τα κορίτσια της πλατείας – μαρία γαβαλά

Στο τελευταίο μυθιστόρημα της Μαρίας Γαβαλά, «Τα κορίτσια της πλατείας», έχουμε ένα ταξίδι στις γειτονιές της Αθήνας, όπου ο χρόνος έχει σταματήσει δια παντός, όπου η ζωή δεν εξελίσσεται και απλώς συνεχίζει. Μέσα από τη μικρή ιστορία των ηρώων τού μυθιστορήματος αυτού, ξετυλίγεται ένα κουβάρι, καλά οργανωμένο βέβαια, σύγχρονων ανθρώπων που θέλουν επιτέλους να αλλάξουν ταυτότητα. Να καταστρέψουν την παλιά ζωή χτίζοντας, πάλι σε σαθρά θεμέλια, μια νέα.

Πού οδηγεί όμως αυτό;

Δύο είναι οι κυρίαρχες ηρωίδες του βιβλίου της Γαβαλά: η Λιλή και η Ζοέλ. Η πρώτη μόλις έχει παραιτηθεί από την εργασία της σε μια χαρτογραφική υπηρεσία του δημοσίου (μήνας μπαίνει-μήνας βγαίνει) και, για να ζήσει, διεκδικεί την αμοιβή της από τον εκδότη ενός περιοδικού για ένα άρθρο που έχει δημοσιεύσει προ μηνών και ο οποίος την αποφεύγει επισταμένως. Η δεύτερη, πλανόδια χορεύτρια από τη Μαρτινίκα, με μάλλον μυστήριο παρελθόν που την οδήγησε στο να «αυτοεξοριστεί», προσπαθεί να τα βγάλει πέρα χορεύοντας στο δρόμο, ξαφρίζοντας πορτοφόλια και κάνοντας που και που το «βαποράκι».

Η γνωριμία τους έμελλε να είναι καθοριστική και για τις δύο. Συνεργάζονται στο δρόμο, η μία ζωγραφίζοντας πορτρέτα περαστικών και η άλλη εξακολουθώντας να χορεύει. Ξεκινούν έτσι μια από κοινού ζωή, ένα σύνδεσμο δυνατό, ωστόσο πρόσκαιρο, που φτάνει στο σημείο της σεξουαλικής επαφής.

Από την άλλη, υπάρχουν τρία ακόμα πρόσωπα που θα τα χαρακτήριζε κανείς πρωτοδευτερεύοντα. Ένας κουρασμένος αστυνόμος, ο Μιλτιάδης Τουμπής, που βοηθά κατά παράδοξο και αθέμιτο τρόπο τη Λιλή να πάρει τα χρήματά της πίσω και που έχει βάλει σκοπό της ζωής του να βγει στη σύνταξη και να περνά το χρόνο του χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα. Ένας αστυνόμος, στην κρίση της μέσης ηλικίας, που συνειδητοποιεί αργά ότι έχει πάρει τη ζωή του λάθος.

Στη συνέχεια, ο Δώρος, ο ηχολήπτης σύζυγος της Λιλής, που θα ήθελε να είναι σκηνοθέτης. Ένας χαρακτήρας με την ιδιαίτερη ικανότητα να συλλαμβάνει ανεπαίσθητους ήχους και που προσπαθεί να ξετρυπώσει, την κατάλληλη στιγμή, από πού προέρχεται η κραυγή μιας γυναίκας.

Τέλος, ένας παρανοϊκός δολοφόνος, ο Ασημάκης Μπεκίνος, δραπέτης των φυλακών Κορυδαλλού που σκοτώνει αδιακρίτως όποιον μπαίνει στο διάβα του, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά το να βυσσοδομεί εναντίον σύνολης της κοινωνίας.

Όλοι οι χαρακτήρες βάζουν το λιθαράκι τους στην προσπάθεια σύλληψης του τελευταίου, κάτι που συμβαίνει θεαματικά και απόλυτα κινηματογραφικά, καθόσον το μυθιστόρημα οδεύει προς την ολοκλήρωσή του. Εκεί τίθεται στον αναγνώστη το ερώτημα της αξίας της αλλαγής ταυτότητας των ηρώων, το κατά πόσον τελικά ο διαρκής αγώνας να γίνουμε κάτι άλλο φέρνει το επιθυμητό και εξιδανικευμένο αποτέλεσμα.

Το μυθιστόρημα της Γαβαλά είναι μια κατάθεση δημιουργημένη με κινηματογραφικά υλικά, με εικονολογική δομή και εξέλιξη –η Γαβαλά άλλωστε έχει διακριθεί και ως σκηνοθέτις. Πραγματεύεται τις αγωνίες του σύγχρονου ανθρώπου για να γίνει αυτό που δεν είναι, για να κατακτήσει και να πραγματώσει τα όνειρα που –χάριν της επιβίωσης και μόνο- κατέπνιξε στο πέρασμα των χρόνων.

