παράλληλες ζωές

Ήταν βράδυ όταν ήρθε η Μάγδα από τη δουλειά. Δεν ήταν πολύ κουρασμένη σήμερα, γιατί έλειπε το αφεντικό και μπόρεσε να ξεκλέψει λίγες ώρες και απλώς να μην κάνει τίποτα. Η Μάγδα δουλεύει σε ένα γραφείο συνοικεσίων. Όχι πολύ μεγάλο και γνωστό, αλλά έχει τον τρόπο του, εξαιτίας κυρίως των γνωριμιών με όλο τον υπόκοσμο που έχει ο Λευτέρης, το αφεντικό. Ο Λευτέρης είναι, πρώην γιατρός’ πρώην γιατί μια φορά ξυλοκόπησε ένα παιδάκι που δεν καθόταν να το εμβολιάσει και έτσι του αφαίρεσαν την άδεια. Δεν θα μπορούσε ποτέ να ξαναδουλέψει και, επειδή λόγω ντροπής τον αποκλήρωσε ο πατέρας του, έπρεπε να βρει κάτι αξιοπρεπές να κάνει. Σίγουρα αυτό δεν ήταν οι ήδη δύο αποτυχημένοι γάμοι του. Κι έτσι προέκυψε το γραφείο συνοικεσίων ο «Ιπποκράτης». Περίεργο όνομα για τέτοιου είδους επιχείρηση, αλλά τα απωθημένα είναι βαρύτερα από δέκα ζωές μαζί!
Η Μάγδα είναι ερωτευμένη με το Λευτέρη εδώ και τρεις περίπου μήνες, από τη στιγμή δηλαδή που έπιασε δουλειά, μόλις που είχε ανοίξει ο «Ιπποκράτης» στην Ασκληπιού, στη γωνία με τη Σόλωνος. Η διαφορά ηλικίας τους, τα δύο διαζύγια και ο ξυλοδαρμός του παιδιού ήταν αποθαρρυντικά για μια ενδεχόμενη μεταξύ τους σχέση, αλλά η Μάγδα τον ήθελε. Αυτός, ο Λευτέρης, φαινόταν να το καταλαβαίνει, αλλά δεν έδινε πολλά σημάδια που να διευκόλυναν τη νέα του γραμματέα, θες γιατί ήταν κλισέ, θες γιατί το συνοικέσιο πρέπει να πληρώνεται, δεν έκανε κανένα πρώτο βήμα αυτός. Και η Μάγδα προσπαθούσε να του το βγάλει’ ήταν σίγουρη ότι θα έκαναν πολύ καλή σχέση οι δυο τους, θα τον άλλαζε.
Το βράδυ, λοιπόν, που γύρισε σπίτι, ετοίμασε κάτι να τσιμπήσει, ελαφρύ και χαλαρωτικό, και προσπάθησε να διαβάσει λίγο πριν μπει στο μπάνιο για να ετοιμαστεί για μια έξοδο, με κάποιον πελάτη που, τελικά, στέρησε από το γραφείο… Το διαμέρισμά της στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας ήταν πολύ παλιό, όπως και ο θερμοσίφωνάς της, που χρειαζόταν μία ώρα για να ζεστάνει μια χούφτα νερό. Αλλά δε βιαζόταν σήμερα. Είχε περιθώριο να ετοιμαστεί με την ησυχία της.
Το σπίτι της Μάγδας είναι πανέμορφο. Είχε πάρει ένα μικρό δάνειο και το είχε γεμίσει με πράγματα από διάφορα μαγαζιά που θύμιζαν εργοστάσιο! Δεν είναι πολύ μεγάλο και έτσι δεν της πήρε πολλές μέρες να το τακτοποιήσει όταν το νοίκιασε. Ούτε πολλές μέρες της είχε πάρει να το βρει. Είναι στον πέμπτο όροφο με θέα την κορυφή του Λυκαβηττού κι αυτό με το ζόρι. Το μπαλκόνι της είναι μεγαλύτερο από το σπίτι, αλλά δεν την ενοχλεί αυτό μιας και μένει μόνη της προσώρας. Άλλωστε ο Λευτέρης έχει ένα οροφοδιαμέρισμα στην πλατεία Εξαρχείων και θα μπορούσαν να ζήσουν εκεί… Και επιπλέον αυτή ζούσε στο νοίκι, δεν ήταν δικό της.
Όταν πέρασε η ώρα και το νερό ήταν έτοιμο για το μπάνιο, τσάκισε τη σελίδα, ελλείψει σελιδοδείκτη, και έβγαλε τα ρούχα της που τα πέταξε κακήν κακώς στο πάτωμα του σαλονιού.
Πριν ανοίξει τη βρύση του μπάνιου, ακούστηκε ο ήχος.
***
Η Σκουφά ήταν γεμάτη κορίτσια μιας ομάδας χορού που ήρθε για κάτι χορευτικούς αγώνες. Υπέροχα κορμιά, πανέμορφα πρόσωπα, ενοχλητικές φωνές. Ο Νίκος μπήκε στο πρώτο κατάστημα με ανδρικά και σε πέντε μόλις λεπτάκια είχε φορτώσει την πιστωτική του μπαμπά του κατά ογδόντα δύο ευρώ και ενενήντα εννέα λεπτά. Είχε ήδη αγοράσει ένα υπέροχο πόλο μπλουζάκι χρώματος πορτοκαλί με καφέ ρίγες που τον ψήλωναν και τον αδυνάτιζαν. Κούκλος έδειχνε στον καθρέφτη του δοκιμαστηρίου, αλλά αυτοί οι καθρέφτες γι’ αυτό ήταν εκεί. Για το δίκιο του πελάτη.
Σε λιγότερο από επτά λεπτά είχε επιστρέψει στο σπίτι. Το σπίτι. Ένα πανέμορφο διώροφο διαμέρισμα στην Πλουτάρχου, στο Κολωνάκι, προίκα της μητέρας του στον πατέρα του. Τεράστιοι χώροι διακοσμημένοι με όλων των ειδών τους πίνακες Ελλήνων ζωγράφων που δημιούργησαν μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Βάζα και πιατάκια απ’ την Ανατολή γέμιζαν τα τραπέζια και τις βιβλιοθήκες και, φυσικά, πολλά βιβλία. Παντού βιβλία. Τόσα που να νομιμοποιούν την έδρα Ψυχανάλυσης στην Πάντειο που κατείχε ο πατέρας του αλλά και την ιδιότητα της ανεπάγγελτης αρσακειάδας που διατηρούσε η μητέρα του.
Το δωμάτιό του ήταν ένας χώρος περισυλλογής για τη μητέρα του, από τότε που αυτός έφυγε πρώτα για το Παρίσι και μετά για το Λονδίνο. Άδειο από προσωπικά αντικείμενα (υπολογιστή, κάτι βιβλία του Πολυτεχνείου, ρούχα, εσώρουχα και τσόντες), άνετα μετατράπηκε σε χώρο απομόνωσης και οδυρμού για τη μητέρα του.
Δοκίμασε το νερό στο μπάνιο και ήταν ακόμα ικανοποιητικά ζεστό. Άναψε ένα τσιγάρο (κανονικό), ήπιε μια σόδα και πήρε τηλέφωνο το φίλο του στο Λονδίνο, τον Άνταμ. Δεν το σήκωσε, κάτι που τον ανησύχησε, αλλά αποφάσισε να μην τον ξαναπάρει. Όλο αυτός έπαιρνε τόσα χρόνια. Ας έβλεπε τον αριθμό του κι ας τον έπαιρνε.
Άκουσε λίγο μουσική για να χαλαρώσει και έστριψε με τελετουργική άνεση το τσιγάρο που θα κάπνιζε μόλις έβγαινε από το μπάνιο. Έβγαλε όλα του ρούχα, τα δίπλωσε αναίτια πριν τα βάλει στα άπλυτα και μπήκε.
Πριν ανοίξει τη βρύση του μπάνιου, ακούστηκε ο ήχος.
***
Κυρίες και Κύριοι, διακόπτουμε το πρόγραμμά μας για να συνδεθούμε απευθείας με το κέντρο της Αθήνας, όπου διερχόμενο ι.χ. προσέκρουσε μετωπικά σε στάση λεωφορείου και παρέσυρε οκτώ νεαρές κοπέλες.

έκδωσέ το μόνος σου !

à Ότι το βιβλίο έχει μπει εδώ και χρόνια στα πλοκάμια του σκληρού ροκ του μάρκετινγκ, είναι κοινός τόπος. Μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι παγκοσμίως αλλά και στην Ελλάδα, δαπανούν πακτωλό χρημάτων για να διαφημίσουν τα προϊόντα τους.

à Η ετήσια εκδοτική παραγωγή ανέρχεται σε χιλιάδες νέους τίτλους παγκοσμίως. Οτιδήποτε μπορεί να εκδοθεί, οτιδήποτε μπορεί να ενταχθεί σε κάποια κατηγορία.

à Αυτό που μου κάνει εντύπωση τελευταία είναι η αναζωπύρωση των ιστοσελίδων και των βιβλίων που κυκλοφορούν γεμάτα μαρκετίστικου τύπου συμβουλές προς φιλόδοξους συγγραφείς που δε βρίσκουν «διαπλεκόμενους» και μη εκδότες ή τους αποστρέφονται.

à Οι συμβουλές που παρέχονται προς κάθε ενδιαφερόμενο είναι του τύπου: βρες την ιδέα και κάνε τη σαφή, γράψε το βιβλίο, έλα σε μας τους «ανεξάρτητους» και δες το βιβλίο σου εκδομένο σε λίγες μέρες. Υπάρχουν και συμβουλές για την προώθησή τους.

à Τα πρώτα 30 κομμάτια δωρεάν!

à Μερικά επιλεγμένα sites είναι:

www.lulu.com

www.writeandpublishyourbook.com

www.authorsonline.co.uk

à Από βιβλία μπορεί κανείς να βρει στο http://www.amazon.com/: Getting Your Book Published for Dummies (Sarah Parsons Zackheim, Adrian Zackheim) ή How to Self-Publish Your Book With Little Or No Money! (Bettie E. Tucker, Wayne Brumagin)

à Στο blog μου βρήκα ένα σχόλιο από παρόμοια εν Ελλάδι προσπάθεια (www.artbomber.com)

à Καλή τύχη!

