κινέζικα κουτιά – σώτη τριανταφύλλου

«Μόνο οι τρελοί και οι ανόητοι βλέπουν τον κόσμο μέσα από την ψυχική τους διάθεση»
(σελ. 265)Στο τελευταίο αυτό μυθιστόρημα της Σώτης Τριανταφύλλου «αποδεικνύεται» για ακόμη μία φορά η ιδιαιτερότητα του δρόμου που η συγγραφέας έχει επιλέξει: μιας λογοτεχνίας που, στη δική μου ανάγνωση, κάθε λέξη που παρατίθεται είναι βγαλμένη από την ακραία γνώση και την on-the-ground experience (επιτόπου εμπειρία). Ίσως το μυθιστόρημα αυτό είναι ένα ακόμα μανιφέστο της συγγραφέως (προς τον κόσμο που την περιβάλλει και πολλές φορές τη θυμώνει, την πληγώνει), που του λείπουν –ευτυχώς για όλους μας- τα παλαιοκομματικά τσιτάτα.
Τα «Κινέζικα Κουτιά» (κάτι σαν τις ρωσικές μπαμπούσκες) είναι μία ακόμα εκδρομή στην Αμερική του σήμερα, δοσμένη όμως με εκείνα τα χαρακτηριστικά που αποδεικνύουν ότι αυτή η χώρα έχει και μια άλλη πλευρά, κρυμμένη στους πολλούς. Η Σώτη Τριανταφύλλου είναι εξάλλου το χαρακτηριστικό παράδειγμα συγγραφέα που ωρίμασε ως ένα φυσικά καλώς εννοούμενο «αμερικανάκι» με βαθιές ρίζες στο μεταπολεμικό Παρίσι. Το μυθιστόρημα αυτό είναι φτιαγμένο με τα υλικά της λογοτεχνίας του πάλαι ποτέ κρατούντος pulp, με στοιχεία μπίτνικ τύπου Κέρουακ. Αναζητά το θύμα και όχι το δράστη, αναζητά να βρει τι κρύβεται πίσω από την αλήθεια· η αλήθεια στα βιβλία της Τριανταφύλλου μοιάζει προ πολλού ξεπερασμένο διακύβευμα.
Ο ντετέκτιβ Μαλόουν, ξεπεσμένος ιδιωτικός αστυνομικός της Νέας Υόρκης, που φαντάζει σαν μακρινός συγγενής του Μάρλοου, αναλαμβάνει να εξιχνιάσει με τη σύμπραξη της βοηθού του μία σειρά δολοφονικών ενεργειών. Μέσα από τους δρόμους που ακολουθεί, ξετυλίγεται ένα κουβάρι καθημερινών στιγμών της σύγχρονης αμερικανικής κοινωνίας.
Η δράση τοποθετείται στη Νέα Υόρκη στην προ-Τζουλιάνι περίοδο, τέλη της δεκαετίας του ’80, την εποχή της zero tolerance, όπου, ό,τι περιγράφεται στο βιβλίο σχετικά με την εγκληματικότητα, βρισκόταν στην καθημερινή ατζέντα της πόλης. Το τρίγωνο Τσάινατάουν-Κουζίνα της Κόλασης-Κρεαταγορά είναι το στοιχείο παραμυθιού που η Τριανταφύλλου αποφάσισε να δώσει στο μυθιστόρημα, σε σχέση πάντα με την εποχή που το εντάσσει. Ακόμα και τα «κουλουράκια της τύχης», το αστυνομικό τμήμα, το υπό κατάρρευση γραφείο του Μαλόουν αλλά και η αποστασιοποιημένη παρατήρηση της ζωής από ένα παράθυρο, είναι χαρακτηριστικά μιας κατάστασης που εναποθέτει τις ελπίδες της στην πραγματικότητα ως κατασκεύασμα του μυαλού…
Στη συνέχεια, η περιγραφή του αμερικανικού νότου, με το ρατσισμό, την ξενοφοβία, τους βιασμούς και τη θρησκοληψία αποδίδεται, μέσω των ταξιδιών της βοηθού τού ντετέκτιβ (θυμίζει κλασικό road movie σε κάποια σημεία το βιβλίο), τόσο πιστά και με τέτοια ατμοσφαιρικότητα που επιβεβαιώνεται η άποψη ότι η Τριανταφύλλου ξέρει καλύτερα την Αμερική απ’ ό,τι την παλάμη της!
