ανορθόγραφη σιωπή γραμμένη

Φυλακή
ανορθόγραφη σιωπή γραμμένη στο σαρκίο
μιας ταλαιπωρημένης αποστροφής
(δεν πρόφτασα να σε κοιτάξω στα μάτια)
-κι ένας αλλοτριωμένος φόβος πηγαινοέρχεται το βράδυ-
Φορώ τα καλά μου και βγαίνω
συναντώ δυο πέτρινες αγάπες
και περπατώ μαζί τους
(πού ήσουν τόσα μερόνυχτα κρυμμένη;)
καθώς το χρέος μου προς το παρόν το έκανα κλειδιά και βράχο
Κανείς ένα γύρω
μόνο μιας αθάνατης φωταγωγίας το παιδί -κουρνιαχτός
να κλαίει και να σπαράζει
χωρίς νερό και καθρέφτη πώς να σωθεί το σύμπαν;
-πιάστηκα ο τρελλός στο γείσο του χειμώνα-

Και μετά η αγχόνη
λαιμητόμος και φτυσιές ό,τι απέμεινε
πιο ‘κει κάτι ανάσες να θρηνούν
και κάτι δάκρυα να στάζουνε ιδρώτα

ξέρεις τι όμορφα που είναι τα δάκρυα όταν ιδρώνουν;

**********************

η πρώτη φωτογραφία από εδώη δεύτερη από εδώ

20 thoughts on “ανορθόγραφη σιωπή γραμμένη

  1. αλμυρές οι σταγόνες του ιδρώτα
    αλμυρές
    απ’ αυτές γίνεται η θάλασσα
    η θάλασσα μας καλεί
    η θάλασσα έρχεται να μας πάρει
    τι αντιστεκόμαστε;
    που την εγκαταλείπουμε τη ζωή μας;
    πού είναι το αλλού και ποιο το άλλο;
    γιατί δεν της δίνουμε το χέρι
    να μας πάει εκείνη όπως ξέρει
    αφήνοντας καλύτερα, λέω,
    την αγωνία εγκαταλειμμένη

  2. από μιά καρδιά φυλακή περιμένεις στο ζοφερό της κουράγιο να συναντήσεις το θρήνο της επαφής που πληγώνει/ο αντικατοπτρισμός είναι η μόνιμη ελπίδα στο βλέμμα που κλειδώσαμε/πόθείς να γίνεις ο θηρευτής σου όταν το κουράγιο σου εξατμίζεται και δίνει τη θέση του σε αστική βία εμποτισμένη με το αλκοόλ της παραίτησης/στις αναθυμιάσεις του ένα χαμόγελο συναντιέται με το άτυχο δάκρυ/όταν κρυώνεις κάνει τόσο θόρυβο κι αυτό με σκοτώνει/τόσο όμορφα όταν ιδρώνουν από το χώμα στα μάτια αίμα που αστράφτει της αγάπης δωμάτια

  3. Τούτο το σπιτικό είναι πιο ζεστό κι ανθρώπινο… όπως κι αν διαβάζεται αυτό! Χαίρομαι πολύ! Τις καλησπέρες μου, Δημήτρη και ναι… είναι όμορφος ο ιδρώτας των δακρύων! Dana_Semitecolo

  4. Βαρυ για βραδυ Δημητρη μου. Μα πολύ ωραίο, διεισδυτικό, εξελικτικό σε κάποια σημεία του, οπισθοδρομικό σε κάποια άλλα… αλλα ωραιο

    Προτεινω μουσικη james Blunt
    All the lost souls new album

    rits

  5. @Αίγλη

    ποίηση επάνω σε μια προσπάθεια…
    απάντηση θαλασσινή, άρα εν απείρω κάπου στο πεπερασμένο μας κρυμμένη…

    όχι;

    καλησπέρα.

  6. @dada

    …και πηγαίναμε…πηγαίναμε…
    και πού μας βρήκε το ξημέρωμα;

    “όταν κρυώνεις κάνει θόρυβο”
    υπέροχο.

  7. @Dana

    το ήξερα ότι θα ερχόσουν…
    όπως και για τον dada.

    για τους λόγους που υπονοείς και ξέρω ότι καταλαβαίνεις…

    είναι όμορφος, δεν είναι;

  8. @ρίτσα

    είναι ένα κάτι…
    πάει έφυγε…
    εξελικτικό, οπισθοδρομικό…

    κάτι προσπαθώ να καταλάβω…
    τι όμως;

    καλησπέρα.
    όμορφο τραγούδι.
    σ’ ευχαριστώ που το σκέφτηκες.
    και που ήρθες.

  9. …από τις -σελίδες-κύματα που γλιστράνε στον «διαπελαγικό» κόλπο του internet , κι όμως απορροφώνται αχόρταγα από τους αμέτρητους κόκκους-κύτταρα- άμμου των συναισθηματικών μας αισθητήρων.

    Ποιήματα, εν προκειμένω, που θα ήθελα πολύ να είχα σε χαρτί γραμμένα με μελάνι.

    Για μένα που η αφή, η όραση, η μυρωδιά και η φωνή που ακούω να μου το διαβάζει όταν το κρατώ στα χέρια μου, είναι η χρυσόσκονη, τα ροδοπέταλα και το αεράκι του γλυκού στροβιλισμού αυτών μέσα στο παραμυθένιο δάσος των ποιητών. Σ’ αυτό, το μοναδικά δικό τους, που γενναιόδωρα μας αφήνουν να μπούμε και να κλέψουμε λίγο από την ομορφιά της ψυχής τους!

