαιρία της εν λόγω παρουσίασης για άγνωστους βεβαίως λόγους. Να σημειωθεί δε ότι καμμία απολύτως σημασία δεν είχε το είδος των πορισμάτων των υποψηφίων. Έπρεπε απλώς να εξυπηρετούν την ποσότητα. Αυτήν που κάθε φορά είχε οριστεί από τον αρχηγό.Η τρίτη φάση, τελευταία και φαρμακερή, ήταν παραδόξως η πιο απλή: τοιχοκολλούνταν τα αποτελέσματα της επιτυχούς έρευνας και ο κόσμος γιόρταζε για τρεις μέρες κάθε νέο μέλος. Το νέο μέλος απαγορευόταν για ανεξήγητους λόγους να είναι παρόν, μιας και έπρεπε να παρίσταται στα μοιρολόγια της τάξης, του γκέτο που τον έχανε.
Αυτό γινόταν για αιώνες. Χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια και κανείς δεν είχε καταφέρει με την πρώτη αυτό που ποθούσε, δηλαδή την άμεση ένταξή του σε μια νέα τάξη, σε ένα νέο γκέτο. Ο νέος υπεραρχηγός της πόλης, αυτός που ήταν κοινά αποδεκτός από όλες τις τάξεις, βλέποντας πού οδηγείται η κατάσταση και ότι πια δε βελτιώνονται τα πράγματα, αποφάσισε μία ωραία πρωία να καλέσει ειδικούς σε τέτοια ζητήματα από τη διπλανή πόλη, η οποία τα τελευταία χρόνια είχε ξεπεράσει το πρόβλημα της διαμάχης και των μετεγγραφών μεταξύ των τάξεων και παρουσιάζε άνθιση.
Οι ειδικοί, μετά από έρευνα και ανάλυση μηνών, μπορεί και χρόνων, δε θυμάμαι καλά κι εγώ, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι σ’ αυτήν την πόλη τίποτε δεν θα αλλάξει παρά μόνο αν πεθάνουν όλοι σε εύθετο χρόνο και εάν κανένας νέος πολίτης δε γεννηθεί σε κανένα γκέτο.
Ο υπεραρχηγός μάζεψε όλους τους πολίτες τους, μέσα σε κλίμα αμήχανο και απαισιόδοξο και έκανε τη μεγάλη δήλωση:
“Όταν το φως γυρίσει την πλάτη του στον κόσμο, τότε η θάλασσα του πάθους σας να γίνετε ένα άλλο, θα πλημμυρίσει την πόλη μας και θα την πνίξει. Ζήτω το σκοτάδι.”
Οι πολίτες έμειναν στη θέση τους, ακριβώς όπως ο καθένας ήταν πριν ακουστεί αυτή η δήλωση. Για χρόνια πολλά. Ούτε κι εγώ ξέρω πόσα.
Αργότερα, στη θέση των ανθρώπων αυτών, έχτισαν τον Παρθενώνα.

η κλάρα στο μισοσκόταδο – χοσέ κάρλος σομόθα

“Το χειρότερο με την κόλαση δεν ήταν το πυρ το εξώτερον, το αιώνιο μαρτύριο, το να πέσεις στη δυσμένεια του Θεού ή να σε βασανίζουν τα δαιμόνια. Το χειρότερο στην κόλαση είναι το να μην ξέρεις αν βρίσκεσαι εκεί” σελ. 485 του βιβλίου

Μαζί με το Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;, είναι ό,τι καλύτερο διάβασα το καλοκαίρι. Ογκώδες, ακριβώς όσο το χρειαζόμαστε… Ίσως λιγότερο!

Παρατηρώ τελευταία ότι τα εξαιρετικά μυθιστορήματα που διαβάζω είναι μεγάλα σε όγκο και πυκνογραμμένα. Για παράδειγμα, αυτό για το οποίο γράφω τώρα, το προαναφερθέν, το “Σμήνος” του Σέτσινγκ, και αυτό που διαβάζω τώρα, το “Μανιφέστο της Ήττας” της Άντζελας Δημητρακάκη (αναφέρω μόνο πρόσφατα αναγνώσματα…).