Παντού, σε όλους τους ήρωες των «Κοριτσιών της πλατείας» ο αναγνώστης διαπιστώνει την αποτυχία, τις λανθασμένες επιλογές, την καταπίεση –ενδογενή και εξωγενή συνάμα- που νιώθουν. Μαζί με όλα αυτά, υπάρχει παράλληλα και ο συνεχής αγώνας, χωρίς έρεισμα στο πραγματικό, των ίδιων ηρώων να μεταβάλουν τις ζωές τους και να μπουν επιτέλους στον προσωπικό τους παράδεισο.

Στο background υπάρχει η προολυμπιακή Αθήνα. Εδώ εντόπισα ότι το μυθιστόρημα χωλαίνει. Η επιλογή των «ου-τόπων» της πρωτεύουσας, η περιγραφή σημείων της πόλης και η απόδοση των εξελίξεών της κάνουν τον αναγνώστη να μεταφέρεται σε μια Αθήνα που έχει παρέλθει προ πολλού. Διαβάζοντας, είχα την αίσθηση σε πολλά σημεία ότι το μυθιστόρημα αναφέρεται σε παρελθούσες δεκαετίες, σε γεγονότα που δεν αφορούν το παρόν. Σκέφτηκα την ίδια στιγμή βέβαια ότι η συγγραφέας είχε κατά νου να δώσει μια Αθήνα του παραμυθιού και του ονείρου, χωρίς ωστόσο τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Ωστόσο, το μυθιστόρημα της Γαβαλά παραμένει ξεκάθαρα λογοτεχνικό, με όλες τις πασιφανείς κινηματογραφικές της επιρροές: λόγος σαφής και ρέων, δομή σφιχτή χωρίς να πλατειάζει, καλά συγκροτημένοι και ολοκληρωμένοι ήρωες και πάνω απ’ όλα η αφήγηση. Στο κέντρο του μυθιστορήματος υπάρχει η ιστορία. Από εκεί αρχίζουν και εκεί καταλήγουν όλα.

Και κάπου αλλού: στην επιβεβαίωση του αιώνιου κανόνα πως πάντοτε θαυμάζουμε αυτό που δεν έχουμε ή που δεν κάνουμε, και όταν το αποκτήσουμε, θέλουμε κάτι άλλο και αυτός ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται εις το διηνεκές με ένα και μόνο τέλος. Πάντοτε το ίδιο…

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις]

[Η Μαρία Γαβαλά γεννήθηκε στο Κορωπί Αττικής το 1947. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και δούλεψε στην εκπαίδευση. Έχει σκηνοθετήσει διάφορες κινηματογραφικές ταινίες, ανάμεσά τους το «Περί Έρωτος», το «Άρωμα της Βιολέτας» και το «Μαγικό Γυαλί». Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: «Η υπηρέτρια των αγγέλων», «Η κυρία του σπιτιού», «Παραθαλάσσιο θέρετρο το χειμώνα», «Στη δροσιά των κήπων μου», «Ακραία καιρικά φαινόμενα», όλα από τις εκδόσεις Εστία. Επίσης είναι κριτικός κινηματογράφου.]

Advertisements

ριπές – μόνο ριπές – όχι νόημα

Ἀθέριστα ἔμειναν τὰ βότσαλα μιᾶς ἀπυρόβλητης νύχτας

τὸ διάβασα κάποτε σὲ μιὰ φυλλάδα
ὅτι τὸ μυαλὸ δὲν παίζει μὲ τὰ ἀδέσποτα ὅταν ἔχει πανσέληνο
τὸ πίστεψα
φοβήθηκα νὰ δῶ τὴ μοναξιὰ ἀλλιῶς

[διάβαζα καὶ ξαναδιάβαζα τὰ μάτια τῶν ἀντρῶν στὶς λιγδιασμένες κορνίζες τοῦ νεκροταφείου]
λουλούδια ἡλιοκαμμένα καὶ ἀλλοιωμένα ἀπ’ τὸν ἀέρα
μύριζαν ἕνα γύρω
κάνοντας τὸ χθὲς νὰ λάμπει σὰν ἐκτελεστικὸ ἀπόσπασμα

[ξέρεις πῶς λάμπουν αὐτά;]——————————————————


ἀναδρομὲς σὲ μιὰ πανσέληνο
ποὺ τὴν περπάτησα
τραβώντας ἀπ’ τὰ μαλλιὰ μιὰ στέρφα γῆ
——————————————————