Μετά τη «Συγχώρεση», το προηγούμενο μυθιστόρημά της που εκτυλισσόταν επίσης στις Η.Π.Α., έρχεται τώρα λοιπόν η συγγραφέας να μιλήσει για το «χάρισμα» της μοναξιάς και της έλλειψης. Χωρίς χλιαρούς ρομαντισμούς αλλά και χωρίς ερωτικούς στοχασμούς ποιητικής υφής, με μια δόση ωστόσο νοσταλγίας γι’ αυτό που πέρασε και απαισιοδοξίας γι’ αυτό που έρχεται. Η decadence ατμόσφαιρα αποσύνθεσης είναι ένα στοιχείο πολύ γνώριμο στους ήρωες της Τριανταφύλλου ακόμη και όταν παρουσιάζονται ως νικητές.
Ο ντετέκτιβ Μαλόουν (η ίδια η συγγραφέας, σε μία συνέντευξη που μου παραχώρησε, χαρακτήρισε τον ντετέκτιβ ως «το απόλυτο μητροπολιτικό ον») έχω την αίσθηση ότι είναι το σύμβολο μιας πόλης που, όπως λέει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, είναι μια κατάσταση του μυαλού. Αυτό ίσως παραπέμπει στο μαγικό ρεαλισμό, αλλά σίγουρα η Τριανταφύλλου αυτό το στοιχείο το έχει ξορκίσει. Ακόμα και το μόνιμο πρόβλημα της αϋπνίας του ντετέκτιβ, ενώ γύρω του οι εποχές διαδέχονται η μία την άλλη, μπορεί μάλλον να αναχθεί στην κούραση και την αϋπνία μιας πόλης, μιας ολόκληρης κοινωνίας ενδεχομένως, που μένει σταθερή και ακλόνητη σε πίστεις και αξίες ενώ ο κόσμος γύρω της αποφασίζει να αλλάξει. Είναι η ίδια η χώρα όπου «κανείς δε θέλει να θυμάται το αναθεματισμένο Γούντστοκ!» (σελ. 198).
Και μιας και μιλάμε για την Αμερική, πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζει η θέση της Σώτης Τριανταφύλλου για τον αντιαμερικανισμό:
«Ο αντι-αμερικανισμός είναι νοσηρός όταν εκφράζεται με πάθος και απροσμέτρητη άγνοια. Παράλληλα, υπάρχουν σοβαροί λόγοι για να εξαπλώνεται σαν αρρώστια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες συνιστούν ένα ιμπεριαλιστικό, μιλιταριστικό και θεοκρατικό καθεστώς. Όσο για μένα, θα ήμουν μια άλλη αν δεν είχα ζήσει μέσα στο ροκ εντ ρολ και αν δεν είχα περάσει μέρες, εβδομάδες, μήνες και χρόνια στη Νέα Υόρκη, στους αμερικανικούς δρόμους, στο Ντητρόιτ και στην ακτή του Ειρηνικού. Θα ήμουν μια άλλη αν δεν μιλούσα αγγλικά προτού μάθω ελληνικά. Η αγγλική γλώσσα είναι ένα από τα μεγαλύτερα πολιτισμικά θαύματα όλων των εποχών. Ο αμερικανικός ουρανοξύστης: ένα από τα σύμβολα της ανθρώπινης φιλοδοξίας. Η αμερικανική Νέα Αριστερά: το πιο προηγμένο πολιτικό ρεύμα του 20ού αιώνα. Παρ’ όλ’ αυτά, η ηλιθιότητα επικρατεί τόσο στις ΗΠΑ, όσο και στον υπόλοιπο κόσμο. We are surrounded by idiots. Πρέπει κανείς να μπορεί να ξεχωρίζει τον πολιτισμό από τα σκουπίδια του» (απόσπασμα από την ίδια συνέντευξη).
Τα «Κινέζικα Κουτιά» είναι ακριβώς αυτό: η προσπάθεια διάκρισης ενός πολιτισμού από τα σκουπίδια του. Με όπου αυτό μπορεί να εφαρμοστεί…
Το ότι στο τέλος δεν υπάρχει λύση του όλου μυστηρίου σημαίνει ότι επιβεβαιώνεται ο τίτλος «Κινέζικα Κουτιά» (= άλυτο μυστήριο) ή αποδεικνύεται τελικά ότι δεν υπήρξε κανένα μυστήριο…
Διαλέξτε!

