τα κορίτσια της πλατείας – μαρία γαβαλά

Στο τελευταίο μυθιστόρημα της Μαρίας Γαβαλά, «Τα κορίτσια της πλατείας», έχουμε ένα ταξίδι στις γειτονιές της Αθήνας, όπου ο χρόνος έχει σταματήσει δια παντός, όπου η ζωή δεν εξελίσσεται και απλώς συνεχίζει. Μέσα από τη μικρή ιστορία των ηρώων τού μυθιστορήματος αυτού, ξετυλίγεται ένα κουβάρι, καλά οργανωμένο βέβαια, σύγχρονων ανθρώπων που θέλουν επιτέλους να αλλάξουν ταυτότητα. Να καταστρέψουν την παλιά ζωή χτίζοντας, πάλι σε σαθρά θεμέλια, μια νέα.

Πού οδηγεί όμως αυτό;

Δύο είναι οι κυρίαρχες ηρωίδες του βιβλίου της Γαβαλά: η Λιλή και η Ζοέλ. Η πρώτη μόλις έχει παραιτηθεί από την εργασία της σε μια χαρτογραφική υπηρεσία του δημοσίου (μήνας μπαίνει-μήνας βγαίνει) και, για να ζήσει, διεκδικεί την αμοιβή της από τον εκδότη ενός περιοδικού για ένα άρθρο που έχει δημοσιεύσει προ μηνών και ο οποίος την αποφεύγει επισταμένως. Η δεύτερη, πλανόδια χορεύτρια από τη Μαρτινίκα, με μάλλον μυστήριο παρελθόν που την οδήγησε στο να «αυτοεξοριστεί», προσπαθεί να τα βγάλει πέρα χορεύοντας στο δρόμο, ξαφρίζοντας πορτοφόλια και κάνοντας που και που το «βαποράκι».

Η γνωριμία τους έμελλε να είναι καθοριστική και για τις δύο. Συνεργάζονται στο δρόμο, η μία ζωγραφίζοντας πορτρέτα περαστικών και η άλλη εξακολουθώντας να χορεύει. Ξεκινούν έτσι μια από κοινού ζωή, ένα σύνδεσμο δυνατό, ωστόσο πρόσκαιρο, που φτάνει στο σημείο της σεξουαλικής επαφής.

Από την άλλη, υπάρχουν τρία ακόμα πρόσωπα που θα τα χαρακτήριζε κανείς πρωτοδευτερεύοντα. Ένας κουρασμένος αστυνόμος, ο Μιλτιάδης Τουμπής, που βοηθά κατά παράδοξο και αθέμιτο τρόπο τη Λιλή να πάρει τα χρήματά της πίσω και που έχει βάλει σκοπό της ζωής του να βγει στη σύνταξη και να περνά το χρόνο του χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα. Ένας αστυνόμος, στην κρίση της μέσης ηλικίας, που συνειδητοποιεί αργά ότι έχει πάρει τη ζωή του λάθος.

Στη συνέχεια, ο Δώρος, ο ηχολήπτης σύζυγος της Λιλής, που θα ήθελε να είναι σκηνοθέτης. Ένας χαρακτήρας με την ιδιαίτερη ικανότητα να συλλαμβάνει ανεπαίσθητους ήχους και που προσπαθεί να ξετρυπώσει, την κατάλληλη στιγμή, από πού προέρχεται η κραυγή μιας γυναίκας.

Τέλος, ένας παρανοϊκός δολοφόνος, ο Ασημάκης Μπεκίνος, δραπέτης των φυλακών Κορυδαλλού που σκοτώνει αδιακρίτως όποιον μπαίνει στο διάβα του, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά το να βυσσοδομεί εναντίον σύνολης της κοινωνίας.