κι οἱ πολεμιστὲς σὲ μιὰ μετριότητα κι αὐτοὶ



ο βαθμός δυσκολίας – κωνσταντίνος δ. τζαμιώτης

«Ποτέ μην ζητάς να μάθεις μια ιστορία που δεν θα ήθελες να ξέρεις»

Ο Ιωσήφ Πετράνος, ένας συγγραφέας σε δεινή πια θέση, αποτελεί τον αφηγητή του μυθιστορήματος του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη. Το βιβλίο αυτό, ένα κείμενο της μεταμοντέρνας κουλτούρας που έχει αγκαλιάσει πολλούς συγγραφείς της σύγχρονης λογοτεχνίας, αποτελεί την ιστορία του Ρέμου, ενός ιδιοφυούς, σχιζοειδούς και εκκεντρικού ζωγράφου που, μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος που ενυπάρχει στο μυθιστόρημα του Τζαμιώτη (χαρακτηριστικό μεταμοντερνιστικό στοιχείο), μαθαίνουμε τον βίο και την πολιτεία του.

Ξεκινώ λίγο παράδοξα. Ο αναγνώστης πρέπει να περιμένει διαβάζοντας αυτό το μυθιστόρημα, όχι να βρει την αφήγηση σε πρώτο πλάνο και στο προσκήνιο του συγγραφέα, αλλά την εμβάθυνση και την ανάλυση όλων εκείνων των θεμάτων που ο Τζαμιώτης έχει επιλέξει. Ποια είναι αυτά; Με αφορμή την τέχνη σε όλο της το μεγαλείο, ο αναγνώστης οδηγείται στην αναζήτηση και τον εντοπισμό στη συνέχεια, της γνώσης του κόσμου όπως υπάρχει αυτός σήμερα.

Τι εννοούμε με αυτό; Παρατηρείται μια σύγχυση αξιών, ηθών και επιλογών, μια αυταρέσκεια της μετριότητας, μια θεοποίηση του γελοίου. Ο Τζαμιώτης, με ακραίο και καυστικό τρόπο, βάζει τον ήρωά του, τον Ρέμο, να επαναστατεί εναντίον όλων αυτών επιλέγοντας ωστόσο ένα επηρεασμένο από αυτήν την κατάπτωση και τη περιπλοκή κομμάτι. Την τέχνη.

Ο Ρέμος, μεγαλωμένος σε ένα μεγαλοαστικό περιβάλλον που του προσέφερε τα πάντα, ασκώντας επιρροή σε εαυτόν και αλλήλους, περιγράφεται ως η εξανιστάμενη συνείδηση του καλού του κόσμου αυτού, που εντούτοις χαρακτηρίζεται ως σχιζοφρένεια οδηγημένη στα άκρα. Μέσα από το βιβλίο που έχει παραδοθεί στον Ιωσήφ Πετράνο από έναν συνδαιτυμόνα του σε μια χαρτοπαικτική βεγγέρα, ο Τζαμιώτης αφηγείται την ιστορία του Ρέμου με μοναδικό, κατά τα φαινόμενα, σκοπό να δικαιολογήσει τις αποτρόπαιες πράξεις στις οποίες τελικά προέβη ο καλλιτέχνης. Οι πράξεις αυτές είναι έτσι δοσμένες που ο αναγνώστης δεν μπορεί να βρει άδικο στον «εγκληματία», αλλά και αυτό είναι ένα παιχνίδι του συγγραφέα. Παίζοντας στην κυριολεξία με το καλό και το κακό, με την παράνοια και την ισορροπία, ο Τζαμιώτης μάς χαρίζει ωμά την άποψη (μπορεί και δική του) ότι το να τα βάλεις με την τάξη των πραγμάτων δεν είναι παρά μια «ανοησία».

Ο Ρέμος τα έβαλε με το καθεστώς, της τέχνης κατ’ αρχήν, και της κοινωνίας ολόκληρης αναγωγικά, νομίζοντας ότι καταστρέφοντας μεγάλα έργα που θεωρούνται αιώνια και αμετάκλητα στη συνείδηση του κόσμου, θα φέρει τα πάνω-κάτω. Καταλήγει, με τρόπο συγκλονιστικό να συνειδητοποιήσει την ματαιότητα και την ματαιοπονία της αντίστασης, αφού πρώτα εγκλωβιστεί σε μια σειρά φαύλων κύκλων: αναζήτηση της ουσίας της ζωής, της τέχνης, των συναισθημάτων, όλης της καθημερινότητας.