με την P.J. μέσα στην Plymouth (κάτι σαν sequel)

Βγήκε στο δρόμο και ξεχύθηκε στην άσφαλτο σαν να ’ταν ο άνεμος που παιδί τον έπαιρνε ψηλά και τον ταξίδευε μέχρι το ποτάμι κι από ’κει χυνόταν στο πέλαγο που έριχνε άγκυρες.
Άγκυρες ήταν οι φωνές της μητέρας του που τον ξύπναγε το πρωί να πάει στη δουλειά με το θείο του. Ελλείψει πατρός˙ τον πήρε η πόλη. Δεν άντεχε τη θάλασσα, ούτε το ποτάμι, ούτε καν τη λίμνη που δούλεψε για την κατασκευή της. Δεν αγάπησε το δημιούργημά του. Ίσως γιατί δεν ήταν μόνο δικό του, αλλά όλου του χωριού. Κι έτσι γύρισε στην πόλη, απ’ όπου τον έφερε η προίκα της γυναίκας του. Είχε σχεδιάσει μια εκδρομή εδώ και μέρες˙ μόνο που την επέσπευσε κατά εικοσιτέσσερις ώρες. Δεν άντεχε να περιμένει άλλο.
Η μέρα ήταν, μάλλον, συμπαθητική, παρόλο που ο ήλιος άργησε να λάμψει. Τι σημασία είχε, όμως; Η θάλασσα είναι πάντα εκεί, δεν κουνιέται ρούπι. Κατά τα φαινόμενα, τουλάχιστον. Γι’ αυτό έφυγε νωρίτερα. Δε χρειαζόταν να κλείσει ραντεβού μαζί της. Έτσι κι αλλιώς δεν ήταν και πολύ μακριά. Αν η θάλασσα είχε φύγει από ’κει που την άφησε την τελευταία φορά, θα επέστρεφε˙ διαφορετικός. Το αυτοκίνητο, που πάντα το παρατούσε στο πάρκινγκ του βενζινάδικου της Νέας Πόλης, τον περίμενε και ένιωσε πως είχε ήδη ανάψει τη μηχανή και περίμενε να ορμήσει προς τη θάλασσα.
Η πρώτη κίνηση που έκανε, μπαίνοντας στο αυτοκίνητο, μια Plymouth του… -ούτε ήξερε του πότε- η μόνη γονική παροχή, ήταν να βάλει μουσική. The city sunset over me, μουρμούριζε η PJ Harvey. «Έρχομαι να σου κάνω παρέα, να σε ξανακάνω παρέα μου», μουρμούρισε από πάνω. Στο δρόμο, συνάντησε πολλούς που έτρεχαν να προλάβουν τη θάλασσα. Να προλάβουν τη θάλασσα; Μα πού πήγαινε; «Μη φύγεις χωρίς να σε αποχαιρετήσω, χωρίς να σου πω αυτά που μάζευα όλον αυτόν τον καιρό», φώναξε κλαίγοντας. Το ήξερε πως οι άλλοι δεν καταλάβαιναν. Το ήξερε πως ήταν γι’ αυτούς mare incognita.
Όταν έτρεχε πάνω σ’ αυτό το δρόμο, ένιωθε τις πολυκατοικίες, τα σούπερ μάρκετ, τα πάρκα, τα σινεμά, τα café, το δημαρχείο της πόλης, να περνούν από δίπλα του και να φέρνουν όλο και πιο κοντά τη θάλασσα’ δεν ένιωθε ποτέ πως φεύγει αυτός. Ακόμα κι αυτό το βαρύ εργοστάσιο με την τεράστια καμινάδα που κατασκεύαζε οικοδομικά υλικά – αλήθεια, τι άλλο να χρειάζονται αυτές οι πόλεις σήμερα; ούτε χρώματα ούτε δάκρυα˙ οικοδομικά υλικά – ένιωθε, λοιπόν, ακόμα κι αυτό το υπέρβαρο κατασκεύασμα να περνά τρέχοντας από δίπλα του. Τις στιγμές που πήγαινε στη θάλασσα, αισθανόταν να μένει ακίνητος και όλα να την τραβούν προς αυτόν. Σχεδόν το πίστευε.
Διασχίζοντας την τελευταία γέφυρα που τον χώριζε από το λυτρωτικό νερό, την είδε και έκλεισε τα παράθυρα της Plymouth, χαμήλωσε τη μουσική και σταμάτησε το αυτοκίνητο στο βοηθητικό δρόμο. Βγήκε έξω και το αποφάσισε, επιτέλους˙ ήταν η κατάλληλη στιγμή να ουρλιάξει, να ματώσει τις χορδές του, φώναξε και έπεσε στο κενό.
Αυτή, τότε, ξεχύθηκε από τα όριά της έτρεξε να τον σώσει. Τον κράτησε στην υδάτινη αγκαλιά της και τον πήρε μαζί της. Όχι, όχι για πάντα. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα τον γύρισε στο σπίτι του και τον έβαλε να κοιμηθεί. Άνοιξε τα μάτια του μετά από δυο μέρες. Το σώμα του ήταν γεμάτο νερό και ένιωθε πως θα πλημμύριζε η πόλη, αν το πετούσε από μέσα του. Δεν τον έκανε.
Το ήθελε για πάντα μέσα του, να τον γεμίζει και να του θυμίζει τη γέφυρα στην οποία την είδε και της χαρίστηκε.

περί ΒΙΒΛΙΩΝ, ΛΙΣΤΩΝ και άλλων ΔΕΙΝΩΝ! (και μια πρόταση)

Περιφερόμενος στο διαδίκτυο και αναζητώντας την παγκόσμια κίνηση του βιβλίου, έπεσε το μάτι μου σε ένα άρθρο των New York Times Book Review σχετικά με τα ευπώλητα, τις λίστες και πώς δημιουργούνται αυτές. Το κεντρικό θέμα του άρθρου είχε να κάνει με μια πρωτοβουλία της εφημερίδας να καταρτίσει μία λίστα με βιβλία, έξω από τους γίγαντες των best sellers. Αυτή η λίστα, σκέφτηκαν, ότι θα περιλαμβάνει είτε βιβλία που δεν πούλησαν εξαιρετικά αλλά είναι αξιολογότατα, είτε εκδόσεις μικρών οίκων.

(Να ξεκαθαρίσω εξ αρχής βεβαίως ότι δεν πιστεύω σε καμμία περίπτωση ότι όσα βιβλία πουλούν πολλά αντίτυπα δεν είναι άξια λόγου και ανάγνωσης ή δεν αποτελούν συγκλονιστικά λογοτεχνικά αποτελέσματα. Κάποιες φορές η ποιότητα συμβαδίζει με την ποσότητα και αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά ευτυχές.)

Αμέσως το μυαλό μου πήγε σε βιβλιοπωλεία του Λονδίνου και του Άμστερνταμ (που τα γνωρίζω από πρώτο χέρι) και θυμήθηκα ότι οι προθήκες τους χωρίζονται, κατά κανόνα, σε μυθιστορήματα, λογοτεχνικά μυθιστορήματα κλπ. Το ίδιο περίπου συμβαίνει και στον “Ελευθερουδάκη” όπου είναι δομημένος όπως τα βιβλιοπωλεία των πόλεων που ανέφερα προηγούμενα.

[Διευκρίνηση: η διάκριση μεταξύ μυθιστορήματος και λογοτεχνικού μυθιστορήματος έχει, για παράδειγμα, να κάνει με τη διαφορά μεταξύ ενός βιβλίου της Εύας Ομηρόλη (ή της Λένας Μαντά) και της Μαρίας Μήτσορα (ή της Ιωάννας Μπουραζοπούλου). Ακόμα ένα παράδειγμα: Σκεφτείτε τη διαφορά μεταξύ ενός μυθιστορήματος του Γιώργου Πολυράκη και ενός του Χρήστου Χωμενίδη (ή του Νίκου Παναγιωτόπουλου)]

Για να επανέλθω στις λίστες. Ο διαχωρισμός αυτός ή η σχετική αναφορά σε “διαφορετικά”, “πρωτοποριακά”, “προχωρημένα”, “εναλλακτικά” ή εν γένει εξαιρετικότατα μυθιστορήματα, βοηθά στην ανακάλυψη βιβλίων που, για κάποιους προφανείς ή όχι λόγους, παραμένουν σε μια κάποια αφάνεια. Έτσι, αφενός οι νέες αυτές λίστες παίρνονται από βιβλιοπωλεία που δεν είναι αλυσίδες αλλά από αυτά που έχουν άλλη φιλοσοφία ή ζητούν από τις αλυσίδες τις πωλήσεις χαμηλότερης κλίμακας, αφετέρου προωθούν έναν κύκλο βιβλίων που οι νόμοι του marketing έχουν καταπιεί και ήδη χωνέψει…

Οι μεγάλες αλυσίδες, ασφαλώς όχι όλες αδιακρίτως, διαμορφωμένες πλήρως μέσα στις νέες συνθήκες της παγκόσμιας αγοράς, λογικά διαφημίζουν και πουλούν μυθιστορήματα που εξ αρχής είναι προορισμένα για best sellers για λόγους μάλλον αυτονόητους. Είμαι σίγουρος πως άλλη είναι η λίστα των ευπώλητων του Fnac, άλλη της Πρωτοπορίας, άλλη του Λεμονιού (Θησείο) ή του Ναυτίλου (Χαρ. Τρικούπη).

Σημαντικό ρόλο παίζουν εδώ και οι εφημερίδες ή τα λογοτεχνικά περιοδικά, δεδομένης της επιρροής τους στην κοινή γνώμη. Όταν ζητούν τέτοιες λίστες σχεδόν αποκλειστικά από μεγάλα βιβλιοπωλεία, επόμενο είναι να αποτελούνται οι λίστες αυτές από συγκεκριμένα μυθιστορήματα. Αυτό βεβαίως και ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, κανείς δεν το αμφισβητεί. Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι αυτά τα βιβλία είναι όντως ευπώλητα. Αλλού είναι το ζήτημα, προφανώς.

Εάν, λοιπόν, καταρτιζόταν μια λίστα είτε από μικρά βιβλιοπωλεία είτε απλώς από διαφορετικού είδους μυθιστορήματα με ευθύνη των δημοσιογράφων και των κριτικών, τότε οι αναγνώστες θα είχαμε ευρύτερη πρόσβαση σε λογοτεχνικά κείμενα. Φυσικά, μέσα στην τρέλλα της ημέρας, δύσκολα ο σημερινός άνθρωπος περνά ώρες στα βιβλιοπωλεία αναζητώντας ως ποντικός. Οι περισσότεροι πηγαίνουμε με έτοιμες λίστες. ‘Οπως ακριβώς πηγαίνουμε με έτοιμα ψηφοδέλτια στις εκλογές!

Συνεπώς, εγώ έχω να προτείνω στις εφημερίδες και τα λογοτεχικά περιοδικά να ακολουθήσουν αυτό το παράδειγμα των αμερικανών συναδέλφων τους και να ξεκινήσουν μια προσπάθεια να βγουν στην επιφάνεια κείμενα που δυστυχώς δεν έτυχαν της προώθησης της αγοράς και που αποτελούν, φυσικά, αναγνώσματα που είναι σημαντικό να γνωρίσει κανείς τον κόσμο τους.

Και ένα τελευταίο ζήτημα. Θα αναρωτιόταν πολύ λογικά κανείς ποια είναι τα κριτήρια για να χαρακτηρίσουμε ένα μυθιστόρημα λογοτεχνικό ή τέλος πάντων σημαντικό, πρωτοποριακό κλπ. Εδώ θα πω μόνο, γιατί είναι πολύ μεγάλη αυτή η κουβέντα, πως είναι διαφορετική η γραμμική αφήγηση, για παράδειγμα, της καθημερινότητας από την ίδια αφήγηση της καθημερινότητας που, εντούτοις, διαθέτει εκείνα τα στοιχεία που κάνουν το νου τα τρέχει ένα βήμα μπροστά από αυτήν.