Αυτό μπορεί να είναι δίκοπο μαχαίρι για έναν συγγραφέα: αφ’ ενός μπορεί να αποδεικνύει το σπάνιο τάλαντο να γράφει χωρίς συχνές “κοιλιές”, αφ’ ετέρου μπορεί να εξαντλεί αυτό το τάλαντο “εδώ”…

Ο Χοσέ Κάρλος Σομόθα (Αβάνα, 1959) έγραψε με την “Κλάρα στο μισοσκόταδο” (Πατάκης, μτφ. Χριστίνα Θεοδωροπούλου) το απόλυτο φουτουριστικό νουάρ μυθιστόρημα. Αναφέρεται στο εξαιρετικής σύλληψης σενάριο της χρησιμοποίησης ανθρώπινων σωμάτων ως καμβάδων για έργα τέχνης. Οι παραδοσιακοί πίνακες έχουν πια αντικατασταθεί από ανθρώπινα μοντέλα, που ασταρώνονται, περνούν όλες τις διαδικασίες που χρειάζονται (πλήρης αποτρίχωση, ειδικές κρέμες, ειδική γυμναστική κλπ.) και ζωγραφίζονται από καλλιτέχνες της λεγόμενης “Υπερδραματικής Τέχνης”. Και δε σταματά εδώ. Άνθρωποι χρησιμεύουν ως τασάκια, χαλιά, τραπέζια, φλυτζάνια και ό,τι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί.

Βρισκόμαστε στο 2006 (ίσως είναι ατόπημα του Σομόθα να τοποθετήσει τη δράση τόσο πρόσφατα χρονικά) και διεθνώς η Υπερδραματική Τέχνη έχει κυριαρχήσει. Στο Άμστερνταμ ετοιμάζεται η πιο φιλόδοξη έκθεση του πιο εκκεντρικού και βαθύπλουτου καλλιτέχνη Μπρούνο Βαν Τυς. Εν τω μεταξύ έχει αρχίσει ένας κύκλος άγριων δολοφονιών “καμβάδων”, στοιχείο που όχι μόνο προσδίδει το νουάρ στοιχείο στο μυθιστόρημα, αλλά θέτει και το βασικό ερώτημα που ψάχνει απάντηση:τα δολοφονημένα μοντέλα αντιμετωπίζονται ως άνθρωποι που δολοφονήθηκαν ή ως χαμένα έργα δυνάμει ή ενεργεία έργα τέχνης; Αυτό το ερώτημα ταλανίζει τον αναγνώστη και φυσικά το συγγραφέα και εδώ είναι που πρέπει να σταθούμε. Είναι ένα σημαντικό ερώτημα που καλούμαστε όλοι και όλες να απαντήσουμε, με όποιες αναγωγές ή συμπεράσματα αυτό περιλαμβάνει…

Παράλληλα, ένας εξαιρετικός “καμβάς”, η Κλάρα Ρέγιες, δέχεται πρόταση να συμμετάσχει ως μοντέλο στην προαναφερθείσα έκθεση, στο πιο “σκληρό και ριψοκίνδυνο” έργο που έχει ποτέ φανταστεί. Η προσπάθεια των Μυστικών Υπηρεσιών του Ιδρύματος Βαν Τυς αλλά και επίσημων κέντρων τέτοιων Υπηρεσιών ξετυλίγει την πλοκή, οδηγώντας με συγκλονιστικό τρόπο στη λύση του μυστηρίου, διηγούμενος ο Σομόθα εν τω μεταξύ απίθανες καταστάσεις και θέτοντας ερωτήματα σχετικά με την τέχνη, τη χρησιμοποίησή της αλλά και σχετικά με τον άνθρωπο μέσα σ’ αυτήν.

Ο Σομόθα (στα ελληνικά κυκλοφορεί επίσης το “Σπήλαιο των Ιδεών” από τον Κέδρο) καθιερώνεται με αυτό το μαγευτικό και τρομακτικό μυθιστόρημα ανάμεσα στους ευφυέστερους και πιο ταλαντούχους συγγραφείς της εποχής μας. Όπως έγραψε και το περιοδικό Lire, “η πνοή του σου κόβει την ανάσα, η φαντασία ξεπερνά το όνειρο…”.

