"ΕΓΩ ΜΟΝΟ ΤΟΥΣ grateful dead ΞΕΡΩ" ή ΟΙ ΕΝΤΙΜΟΤΑΤΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΗς

Η βροχή δεν άφηνε πολλά περιθώρια, έτσι έδειχνε. Ήταν όμως μια μελωδική ηχώ που άκουγα να έρχεται απ’ τη βεράντα. Λες και έξω απ’ το δωμάτιό μου υπήρχε μόνο η βεράντα. Προσπάθησα να ξυπνήσω και να σηκωθώ το συντομότερο απ’ το κρεβάτι, από έναν ύπνο και πάλι κακό. Ανοίγοντας τα πατζούρια συνειδητοποίησα ότι υπάρχει κόσμος και πέρα από τη βεράντα μου. Η απέναντι πολυκατοικία έχασκε βρεγμένη και λιπαρή, θαρρείς, με όλα της τα πατζούρια ήδη ανοιχτά. Μα, καλά, τι ώρα ξυπνά ο κόσμος, αναρωτήθηκα και πήγα κατευθείαν στην κουζίνα. Αν κανείς μπορεί να ονομάσει αυτό το δωμάτιο “κουζίνα”, αφού μόλις έβαλα ένα θαυματουργό τηγάνι φερμένο απ’ την Κίνα, λίγο μεγαλύτερο απ’ τα συνηθισμένα, μετετράπη πάραυτα η κουζίνα σε διάδρομο που έχει την τύχη -ή την ατυχία- να φιλοξενεί κουζινικά.
Έβαλα τον καφέ να ετοιμάζεται και πήγα προς νερού μου. Καθώς ήμουν στην τουαλέτα, άκουγα εκείνον τον περίεργο θόρυβο της μηχανής του καφέ, να στάζει σιγά-σιγά το μαύρο υγρό και να απλώνει τη μυρωδιά, τη γνώριμη –του μαύρου δυνατού, σε όλο το σπίτι. Είναι μικρό και κρατά εύκολα τις μυρωδιές. Μέχρι να γίνει ο καφές και αφού κάλυψα τις πάγιες και διαρκείς βιολογικές μου ανάγκες, άνοιξα τον υπολογιστή και περίμενα. Μέχρι να “φορτώσει” τα απαραίτητα ο υπολογιστής, ο καφές ήταν ήδη έτοιμος και καυτός. Έβαλα λίγη ζάχαρη, λιγότερη από χθες, πρόσθεσα λίγες στάλες γάλα εβαπορέ και κάθισα αναπαυτικά μπροστά στον υπολογιστή συνδεόμενος στο ίντερνετ. Είχα δύο emails, κατά διαβολική τύχη πανομοιότυπα. Δύο φίλες κοιμόντουσαν ακριβώς τις ίδιες ώρες. Δεκατρείς! Και οι δύο είχαν πέσει για μεσημεριανή σιέστα και ξύπνησαν την άλλη μέρα το πρωί! Ήθελα να σπάσω την οθόνη! Προς στιγμήν αναρωτήθηκα αν με δουλεύουν και οι δύο, αλλά ακριβώς μετά σκέφτηκα ότι δε γνωρίζονται. Ούτε φατσικά. Καλά, η μία μπορεί κάπως να ξέρει την άλλη, αλλά η δεύτερη; 

Το προσπέρασα στρίβοντας ένα τσιγάρο και πίνοντας μια βαθιά γουλιά καφέ που προφανώς μου έκαψε τη γλώσσα και μου τσάκισε το φάρυγγα. Άναψα το τσιγάρο, μετά από μια βαριά κουβέντα που ξεστόμισα, και άρχισα να περιηγούμαι στα διαδικτυακά λημέρια, με την ελπίδα ότι γίνεται κάτι σημαντικό κάπου στον κόσμο και που θα το μάθω πρώτος. Φρούδες οι ελπίδες μου όπως και αυτές του κόσμου. Λίγη ώρα μετά, τηλεφώνησα σε μία από τις δύο φίλες μου προσπαθώντας και οι δύο να συνεννοηθούμε, αφού από τα γέλια η επικοινωνία μας κατέστη αδύνατος! Κανονίσαμε πολλά για την υπόλοιπη μέρα. Φαγητό (που τελικά την άφησα να πάει μόνη, αφού ανέλαβα χρέη οικιακού βοηθού για ένα φίλο που έπεσε απ’ το μηχανάκι και γύρισε τον καρπό του –κακός ο συνδυασμός λαδιών και βροχής- μέχρι να γυρίσει η φίλη του), καφέ (με μια φίλη της συγγραφέα απ’ τη Θεσσαλονίκη), σινεμά (που τελικά λόγω βροχής δεν πήγαμε –όχι, δεν ήταν θερινό, εμείς δεν μπορούσαμε να κυκλοφορήσουμε λόγω κατακλυσμού). Περάσαμε αρκετές ώρες στο σπίτι της φίλης μου, τελικά. Ήπιαμε κονιάκ και καφέ, ξεχωριστά το καθένα, και καπνίσαμε αρκετά τσιγάρα συζητώντας λίγο-λίγο για όλα και για τίποτα. 