Καιρός δείξεται…

μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια πόλη

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια πόλη.
Αυτή η πόλη ήταν γεμάτη λογής κόσμο, όπως και κάθε πόλη άλλωστε.Όλες οι κοινωνικές τάξεις ζούσαν σε διάσπαρτα γκέτο στην πόλη και είχαν κανονίσει τη ζωή τους έτσι, ώστε δύσκολα να εισέρχεται κάποιος που δεν ανήκε σε αυτά.Όταν κάποιος αποφάσιζε να διεισδύσει, ακόμα και με όλα τα εχέγγυα, στο χώρο μιας κοινωνικής τάξης, τότε ο αρχηγός της, όποτε μια τάξη είχε αρχηγό, δηλαδή, όταν αυτός δεν ασχολιόταν με έρωτες και τα σχετικά, τότε λοιπόν του ζητούσαν να τους αποδείξει ότι αξίζει και αυτός το έκανε με νύχια και με δόντια, επειδή το ήθελε. Τη στιγμή που κάποιος αποφάσιζε να αλλάξει χώρο και τάξη, το ήθελε πραγματικά. Όλοι φοβόντουσαν να το κάνουν έστω και για πλάκα, γιατί ήξεραν την επίπονη διαδικασία.
Η διαδικασία είχε ως εξής: ο υποψήφιος προς ένταξη σε άλλο γκέτο έπρεπε να μελετήσει την οργάνωση της μέλλουσας τάξης του και να κάνει μια ανάλυση των δομών και του πιθανού μέλλοντός της. Αυτή ήταν η πρώτη φάση.Το δεύτερο στάδιο είχε να κάνει με την παρουσιάση, ενώπιον του αρχηγού και της αυλής του, των αποτελεσμάτων στα οποία είχε καταλήξει. Η διαδικασία της παρουσίασης θα μπορούσε να διαρκέσει από ένα λεπτό μέχρι δύο μήνες το περισσότερο, ανάλογα με τις υποψηφιότητες και φυσικά τις γνωριμίες. Έχει ακουστεί ότι σε κάποια υποψήφια ποτέ δε δόθηκε η ευκαιρία της εν λόγω παρουσίασης για άγνωστους βεβαίως λόγους. Να σημειωθεί δε ότι καμμία απολύτως σημασία δεν είχε το είδος των πορισμάτων των υποψηφίων. Έπρεπε απλώς να εξυπηρετούν την ποσότητα. Αυτήν που κάθε φορά είχε οριστεί από τον αρχηγό.Η τρίτη φάση, τελευταία και φαρμακερή, ήταν παραδόξως η πιο απλή: τοιχοκολλούνταν τα αποτελέσματα της επιτυχούς έρευνας και ο κόσμος γιόρταζε για τρεις μέρες κάθε νέο μέλος. Το νέο μέλος απαγορευόταν για ανεξήγητους λόγους να είναι παρόν, μιας και έπρεπε να παρίσταται στα μοιρολόγια της τάξης, του γκέτο που τον έχανε.
Αυτό γινόταν για αιώνες. Χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια και κανείς δεν είχε καταφέρει με την πρώτη αυτό που ποθούσε, δηλαδή την άμεση ένταξή του σε μια νέα τάξη, σε ένα νέο γκέτο. Ο νέος υπεραρχηγός της πόλης, αυτός που ήταν κοινά αποδεκτός από όλες τις τάξεις, βλέποντας πού οδηγείται η κατάσταση και ότι πια δε βελτιώνονται τα πράγματα, αποφάσισε μία ωραία πρωία να καλέσει ειδικούς σε τέτοια ζητήματα από τη διπλανή πόλη, η οποία τα τελευταία χρόνια είχε ξεπεράσει το πρόβλημα της διαμάχης και των μετεγγραφών μεταξύ των τάξεων και παρουσιάζε άνθιση.
Οι ειδικοί, μετά από έρευνα και ανάλυση μηνών, μπορεί και χρόνων, δε θυμάμαι καλά κι εγώ, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι σ’ αυτήν την πόλη τίποτε δεν θα αλλάξει παρά μόνο αν πεθάνουν όλοι σε εύθετο χρόνο και εάν κανένας νέος πολίτης δε γεννηθεί σε κανένα γκέτο.
Ο υπεραρχηγός μάζεψε όλους τους πολίτες τους, μέσα σε κλίμα αμήχανο και απαισιόδοξο και έκανε τη μεγάλη δήλωση:
“Όταν το φως γυρίσει την πλάτη του στον κόσμο, τότε η θάλασσα του πάθους σας να γίνετε ένα άλλο, θα πλημμυρίσει την πόλη μας και θα την πνίξει. Ζήτω το σκοτάδι.”
Οι πολίτες έμειναν στη θέση τους, ακριβώς όπως ο καθένας ήταν πριν ακουστεί αυτή η δήλωση. Για χρόνια πολλά. Ούτε κι εγώ ξέρω πόσα.
Αργότερα, στη θέση των ανθρώπων αυτών, έχτισαν τον Παρθενώνα.

η κλάρα στο μισοσκόταδο – χοσέ κάρλος σομόθα

“Το χειρότερο με την κόλαση δεν ήταν το πυρ το εξώτερον, το αιώνιο μαρτύριο, το να πέσεις στη δυσμένεια του Θεού ή να σε βασανίζουν τα δαιμόνια. Το χειρότερο στην κόλαση είναι το να μην ξέρεις αν βρίσκεσαι εκεί” σελ. 485 του βιβλίου

Μαζί με το Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;, είναι ό,τι καλύτερο διάβασα το καλοκαίρι. Ογκώδες, ακριβώς όσο το χρειαζόμαστε… Ίσως λιγότερο!

Παρατηρώ τελευταία ότι τα εξαιρετικά μυθιστορήματα που διαβάζω είναι μεγάλα σε όγκο και πυκνογραμμένα. Για παράδειγμα, αυτό για το οποίο γράφω τώρα, το προαναφερθέν, το “Σμήνος” του Σέτσινγκ, και αυτό που διαβάζω τώρα, το “Μανιφέστο της Ήττας” της Άντζελας Δημητρακάκη (αναφέρω μόνο πρόσφατα αναγνώσματα…).

Αυτό μπορεί να είναι δίκοπο μαχαίρι για έναν συγγραφέα: αφ’ ενός μπορεί να αποδεικνύει το σπάνιο τάλαντο να γράφει χωρίς συχνές “κοιλιές”, αφ’ ετέρου μπορεί να εξαντλεί αυτό το τάλαντο “εδώ”…

Ο Χοσέ Κάρλος Σομόθα (Αβάνα, 1959) έγραψε με την “Κλάρα στο μισοσκόταδο” (Πατάκης, μτφ. Χριστίνα Θεοδωροπούλου) το απόλυτο φουτουριστικό νουάρ μυθιστόρημα. Αναφέρεται στο εξαιρετικής σύλληψης σενάριο της χρησιμοποίησης ανθρώπινων σωμάτων ως καμβάδων για έργα τέχνης. Οι παραδοσιακοί πίνακες έχουν πια αντικατασταθεί από ανθρώπινα μοντέλα, που ασταρώνονται, περνούν όλες τις διαδικασίες που χρειάζονται (πλήρης αποτρίχωση, ειδικές κρέμες, ειδική γυμναστική κλπ.) και ζωγραφίζονται από καλλιτέχνες της λεγόμενης “Υπερδραματικής Τέχνης”. Και δε σταματά εδώ. Άνθρωποι χρησιμεύουν ως τασάκια, χαλιά, τραπέζια, φλυτζάνια και ό,τι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί.

Βρισκόμαστε στο 2006 (ίσως είναι ατόπημα του Σομόθα να τοποθετήσει τη δράση τόσο πρόσφατα χρονικά) και διεθνώς η Υπερδραματική Τέχνη έχει κυριαρχήσει. Στο Άμστερνταμ ετοιμάζεται η πιο φιλόδοξη έκθεση του πιο εκκεντρικού και βαθύπλουτου καλλιτέχνη Μπρούνο Βαν Τυς. Εν τω μεταξύ έχει αρχίσει ένας κύκλος άγριων δολοφονιών “καμβάδων”, στοιχείο που όχι μόνο προσδίδει το νουάρ στοιχείο στο μυθιστόρημα, αλλά θέτει και το βασικό ερώτημα που ψάχνει απάντηση:τα δολοφονημένα μοντέλα αντιμετωπίζονται ως άνθρωποι που δολοφονήθηκαν ή ως χαμένα έργα δυνάμει ή ενεργεία έργα τέχνης; Αυτό το ερώτημα ταλανίζει τον αναγνώστη και φυσικά το συγγραφέα και εδώ είναι που πρέπει να σταθούμε. Είναι ένα σημαντικό ερώτημα που καλούμαστε όλοι και όλες να απαντήσουμε, με όποιες αναγωγές ή συμπεράσματα αυτό περιλαμβάνει…

Παράλληλα, ένας εξαιρετικός “καμβάς”, η Κλάρα Ρέγιες, δέχεται πρόταση να συμμετάσχει ως μοντέλο στην προαναφερθείσα έκθεση, στο πιο “σκληρό και ριψοκίνδυνο” έργο που έχει ποτέ φανταστεί. Η προσπάθεια των Μυστικών Υπηρεσιών του Ιδρύματος Βαν Τυς αλλά και επίσημων κέντρων τέτοιων Υπηρεσιών ξετυλίγει την πλοκή, οδηγώντας με συγκλονιστικό τρόπο στη λύση του μυστηρίου, διηγούμενος ο Σομόθα εν τω μεταξύ απίθανες καταστάσεις και θέτοντας ερωτήματα σχετικά με την τέχνη, τη χρησιμοποίησή της αλλά και σχετικά με τον άνθρωπο μέσα σ’ αυτήν.

Ο Σομόθα (στα ελληνικά κυκλοφορεί επίσης το “Σπήλαιο των Ιδεών” από τον Κέδρο) καθιερώνεται με αυτό το μαγευτικό και τρομακτικό μυθιστόρημα ανάμεσα στους ευφυέστερους και πιο ταλαντούχους συγγραφείς της εποχής μας. Όπως έγραψε και το περιοδικό Lire, “η πνοή του σου κόβει την ανάσα, η φαντασία ξεπερνά το όνειρο…”.

Θα ήθελα να πω πολλά ακόμα για να σας πείσω να το διαβάσετε. Θα σταματήσω εδώ ελπίζοντας ότι όσοι δεν έχετε βυθιστεί στον κόσμο του ακόμα, να το κάνετε.

Άμεσα!

[“Η Κλάρα στο Μισοσκόταδο” έχει τιμηθεί με το βραβείο μυθιστορήματος Fernando Lara και το International Hammett Prize και έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες με μεγάλη επιτυχία]

τι είδε η γυναίκα του λωτ; – ιωάννα μπουραζοπούλου

«Ίσως η πραγματικότητα να μην είναι παρά μια ομαδική παραίσθηση»
σελ. 7

Αυτό πραγματεύεται όλο το μυθιστόρημα της Ιωάννας Μπουραζοπούλου. Το εντάσσω στην –δική μου, προσωπική- κατηγορία των βιβλίων για τα οποία μπορείς είτε να γράφεις εις το διηνεκές είτε να πεις μόνο δυο λέξεις και να σταματήσεις.