    Δημήτρη, απλά υπέροχο.
    Καλημέρα!

  10. σκληρό τοπίο, μούφερε σαν σχόλιο το “μόνο τα βόδια των Αχαιών μες τα παχιά λιβάδια της θεσσαλίας Βόσκουν ακμαία και δυνατά… Μυρίζουν τον ιδρώτα της γης κι ύστερα πεφτουνε βαριά κάτω απ΄τον ίσκιο της ιτιάς να κοιμηθούνε” από την ΑΜΟΡΓΟ,το καταφύγιο μου. χαρά μου πάντα να ακούγεσαι μαρία

  11. @daniela

    κι ας αφήσουμε τους κλέφτες, αυτές τις υπέροχες σκεπτομορφές, να αλωνίσουν ένα γύρω…

    δε χρειάζεται τίποτα παρά ένα βλέμμα επίμονο και μια φωνή, απ’ έξω ή από μέσα…

    ό,τι και να σου πω, λίγο θα ‘ναι.
    σ’ ευχαριστώ όσο μπορώ…

  12. @maria i.

    ένα αγαπημένο (απόσπασμα) απ’ τον τεντ χιουζ (αξιοπιστία), σε μετάφραση του ποιητή Γιάννη Αντιόχου (www.poetrybookshop.wordpress.com):

    “Κάπου έπρεπε να μείνω. Τριγυρνούσα
    Απλά, δελεάζοντας σε,
    Επιπλέοντας στην παλίρροια του πρωινού και μισομεθυσμένος
    Από το εικοστό πέμπτο έτος μου. Εκ των έσω, ανακαινισμένο
    Σύμφωνα με τη μόδα, το Alexandra’s House
    Έγινε ίδρυμα σίτισης απόρων. Εκείνες ήταν οι μέρες
    Πριν την avant-garde των καφέ-μπαρ.
    Το καφενείο του Βρετανικού Εστιατορίου,
    Του πολέμου απομεινάρι,
    Ήταν ακόμα το μέρος να ισορροπήσεις το ξενύχτι τρώγοντας πρωινό.
    Αλλά το Alexandra’s House ήταν το μέρος που θα σ’ έβλεπα.
    Τα κορίτσια που το δούλευαν έμεναν από πάνω
    Με μια ακολουθία χαμένων, τεμπέληδων
    Αποκαμωμένων από τα ξενύχτια. Με κάποιο τρόπο
    Απέκτησα ένα στρώμα εκεί, σ’ ένα δωμάτιο ψηλά,
    Έχοντας θέα το Petty Cury. Ένα στρώμα
    Γυμνό, σε γυμνά σανίδια, σ’ ένα γυμνό δωμάτιο.
    Όλα όσα είχα, το σημειωματάριο μου κι αυτό το στρώμα.”

    καλησπέρα…

  13. o littleblood.
    σε δύο λέξεις, ο ζωντανος θάνατος των επιζώντων. προφήτης ή σκηνοθέτης της ζωής τους άραγε ο Χιούζ? χτες, από σύμπτωση γυρόφερνα ένα βιβλίο του πολλή ώρα, αλά δεν το πήρα τελικά, προφυλαγόμενη από την οικειότητά του με εικόνες μου. το απόσπασμα το κρατώ ωστόσο με χαρά, ευχαριστώ και γι’ αυτό και για τη φιλοξενία, άλλωστε τα βόδια αν και αχαικά, συγγένεψαν με τις αγελάδες της Σύλβια,ή του Χιουζ, δεν θυμάμαι

    καλό σου βράδυ, Δημήτρη

  14. “Surprise”

    Looking at cows in their high-roofy roomy
    Windy home, mid-afternoon idling,
    Late winter, near spring, the fields not greening,
    The wind North-East and sickening, the hay
    Shrinking, the year growing. The parapets
    Of toppled hay, the broken walls of hay,
    The debris of hay. The peace of cattle
    Mid-afternoon, cud-munching, eyelids lowered.
    The deep platform of dung. Looking at cows
    Sharing their trance, it was an anomalous
    Blue plastic apron I noticed
    Hitched under the tail of one cow
    That went on munching, with angling ears. A glistening
    Hanging sheet of blue-black. I thought
    Of aprons over ewes’ back-ends
    To keep the ram out till it’s timely. I thought
    Of surgical aprons to keep cleanliness
    Under the shit-fall. Crazily far thoughts
    Proposed themselves as natural, and I almost
    Looked away. Suddenly
    The apron slithered, and a whole calf’s
    Buttocks and hind-legs—whose head and forefeet
    Had been hidden from me by another cow—
    Toppled out of its mother, and collapsed on the ground.
    Leisurely, as she might be leisurely curious,
    She turned, pulling her streamers of blood-tissue
    Away from this lumpish jetsam. She nosed it
    Where it lay like a still-birth in its tissues.
    She began to nibble and lick. The jelly
    Shook its head and nosed the air. She gave it
    The short small swallowed moo-grunts hungry cows
    Give when they stand suddenly among plenty.

  15. ξαναδιαβάζοντας, και ξαναπροσπαθώντας να στειλω σχολιο και ευχαριστώ

  16. @maria i.

    τον τεντ να ευχαριστούμε…
    αυτόν πάνω απ’ όλα…

    καλησπέρα και καλημέρα μαζί!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s