Η βροχή μαινόταν όμορφη απ’ έξω. Και πάλι, στο σπίτι της φίλης μου (ένα ρετιρέ σε μια κεντρικότατη πλατεία της πόλης, γεμάτο βιβλία, πανέμορφους πίνακες της ποπ-αρτ, κάτι να θυμίζει νεοϋορκέζικο λοφτ με στοιχεία road movie, δώρα φίλων, ένα juke-box και πεντακάθαρο σε σημείο παραφοράς) είχα την αίσθηση ότι δεν υπάρχει κόσμος πέρα απ’ τη βεράντα. Όσο φετιχιστικό και αγοραφοβικό κι αν ακούγεται, έτσι αισθανόμουν. Υπό τους ήχους μουσικής παράξενης και σιγανής και υπό την παρουσία ενός φίλου της κινηματογραφιστή (που τρέχει από γάμο σε βάφτιση και από κηδεία σε καταδύσεις μπας και βρει καμιά γκόμενα της προκοπής –και όλα αυτά φορώντας ριγέ πουκάμισο, καπνίζοντας πούρο και οδηγώντας μηχανή φαντάζομαι με αισθαντικότητα και μπρίο), αφήσαμε την μπόρα να κοπάσει και την ώρα να περάσει. Συνέβησαν και τα δύο το ίδιο αργά και υπέροχα. 

Πήραμε τον ομματιών μας και βγήκαμε στην πόλη. Ο καφές με τη φίλη της τη συγγραφέα ήταν κι αυτός στον ίδιο χαβά: ψιλή κουβέντα, τσιγάρα, τηλεφωνήματα στο ενδιάμεσο και τα σχετικά. Το καφέ, ένας μικρός, μακρόστενος χώρος, σε κόκκινες αποχρώσεις, με ενδιαφέρουσα σ’ ένα πρώτο επίπεδο πελατεία και με τη βροχή να μας θυμίζει την τύχη μας να είμαστε εκεί. Όλα καλά, μέχρι που έσκασε το νέο της επόμενης στάσης μας. Μας περίμεναν κάποιοι φίλοι της φίλης μου στο σπίτι τους για μπύρες και μουσική υπό το άγρυπνο βλέμμα τριάντα χιλιάδων δίσκων, βγαλμένων από το χρονοντούλαπο του κελαριού της ροκ ιστορίας.
Αρχικά ακούστηκε ενδιαφέρουσα η πρόταση και οι τρεις μας ξεκινήσαμε το δρόμο του πηγεμού στο εν λόγω δισκόσπιτο. Φτάνοντας, η μυρωδιά του τσιγάρου και της σκόνης μάς υποδέχτηκε μετά βαΐων και κλάδων. Και σαν να μην έφτανε αυτό, αυτοί που μας περίμεναν, ήταν κάτι τύποι βγαλμένοι απ’ την ταινία των Doors, μόνο που οι δικές τους πόρτες παρέμεναν ερμητικά κλειστές, πρώτον για να μη φύγει η καπνίλα και δεύτερον για να μη χαλάσει η μαγιά του πολιτισμού που είχε εδώ και τριάντα χρόνια παρέλθει… Ήταν η στιγμή που αισθάνθηκα, ευχήθηκα και προσευχήθηκα να υπάρχει κόσμος έξω απ’ τη βεράντα αυτού του σπιτιού. Οι συζητήσεις, συνοδεία μουσικής άγνωστης για μένα και για τη φίλη της φίλης που προσπαθούσε να πνίξει την πλήξη της στο τσιγάρο και σε μια λιβανισμένη μπύρα –από κοντά κι εγώ με ουίσκι νερωμένο κατά παραγγελία, γυρόφερναν στις συναυλίες των Αθηνών, της Αυστραλίας και τις αναφορές σε μουσικές και μουσικούς που απλώς μου ακούγονταν κινέζικα. Μόνο τους Grateful Dead ήξερα και κανείς δε μίλησε γι’ αυτούς, αφού ξόρκισαν το κακό κρεμώντας μια αφίσα δίπλα στις πρώτες δέκα χιλιάδες δίσκων του σπιτιού. Γύρω από ένα μικρό τραπέζι, που άλλοι θα το είχαν για να βάζουν το τηλέφωνο, προσπαθούσαμε να στριμώξουμε ποτήρια, τασάκια, μπουκάλια, τσιγάρα και φυσικά τη σκόνη. 