Το «Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;» είναι, λοιπόν, ένα μυθιστόρημα που έχει να κάνει με τη διάλυση εις τα εξ ων συνετέθη της Παλαιάς Διαθήκης, αναφορικά με τη διήγηση της βιβλικής καταστροφής στα Σόδομα και τα Γόμορρα. Όχι όμως όπως θα φανταζόταν κανείς. Δεν είναι θρησκευτικό βιβλίο, δε θέλει να ηθικολογήσει, πόσω μάλλον να διδάξει. Και εκεί βρίσκεται το μυστικό της Ιωάννας Μπουραζοπούλου.

Η ίδια γη της διήγησης της Βίβλου στο αφηγηματικό παρόν ανοίγει και αναβλύζει ένα βιολετί αλάτι. Η πραγματικότητα αυτή αλλάζει άρδην τη γεωγραφία τριών ηπείρων (Αφρικής, Ασίας, Ευρώπης) με το Παρίσι, ενδεικτικά, να είναι πια παραθαλάσσια πόλη! Το αλάτι αυτό είναι το στοιχείο που εξουσιάζει όλον τον κόσμο, ακόμα και την Κοινοπραξία που το διαχειρίζεται. Η «Αποικία», τα Σόδομα τού σήμερα, είναι πια ο τόπος (η κατάσταση θα πρόσθετα) που παρουσιάζεται ακόμα «χειρότερα» από αυτό που ξέραμε ως σήμερα.

Στην «Αποικία» ζουν χιλιάδες άνθρωποι ως εργαζόμενοι στην παραγωγή, την επεξεργασία και την προώθηση του βιολετί αλατιού. Άνθρωποι υποταγμένοι και μονίμως παρακολουθούμενοι από την Κοινοπραξία που εδράζεται στο Παρίσι αλλά και υπηρέτες την ίδια στιγμή πέντε ανθρώπων, πέντε αυλικών του Κυ-βερνήτη της «Αποικίας» οι οποίοι αποτελούν και τον πυρήνα του μυθιστορήματος. Οι άνθρωποι αυτοί είναι η σύζυγος του Κυβερνήτη, ο Ιερέας, ο Δικαστής, ο Γιατρός και ο Γραμματέας του Κυβερνείου.

Όταν ο Κυβερνήτης (ονόματι Βερά, όπως και στη Γένεση της Παλαιάς Διαθήκης) πεθαίνει, ξεκινά να ξετυλίγεται το διανοητικό παιγνίδι της Μπουραζοπούλου. Οι διαδοχικές επιστολές των αυλικών προς την Κοινοπραξία (πράγμα αδιανόητο μιας και μόνο στον Κυβερνήτη επιτρεπόταν αυτό), χωρίς ο ένας να γνωρίζει το περιεχόμενο της επιστολής τού άλλου και η άφιξη ενός παράξενου νέου Κυβερνήτη που δίνει αλλόκοτες εντολές συνθέτουν τη βασική δομή του μυθιστορήματος.

Το βιβλίο αυτό είναι όχι μόνο η σπαζοκεφαλιά του Φιλέα Μπουκ, του ανθρώπου που εφηύρε ένα τρισδιάστατο σταυρόλεξο για τους λονδρέζικους Times και προσελήφθη για να λύσει το μυστήριο του θανάτου του Κυβερνήτη και των επιστολών των αυλικών, αλλά μία αδιάκοπη ανάταση της αναγνωστικής και διανοητικής αδρεναλίνης, που δεν κορυφώνεται ωστόσο μόνο στο τέλος, αφήνοντας εν τω μεταξύ ένα, θα έλεγε κανείς, ψήγμα έντασης και νοσταλγίας μετά και την ανάγνωση των τελευταίων λέξεων. 

Ακόμα και οι καιρικές συνθήκες, ο χαρακτήρας και η εξέλιξη των ηρώων, η περιγραφή της βήμα-βήμα πορείας της αφήγησης συμβάλλουν στην ατμόσφαιρα που δημιουργείται αναπόφευκτα κάθε στιγμή στο κείμενο. Τίποτε δεν είναι τυχαίο είτε στην επιλογή των ιδιοτήτων των πρωταγωνιστών είτε στα ονόματά τους. Η οργάνωση και η συμμαχία των ηρώων θυμίζει πλατωνική πολιτεία εφαρμοσμένη στο σήμερα, με όλα εκείνα τα στοιχεία που προσδίδουν, εκτός από την αναμενόμενη ταξική διάρθρωση, και στοιχεία εξευτελισμού αξιών, τουλάχιστον προσωρινά, και επιπρόσθετα βάζουν τον αναγνώστη να καταβυθιστεί σε έναν κόσμο που αναρωτιέται, όχι μόνο αν αποτελεί μέρος του, αλλά και πόσο έχει βοηθήσει στην εξέλιξή του. 

Ο πόθος και το πάθος, ο έρωτας, το ψέμμα, οι περσόνες καθ’ ολοκληρίαν είναι εξαιρετικά δοσμένα με τέτοιον τρόπο που η Μπουραζοπούλου αποδεικνύει ότι το μυθιστόρημα στην Ελλάδα μπορεί να γίνει διεθνές, μπορεί να κάνει μια νέα αρχή. Πέρα από μεταμοντερνισμούς ή διάσπαρτα στοιχεία επιστημονικής φαντασίας (άραγε πόσο επιστημονική φαντασία μπορεί κανείς να βρει στη Βίβλο;), το «Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;» είναι απλώς ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται απνευστί παρόλο τον όγκο του.

Ένα στοιχείο που προσθέτει ατμοσφαιρικά στοιχεία είναι η προσπάθεια της συγγραφέως να οδηγήσει τον αναγνώστη σε σκοτεινά μονοπάτια της συνείδησης. Εκεί που οι άνθρωποι παρουσιάζονται αληθείς και ολοκληρωμένοι, εκεί που έχουν εγκατασταθεί οι πιο μύχιες σκέψεις του καθενός και της καθεμιάς μας.

Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου δεν είναι καθόλου προβεβλημένη συγγρα-φέας, πράγμα που αδυνατώ να κατανοήσω, δεν είναι εύκολη στο λόγο της, δε γράφει για την καθημερινότητα όπως την ξέρουμε. Ίσως εδώ να έβρισκα ένα απειροελάχιστο ελάττωμα: οι αναγνώστες της πρέπει να είναι υποψιασμένοι και το βιβλίο τους θέλει απαιτητικούς. Μέχρι εκεί. Μετά απαιτείται η καρδιά!

«Ίσως τα Σόδομα δεν είναι μύθος. Ίσως να υπάρχει το έσχατο βασίλειο με τη μορφή εσωτερικού ορίου, που όταν το περάσεις δεν συμβαίνει κάτι τρομερό ή υπερφυσικό, απλώς στεγνώνει η ζωή σου σαν έρημος. Τότε συνειδητοποιείς ότι τα Σόδομα είναι ήσυχα και όχι θορυβώδη, ούτε θειάφι μυρίζει ούτε κορμιά σπαράσσονται γύρω σου, για την ακρίβεια τίποτα στο περιβάλλον δεν έχει αλλάξει, εκτός από εσένα».

 

[Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968. Συγγράφει μυθιστορήματα και θεατρικά. Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν τα μυθιστορήματα «Το μπουντουάρ του Ναδίρ» (2003) και «Το μυστικό νερό» (2005)]

 

 

 

 

 

 