Θα ήθελα να πω πολλά ακόμα για να σας πείσω να το διαβάσετε. Θα σταματήσω εδώ ελπίζοντας ότι όσοι δεν έχετε βυθιστεί στον κόσμο του ακόμα, να το κάνετε.

Άμεσα!

[“Η Κλάρα στο Μισοσκόταδο” έχει τιμηθεί με το βραβείο μυθιστορήματος Fernando Lara και το International Hammett Prize και έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες με μεγάλη επιτυχία]

τι είδε η γυναίκα του λωτ; – ιωάννα μπουραζοπούλου

«Ίσως η πραγματικότητα να μην είναι παρά μια ομαδική παραίσθηση»
σελ. 7

Αυτό πραγματεύεται όλο το μυθιστόρημα της Ιωάννας Μπουραζοπούλου. Το εντάσσω στην –δική μου, προσωπική- κατηγορία των βιβλίων για τα οποία μπορείς είτε να γράφεις εις το διηνεκές είτε να πεις μόνο δυο λέξεις και να σταματήσεις.

Το «Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;» είναι, λοιπόν, ένα μυθιστόρημα που έχει να κάνει με τη διάλυση εις τα εξ ων συνετέθη της Παλαιάς Διαθήκης, αναφορικά με τη διήγηση της βιβλικής καταστροφής στα Σόδομα και τα Γόμορρα. Όχι όμως όπως θα φανταζόταν κανείς. Δεν είναι θρησκευτικό βιβλίο, δε θέλει να ηθικολογήσει, πόσω μάλλον να διδάξει. Και εκεί βρίσκεται το μυστικό της Ιωάννας Μπουραζοπούλου.

Η ίδια γη της διήγησης της Βίβλου στο αφηγηματικό παρόν ανοίγει και αναβλύζει ένα βιολετί αλάτι. Η πραγματικότητα αυτή αλλάζει άρδην τη γεωγραφία τριών ηπείρων (Αφρικής, Ασίας, Ευρώπης) με το Παρίσι, ενδεικτικά, να είναι πια παραθαλάσσια πόλη! Το αλάτι αυτό είναι το στοιχείο που εξουσιάζει όλον τον κόσμο, ακόμα και την Κοινοπραξία που το διαχειρίζεται. Η «Αποικία», τα Σόδομα τού σήμερα, είναι πια ο τόπος (η κατάσταση θα πρόσθετα) που παρουσιάζεται ακόμα «χειρότερα» από αυτό που ξέραμε ως σήμερα.

Στην «Αποικία» ζουν χιλιάδες άνθρωποι ως εργαζόμενοι στην παραγωγή, την επεξεργασία και την προώθηση του βιολετί αλατιού. Άνθρωποι υποταγμένοι και μονίμως παρακολουθούμενοι από την Κοινοπραξία που εδράζεται στο Παρίσι αλλά και υπηρέτες την ίδια στιγμή πέντε ανθρώπων, πέντε αυλικών του Κυ-βερνήτη της «Αποικίας» οι οποίοι αποτελούν και τον πυρήνα του μυθιστορήματος. Οι άνθρωποι αυτοί είναι η σύζυγος του Κυβερνήτη, ο Ιερέας, ο Δικαστής, ο Γιατρός και ο Γραμματέας του Κυβερνείου.

Όταν ο Κυβερνήτης (ονόματι Βερά, όπως και στη Γένεση της Παλαιάς Διαθήκης) πεθαίνει, ξεκινά να ξετυλίγεται το διανοητικό παιγνίδι της Μπουραζοπούλου. Οι διαδοχικές επιστολές των αυλικών προς την Κοινοπραξία (πράγμα αδιανόητο μιας και μόνο στον Κυβερνήτη επιτρεπόταν αυτό), χωρίς ο ένας να γνωρίζει το περιεχόμενο της επιστολής τού άλλου και η άφιξη ενός παράξενου νέου Κυβερνήτη που δίνει αλλόκοτες εντολές συνθέτουν τη βασική δομή του μυθιστορήματος.