[διαβάστε επίσης

Συνέντευξη που μου παραχώρησε

Σκέψεις ενός ντροπαλού

Reader

Βιβλιοθήκη – Προσωπικές Αναγνώσεις ]

θερμοκρασία δωματίου – δήμητρα κολλιάκου

Η Δήμητρα Κολλιάκου γεννήθηκε το 1968 στην Αθήνα. Σπούδασε κλασική φιλολογία και θεωρητική γλωσσολογία στην Αθήνα και στο Eδιμβούργο, και είναι επίκουρος καθηγήτρια γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο του Newcastle. Το πρώτο της μυθιστόρημα (Το Mαγείο, Eστία 1999) τιμήθηκε με το Bραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα Jim Wilson, που απένειμε για μοναδική φορά το 2000 το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. Ανήκει στη σύγχρονη γενιά Ελληνίδων συγγραφέων και στην υποκατηγορία αυτών που έχουν σπουδάσει στη Μεγάλη Βρετανία. Αναφέρω τη χώρα αυτή συγκεκριμένα, γιατί εκεί ακριβώς παρατηρείται ένα λογοτεχνικό κύμα που αναπτύσσεται τόσο ραγδαία και τόσο κυριαρχικά που ακόμα και Έλληνες συγγραφείς που έχουν σπουδάσει ή ζουν εκεί σήμερα, εμφανίζουν επιρροές, σχετικά πάντα με τη μορφολογία του κειμένου τους αλλά και με το περιεχόμενό του. Επιπλέον, αυτή η υποκατηγορία συγγραφέων αποδεικνύει με τον πιο όμορφο τρόπο ότι η ελληνική λογοτεχνική παραγωγή μπορεί και πρέπει να ταξιδέψει πέρα από τη Θήβα.