κινέζικα κουτιά – σώτη τριανταφύλλου

«Μόνο οι τρελοί και οι ανόητοι βλέπουν τον κόσμο μέσα από την ψυχική τους διάθεση»
(σελ. 265)Στο τελευταίο αυτό μυθιστόρημα της Σώτης Τριανταφύλλου «αποδεικνύεται» για ακόμη μία φορά η ιδιαιτερότητα του δρόμου που η συγγραφέας έχει επιλέξει: μιας λογοτεχνίας που, στη δική μου ανάγνωση, κάθε λέξη που παρατίθεται είναι βγαλμένη από την ακραία γνώση και την on-the-ground experience (επιτόπου εμπειρία). Ίσως το μυθιστόρημα αυτό είναι ένα ακόμα μανιφέστο της συγγραφέως (προς τον κόσμο που την περιβάλλει και πολλές φορές τη θυμώνει, την πληγώνει), που του λείπουν –ευτυχώς για όλους μας- τα παλαιοκομματικά τσιτάτα.
Τα «Κινέζικα Κουτιά» (κάτι σαν τις ρωσικές μπαμπούσκες) είναι μία ακόμα εκδρομή στην Αμερική του σήμερα, δοσμένη όμως με εκείνα τα χαρακτηριστικά που αποδεικνύουν ότι αυτή η χώρα έχει και μια άλλη πλευρά, κρυμμένη στους πολλούς. Η Σώτη Τριανταφύλλου είναι εξάλλου το χαρακτηριστικό παράδειγμα συγγραφέα που ωρίμασε ως ένα φυσικά καλώς εννοούμενο «αμερικανάκι» με βαθιές ρίζες στο μεταπολεμικό Παρίσι. Το μυθιστόρημα αυτό είναι φτιαγμένο με τα υλικά της λογοτεχνίας του πάλαι ποτέ κρατούντος pulp, με στοιχεία μπίτνικ τύπου Κέρουακ. Αναζητά το θύμα και όχι το δράστη, αναζητά να βρει τι κρύβεται πίσω από την αλήθεια· η αλήθεια στα βιβλία της Τριανταφύλλου μοιάζει προ πολλού ξεπερασμένο διακύβευμα.
Ο ντετέκτιβ Μαλόουν, ξεπεσμένος ιδιωτικός αστυνομικός της Νέας Υόρκης, που φαντάζει σαν μακρινός συγγενής του Μάρλοου, αναλαμβάνει να εξιχνιάσει με τη σύμπραξη της βοηθού του μία σειρά δολοφονικών ενεργειών. Μέσα από τους δρόμους που ακολουθεί, ξετυλίγεται ένα κουβάρι καθημερινών στιγμών της σύγχρονης αμερικανικής κοινωνίας.
Η δράση τοποθετείται στη Νέα Υόρκη στην προ-Τζουλιάνι περίοδο, τέλη της δεκαετίας του ’80, την εποχή της zero tolerance, όπου, ό,τι περιγράφεται στο βιβλίο σχετικά με την εγκληματικότητα, βρισκόταν στην καθημερινή ατζέντα της πόλης. Το τρίγωνο Τσάινατάουν-Κουζίνα της Κόλασης-Κρεαταγορά είναι το στοιχείο παραμυθιού που η Τριανταφύλλου αποφάσισε να δώσει στο μυθιστόρημα, σε σχέση πάντα με την εποχή που το εντάσσει. Ακόμα και τα «κουλουράκια της τύχης», το αστυνομικό τμήμα, το υπό κατάρρευση γραφείο του Μαλόουν αλλά και η αποστασιοποιημένη παρατήρηση της ζωής από ένα παράθυρο, είναι χαρακτηριστικά μιας κατάστασης που εναποθέτει τις ελπίδες της στην πραγματικότητα ως κατασκεύασμα του μυαλού…
Στη συνέχεια, η περιγραφή του αμερικανικού νότου, με το ρατσισμό, την ξενοφοβία, τους βιασμούς και τη θρησκοληψία αποδίδεται, μέσω των ταξιδιών της βοηθού τού ντετέκτιβ (θυμίζει κλασικό road movie σε κάποια σημεία το βιβλίο), τόσο πιστά και με τέτοια ατμοσφαιρικότητα που επιβεβαιώνεται η άποψη ότι η Τριανταφύλλου ξέρει καλύτερα την Αμερική απ’ ό,τι την παλάμη της!
Μετά τη «Συγχώρεση», το προηγούμενο μυθιστόρημά της που εκτυλισσόταν επίσης στις Η.Π.Α., έρχεται τώρα λοιπόν η συγγραφέας να μιλήσει για το «χάρισμα» της μοναξιάς και της έλλειψης. Χωρίς χλιαρούς ρομαντισμούς αλλά και χωρίς ερωτικούς στοχασμούς ποιητικής υφής, με μια δόση ωστόσο νοσταλγίας γι’ αυτό που πέρασε και απαισιοδοξίας γι’ αυτό που έρχεται. Η decadence ατμόσφαιρα αποσύνθεσης είναι ένα στοιχείο πολύ γνώριμο στους ήρωες της Τριανταφύλλου ακόμη και όταν παρουσιάζονται ως νικητές.
Ο ντετέκτιβ Μαλόουν (η ίδια η συγγραφέας, σε μία συνέντευξη που μου παραχώρησε, χαρακτήρισε τον ντετέκτιβ ως «το απόλυτο μητροπολιτικό ον») έχω την αίσθηση ότι είναι το σύμβολο μιας πόλης που, όπως λέει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, είναι μια κατάσταση του μυαλού. Αυτό ίσως παραπέμπει στο μαγικό ρεαλισμό, αλλά σίγουρα η Τριανταφύλλου αυτό το στοιχείο το έχει ξορκίσει. Ακόμα και το μόνιμο πρόβλημα της αϋπνίας του ντετέκτιβ, ενώ γύρω του οι εποχές διαδέχονται η μία την άλλη, μπορεί μάλλον να αναχθεί στην κούραση και την αϋπνία μιας πόλης, μιας ολόκληρης κοινωνίας ενδεχομένως, που μένει σταθερή και ακλόνητη σε πίστεις και αξίες ενώ ο κόσμος γύρω της αποφασίζει να αλλάξει. Είναι η ίδια η χώρα όπου «κανείς δε θέλει να θυμάται το αναθεματισμένο Γούντστοκ!» (σελ. 198).
Και μιας και μιλάμε για την Αμερική, πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζει η θέση της Σώτης Τριανταφύλλου για τον αντιαμερικανισμό:
«Ο αντι-αμερικανισμός είναι νοσηρός όταν εκφράζεται με πάθος και απροσμέτρητη άγνοια. Παράλληλα, υπάρχουν σοβαροί λόγοι για να εξαπλώνεται σαν αρρώστια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες συνιστούν ένα ιμπεριαλιστικό, μιλιταριστικό και θεοκρατικό καθεστώς. Όσο για μένα, θα ήμουν μια άλλη αν δεν είχα ζήσει μέσα στο ροκ εντ ρολ και αν δεν είχα περάσει μέρες, εβδομάδες, μήνες και χρόνια στη Νέα Υόρκη, στους αμερικανικούς δρόμους, στο Ντητρόιτ και στην ακτή του Ειρηνικού. Θα ήμουν μια άλλη αν δεν μιλούσα αγγλικά προτού μάθω ελληνικά. Η αγγλική γλώσσα είναι ένα από τα μεγαλύτερα πολιτισμικά θαύματα όλων των εποχών. Ο αμερικανικός ουρανοξύστης: ένα από τα σύμβολα της ανθρώπινης φιλοδοξίας. Η αμερικανική Νέα Αριστερά: το πιο προηγμένο πολιτικό ρεύμα του 20ού αιώνα. Παρ’ όλ’ αυτά, η ηλιθιότητα επικρατεί τόσο στις ΗΠΑ, όσο και στον υπόλοιπο κόσμο. We are surrounded by idiots. Πρέπει κανείς να μπορεί να ξεχωρίζει τον πολιτισμό από τα σκουπίδια του» (απόσπασμα από την ίδια συνέντευξη).
Τα «Κινέζικα Κουτιά» είναι ακριβώς αυτό: η προσπάθεια διάκρισης ενός πολιτισμού από τα σκουπίδια του. Με όπου αυτό μπορεί να εφαρμοστεί…
Το ότι στο τέλος δεν υπάρχει λύση του όλου μυστηρίου σημαίνει ότι επιβεβαιώνεται ο τίτλος «Κινέζικα Κουτιά» (= άλυτο μυστήριο) ή αποδεικνύεται τελικά ότι δεν υπήρξε κανένα μυστήριο…
Διαλέξτε!

[διαβάστε επίσης

Συνέντευξη που μου παραχώρησε

Σκέψεις ενός ντροπαλού

Reader

Βιβλιοθήκη – Προσωπικές Αναγνώσεις ]

θερμοκρασία δωματίου – δήμητρα κολλιάκου

Η Δήμητρα Κολλιάκου γεννήθηκε το 1968 στην Αθήνα. Σπούδασε κλασική φιλολογία και θεωρητική γλωσσολογία στην Αθήνα και στο Eδιμβούργο, και είναι επίκουρος καθηγήτρια γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο του Newcastle. Το πρώτο της μυθιστόρημα (Το Mαγείο, Eστία 1999) τιμήθηκε με το Bραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα Jim Wilson, που απένειμε για μοναδική φορά το 2000 το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. Ανήκει στη σύγχρονη γενιά Ελληνίδων συγγραφέων και στην υποκατηγορία αυτών που έχουν σπουδάσει στη Μεγάλη Βρετανία. Αναφέρω τη χώρα αυτή συγκεκριμένα, γιατί εκεί ακριβώς παρατηρείται ένα λογοτεχνικό κύμα που αναπτύσσεται τόσο ραγδαία και τόσο κυριαρχικά που ακόμα και Έλληνες συγγραφείς που έχουν σπουδάσει ή ζουν εκεί σήμερα, εμφανίζουν επιρροές, σχετικά πάντα με τη μορφολογία του κειμένου τους αλλά και με το περιεχόμενό του. Επιπλέον, αυτή η υποκατηγορία συγγραφέων αποδεικνύει με τον πιο όμορφο τρόπο ότι η ελληνική λογοτεχνική παραγωγή μπορεί και πρέπει να ταξιδέψει πέρα από τη Θήβα.