Το βιβλίο αυτό είναι όχι μόνο η σπαζοκεφαλιά του Φιλέα Μπουκ, του ανθρώπου που εφηύρε ένα τρισδιάστατο σταυρόλεξο για τους λονδρέζικους Times και προσελήφθη για να λύσει το μυστήριο του θανάτου του Κυβερνήτη και των επιστολών των αυλικών, αλλά μία αδιάκοπη ανάταση της αναγνωστικής και διανοητικής αδρεναλίνης, που δεν κορυφώνεται ωστόσο μόνο στο τέλος, αφήνοντας εν τω μεταξύ ένα, θα έλεγε κανείς, ψήγμα έντασης και νοσταλγίας μετά και την ανάγνωση των τελευταίων λέξεων. 

Ακόμα και οι καιρικές συνθήκες, ο χαρακτήρας και η εξέλιξη των ηρώων, η περιγραφή της βήμα-βήμα πορείας της αφήγησης συμβάλλουν στην ατμόσφαιρα που δημιουργείται αναπόφευκτα κάθε στιγμή στο κείμενο. Τίποτε δεν είναι τυχαίο είτε στην επιλογή των ιδιοτήτων των πρωταγωνιστών είτε στα ονόματά τους. Η οργάνωση και η συμμαχία των ηρώων θυμίζει πλατωνική πολιτεία εφαρμοσμένη στο σήμερα, με όλα εκείνα τα στοιχεία που προσδίδουν, εκτός από την αναμενόμενη ταξική διάρθρωση, και στοιχεία εξευτελισμού αξιών, τουλάχιστον προσωρινά, και επιπρόσθετα βάζουν τον αναγνώστη να καταβυθιστεί σε έναν κόσμο που αναρωτιέται, όχι μόνο αν αποτελεί μέρος του, αλλά και πόσο έχει βοηθήσει στην εξέλιξή του. 

Ο πόθος και το πάθος, ο έρωτας, το ψέμμα, οι περσόνες καθ’ ολοκληρίαν είναι εξαιρετικά δοσμένα με τέτοιον τρόπο που η Μπουραζοπούλου αποδεικνύει ότι το μυθιστόρημα στην Ελλάδα μπορεί να γίνει διεθνές, μπορεί να κάνει μια νέα αρχή. Πέρα από μεταμοντερνισμούς ή διάσπαρτα στοιχεία επιστημονικής φαντασίας (άραγε πόσο επιστημονική φαντασία μπορεί κανείς να βρει στη Βίβλο;), το «Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;» είναι απλώς ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται απνευστί παρόλο τον όγκο του.

Ένα στοιχείο που προσθέτει ατμοσφαιρικά στοιχεία είναι η προσπάθεια της συγγραφέως να οδηγήσει τον αναγνώστη σε σκοτεινά μονοπάτια της συνείδησης. Εκεί που οι άνθρωποι παρουσιάζονται αληθείς και ολοκληρωμένοι, εκεί που έχουν εγκατασταθεί οι πιο μύχιες σκέψεις του καθενός και της καθεμιάς μας.

Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου δεν είναι καθόλου προβεβλημένη συγγρα-φέας, πράγμα που αδυνατώ να κατανοήσω, δεν είναι εύκολη στο λόγο της, δε γράφει για την καθημερινότητα όπως την ξέρουμε. Ίσως εδώ να έβρισκα ένα απειροελάχιστο ελάττωμα: οι αναγνώστες της πρέπει να είναι υποψιασμένοι και το βιβλίο τους θέλει απαιτητικούς. Μέχρι εκεί. Μετά απαιτείται η καρδιά!

«Ίσως τα Σόδομα δεν είναι μύθος. Ίσως να υπάρχει το έσχατο βασίλειο με τη μορφή εσωτερικού ορίου, που όταν το περάσεις δεν συμβαίνει κάτι τρομερό ή υπερφυσικό, απλώς στεγνώνει η ζωή σου σαν έρημος. Τότε συνειδητοποιείς ότι τα Σόδομα είναι ήσυχα και όχι θορυβώδη, ούτε θειάφι μυρίζει ούτε κορμιά σπαράσσονται γύρω σου, για την ακρίβεια τίποτα στο περιβάλλον δεν έχει αλλάξει, εκτός από εσένα».

 

[Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968. Συγγράφει μυθιστορήματα και θεατρικά. Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν τα μυθιστορήματα «Το μπουντουάρ του Ναδίρ» (2003) και «Το μυστικό νερό» (2005)]