Αν θεωρήσει κανείς τη Μεγάλη Βρετανία ως τη θερμοκοιτίδα της σύγχρονης τέχνης, με όλο αυτό το συνονθύλευμα πολιτισμών, συνηθειών αλλά και παραδοσιακής φλεγματικής υπόστασης, τότε δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί τη δυναμική που μπορεί να παρουσιάζει αυτό το γεγονός σε όποιον, ξένο βεβαίως, επιχειρεί να ζήσει μέσα σε αυτό.
Το περιοδικό (δέ)κατα, δικαίως της απένειμε το Athens Prize for Literature για το 2007 και επιτέλους απέδειξαν κάποιοι ότι η λογοτεχνία εκ μέρους των γυναικών κινείται πέρα από τα όρια που μας έχει συνηθίσει…
Η ηρωίδα της Κολλιάκου, που ποτέ δε μαθαίνουμε το όνομά της (ένα στοιχείο ίσως της ενδοσκοπικής διάθεσης της συγγραφέα) γνωρίζει στο Λονδίνο, όπου σπουδάζει, έναν Εβραίο καθηγητή όπου την επέβλεπε στα μαθήματα Δημιουργικής Γραφής, τον ερωτεύεται και τον ακολουθεί στο Ισραήλ, όπου αυτή μαθαίνει εβραϊκά και προσπαθεί να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Αυτές συμπεριλαμβάνουν τον αδιάγνωστο πόνο στη μέση που οδηγούν σε προβλήματα ύπαρξης και ταυτότητας, ένταξης στη νέα αυτή χώρα, τη μητέρα του φίλου της, μια ψυχαναλύτρια ύποπτης επαγγελματικότητας και ένα «φιλικό» περιβάλλον που πολλές φορές παραπέμπει, μέσω λόγων, έργων και συμπεριφοράς, σε στοιχεία που συναντά κανείς σε νουάρ μυθιστορήματα.
Γενικά, όλο το βιβλίο είναι ένας αδιάκοπος εσωτερικός μονόλογος, στοιχείο που καθιστά το μυθιστόρημα μια διαρκή αναζήτηση ταυτότητας και ανανέωσης θα έλεγε κανείς του εσωτερικού κόσμου, που σε καμία περίπτωση δεν είναι αποκομμένος από τον εξωτερικό. Οι συνεχείς υποθέσεις και οι ιστορίες που πλάθει στο μυαλό της η αφηγήτρια από τη μια χτίζουν μια μονόπλευρη αφήγηση, αλλά, από την άλλη, είναι απολύτως ολοκληρωμένες που το μυθιστόρημα αυτό δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από το χτίσιμο των χαρακτήρων που η Atwood ή η Ogawa μάς έχουν χαρίσει, για να δώσω μόνο δύο παραδείγματα.
Οι λεπτομερείς περιγραφές, τέλος, μπορεί να κουράσουν κάποιους αναγνώστες, ωστόσο η δομή του βιβλίου είναι τέτοια ώστε να φαντάζουν υπαρξιακή ταύτιση του εγώ της ηρωίδας με το εγώ του κόσμου στον οποίο ζει.
Στην ερώτηση το τι (άλλο ή τι τελικά) είναι αυτό το βιβλίο, αβίαστα θα απαντούσα ότι είναι το κομμάτι των νευρώσεων που όλοι μας θέλουμε να αποκρύψουμε, άλλα όλοι αποκαλύπτουμε σε γράμματα με άγνωστο παραλήπτη. Κάπως έτσι γράφτηκε, θέλω να φαντάζομαι, αυτό το βιβλίο. Η διαφορά είναι ότι η Δήμητρα Κολλιάκου έχει παραλήπτη: Το σύγχρονο status μιας κοινωνίας που έχει από τη μια ξεπεράσει τη δήθεν σύγχρονη διανόηση και από την άλλη έχει βαλθεί να αποδείξει ότι ενδιαφέρεται, για παράδειγμα, και για τις κοινωνικές/πολιτικές ανακατατάξεις στη Μέση Ανατολή.
Αλλά ας δούμε πιο συγκεκριμένα κάποια επιπλέον στοιχεία.
Μεταμοντερνισμός. Σε όλο του το μεγαλείο. Εγκιβωτισμοί, in media res για τους σχολαστικούς, αναπολήσεις, πισωγυρίσματα και νευρώσεις και αναζήτηση της ταυτότητας του σύγχρονου homo universalis. Το σήμερα. Όλο το σήμερα που το ίδιο το βιβλίο το προσπερνά. Και το πάει ένα βήμα παραπέρα: Στην αναίρεση. Το βιβλίο είναι μια διαρκής αναίρεση. Αναίρεση των κοινωνισμών, ως πλαισίου ψευδεπίγραφης διαφυγής από το προσωπικό, ως δήθεν ενσωμάτωση στον κοινωνικό ρου μιας ζωής που αποζητά λύτρωση από τα προβλήματα που η ίδια έχει δημιουργήσει. Θεωρίες…
Η ηρωίδα του βιβλίου της Κολλιάκου, όμως, παρουσιάζεται να ζει όλες αυτές τις θεωρητικοποιήσεις. Στο τώρα που είναι όλως σχηματισμένο και οριοθετημένο στο χθες. Το σήμερα της ηρωίδας είναι ο καθρέφτης των εμπειριών της. Λανθάνον κλισέ, το ομολογώ. Εντούτοις, είναι έτσι δοσμένο που μυρίζει φρέσκο αέρα, που δηλώνει την άλλη πλευρά ενός ακόμα πιο κλισέ φεγγαριού. Που ζει κι αυτό στ’ αλήθεια. Με όλη την τρομολαγνεία ή τρομοϋστερία του σύγχρονου κόσμου (η ιστορία εκτυλίσσεται και στην ταραγμένη Ιερουσαλήμ), με τα κέντρα της ζωής και νέων δομών των παγκόσμιων κοινωνιών (Λονδίνο), αλλά και σε μια κοινωνία που προσπαθεί να υψώσει ανάστημα και να ακουστεί (Αθήνα).