Αν θεωρήσει κανείς τη Μεγάλη Βρετανία ως τη θερμοκοιτίδα της σύγχρονης τέχνης, με όλο αυτό το συνονθύλευμα πολιτισμών, συνηθειών αλλά και παραδοσιακής φλεγματικής υπόστασης, τότε δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί τη δυναμική που μπορεί να παρουσιάζει αυτό το γεγονός σε όποιον, ξένο βεβαίως, επιχειρεί να ζήσει μέσα σε αυτό.
Το περιοδικό (δέ)κατα, δικαίως της απένειμε το Athens Prize for Literature για το 2007 και επιτέλους απέδειξαν κάποιοι ότι η λογοτεχνία εκ μέρους των γυναικών κινείται πέρα από τα όρια που μας έχει συνηθίσει…
Η ηρωίδα της Κολλιάκου, που ποτέ δε μαθαίνουμε το όνομά της (ένα στοιχείο ίσως της ενδοσκοπικής διάθεσης της συγγραφέα) γνωρίζει στο Λονδίνο, όπου σπουδάζει, έναν Εβραίο καθηγητή όπου την επέβλεπε στα μαθήματα Δημιουργικής Γραφής, τον ερωτεύεται και τον ακολουθεί στο Ισραήλ, όπου αυτή μαθαίνει εβραϊκά και προσπαθεί να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Αυτές συμπεριλαμβάνουν τον αδιάγνωστο πόνο στη μέση που οδηγούν σε προβλήματα ύπαρξης και ταυτότητας, ένταξης στη νέα αυτή χώρα, τη μητέρα του φίλου της, μια ψυχαναλύτρια ύποπτης επαγγελματικότητας και ένα «φιλικό» περιβάλλον που πολλές φορές παραπέμπει, μέσω λόγων, έργων και συμπεριφοράς, σε στοιχεία που συναντά κανείς σε νουάρ μυθιστορήματα.
Γενικά, όλο το βιβλίο είναι ένας αδιάκοπος εσωτερικός μονόλογος, στοιχείο που καθιστά το μυθιστόρημα μια διαρκή αναζήτηση ταυτότητας και ανανέωσης θα έλεγε κανείς του εσωτερικού κόσμου, που σε καμία περίπτωση δεν είναι αποκομμένος από τον εξωτερικό. Οι συνεχείς υποθέσεις και οι ιστορίες που πλάθει στο μυαλό της η αφηγήτρια από τη μια χτίζουν μια μονόπλευρη αφήγηση, αλλά, από την άλλη, είναι απολύτως ολοκληρωμένες που το μυθιστόρημα αυτό δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από το χτίσιμο των χαρακτήρων που η Atwood ή η Ogawa μάς έχουν χαρίσει, για να δώσω μόνο δύο παραδείγματα.
Οι λεπτομερείς περιγραφές, τέλος, μπορεί να κουράσουν κάποιους αναγνώστες, ωστόσο η δομή του βιβλίου είναι τέτοια ώστε να φαντάζουν υπαρξιακή ταύτιση του εγώ της ηρωίδας με το εγώ του κόσμου στον οποίο ζει.
Στην ερώτηση το τι (άλλο ή τι τελικά) είναι αυτό το βιβλίο, αβίαστα θα απαντούσα ότι είναι το κομμάτι των νευρώσεων που όλοι μας θέλουμε να αποκρύψουμε, άλλα όλοι αποκαλύπτουμε σε γράμματα με άγνωστο παραλήπτη. Κάπως έτσι γράφτηκε, θέλω να φαντάζομαι, αυτό το βιβλίο. Η διαφορά είναι ότι η Δήμητρα Κολλιάκου έχει παραλήπτη: Το σύγχρονο status μιας κοινωνίας που έχει από τη μια ξεπεράσει τη δήθεν σύγχρονη διανόηση και από την άλλη έχει βαλθεί να αποδείξει ότι ενδιαφέρεται, για παράδειγμα, και για τις κοινωνικές/πολιτικές ανακατατάξεις στη Μέση Ανατολή.
Αλλά ας δούμε πιο συγκεκριμένα κάποια επιπλέον στοιχεία.
Μεταμοντερνισμός. Σε όλο του το μεγαλείο. Εγκιβωτισμοί, in media res για τους σχολαστικούς, αναπολήσεις, πισωγυρίσματα και νευρώσεις και αναζήτηση της ταυτότητας του σύγχρονου homo universalis. Το σήμερα. Όλο το σήμερα που το ίδιο το βιβλίο το προσπερνά. Και το πάει ένα βήμα παραπέρα: Στην αναίρεση. Το βιβλίο είναι μια διαρκής αναίρεση. Αναίρεση των κοινωνισμών, ως πλαισίου ψευδεπίγραφης διαφυγής από το προσωπικό, ως δήθεν ενσωμάτωση στον κοινωνικό ρου μιας ζωής που αποζητά λύτρωση από τα προβλήματα που η ίδια έχει δημιουργήσει. Θεωρίες…
Η ηρωίδα του βιβλίου της Κολλιάκου, όμως, παρουσιάζεται να ζει όλες αυτές τις θεωρητικοποιήσεις. Στο τώρα που είναι όλως σχηματισμένο και οριοθετημένο στο χθες. Το σήμερα της ηρωίδας είναι ο καθρέφτης των εμπειριών της. Λανθάνον κλισέ, το ομολογώ. Εντούτοις, είναι έτσι δοσμένο που μυρίζει φρέσκο αέρα, που δηλώνει την άλλη πλευρά ενός ακόμα πιο κλισέ φεγγαριού. Που ζει κι αυτό στ’ αλήθεια. Με όλη την τρομολαγνεία ή τρομοϋστερία του σύγχρονου κόσμου (η ιστορία εκτυλίσσεται και στην ταραγμένη Ιερουσαλήμ), με τα κέντρα της ζωής και νέων δομών των παγκόσμιων κοινωνιών (Λονδίνο), αλλά και σε μια κοινωνία που προσπαθεί να υψώσει ανάστημα και να ακουστεί (Αθήνα).
Στο βιβλίο υπάρχουν ψήγματα των νέων επιστημονικών ερευνών (εξελικτική βιολογια, -απάνθρωπη- γενετική), νύξεις για τα μαθήματα creative writing ή γίνε-καλός-συγγραφέας-σε-δέκα-μέρες, με αναγωγές ίσως στη σύγχρονη αντίληψη της λογοτεχνίας για τον εαυτό της.
Η Κολλιάκου καθρεφτίζει (μήπως υποκαθιστά;) στα πρόσωπα του περιβάλλοντος (στο αφηγηματικό παρόν) της ηρωίδας με όλα τα πρόσωπα που κατά καιρούς την περιτριγύριζαν και, εμφανώς, τη διαμόρφωσαν.
Ο Γιαΐρ υποκαθιστά τον Ορέστη –τον ξάδερφο της ηρωίδας με τον οποίο ήταν ερωτευμένη στο παρελθόν, η Μάγδα, η μέλλουσα πεθερά της, τη νευρωτική και υπερπροστατευτική μάνα που υπονοείται στο βιβλίο, η θεία της είναι μάλλον πιο καταλυτικός παράγοντας, η Αστάρ, μια ψυχαναλύτρια μάλλον κομπογιαννίτικης υποστάσεως και σίγουρα αμφιβόλου προελεύσεως, μαζί με τον άτεγκτο γενετιστή του τέλους του βιβλίου, καθρεφτίζουν τις υστερίας μιας ολόκληρης κοινωνίας που φοβάται να μιλήσει στον πλησίον του, φοβάται να φωνάξει για να ακουστεί, παρά μόνο ψιθυρίζει κάποια λίγα πραγματάκια για όλα όσα την πονάνε και μόνο για λόγους ευθιξίας ή υποχρέωσης. Αλλά και δειλά κάνει νύξη όχι για τη μοναξιά του ενός αλλά για τη μοναξιά του Ενός ως Μισού που ανήκει σε ένα Άλλο: “Το ονοματεπώνυμό μου κι η διεύθυνσή μας”, λέει στη σελίδα 212.
Η συγγραφέας θεωρητικοποιεί, επίσης, στο βιβλίο της αυτό. Όταν αναφέρεται, στις σελίδες 216-217, στην παρατηρητικότητα του μοναχικού ανθρώπου, δηλώνει περίτρανα ότι ο συγγραφέας δεν έχει χώρα, δεν έχει χώρο, ανήκει στη μνήμη του και στις εμμονές του, όπου αυτές εντάσσονται, εδράζεται κι αυτός. Κάνει, επιπλέον, λόγο -υπαινικτικό πάντα, δεν είναι δασκάλα- για τις σύγχρονες ψυχαναλυτικές θεωρίες αλλά και για τον πατέρα τους, τον Freud.
Ένα από τα ωραιότερα σημεία του βιβλίου βρίσκονται στη σελίδα 216 όταν γράφει πως ο Γιαΐρ “είχε υπόψη του πως ο κρετίνος συνδέεται ετυμολογικά με τη λέξη χριστιανός”. (Από το chrettienne, στα γαλλικά;) Εδώ έρχεται να μιλήσει για τη γλωσσολογία, άλλωστε την έχει σπουδάσει και τώρα τη διδάσκει, σε συνδυασμό και με ένα άλλο σημείο του κειμένου που αναφέρεται στη σύνταξη, την (αν)ορθογραφία και τη σημειολογία ενός γράμματος που η ηρωίδα έλαβε.
Η “Θερμοκρασία Δωματίου” έχει και κάποια αρνητικά στοιχεία, για να αποδώσω τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Η αδιάκοπη αναφορά στις νευρώσεις της πρωταγωνίστριας, όσο κι αν γίνεται με εύσχημο τρόπο, πολλές φορές μοιάζει παράταιρη με το κείμενο. Κουράζει, ίσως, και, κάποιες φορές, η λεπτομερής θεωρητικοποίηση σε διάφορα ζητήματα που έχει ήδη αναφέρει. Όπως προανέφερα, ίσως ο αναγνώστης νιώσει ότι οι λεπτομερείς αναφορές σε περιγραφές του περιβάλλοντα κόσμου αλλά και της μονολογικής έξαρσης της ηρωίδας, οδηγούν την ιστορία σε μονοπάτια που θεωρούνται πισωγύρισμα της σύγχρονης λογοτεχνίας σε λογοτεχνικά ρεύματα των αρχών του αιώνα. Αλλά ο μεταμοντερνισμός έχω την αίσθηση ότι είναι μέσα σ’ όλα ακριβώς το χωνευτήρι όλων των ρευμάτων της λογοτεχνίας που βράζουν στο καζάνι του και το αποτέλεσμα είναι η αδυσώπητη αποκάλυψη των σύγχρονων συνθηκών των ανθρώπων και των κοινωνιών που χτίζουν.
Όλα αυτά η Κολλιάκου τα κομματιάζει και τα επανασυνθέτει τόσο όμορφα που απλώς τελειώνει το βιβλίο και μένεις να κοιτάς τις τελευταίες λέξεις με έκπληξη και θαυμασμό: Στη νέα εξορία (που δε μας επιβλήθηκε, αλλά την επιβάλαμε εμείς στον εαυτό μας) θα βγαίναμε μαζί απ’ τον φαύλο κύκλο, θα κάναμε μαζί τη νέα αρχή.

[διαβάστε επίσης
AnnaBookLover – Βιβλία και Ξερό Ψωμί

Συνέντευξη που μου παραχώρησε ]

χάπι λου – εύη λαμπροπούλου

Το “Χάπι Λου” είναι το πρώτο βιβλίο της Εύης Λαμπροπούλου. Η συγγραφέας είναι μια ξεχωριστή εκπρόσωπος της νέας γενιάς συγγραφέων και μια ιδιαίτερη φωνή των σύγχρονων ελληνίδων λογοτέχνιδων που μιλά γι’ αυτά που ζει ή πρώτα ζει και μετά μιλά.