Το δυνατότερα σημεία του μυθιστορήματος αυτού τα βρήκα στις ευφυείς αναλύσεις του Ρέμου-Τζαμιώτη των πινάκων και του τρόπου δημιουργίας τους. Η οξύνοια και η γνώση στις καλύτερες στιγμές τους.

Από ’και πέρα τι; Αυτό που σίγουρα στο τέλος δε θα μείνει στον αναγνώστη είναι η εξέλιξη και η αμφιλεγόμενη αποκορύφωση του μυθιστορήματος. Ακολουθώντας μια γραμμική, χωρίς ιδιαίτερες εξάρσεις, αφήγηση (ίσως «ανάλυση» είναι ο σωστός όρος), ο συγγραφέας τού «Βαθμού δυσκολίας», παραδίδει ένα δύσκολα προσπελάσιμο ακαδημαϊκό μυθιστόρημα (campus novel). Μία ακαδημαϊκή περιπλάνηση στη γνώση, την εφαρμογή της και –γιατί όχι- την πλήρη ανατροπή και αντικατάστασή της, όπου ο συγγραφέας αποτελεί ενσάρκωση των ηρώων του. Στα χνάρια του διασημότερου εκπροσώπου του campus novel, Μάλκολμ Μπράντμπερυ (π.χ. «Τιμές Συναλλάγματος», Πόλις 2004, μετ. Χριστίνα Ντόκου).

Συνεπώς, ο «Βαθμός δυσκολίας» είναι ένα μυθιστόρημα που μπορεί να φαντάζει απροσπέλαστο στον ανυποψίαστο αναγνώστη –κυρίως λόγω της συσσωρευμένης «επίθεσης» πληροφοριών αλλά και της αφήγησης που δεν αποτελεί προτεραιότητα σε καμία περίπτωση, ωστόσο κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί τη γνώση και την οξύνοια του συγγραφέα του.[κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ίνδικτος][Ο Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης γεννήθηκε στη Λάρισα το 1970 και σήμερα ζει στην Αθήνα. Σπούδασε κινηματογράφο. Εργάστηκε στην τηλεόραση, τη διαφήμιση και τον κινηματογράφο. Συνεργάστηκε ως αρθρογράφος με εφημερίδες και πειοδικά. Μέχρι πρότινος διηύθυνε την πολιτιστική έκδοση Highlights. Βιβλία του: «Η συνάντηση» (νουβέλα, Ίνδικτος 2002, στα ιταλικά από τις εκδόσεις Effigie 2004), «Βαθύ Πηγάδι» (Ίνδικτος 2003) και «Παραβολή» (νουβέλα, Καστανιώτης 2006). Το πρώτο του θεατρικό έργο “Ουδέτερη ζώνη” απέσπασε το Γ’ Κρατικό Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου θεατρικού συγγραφέα.]

"ΕΓΩ ΜΟΝΟ ΤΟΥΣ grateful dead ΞΕΡΩ" ή ΟΙ ΕΝΤΙΜΟΤΑΤΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΗς

Η βροχή δεν άφηνε πολλά περιθώρια, έτσι έδειχνε. Ήταν όμως μια μελωδική ηχώ που άκουγα να έρχεται απ’ τη βεράντα. Λες και έξω απ’ το δωμάτιό μου υπήρχε μόνο η βεράντα. Προσπάθησα να ξυπνήσω και να σηκωθώ το συντομότερο απ’ το κρεβάτι, από έναν ύπνο και πάλι κακό. Ανοίγοντας τα πατζούρια συνειδητοποίησα ότι υπάρχει κόσμος και πέρα από τη βεράντα μου. Η απέναντι πολυκατοικία έχασκε βρεγμένη και λιπαρή, θαρρείς, με όλα της τα πατζούρια ήδη ανοιχτά. Μα, καλά, τι ώρα ξυπνά ο κόσμος, αναρωτήθηκα και πήγα κατευθείαν στην κουζίνα. Αν κανείς μπορεί να ονομάσει αυτό το δωμάτιο “κουζίνα”, αφού μόλις έβαλα ένα θαυματουργό τηγάνι φερμένο απ’ την Κίνα, λίγο μεγαλύτερο απ’ τα συνηθισμένα, μετετράπη πάραυτα η κουζίνα σε διάδρομο που έχει την τύχη -ή την ατυχία- να φιλοξενεί κουζινικά.
Έβαλα τον καφέ να ετοιμάζεται και πήγα προς νερού μου. Καθώς ήμουν στην τουαλέτα, άκουγα εκείνον τον περίεργο θόρυβο της μηχανής του καφέ, να στάζει σιγά-σιγά το μαύρο υγρό και να απλώνει τη μυρωδιά, τη γνώριμη –του μαύρου δυνατού, σε όλο το σπίτι. Είναι μικρό και κρατά εύκολα τις μυρωδιές. Μέχρι να γίνει ο καφές και αφού κάλυψα τις πάγιες και διαρκείς βιολογικές μου ανάγκες, άνοιξα τον υπολογιστή και περίμενα. Μέχρι να “φορτώσει” τα απαραίτητα ο υπολογιστής, ο καφές ήταν ήδη έτοιμος και καυτός. Έβαλα λίγη ζάχαρη, λιγότερη από χθες, πρόσθεσα λίγες στάλες γάλα εβαπορέ και κάθισα αναπαυτικά μπροστά στον υπολογιστή συνδεόμενος στο ίντερνετ. Είχα δύο emails, κατά διαβολική τύχη πανομοιότυπα. Δύο φίλες κοιμόντουσαν ακριβώς τις ίδιες ώρες. Δεκατρείς! Και οι δύο είχαν πέσει για μεσημεριανή σιέστα και ξύπνησαν την άλλη μέρα το πρωί! Ήθελα να σπάσω την οθόνη! Προς στιγμήν αναρωτήθηκα αν με δουλεύουν και οι δύο, αλλά ακριβώς μετά σκέφτηκα ότι δε γνωρίζονται. Ούτε φατσικά. Καλά, η μία μπορεί κάπως να ξέρει την άλλη, αλλά η δεύτερη; 