Στο βιβλίο υπάρχουν ψήγματα των νέων επιστημονικών ερευνών (εξελικτική βιολογια, -απάνθρωπη- γενετική), νύξεις για τα μαθήματα creative writing ή γίνε-καλός-συγγραφέας-σε-δέκα-μέρες, με αναγωγές ίσως στη σύγχρονη αντίληψη της λογοτεχνίας για τον εαυτό της.
Η Κολλιάκου καθρεφτίζει (μήπως υποκαθιστά;) στα πρόσωπα του περιβάλλοντος (στο αφηγηματικό παρόν) της ηρωίδας με όλα τα πρόσωπα που κατά καιρούς την περιτριγύριζαν και, εμφανώς, τη διαμόρφωσαν.
Ο Γιαΐρ υποκαθιστά τον Ορέστη –τον ξάδερφο της ηρωίδας με τον οποίο ήταν ερωτευμένη στο παρελθόν, η Μάγδα, η μέλλουσα πεθερά της, τη νευρωτική και υπερπροστατευτική μάνα που υπονοείται στο βιβλίο, η θεία της είναι μάλλον πιο καταλυτικός παράγοντας, η Αστάρ, μια ψυχαναλύτρια μάλλον κομπογιαννίτικης υποστάσεως και σίγουρα αμφιβόλου προελεύσεως, μαζί με τον άτεγκτο γενετιστή του τέλους του βιβλίου, καθρεφτίζουν τις υστερίας μιας ολόκληρης κοινωνίας που φοβάται να μιλήσει στον πλησίον του, φοβάται να φωνάξει για να ακουστεί, παρά μόνο ψιθυρίζει κάποια λίγα πραγματάκια για όλα όσα την πονάνε και μόνο για λόγους ευθιξίας ή υποχρέωσης. Αλλά και δειλά κάνει νύξη όχι για τη μοναξιά του ενός αλλά για τη μοναξιά του Ενός ως Μισού που ανήκει σε ένα Άλλο: “Το ονοματεπώνυμό μου κι η διεύθυνσή μας”, λέει στη σελίδα 212.
Η συγγραφέας θεωρητικοποιεί, επίσης, στο βιβλίο της αυτό. Όταν αναφέρεται, στις σελίδες 216-217, στην παρατηρητικότητα του μοναχικού ανθρώπου, δηλώνει περίτρανα ότι ο συγγραφέας δεν έχει χώρα, δεν έχει χώρο, ανήκει στη μνήμη του και στις εμμονές του, όπου αυτές εντάσσονται, εδράζεται κι αυτός. Κάνει, επιπλέον, λόγο -υπαινικτικό πάντα, δεν είναι δασκάλα- για τις σύγχρονες ψυχαναλυτικές θεωρίες αλλά και για τον πατέρα τους, τον Freud.
Ένα από τα ωραιότερα σημεία του βιβλίου βρίσκονται στη σελίδα 216 όταν γράφει πως ο Γιαΐρ “είχε υπόψη του πως ο κρετίνος συνδέεται ετυμολογικά με τη λέξη χριστιανός”. (Από το chrettienne, στα γαλλικά;) Εδώ έρχεται να μιλήσει για τη γλωσσολογία, άλλωστε την έχει σπουδάσει και τώρα τη διδάσκει, σε συνδυασμό και με ένα άλλο σημείο του κειμένου που αναφέρεται στη σύνταξη, την (αν)ορθογραφία και τη σημειολογία ενός γράμματος που η ηρωίδα έλαβε.
Η “Θερμοκρασία Δωματίου” έχει και κάποια αρνητικά στοιχεία, για να αποδώσω τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Η αδιάκοπη αναφορά στις νευρώσεις της πρωταγωνίστριας, όσο κι αν γίνεται με εύσχημο τρόπο, πολλές φορές μοιάζει παράταιρη με το κείμενο. Κουράζει, ίσως, και, κάποιες φορές, η λεπτομερής θεωρητικοποίηση σε διάφορα ζητήματα που έχει ήδη αναφέρει. Όπως προανέφερα, ίσως ο αναγνώστης νιώσει ότι οι λεπτομερείς αναφορές σε περιγραφές του περιβάλλοντα κόσμου αλλά και της μονολογικής έξαρσης της ηρωίδας, οδηγούν την ιστορία σε μονοπάτια που θεωρούνται πισωγύρισμα της σύγχρονης λογοτεχνίας σε λογοτεχνικά ρεύματα των αρχών του αιώνα. Αλλά ο μεταμοντερνισμός έχω την αίσθηση ότι είναι μέσα σ’ όλα ακριβώς το χωνευτήρι όλων των ρευμάτων της λογοτεχνίας που βράζουν στο καζάνι του και το αποτέλεσμα είναι η αδυσώπητη αποκάλυψη των σύγχρονων συνθηκών των ανθρώπων και των κοινωνιών που χτίζουν.
Όλα αυτά η Κολλιάκου τα κομματιάζει και τα επανασυνθέτει τόσο όμορφα που απλώς τελειώνει το βιβλίο και μένεις να κοιτάς τις τελευταίες λέξεις με έκπληξη και θαυμασμό: Στη νέα εξορία (που δε μας επιβλήθηκε, αλλά την επιβάλαμε εμείς στον εαυτό μας) θα βγαίναμε μαζί απ’ τον φαύλο κύκλο, θα κάναμε μαζί τη νέα αρχή.