Το βιβλίο αυτό είναι ένα παζλ, ανολοκλήρωτο θα ένιωθε κανείς, για τη γενιά μας, για τη γενιά αυτών που σήμερα οδεύουν στα τριάντα ή τα έχουν εδώ και πολύ λίγα χρόνια προσπεράσει. Είναι ένα μυθιστόρημα που δε φοβάται να πει την αλήθεια των σκέψεων αλλά πάνω απ’ όλα των δράσεων που οι νέοι της εποχής μας τολμούν ή εξαναγκάζονται να τολμήσουν.
Η Λου, η Σέβη, ο Λες, ο Σων, ο Ευτύχης (που μόνο ως καθρέφτης και ίσως το alter ego της συγγραφέως εμφανίζεται), ο Μάνος-φάντασμα, ο Σάκης και τόσοι άλλοι που παρελαύνουν από το μυθιστόρημα αυτό, είναι κομμάτια, υπερβολικά πολλές φορές, μιας γενιάς που φωνάζει μπροστά στο παρελθόν (λέγε με γονέα) και που τρέμει μπροστά στο μέλλον (λέγε με εαυτό).
Η Λου. Μια νευρωτική, μόνιμα άυπνη, διαρκώς χαπακωμένη και ασέξουαλ ηρωίδα που τα έχει βάλει με όλους και με όλα, επειδή ακριβώς βαρέθηκε να τα βάζει με τον εαυτό της. Σπουδάζει, τσακώνεται με τη μαμά της, αποδομεί τα όποια χαρακτηριστικά προσπαθούν οι “μεγάλοι” να της κληρονομήσουν, γνωρίζει αγόρια συνεχώς και πάντα έχει ένα ερωτικό απωθημένο: το Μάνο, με τον οποίο μιλά, πια, μόνο στο τηλέφωνο. Η Λου παίζει ηλεκτρονικά παιχνίδια, ακούει σχεδόν ηδονικά μουσική, βαριέται και δουλεύει από ‘δω κι από ΄κει. Μαζί με τον Ευτύχη τον μόνο, τελικά, κολλητό της (αφού η Σέβη, το αντίπαλον δέος, της κρύβει πράγματα που η Λου δεν ανέχεται) βρίσκουν δουλειά ως Γυμνά Μοντέλα σε ένα κολέγιο τεχνών, ως Παραπλανητές Θυμάτων ή Μαρτύρων στη Βρετανική Αστυνομία ή ως εκφωνήτρια, μόνη τελικά, η Λου στο ραδιόφωνο.
Η Σέβη. Η κοπέλα τα-έχω-βρει-με-τον-εαυτό-μου-και-με-όλους-τους-άντρες-του-κόσμου. Μορφωμένη, συγκροτημένη και βαθιά μοναχική! Δεν μπορεί στιγμή χωρίς αγόρι, χωρίς κάποιον, τελικά, να τροφοδοτεί το ήδη αναίτια υπερτροφικό εγώ της. Διαθέτει μια ζηλευτή σιλουέτα, την οποία και διατηρεί με Πρόζακ και βουλιμία. Παντρεύεται, τελικά, τον Σων, έναν βρετανό, μέχρι το μεδούλι, που καταφέρνει να απεκδυθεί το δημοσιοϋπαλληλίκι και να γίνει αστέρας της μουσικής σκηνής της Γηραιάς Αλβιόνος και όχι μόνο.
Οι υπόλοιποι χαρακτήρες είναι b-ήρωες που εξυπηρετούν την πλοκή του μυθιστορήματος της Λαμπροπούλου και που πολλές φορές λειτουργούν ως φερέφωνα της συγγραφέως για να πει σώνει και καλά αυτά που θέλει να πει.
Η φρέσκια και χωρίς καθωσπρεπισμούς γλώσσα, χωρίς εντούτοις την ενοχλητικά υπερβολική χρήση τής αργκό, η αμεσότητα του λόγου, οι υστερίες τής γενιάς μας, η πολλή φλυαρία, η ερωτική επαφή, η επαγγελματική αποκατάσταση, η καυστικότητα και, τέλος, η πολυπολιτισμικότητα του βιβλίου, συνοψίζουν το περιεχόμενό του.
Το background του βιβλίου τώρα:
Η ταράτσα με την υπαίθρια τουαλέτα που ο καθένας μπορεί, χωρίς κανένα κόστος, να χρησιμοποιήσει ως τέτοια ή ως τόπο στοχασμού! Η ταράτσα ανήκει σε όλους. Είναι ένα μεταμοντέρνο κοινόβιο που ο καθένας μένει εκεί κατά βούλησιν.
Το Λονδίνο. Η εμμονή πολλών νέων συγγραφέων. Δικαίως. Χωνευτήρι λαών και πρωτεύουσα του παγκόσμιου χωριού. Το μέρος που μπορείς να χαθείς, να παραμείνεις άγνωστος και να ζήσεις τις ξεχασμένες αλήθειες του εαυτού σου… Άλλωστε, ως ξένοι σε μια χώρα δεν είμαστε πιο αληθινοί (έστω και για λόγους επιβίωσης);
Η Θεσσαλονίκη. Το άκρο αντίθετο της βρετανικής πρωτεύουσας. Μια πόλη που γεννά έρωτες, ελευθερία αλλά μέχρις ενός σημείου. Περιοριστική και μόνιμα γκρινιάρα. Πανέμορφη και διαρκώς αληθινή. Υπάρχει πολλή αλήθεια στο βιβλίο αυτό της Λαμπροπούλου.
Και φυσικά η μουσική. Το βιβλίο είναι ένα διαρκές soundtrack, ένα juke-box που δε παίζει ακατάπαυστα τραγούδια από το παρελθόν αλλά κυρίως το παρόν. Η ποπ, η εναλλακτική ροκ σκηνή, η brit-pop των ημερών μας κατακλύζει το σύμπαν του βιβλίου και που σε κάνει να θες να τραγουδάς.
Η Εύη Λαμπροπούλου δε φοβάται τον αυτοσαρκασμό. Αντιθέτως, τον συντηρεί με γενναιοδωρία. Ειρωνεύεται, μιλά για τις υστερίες και τις καταχρήσεις της γενιάς της (μας), καταρρακώνει τα όποια απομεινάρια των οικογενειακών στιγμών και ζει για τον εαυτό της και τους φίλους της. Υπαινίσσεται ότι οι διαφορές μεταξύ μας είναι εγκεφαλικές και προκατασκευασμένες από…πού άραγε;
Εδώ ξεκινούν τα προβλήματα.
Η Εύη Λαμπροπούλου προσπαθεί να μεταλαμπαδεύσει τις αξίες της generation x που ενδεχομένως έζησε στην Αγγλία, τοποθετώντας τες σε ελληνικά στόματα και συνήθειες. Εδώ χωλαίνει το κείμενο και αφήνει μια αμηχανία, νομίζοντας πολλές φορές ότι ανερυθρίαστα παίζει με τον αναγνώστη, κάτι που δε νομίζω ότι κρύβει ή αποφεύγει. Νιώθεις, διαβάζοντας κάποια σημεία του κεφαλαίου, ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι στη γενιά μας, όσο κι αν φιλότιμα προσπαθεί να αποδείξει το αντίθετο η συγγραφέας.
Στα αρνητικά του μυθιστορήματος αυτού εντάσσεται και η αίσθηση ότι στις τελευταίες ογδόντα (80) περίπου σελίδες μπορείς κάλλιστα να θεωρήσεις ότι το βιβλίο φτάνει στο τέλος του ή, τελοσπάντων, μπορείς να πιστέψεις ότι και “τώρα” θα μπορούσε να μπει η τελευταία τελεία. Μια αμήχανη προσπάθεια της συγγραφέως υπάρχει στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα, για να οδηγηθεί…κάπου, να βάλει ένα τέλος.
Και τέλος, τα πανταχού παρόντα ορθογραφικά/τυπογραφικά λάθη του κειμένου είναι το στοιχείο αυτό που στιγματίζει το προσεγμένο εξώφυλλο, την αισθητική του βιβλίου αλλά και την ίδια την έκδοση.
Λόγος για το τέλος: Η Λαμπροπούλου ό,τι έχει να πει, ό,τι -πάνω απ’ όλα- σκέφτεται, το λέει. Και δεν έχει καμία αμφιβολία για την ορθότητά του.
Εσείς;[Η Εύη Λαμπροπούλου γεννήθηκε στην Καβάλα και, όπως λέει η ίδια, σπούδασε “άλλα άντ’ άλλων”. Γράφει διηγήματα, κόμικς και ποιήματα. Έχει εκδώσει δύο μυθιστορήματα: Το Χάπι Λου (Κέδρος) και το Σχεδόν Σούπερ (Κέδρος)]

η ΑΝΑΓΚΗ και ΕΜΕΙΣ (ο μονόλογος ενός γελοίου)

Κι ούτε φωνή δε μου ‘μεινε.
Ούτε μια λεξούλα δεν τολμά να βγει απ’ τα χείλη μου. Φοβάται μήπως και εξατμιστεί στο χώρο. Από το χώρο. Δεν ξέρω. Κι αν μάθω, δε θα ξέρω και τόσο καλά. Αν βέβαια δε μάθω μόνος μου. Γιατί, αν μάθω μόνος μου, θα ξέρω. Αν μου πουν ή αν μου δείξουν, δε θα ξέρω καλά. Αλλά τουλάχιστον φοβάμαι καλά γιατί φοβάμαι από μόνος μου, αφού τίποτα άλλο δε με φοβίζει. Δε μου προκαλεί φόβο.
Καμμιά φορά μάλιστα είμαι ευτυχισμένος που φοβάμαι, γιατί είναι από τα ελάχιστα πράγματα που μπορώ να κάνω μόνος μου. Όταν λέω μόνος μου, δεν εννοώ να είμαι μόνος κι έρημος σαν την καλαμιά στον κάμπο. Εννοώ να τα καταφέρνω ακόμα συν τη παρουσία άλλων. Γιατί, αν είσαι μόνος σου σαν την καλαμιά που σας έλεγα, όλα μόνος σου θα τα κάνεις και σιγά την κατάκτηση. Η ανάγκη, όταν γίνεται φιλοτιμία, είναι ανοησία. Αναγκαστικά πάλι φιλοτιμείσαι και πάλι στην ανάγκη επιστρέφεις. Προσπαθώ να μην έχω πολλές ανάγκες, αλλά κι αυτό καταντά ανάγκη.
Άρα έχω μία ανάγκη, να μην έχω ανάγκες. Στην ανάγκη (είδατε; δε γλυτώνουμε από ανάγκες) θα προσποιηθώ ότι βρήκα την άκρη και τέλειωσε η υπόθεση. Δεν με απασχολούν τέτοιες ερωτήσεις και καταστάσεις. Καθόλου. Έχω άλλες ανάγκες (να τα πάλι!) να καλύψω. Και να ανακαλύψω. Και να αποκαλύψω. Και να επικαλύψω αν χρειαστεί, όπως έκανα μόλις πριν. Το καταλάβατε; Είναι λίγο δύσκολο να με καταλάβετε; Δεν είναι ανάγκη να καταλαβαινόμαστε πάντα. Δεν το ‘χετε ανάγκη.
Τι ωραία! Μόλις σας απάλλαξα από μία ανάγκη. Δεν αισθάνεστε καλύτερα; Χαίρομαι ιδιαίτερα που σας απαλλάσσω από μία ανάγκη, την οποία πιθανώς δεν διαθέτατε ποτέ, αλλά -όπως και να ‘χει- δεν είναι ανάγκη να την αποκτήσετε. Όλη αυτήν την ώρα που σας μιλώ, ή που λέω και λέω και λέω, γιατί για να σας μιλώ προϋποθέτει να με ακούτε -πράγμα πολύ αμφίβολο. Εδώ χρειάζομαι λίγο την προσοχή σας και τη μνήμη σας και την συνδυαστική σας ικανότητα. Αλλά δεν είναι ανάγκη να το κάνετε. Όποιος ή όποια θέλει. Λοιπόν εκ του αποτελέσματος συμβαίνει το εξής αναπάντεχο: αναιρείται αυτό που είπα στην αρχή: Κι ούτε φωνή δε μου ‘μεινε. Ούτε μια λεξούλα δεν τολμά να βγει από τα χείλη μου. Φοβάται μήπως και εξατμιστεί στο χώρο. Από το χώρο. Θυμάστε; Εν πάση περιπτώσει, νομίζω ότι κατάφερα και κάτι ακόμα: έμαθα και ξέρω καλά γιατί έμαθα μόνος ανάμεσα σε πολλούς.
Σας ευχαριστώ που είστε πολλοί. Δεν ήταν ανάγκη.
Καληνύχτα σας.

τα ανάπηρα χρώματα του ουρανού (ή το Υ τονισμένο και τα παιχνίδια της τύχης)


Λαβρινθος στης πόρνης το χορό
αφλαγες ιδέες
και ομοθελήσεις να γίνοντ’ ένα
Το παν να διαιρεί τα επόμενα με τα προηγομενα
Η έκπτωση και
η τιμωρία
να ζουν μαζί από κατάραΤα ανάπηρα χρώματα του ουρανο και
τα άστρα της ληστρικής επιθυμίας
ηδονικά πώς εφορμονται και
σαρκικά πανέμορφα που κοινωνον
-κοίτα

Το κόκκινο και το πράσινο
Το δεν και το μη
Το άσε
που από κοντά κρυφογελον
-κοίτα πάλι