Το προσπέρασα στρίβοντας ένα τσιγάρο και πίνοντας μια βαθιά γουλιά καφέ που προφανώς μου έκαψε τη γλώσσα και μου τσάκισε το φάρυγγα. Άναψα το τσιγάρο, μετά από μια βαριά κουβέντα που ξεστόμισα, και άρχισα να περιηγούμαι στα διαδικτυακά λημέρια, με την ελπίδα ότι γίνεται κάτι σημαντικό κάπου στον κόσμο και που θα το μάθω πρώτος. Φρούδες οι ελπίδες μου όπως και αυτές του κόσμου. Λίγη ώρα μετά, τηλεφώνησα σε μία από τις δύο φίλες μου προσπαθώντας και οι δύο να συνεννοηθούμε, αφού από τα γέλια η επικοινωνία μας κατέστη αδύνατος! Κανονίσαμε πολλά για την υπόλοιπη μέρα. Φαγητό (που τελικά την άφησα να πάει μόνη, αφού ανέλαβα χρέη οικιακού βοηθού για ένα φίλο που έπεσε απ’ το μηχανάκι και γύρισε τον καρπό του –κακός ο συνδυασμός λαδιών και βροχής- μέχρι να γυρίσει η φίλη του), καφέ (με μια φίλη της συγγραφέα απ’ τη Θεσσαλονίκη), σινεμά (που τελικά λόγω βροχής δεν πήγαμε –όχι, δεν ήταν θερινό, εμείς δεν μπορούσαμε να κυκλοφορήσουμε λόγω κατακλυσμού). Περάσαμε αρκετές ώρες στο σπίτι της φίλης μου, τελικά. Ήπιαμε κονιάκ και καφέ, ξεχωριστά το καθένα, και καπνίσαμε αρκετά τσιγάρα συζητώντας λίγο-λίγο για όλα και για τίποτα. 

Η βροχή μαινόταν όμορφη απ’ έξω. Και πάλι, στο σπίτι της φίλης μου (ένα ρετιρέ σε μια κεντρικότατη πλατεία της πόλης, γεμάτο βιβλία, πανέμορφους πίνακες της ποπ-αρτ, κάτι να θυμίζει νεοϋορκέζικο λοφτ με στοιχεία road movie, δώρα φίλων, ένα juke-box και πεντακάθαρο σε σημείο παραφοράς) είχα την αίσθηση ότι δεν υπάρχει κόσμος πέρα απ’ τη βεράντα. Όσο φετιχιστικό και αγοραφοβικό κι αν ακούγεται, έτσι αισθανόμουν. Υπό τους ήχους μουσικής παράξενης και σιγανής και υπό την παρουσία ενός φίλου της κινηματογραφιστή (που τρέχει από γάμο σε βάφτιση και από κηδεία σε καταδύσεις μπας και βρει καμιά γκόμενα της προκοπής –και όλα αυτά φορώντας ριγέ πουκάμισο, καπνίζοντας πούρο και οδηγώντας μηχανή φαντάζομαι με αισθαντικότητα και μπρίο), αφήσαμε την μπόρα να κοπάσει και την ώρα να περάσει. Συνέβησαν και τα δύο το ίδιο αργά και υπέροχα. 

