μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια πόλη

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια πόλη.
Αυτή η πόλη ήταν γεμάτη λογής κόσμο, όπως και κάθε πόλη άλλωστε.Όλες οι κοινωνικές τάξεις ζούσαν σε διάσπαρτα γκέτο στην πόλη και είχαν κανονίσει τη ζωή τους έτσι, ώστε δύσκολα να εισέρχεται κάποιος που δεν ανήκε σε αυτά.Όταν κάποιος αποφάσιζε να διεισδύσει, ακόμα και με όλα τα εχέγγυα, στο χώρο μιας κοινωνικής τάξης, τότε ο αρχηγός της, όποτε μια τάξη είχε αρχηγό, δηλαδή, όταν αυτός δεν ασχολιόταν με έρωτες και τα σχετικά, τότε λοιπόν του ζητούσαν να τους αποδείξει ότι αξίζει και αυτός το έκανε με νύχια και με δόντια, επειδή το ήθελε. Τη στιγμή που κάποιος αποφάσιζε να αλλάξει χώρο και τάξη, το ήθελε πραγματικά. Όλοι φοβόντουσαν να το κάνουν έστω και για πλάκα, γιατί ήξεραν την επίπονη διαδικασία.
Η διαδικασία είχε ως εξής: ο υποψήφιος προς ένταξη σε άλλο γκέτο έπρεπε να μελετήσει την οργάνωση της μέλλουσας τάξης του και να κάνει μια ανάλυση των δομών και του πιθανού μέλλοντός της. Αυτή ήταν η πρώτη φάση.Το δεύτερο στάδιο είχε να κάνει με την παρουσιάση, ενώπιον του αρχηγού και της αυλής του, των αποτελεσμάτων στα οποία είχε καταλήξει. Η διαδικασία της παρουσίασης θα μπορούσε να διαρκέσει από ένα λεπτό μέχρι δύο μήνες το περισσότερο, ανάλογα με τις υποψηφιότητες και φυσικά τις γνωριμίες. Έχει ακουστεί ότι σε κάποια υποψήφια ποτέ δε δόθηκε η ευκαιρία της εν λόγω παρουσίασης για άγνωστους βεβαίως λόγους. Να σημειωθεί δε ότι καμμία απολύτως σημασία δεν είχε το είδος των πορισμάτων των υποψηφίων. Έπρεπε απλώς να εξυπηρετούν την ποσότητα. Αυτήν που κάθε φορά είχε οριστεί από τον αρχηγό.Η τρίτη φάση, τελευταία και φαρμακερή, ήταν παραδόξως η πιο απλή: τοιχοκολλούνταν τα αποτελέσματα της επιτυχούς έρευνας και ο κόσμος γιόρταζε για τρεις μέρες κάθε νέο μέλος. Το νέο μέλος απαγορευόταν για ανεξήγητους λόγους να είναι παρόν, μιας και έπρεπε να παρίσταται στα μοιρολόγια της τάξης, του γκέτο που τον έχανε.
Αυτό γινόταν για αιώνες. Χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια και κανείς δεν είχε καταφέρει με την πρώτη αυτό που ποθούσε, δηλαδή την άμεση ένταξή του σε μια νέα τάξη, σε ένα νέο γκέτο. Ο νέος υπεραρχηγός της πόλης, αυτός που ήταν κοινά αποδεκτός από όλες τις τάξεις, βλέποντας πού οδηγείται η κατάσταση και ότι πια δε βελτιώνονται τα πράγματα, αποφάσισε μία ωραία πρωία να καλέσει ειδικούς σε τέτοια ζητήματα από τη διπλανή πόλη, η οποία τα τελευταία χρόνια είχε ξεπεράσει το πρόβλημα της διαμάχης και των μετεγγραφών μεταξύ των τάξεων και παρουσιάζε άνθιση.
Οι ειδικοί, μετά από έρευνα και ανάλυση μηνών, μπορεί και χρόνων, δε θυμάμαι καλά κι εγώ, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι σ’ αυτήν την πόλη τίποτε δεν θα αλλάξει παρά μόνο αν πεθάνουν όλοι σε εύθετο χρόνο και εάν κανένας νέος πολίτης δε γεννηθεί σε κανένα γκέτο.
Ο υπεραρχηγός μάζεψε όλους τους πολίτες τους, μέσα σε κλίμα αμήχανο και απαισιόδοξο και έκανε τη μεγάλη δήλωση:
“Όταν το φως γυρίσει την πλάτη του στον κόσμο, τότε η θάλασσα του πάθους σας να γίνετε ένα άλλο, θα πλημμυρίσει την πόλη μας και θα την πνίξει. Ζήτω το σκοτάδι.”
Οι πολίτες έμειναν στη θέση τους, ακριβώς όπως ο καθένας ήταν πριν ακουστεί αυτή η δήλωση. Για χρόνια πολλά. Ούτε κι εγώ ξέρω πόσα.
Αργότερα, στη θέση των ανθρώπων αυτών, έχτισαν τον Παρθενώνα.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s