[διαβάστε επίσης
AnnaBookLover – Βιβλία και Ξερό Ψωμί

Συνέντευξη που μου παραχώρησε ]

χάπι λου – εύη λαμπροπούλου

Το “Χάπι Λου” είναι το πρώτο βιβλίο της Εύης Λαμπροπούλου. Η συγγραφέας είναι μια ξεχωριστή εκπρόσωπος της νέας γενιάς συγγραφέων και μια ιδιαίτερη φωνή των σύγχρονων ελληνίδων λογοτέχνιδων που μιλά γι’ αυτά που ζει ή πρώτα ζει και μετά μιλά.

Το βιβλίο αυτό είναι ένα παζλ, ανολοκλήρωτο θα ένιωθε κανείς, για τη γενιά μας, για τη γενιά αυτών που σήμερα οδεύουν στα τριάντα ή τα έχουν εδώ και πολύ λίγα χρόνια προσπεράσει. Είναι ένα μυθιστόρημα που δε φοβάται να πει την αλήθεια των σκέψεων αλλά πάνω απ’ όλα των δράσεων που οι νέοι της εποχής μας τολμούν ή εξαναγκάζονται να τολμήσουν.
Η Λου, η Σέβη, ο Λες, ο Σων, ο Ευτύχης (που μόνο ως καθρέφτης και ίσως το alter ego της συγγραφέως εμφανίζεται), ο Μάνος-φάντασμα, ο Σάκης και τόσοι άλλοι που παρελαύνουν από το μυθιστόρημα αυτό, είναι κομμάτια, υπερβολικά πολλές φορές, μιας γενιάς που φωνάζει μπροστά στο παρελθόν (λέγε με γονέα) και που τρέμει μπροστά στο μέλλον (λέγε με εαυτό).
Η Λου. Μια νευρωτική, μόνιμα άυπνη, διαρκώς χαπακωμένη και ασέξουαλ ηρωίδα που τα έχει βάλει με όλους και με όλα, επειδή ακριβώς βαρέθηκε να τα βάζει με τον εαυτό της. Σπουδάζει, τσακώνεται με τη μαμά της, αποδομεί τα όποια χαρακτηριστικά προσπαθούν οι “μεγάλοι” να της κληρονομήσουν, γνωρίζει αγόρια συνεχώς και πάντα έχει ένα ερωτικό απωθημένο: το Μάνο, με τον οποίο μιλά, πια, μόνο στο τηλέφωνο. Η Λου παίζει ηλεκτρονικά παιχνίδια, ακούει σχεδόν ηδονικά μουσική, βαριέται και δουλεύει από ‘δω κι από ΄κει. Μαζί με τον Ευτύχη τον μόνο, τελικά, κολλητό της (αφού η Σέβη, το αντίπαλον δέος, της κρύβει πράγματα που η Λου δεν ανέχεται) βρίσκουν δουλειά ως Γυμνά Μοντέλα σε ένα κολέγιο τεχνών, ως Παραπλανητές Θυμάτων ή Μαρτύρων στη Βρετανική Αστυνομία ή ως εκφωνήτρια, μόνη τελικά, η Λου στο ραδιόφωνο.
Η Σέβη. Η κοπέλα τα-έχω-βρει-με-τον-εαυτό-μου-και-με-όλους-τους-άντρες-του-κόσμου. Μορφωμένη, συγκροτημένη και βαθιά μοναχική! Δεν μπορεί στιγμή χωρίς αγόρι, χωρίς κάποιον, τελικά, να τροφοδοτεί το ήδη αναίτια υπερτροφικό εγώ της. Διαθέτει μια ζηλευτή σιλουέτα, την οποία και διατηρεί με Πρόζακ και βουλιμία. Παντρεύεται, τελικά, τον Σων, έναν βρετανό, μέχρι το μεδούλι, που καταφέρνει να απεκδυθεί το δημοσιοϋπαλληλίκι και να γίνει αστέρας της μουσικής σκηνής της Γηραιάς Αλβιόνος και όχι μόνο.
Οι υπόλοιποι χαρακτήρες είναι b-ήρωες που εξυπηρετούν την πλοκή του μυθιστορήματος της Λαμπροπούλου και που πολλές φορές λειτουργούν ως φερέφωνα της συγγραφέως για να πει σώνει και καλά αυτά που θέλει να πει.
Η φρέσκια και χωρίς καθωσπρεπισμούς γλώσσα, χωρίς εντούτοις την ενοχλητικά υπερβολική χρήση τής αργκό, η αμεσότητα του λόγου, οι υστερίες τής γενιάς μας, η πολλή φλυαρία, η ερωτική επαφή, η επαγγελματική αποκατάσταση, η καυστικότητα και, τέλος, η πολυπολιτισμικότητα του βιβλίου, συνοψίζουν το περιεχόμενό του.
Το background του βιβλίου τώρα:
Η ταράτσα με την υπαίθρια τουαλέτα που ο καθένας μπορεί, χωρίς κανένα κόστος, να χρησιμοποιήσει ως τέτοια ή ως τόπο στοχασμού! Η ταράτσα ανήκει σε όλους. Είναι ένα μεταμοντέρνο κοινόβιο που ο καθένας μένει εκεί κατά βούλησιν.
Το Λονδίνο. Η εμμονή πολλών νέων συγγραφέων. Δικαίως. Χωνευτήρι λαών και πρωτεύουσα του παγκόσμιου χωριού. Το μέρος που μπορείς να χαθείς, να παραμείνεις άγνωστος και να ζήσεις τις ξεχασμένες αλήθειες του εαυτού σου… Άλλωστε, ως ξένοι σε μια χώρα δεν είμαστε πιο αληθινοί (έστω και για λόγους επιβίωσης);
Η Θεσσαλονίκη. Το άκρο αντίθετο της βρετανικής πρωτεύουσας. Μια πόλη που γεννά έρωτες, ελευθερία αλλά μέχρις ενός σημείου. Περιοριστική και μόνιμα γκρινιάρα. Πανέμορφη και διαρκώς αληθινή. Υπάρχει πολλή αλήθεια στο βιβλίο αυτό της Λαμπροπούλου.
Και φυσικά η μουσική. Το βιβλίο είναι ένα διαρκές soundtrack, ένα juke-box που δε παίζει ακατάπαυστα τραγούδια από το παρελθόν αλλά κυρίως το παρόν. Η ποπ, η εναλλακτική ροκ σκηνή, η brit-pop των ημερών μας κατακλύζει το σύμπαν του βιβλίου και που σε κάνει να θες να τραγουδάς.
Η Εύη Λαμπροπούλου δε φοβάται τον αυτοσαρκασμό. Αντιθέτως, τον συντηρεί με γενναιοδωρία. Ειρωνεύεται, μιλά για τις υστερίες και τις καταχρήσεις της γενιάς της (μας), καταρρακώνει τα όποια απομεινάρια των οικογενειακών στιγμών και ζει για τον εαυτό της και τους φίλους της. Υπαινίσσεται ότι οι διαφορές μεταξύ μας είναι εγκεφαλικές και προκατασκευασμένες από…πού άραγε;
Εδώ ξεκινούν τα προβλήματα.
Η Εύη Λαμπροπούλου προσπαθεί να μεταλαμπαδεύσει τις αξίες της generation x που ενδεχομένως έζησε στην Αγγλία, τοποθετώντας τες σε ελληνικά στόματα και συνήθειες. Εδώ χωλαίνει το κείμενο και αφήνει μια αμηχανία, νομίζοντας πολλές φορές ότι ανερυθρίαστα παίζει με τον αναγνώστη, κάτι που δε νομίζω ότι κρύβει ή αποφεύγει. Νιώθεις, διαβάζοντας κάποια σημεία του κεφαλαίου, ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι στη γενιά μας, όσο κι αν φιλότιμα προσπαθεί να αποδείξει το αντίθετο η συγγραφέας.
Στα αρνητικά του μυθιστορήματος αυτού εντάσσεται και η αίσθηση ότι στις τελευταίες ογδόντα (80) περίπου σελίδες μπορείς κάλλιστα να θεωρήσεις ότι το βιβλίο φτάνει στο τέλος του ή, τελοσπάντων, μπορείς να πιστέψεις ότι και “τώρα” θα μπορούσε να μπει η τελευταία τελεία. Μια αμήχανη προσπάθεια της συγγραφέως υπάρχει στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα, για να οδηγηθεί…κάπου, να βάλει ένα τέλος.
Και τέλος, τα πανταχού παρόντα ορθογραφικά/τυπογραφικά λάθη του κειμένου είναι το στοιχείο αυτό που στιγματίζει το προσεγμένο εξώφυλλο, την αισθητική του βιβλίου αλλά και την ίδια την έκδοση.
Λόγος για το τέλος: Η Λαμπροπούλου ό,τι έχει να πει, ό,τι -πάνω απ’ όλα- σκέφτεται, το λέει. Και δεν έχει καμία αμφιβολία για την ορθότητά του.
Εσείς;[Η Εύη Λαμπροπούλου γεννήθηκε στην Καβάλα και, όπως λέει η ίδια, σπούδασε “άλλα άντ’ άλλων”. Γράφει διηγήματα, κόμικς και ποιήματα. Έχει εκδώσει δύο μυθιστορήματα: Το Χάπι Λου (Κέδρος) και το Σχεδόν Σούπερ (Κέδρος)]