Πήραμε τον ομματιών μας και βγήκαμε στην πόλη. Ο καφές με τη φίλη της τη συγγραφέα ήταν κι αυτός στον ίδιο χαβά: ψιλή κουβέντα, τσιγάρα, τηλεφωνήματα στο ενδιάμεσο και τα σχετικά. Το καφέ, ένας μικρός, μακρόστενος χώρος, σε κόκκινες αποχρώσεις, με ενδιαφέρουσα σ’ ένα πρώτο επίπεδο πελατεία και με τη βροχή να μας θυμίζει την τύχη μας να είμαστε εκεί. Όλα καλά, μέχρι που έσκασε το νέο της επόμενης στάσης μας. Μας περίμεναν κάποιοι φίλοι της φίλης μου στο σπίτι τους για μπύρες και μουσική υπό το άγρυπνο βλέμμα τριάντα χιλιάδων δίσκων, βγαλμένων από το χρονοντούλαπο του κελαριού της ροκ ιστορίας.
Αρχικά ακούστηκε ενδιαφέρουσα η πρόταση και οι τρεις μας ξεκινήσαμε το δρόμο του πηγεμού στο εν λόγω δισκόσπιτο. Φτάνοντας, η μυρωδιά του τσιγάρου και της σκόνης μάς υποδέχτηκε μετά βαΐων και κλάδων. Και σαν να μην έφτανε αυτό, αυτοί που μας περίμεναν, ήταν κάτι τύποι βγαλμένοι απ’ την ταινία των Doors, μόνο που οι δικές τους πόρτες παρέμεναν ερμητικά κλειστές, πρώτον για να μη φύγει η καπνίλα και δεύτερον για να μη χαλάσει η μαγιά του πολιτισμού που είχε εδώ και τριάντα χρόνια παρέλθει… Ήταν η στιγμή που αισθάνθηκα, ευχήθηκα και προσευχήθηκα να υπάρχει κόσμος έξω απ’ τη βεράντα αυτού του σπιτιού. Οι συζητήσεις, συνοδεία μουσικής άγνωστης για μένα και για τη φίλη της φίλης που προσπαθούσε να πνίξει την πλήξη της στο τσιγάρο και σε μια λιβανισμένη μπύρα –από κοντά κι εγώ με ουίσκι νερωμένο κατά παραγγελία, γυρόφερναν στις συναυλίες των Αθηνών, της Αυστραλίας και τις αναφορές σε μουσικές και μουσικούς που απλώς μου ακούγονταν κινέζικα. Μόνο τους Grateful Dead ήξερα και κανείς δε μίλησε γι’ αυτούς, αφού ξόρκισαν το κακό κρεμώντας μια αφίσα δίπλα στις πρώτες δέκα χιλιάδες δίσκων του σπιτιού. Γύρω από ένα μικρό τραπέζι, που άλλοι θα το είχαν για να βάζουν το τηλέφωνο, προσπαθούσαμε να στριμώξουμε ποτήρια, τασάκια, μπουκάλια, τσιγάρα και φυσικά τη σκόνη. 

Η ώρα κυλούσε αργά και βασανιστικά μέχρι που χτύπησε το κουδούνι. Σκέφτηκα την ίδια στιγμή ότι θα κάνει τώρα την εμφάνισή του κάποιος που δε θα ξέρει από μουσική, αλλά προφανώς έπεσα έξω. Όχι μόνο ήξερε, αλλά μπήκε κατευθείαν στο νόημα της συζήτησης, εναποθέτοντας τις δέκα μπύρες που έφερε μαζί του κάπου σε ένα άδειο σημείο του πατώματος, μεταξύ ποδιών και σκόνης. Ο ίδιος ο κουβαλητής μας, αυτός με τις δέκα μπύρες μπουκάλι και όχι κουτάκι, παραπονιόταν, ευτυχώς για μια στιγμή, ότι δεν είχε λεφτά για μια συναυλία και έτσι την έχασε. 


Εδώ ήρθε η αποκάλυψη της βραδιάς. 