Η ώρα κυλούσε αργά και βασανιστικά μέχρι που χτύπησε το κουδούνι. Σκέφτηκα την ίδια στιγμή ότι θα κάνει τώρα την εμφάνισή του κάποιος που δε θα ξέρει από μουσική, αλλά προφανώς έπεσα έξω. Όχι μόνο ήξερε, αλλά μπήκε κατευθείαν στο νόημα της συζήτησης, εναποθέτοντας τις δέκα μπύρες που έφερε μαζί του κάπου σε ένα άδειο σημείο του πατώματος, μεταξύ ποδιών και σκόνης. Ο ίδιος ο κουβαλητής μας, αυτός με τις δέκα μπύρες μπουκάλι και όχι κουτάκι, παραπονιόταν, ευτυχώς για μια στιγμή, ότι δεν είχε λεφτά για μια συναυλία και έτσι την έχασε. 


Εδώ ήρθε η αποκάλυψη της βραδιάς. 


Οι τρεις αυτοί τύποι, αυτοί οι άνθρωποι της ροκ αβύσσου, οι αντιπρόσωποι της ροκ κουλτούρας που χάνεται, νομίζεις, στα βάθη του ανθρώπινου νου, αυτά τα στοιχειά της μοναξιάς και της αχόρταγης απόλαυσης της μουσικής, οι εραστές της διαγραφής του παρόντος και της αποποίησης του παρελθόντος, αυτοί οι αδυσώπητοι μάρτυρες της άκρατης μυστικότητας και της χρήσης ψευδωνύμων, οι εκπρόσωποι ενός θεού που καπνίζει αρειμάνια φτηνά τσιγάρα, οι ακάθαρτοι φελλόποδες των χωρισμών και της συνήθειας, επιλέγουν σχεδόν αυστηρά προτεσταντικά να ζήσουν αλώβητοι και άφωνοι το έρμα της σκληροπυρηνικής οργάνωσης που καταναλώνει μπύρες χωρίς αναπαμό, καπνίζει ασταμάτητα, αφήνει απλήρωτους λογαριασμούς και κάποιους άλλους ανοιχτούς, που έμαθε αγγλικά απ’ τα τραγούδια και φυσικά τελετουργικά ακούει μουσική από σι-ντι που «πηδάνε» (τα μόνα) στις μηχανές αναπαραγωγής, απ’ το να βγουν στο έξω κόσμο και να δουν, έστω και για μια στιγμή, τους θρύλους τους να ενσαρκώνονται μπροστά τους.
Αυτοί οι ενδεδυμένοι παντελόνια χιλιοφορεμένα, με μαλλιά άκοπα και ατίθασα από θέση αρχής, αυτοί οι μόνοι κι έρημοι ιερωμένοι θεματοφύλακες της σκόνης και της καπνίλας, έμειναν, για πάντα θαρρείς, στο ίδιο σημείο, αφού εμείς κλείσαμε πίσω μας την πόρτα και με ενοχή και μια διάθεση ειρωνείας, προς εαυτούς και αλλήλους, βγήκαμε στη βροχή και ανασάναμε λίγο απ’ το σήμερα… ένα σήμερα που γι’ αυτούς πέρασε σαν να ’ναι χθες, το χθες του χθες… in eternam… 

Καλή σας ημέρα.