λείπει από δω η καταραμένη
χώρα
το βήμα κι η φωτιά
η φωτιά

Στο χείλος του γκρεμο
προχωράς ή καις

Αντίο, Νίκο

Oι νέοι θεατές μ’ αγαπούν, όχι γιατί είμαι “οργισμένος”, όπως μερικοί ισχυρίζονται, αλλά γιατί οι ταινίες μου δεν τους απαγόρεψαν ποτέ να με αμφισβητήσουν και ακόμα γιατί με επιμονή αρνήθηκα -γεγονός που το εκτίμησαν- τα δεκανίκια που σε τιμή προσφοράς διανέμει χρόνια τώρα η “καθώς πρέπει” Eυρωπαϊκή προοδευτική διανόηση. Aρνήθηκα αυτό το παιχνίδι της προσφοράς και της τρομοκρατίας, έστω και αν προερχόταν καμμιά φορά από τους θεατές, γιατί ήταν ένα παιχνίδι εξουσίας, μια κρατική άποψη για το σινεμά και είναι γνωστό βέβαια πως το κράτος δεν πάει ποτέ σινεμά.
Oσο για το “οργισμένος”, δεν το δέχομαι σαν χαρακτηριστικό μου από την στιγμή που οι συχνότητές μου γέμισαν παράσιτα από διάφορους κάλπηδες που δίνουν συνεντεύξεις (κάθε εβδομαδιαίο ιλλουστρασιόν πρέπει να φιλοξενεί ή και να συντηρεί έναν τέτοιο) και βρίζουν τους πάντες και τα πάντα, δεν έχουν να προτείνουν κάτι τι και διεκδικούν ένα χώρο ιδιαίτερο και καθαρό που σίγουρα δεν τους ανήκει και δεν τον εκφράζουν.Tελικά όλοι αυτοί οι “απροσάρμοστοι” συγκροτούν ένα μέρος του συστήματος που ενεργεί σαν προπέτασμα καπνού για να μπορούν από πίσω να δουλεύουν ανενόχλητοι οι κρατικοί μηχανισμοί. Kαι αλλοίμονο στους κάποιος γνήσιους που πέφτουν στην παγίδα του “επώνυμου” χωρίς ποτέ να αναρωτηθούνε ποιά κέντρα αποφάσεων τους κόλλησαν την ταυτότητα του επώνυμου μοναχικού, οργισμένου, καταραμένου αναρχικού κ.τ.λ… Eρώτημα που θα προβάλλει αμείλικτο μπροστά τους απ’ τη στιγμή που θα ανακαλύψουν πως το επώνυμο μπορεί να πουλάει, αλλά πουλιέται κιόλας.
N.N.
περισσότερα για το Νίκο Νικολαΐδη εδώ και εδώ
και λίγια λόγια από τον Αλέξη Σταμάτη

και πολλά από τον Νίκο Δήμου

ο κυριακάτικος μανδύας και ο κλειδαράς

Όταν κόβεται το ρεύμα τρομάζω τόσο πολύ που θέλω να ουρλιάξω.

Αλήθεια. Ακόμα κι αν είναι μέρα. Δεν μπορώ να φανταστώ το σπίτι μου χωρίς ρεύμα. Δεν γίνεται. Για φανταστείτε να μην μπορώ να χτυπήσω το κουδούνι του σπιτιού μου. Να μην μπορώ να πάρω το ασανσέρ να πάω να πληρώσω τα κοινόχρηστα στην αξιοπρεπέστατη και ευτραφή κυρία διαχειρίστρια.

Εγώ μένω στο ισόγειο και ως εκ τούτου δε χρησιμοποιώ το ασανσέρ, ή τον ανελκυστήρα αν προτιμάτε, αν κι εγώ δεν προτιμώ τον ελληνικό όρο γιατί θυμίζει εργοτάξιο. Φανταστείτε ένα ολόκληρο εργοτάξιο να μην λειτουργεί εξαιτίας της διακοπής του ρεύματος. Μα είναι σοβαρά πράγματα αυτά; Εγώ δεν δύναμαι να τα καταλάβω. Δεν είμαι εις θέσιν, σας λέω. Με αντιλαμβάνεστε; Από την άλλη, βέβαια, τα εργοτάξια παράγουν πολύ θόρυβο, αλλά υπάρχουν και τα μονωμένα κουφώματα αλουμινίου που εύκολα και γρήγορα μπορεί κανείς να τοποθετήσει στο όμορφο, και μη, σπίτι του. Τώρα θα μου πείτε, τι γίνεται όταν κυκλοφορείς στο δρόμο και ακούς όλον αυτόν τον θόρυβο; Εδώ, το μόνο που έχω να σας προτείνω είναι να περπατάτε γρήγορα για να κρυφτείτε σε κανένα καφέ ή σε κανένα σπίτι κάποιου φίλου που θα έχει ήδη βάλει τα μονωτικά συστήματα που σας έλεγα προ ολίγου.

Επανέρχομαι: δεν μπορώ χωρίς ρεύμα. Επειδή δεν μπορώ να κουβαλάω κλειδιά μαζί μου. Θέλω να χτυπάω το κουδούνι της πόρτας του σπιτιού μου. Και θα με ρωτήσετε γιατί δεν χτυπάω την πόρτα απευθείας. Πολύ απλά γιατί έχω βάλει σούπερ μονωτική πόρτα και δεν ακούγεται κανένα χτύπημα, κανένας θόρυβος. Βέβαια και να ακουγόταν κάποιος θόρυβος, δεν θα υπήρχε κανείς να μου ανοίξει. Μένω μόνος μου. Μου ανοίγει πάντα ο αδερφός μου ο κλειδαράς που έχει, όπως όλοι, πανεύκολο τηλέφωνο, αλλά δεν το χρησιμοποιώ γιατί μπερδεύομαι με τα ίδια νούμερα και δεν ξέρω πόσα ίδια, και ποια, έχει και ποιο διαφορετικό έχει ανάμεσα στα έξι ίδια. Επί παραδείγματι το τηλέφωνό του είναι 555 8 555 ή 888 5 888 ή 999 7 999; Το ευκολότερο είναι να θυμηθείς σε ποια περιοχή μένει και να καταλάβεις ποιο είναι το σωστό, γιατί είναι ωραίος ο τηλεφωνικός διαχωρισμός των Αθηνών, αλλά, μια στιγμή, τώρα που το συνειδητοποιώ, είναι πολύ ρατσιστικό και ταξικό αυτό που συμβαίνει. Οι πανάκριβες περιοχές έχουν αρχικό νούμερο ένα μεγάλο νούμερο (από 6 και πάνω), πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, ενώ οι φτωχότερες το πολύ μέχρι 5. Από την άλλη βέβαια, το 2-3-4-5 είναι ισοδύναμο του 6-7-8-9, άρα δεν υπάρχουν περισσότεροι πλούσιοι ή φτωχοί στην Αττική, αφού έχουν 4 αρχικά ψηφία οι μεν, 4 αρχικά και οι δε. Άρα μια χαρά όλα και διαγράψτε όσα σας είπα μέχρι τούδε. Και επανέρχομαι: ο αδερφός μου επείσθη υπ’ εμού να ανοίξει το μαγαζί του ακριβώς στο δίπλα στενό από το σπίτι μου για να έρχεται και να μου ανοίγει εύκολα και γρήγορα.

Μ’ αρέσει που γίνεται έτσι, γιατί έχω έναν καλό λόγο να του βάζω φαγητό, εφ’ όσον έχει ανοίξει την πόρτα μέσα σε τόσο χρονικό διάστημα όσο να ήταν στο μπάνιο με σαπουνάδες μέχρι και στ’ αυτιά. Αν κάνει παραπάνω, του φτιάχνω μόνο καφέ και τον κερνάω κανένα τσιγαράκι. Ευτυχώς που ούτε καφέ πίνει ούτε τσιγάρα καπνίζει. Έχει έλκος. Το έλκος επίσης μου θυμίζει τον ανελκυστήρα και αναρωτιέμαι γιατί να έχουν το ίδιο συνθετικό. Στο ασανσέρ να το καταλάβω αλλά και στο στομάχι; Τι τραβιέται στο στομάχι δηλαδή; Περίεργα πράγματα συμβαίνουν με τη γλώσσα μας. Επανερχόμενος, πρέπει να σας πω, κάπως μεταξύ μας, πως το ρεύμα για να κοπεί πρέπει να ενωθεί. Βέβαια εδώ μέσα που είμαι μου λένε συνέχεια πως λέω ό,τι θέλω. Αλλά δε δίνω σημασία. Βαριέμαι.

Εν πάση περιπτώσει, αν το καλοσκεφτείτε, ο πολιτισμός μας καταρρέει μόλις κατεβάσουμε τον οποιονδήποτε γενικό διακόπτη. Δεν έχω δίκιο; Καλό θα είναι να μου λέτε ναι. Η κατάφαση, ξέρετε, δημιουργεί για αρχή ένα πανέμορφο κλίμα μεταξύ αγνώστων. Τι ωραία, σκεφτείτε, που είναι να συμφωνούν τα μέλη μιας παρέας, αν κι εσείς δεν είστε φίλοι μου αλλά συμπονετικοί επισκέπτες. Τώρα εδώ στα σκοτεινά δεν είναι σα να έχει κοπεί το ρεύμα; Δεν είναι άβολο για όλους μας; Αφήστε που εδώ που τα λέμε δε σας βλέπω κιόλας και με αγχώνει διπλά αυτό. Είναι νύχτα ή είναι μέρα; για να ξέρω τι θα πω παρακάτω.
Αν σας κούρασα, πάντως, είναι γιατί δεν καταλήγω κάπου και αυτό είναι πολύ κουραστικό, αλλά μέχρι να έρθει το ρεύμα καλό θα είναι να μ’ ακούτε και να σας ακούω γιατί φοβάμαι μέχρι θανάτου.

Τώρα που ανέφερα το θάνατο, θυμήθηκα ότι ξέχασα να σας πω ότι ο αδελφός μου έχει πεθάνει εδώ και 2 χρόνια. Λένε ότι τον σκότωσα εγώ επειδή άργησε να μου ανοίξει μια μέρα που χτύπαγα και δεν μου άνοιγε κανείς. Λογικό τώρα που το ξανασκέφτομαι, γιατί, όπως σας είπα, μένω μόνος μου. Αλλά δεν είχε την υποχρέωση να έρθει και να μου ανοίξει γρήγορα κατά τον τρόπο που σας περιέγραφα λίγο πριν; Τελοσπάντων, νομίζω ότι δεν τον σκότωσα εγώ γιατί μόνο το δικό μου σπίτι δεν είχε ρεύμα εκείνη τη μέρα και το μόνο που είχε ήταν μια ηλίθια ειδοποίηση πως μου το κόψανε γιατί δεν πλήρωνα το λογαριασμό. Αφού δεν ερχόταν ποτέ κανένας λογαριασμός, άρα έπρεπε να σκοτώσω τον ταχυδρόμο. Τι μου έφταιγε ο αδερφός παύλα κλειδαράς μου;

Εγώ, κατά τα άλλα, θυμάμαι να σκότωσα τον ταχυδρόμο.

Ότι έκανα έγκλημα έκανα. Α, όλα κι όλα! Το σωστό να λέγεται. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι κάποιος που έμοιαζε του αδελφού μου φώναζε παρακλητικά κάτι ακαταλαβίστικα για διορισμούς, Ελληνικά Ταχυδρομεία και τα ρέστα. Λέτε να μπέρδεψα κάτι; Για να επανέλθω: όταν κόβεται το ρεύμα δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Νομίζω ότι δε βλέπω τίποτα, ακόμα κι αν είναι μέρα. Οφείλεται σε ψυχολογικούς παράγοντες μου είπε μια μέρα ένας κύριος αλλά δεν του έδωσα καμμιά σημασία. Μου φάνηκε μαλάκας. Αφήστε που αυτός σίγουρα θα βλέπει τη μέρα χωρίς ρεύμα. Αυτοί χαλάν την πιάτσα κύριοι. Και κυρίες.

Προπαντός κυρίες που χαλάτε την πιάτσα έτσι κι αλλιώς από τότε που τα ψυχιατρεία έγιναν μεικτά.

Ώρα να πάρω το χάπι μου.

Κακός συνδυασμός οι χειροπέδες με το άσπρο, ρε πούστη μου.