Οι τρεις αυτοί τύποι, αυτοί οι άνθρωποι της ροκ αβύσσου, οι αντιπρόσωποι της ροκ κουλτούρας που χάνεται, νομίζεις, στα βάθη του ανθρώπινου νου, αυτά τα στοιχειά της μοναξιάς και της αχόρταγης απόλαυσης της μουσικής, οι εραστές της διαγραφής του παρόντος και της αποποίησης του παρελθόντος, αυτοί οι αδυσώπητοι μάρτυρες της άκρατης μυστικότητας και της χρήσης ψευδωνύμων, οι εκπρόσωποι ενός θεού που καπνίζει αρειμάνια φτηνά τσιγάρα, οι ακάθαρτοι φελλόποδες των χωρισμών και της συνήθειας, επιλέγουν σχεδόν αυστηρά προτεσταντικά να ζήσουν αλώβητοι και άφωνοι το έρμα της σκληροπυρηνικής οργάνωσης που καταναλώνει μπύρες χωρίς αναπαμό, καπνίζει ασταμάτητα, αφήνει απλήρωτους λογαριασμούς και κάποιους άλλους ανοιχτούς, που έμαθε αγγλικά απ’ τα τραγούδια και φυσικά τελετουργικά ακούει μουσική από σι-ντι που «πηδάνε» (τα μόνα) στις μηχανές αναπαραγωγής, απ’ το να βγουν στο έξω κόσμο και να δουν, έστω και για μια στιγμή, τους θρύλους τους να ενσαρκώνονται μπροστά τους.
Αυτοί οι ενδεδυμένοι παντελόνια χιλιοφορεμένα, με μαλλιά άκοπα και ατίθασα από θέση αρχής, αυτοί οι μόνοι κι έρημοι ιερωμένοι θεματοφύλακες της σκόνης και της καπνίλας, έμειναν, για πάντα θαρρείς, στο ίδιο σημείο, αφού εμείς κλείσαμε πίσω μας την πόρτα και με ενοχή και μια διάθεση ειρωνείας, προς εαυτούς και αλλήλους, βγήκαμε στη βροχή και ανασάναμε λίγο απ’ το σήμερα… ένα σήμερα που γι’ αυτούς πέρασε σαν να ’ναι χθες, το χθες του χθες… in eternam… 

Καλή σας ημέρα.

 

ανορθόγραφη σιωπή γραμμένη

Φυλακή
ανορθόγραφη σιωπή γραμμένη στο σαρκίο
μιας ταλαιπωρημένης αποστροφής
(δεν πρόφτασα να σε κοιτάξω στα μάτια)
-κι ένας αλλοτριωμένος φόβος πηγαινοέρχεται το βράδυ-
Φορώ τα καλά μου και βγαίνω
συναντώ δυο πέτρινες αγάπες
και περπατώ μαζί τους
(πού ήσουν τόσα μερόνυχτα κρυμμένη;)
καθώς το χρέος μου προς το παρόν το έκανα κλειδιά και βράχο
Κανείς ένα γύρω
μόνο μιας αθάνατης φωταγωγίας το παιδί -κουρνιαχτός
να κλαίει και να σπαράζει
χωρίς νερό και καθρέφτη πώς να σωθεί το σύμπαν;
-πιάστηκα ο τρελλός στο γείσο του χειμώνα-

Και μετά η αγχόνη
λαιμητόμος και φτυσιές ό,τι απέμεινε
πιο ‘κει κάτι ανάσες να θρηνούν
και κάτι δάκρυα να στάζουνε ιδρώτα

ξέρεις τι όμορφα που είναι τα δάκρυα όταν ιδρώνουν;

**********************

η πρώτη φωτογραφία από εδώη δεύτερη από εδώ

φανταστικό μουσείο – χρήστος χρυσόπουλος

Το «Φανταστικό Μουσείο» του Χρήστου Χρυσόπουλου φαντάζει, από την πρώτη επαφή που έχει κανείς μαζί του, ως ένας φόρος τιμής του συγγραφέα προς τους λογοτέχνες που τον έχουν καθορίσει ως συγγραφική περσόνα. Ένα κείμενο εμφανώς επηρεασμένο από το «Musée Imaginaire» του Αντρέ Μαλρώ (στα ελληνικά: Το Φανταστικό Μουσείο, Πλέθρον 2007, μετ. Ν. Ηλιάδης) όπου ο αμφιλεγόμενος και διαρκώς αυτοαναιρούμενος Γάλλος συγγραφέας προσπαθεί να διερευνήσει την εικαστική αντίληψη όπως αυτή διαμορφώνεται με το πέρασμα των αιώνων.