η ΑΝΑΓΚΗ και ΕΜΕΙΣ (ο μονόλογος ενός γελοίου)

Κι ούτε φωνή δε μου ‘μεινε.
Ούτε μια λεξούλα δεν τολμά να βγει απ’ τα χείλη μου. Φοβάται μήπως και εξατμιστεί στο χώρο. Από το χώρο. Δεν ξέρω. Κι αν μάθω, δε θα ξέρω και τόσο καλά. Αν βέβαια δε μάθω μόνος μου. Γιατί, αν μάθω μόνος μου, θα ξέρω. Αν μου πουν ή αν μου δείξουν, δε θα ξέρω καλά. Αλλά τουλάχιστον φοβάμαι καλά γιατί φοβάμαι από μόνος μου, αφού τίποτα άλλο δε με φοβίζει. Δε μου προκαλεί φόβο.
Καμμιά φορά μάλιστα είμαι ευτυχισμένος που φοβάμαι, γιατί είναι από τα ελάχιστα πράγματα που μπορώ να κάνω μόνος μου. Όταν λέω μόνος μου, δεν εννοώ να είμαι μόνος κι έρημος σαν την καλαμιά στον κάμπο. Εννοώ να τα καταφέρνω ακόμα συν τη παρουσία άλλων. Γιατί, αν είσαι μόνος σου σαν την καλαμιά που σας έλεγα, όλα μόνος σου θα τα κάνεις και σιγά την κατάκτηση. Η ανάγκη, όταν γίνεται φιλοτιμία, είναι ανοησία. Αναγκαστικά πάλι φιλοτιμείσαι και πάλι στην ανάγκη επιστρέφεις. Προσπαθώ να μην έχω πολλές ανάγκες, αλλά κι αυτό καταντά ανάγκη.
Άρα έχω μία ανάγκη, να μην έχω ανάγκες. Στην ανάγκη (είδατε; δε γλυτώνουμε από ανάγκες) θα προσποιηθώ ότι βρήκα την άκρη και τέλειωσε η υπόθεση. Δεν με απασχολούν τέτοιες ερωτήσεις και καταστάσεις. Καθόλου. Έχω άλλες ανάγκες (να τα πάλι!) να καλύψω. Και να ανακαλύψω. Και να αποκαλύψω. Και να επικαλύψω αν χρειαστεί, όπως έκανα μόλις πριν. Το καταλάβατε; Είναι λίγο δύσκολο να με καταλάβετε; Δεν είναι ανάγκη να καταλαβαινόμαστε πάντα. Δεν το ‘χετε ανάγκη.
Τι ωραία! Μόλις σας απάλλαξα από μία ανάγκη. Δεν αισθάνεστε καλύτερα; Χαίρομαι ιδιαίτερα που σας απαλλάσσω από μία ανάγκη, την οποία πιθανώς δεν διαθέτατε ποτέ, αλλά -όπως και να ‘χει- δεν είναι ανάγκη να την αποκτήσετε. Όλη αυτήν την ώρα που σας μιλώ, ή που λέω και λέω και λέω, γιατί για να σας μιλώ προϋποθέτει να με ακούτε -πράγμα πολύ αμφίβολο. Εδώ χρειάζομαι λίγο την προσοχή σας και τη μνήμη σας και την συνδυαστική σας ικανότητα. Αλλά δεν είναι ανάγκη να το κάνετε. Όποιος ή όποια θέλει. Λοιπόν εκ του αποτελέσματος συμβαίνει το εξής αναπάντεχο: αναιρείται αυτό που είπα στην αρχή: Κι ούτε φωνή δε μου ‘μεινε. Ούτε μια λεξούλα δεν τολμά να βγει από τα χείλη μου. Φοβάται μήπως και εξατμιστεί στο χώρο. Από το χώρο. Θυμάστε; Εν πάση περιπτώσει, νομίζω ότι κατάφερα και κάτι ακόμα: έμαθα και ξέρω καλά γιατί έμαθα μόνος ανάμεσα σε πολλούς.
Σας ευχαριστώ που είστε πολλοί. Δεν ήταν ανάγκη.
Καληνύχτα σας.