Έτσι και ο Χρυσόπουλος. Με τα πεζογραφήματα αυτά προσπαθεί να διερευνήσει διάφορες συγγραφικές «φωνές» με μία και μόνη κοινή συνισταμένη: την ανάγκη τους για δημιουργία όπως αυτή εμφανίζεται διαμέσου των αιώνων. Ως μέσον χρησιμοποιούνται εδώ οι συγγραφείς.
Το βιβλίο αυτό κατηγοριοποιείται στα πεζογραφήματα, μιας και δεν αποτελεί μυθιστόρημα αλλά ούτε και αφήγημα ή διήγημα. Αυτό έχει κυρίως να κάνει με την απόφαση του συγγραφέα να μπλέξει το δικό του λόγο με αποσπάσματα βιβλίων, ημερολογίων, ανέκδοτων κειμένων των «εκθεμάτων» του μουσείου του.
Το μουσείο αυτό αποτελείται από το ίδιο έκθεμα, αλλά με διάφορες ενδιαφέρουσες μορφές που αυτό μπορεί να πάρει. Έτσι, οι αναφερόμενοι συγγραφείς είναι: ο Εμπειρίκος, ο Μπόρχες, ο Πιραντέλο, ο Χαρμς, ο Ροΐδης, ο Έσσε, ο Περέκ, ο Μπεράτης, ο Σουλτς, ο Πεσόα, η Τσβετάγιεβα, ο Απολιναίρ, ο Χώθορν.
Η παρουσίαση καθενός από τους προαναφερθέντες λογοτέχνες δεν ακολουθεί, κατά τη δική μου ανάγνωση, χρονική, πόσω μάλλον ιδεολογική/αφηγηματική μανιέρα. Την τοποθέτηση των συγγραφέων στη σειρά με την οποία εμφανίζονται στο βιβλίο, προτιμώ να τη δω ως σειρά συναισθηματικής προτεραιότητας για τον Χρυσόπουλο, παρά ως μια ενότητα που οδηγεί σε μια κάποια κορύφωση.
Από την άλλη, δεν μπορώ να παραβλέψω την οξύνοια και την γνωστική ικανότητα του συγγραφέα του «Φανταστικού Μουσείου». Διατρέχοντας τις σελίδες του -που θεωρώ ότι μπορούν να διαβαστούν όπως τα βιβλία αναφοράς: με οποιαδήποτε σειρά- παρατηρεί ο αναγνώστης τον εξαιρετικά δομημένο διάλογο μεταξύ του Χρυσόπουλου και των λογοτεχνών που εκθέτει. Πολλές φορές δεν μπορείς να διακρίνεις πού μιλά ο υπογράφων και πού ο περιγραφόμενος.
Τα πεζογραφήματα αυτά του Χρήστου Χρυσόπουλου διαπνέονται από το αλάνθαστο και μόνιμο ένστικτο του συγγραφέα, του οποιουδήποτε συγγραφέα που έχει αφιερώσει τη ζωή του σε αυτή τη βάσανο, που δεν είναι άλλο παρά η διαρκής τάση για δημιουργία, χωρίς προαπαιτούμενα και δίχως την ανάγκη παρουσίας μιας συγκεκριμένης ιστορίας. Άλλωστε, σε κάποια σημεία του βιβλίου φαίνεται ξεκάθαρα η ανάγκη για να βρεθεί η έμπνευση, να φανεί κάπου το φως στην άκρη του τούνελ, που κάποιες στιγμές έχει βασανίσει όλους τους λογοτέχνες.
Άλλοτε με χιούμορ, άλλοτε με απελπισία, μερικές φορές με ζωντάνια κι άλλες με ευαισθησία ή και κυνισμό, ο Χρυσόπουλος αναδεικνύει το φανταστικό μουσείο που κάθε συγγραφέας, κάθε δημιουργός σε τελευταία ανάλυση, έχει σε μια άκρη του μυαλού του, που το επισκέπτεται ξανά και ξανά για να πάρει θάρρος και να βρει ίσως μια πρόφαση να συνεχίσει το έργο του.
Το «Φανταστικό Μουσείο» δεν είναι μυθιστόρημα, άλλωστε δε δηλώνεται –επαναλαμβάνω- ως τέτοιο. Από τη μια, είναι μία συγγραφική δουλειά που φλερτάρει έντονα με τον ακαδημαϊσμό και ίσως αυτό είναι και το στίγμα που ο ίδιος ο Χρυσόπουλος θέλει να δώσει. Από την άλλη, δεν είναι ένα κείμενο που θα το διαβάσει κανείς για να ανακαλύψει ένα μεγεθυσμένο κομμάτι μιας κάποιας ιστορίας. Είναι ένα κείμενο που συναντά άλλα κείμενα –διακειμενικό με λίγα λόγια, ξεκινώντας όμως από τους συγγραφείς και όχι από το χέρι τους…[Ο Χρήστος Χρυσόπουλος γεννήθηκε το 1968 στην Αθήνα. Άλλα βιβλία του είναι: Σουνυάτα (Καστανιώτης 2004), Περίκλειστος κόσμος (Καστανιώτης 2003), Encounters (Reykjavik 2003), The black dress (N.J. 2002), Ο μανικιουρίστας (2000), Οι συνταγές του Ναπολέοντα Δελάστου (1997), Ο βομβιστής του Παρθενώνα (1996)]