Όλοι οι χαρακτήρες βάζουν το λιθαράκι τους στην προσπάθεια σύλληψης του τελευταίου, κάτι που συμβαίνει θεαματικά και απόλυτα κινηματογραφικά, καθόσον το μυθιστόρημα οδεύει προς την ολοκλήρωσή του. Εκεί τίθεται στον αναγνώστη το ερώτημα της αξίας της αλλαγής ταυτότητας των ηρώων, το κατά πόσον τελικά ο διαρκής αγώνας να γίνουμε κάτι άλλο φέρνει το επιθυμητό και εξιδανικευμένο αποτέλεσμα.

Το μυθιστόρημα της Γαβαλά είναι μια κατάθεση δημιουργημένη με κινηματογραφικά υλικά, με εικονολογική δομή και εξέλιξη –η Γαβαλά άλλωστε έχει διακριθεί και ως σκηνοθέτις. Πραγματεύεται τις αγωνίες του σύγχρονου ανθρώπου για να γίνει αυτό που δεν είναι, για να κατακτήσει και να πραγματώσει τα όνειρα που –χάριν της επιβίωσης και μόνο- κατέπνιξε στο πέρασμα των χρόνων.

Παντού, σε όλους τους ήρωες των «Κοριτσιών της πλατείας» ο αναγνώστης διαπιστώνει την αποτυχία, τις λανθασμένες επιλογές, την καταπίεση –ενδογενή και εξωγενή συνάμα- που νιώθουν. Μαζί με όλα αυτά, υπάρχει παράλληλα και ο συνεχής αγώνας, χωρίς έρεισμα στο πραγματικό, των ίδιων ηρώων να μεταβάλουν τις ζωές τους και να μπουν επιτέλους στον προσωπικό τους παράδεισο.

Στο background υπάρχει η προολυμπιακή Αθήνα. Εδώ εντόπισα ότι το μυθιστόρημα χωλαίνει. Η επιλογή των «ου-τόπων» της πρωτεύουσας, η περιγραφή σημείων της πόλης και η απόδοση των εξελίξεών της κάνουν τον αναγνώστη να μεταφέρεται σε μια Αθήνα που έχει παρέλθει προ πολλού. Διαβάζοντας, είχα την αίσθηση σε πολλά σημεία ότι το μυθιστόρημα αναφέρεται σε παρελθούσες δεκαετίες, σε γεγονότα που δεν αφορούν το παρόν. Σκέφτηκα την ίδια στιγμή βέβαια ότι η συγγραφέας είχε κατά νου να δώσει μια Αθήνα του παραμυθιού και του ονείρου, χωρίς ωστόσο τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Ωστόσο, το μυθιστόρημα της Γαβαλά παραμένει ξεκάθαρα λογοτεχνικό, με όλες τις πασιφανείς κινηματογραφικές της επιρροές: λόγος σαφής και ρέων, δομή σφιχτή χωρίς να πλατειάζει, καλά συγκροτημένοι και ολοκληρωμένοι ήρωες και πάνω απ’ όλα η αφήγηση. Στο κέντρο του μυθιστορήματος υπάρχει η ιστορία. Από εκεί αρχίζουν και εκεί καταλήγουν όλα.

Και κάπου αλλού: στην επιβεβαίωση του αιώνιου κανόνα πως πάντοτε θαυμάζουμε αυτό που δεν έχουμε ή που δεν κάνουμε, και όταν το αποκτήσουμε, θέλουμε κάτι άλλο και αυτός ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται εις το διηνεκές με ένα και μόνο τέλος. Πάντοτε το ίδιο…

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις]

[Η Μαρία Γαβαλά γεννήθηκε στο Κορωπί Αττικής το 1947. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και δούλεψε στην εκπαίδευση. Έχει σκηνοθετήσει διάφορες κινηματογραφικές ταινίες, ανάμεσά τους το «Περί Έρωτος», το «Άρωμα της Βιολέτας» και το «Μαγικό Γυαλί». Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: «Η υπηρέτρια των αγγέλων», «Η κυρία του σπιτιού», «Παραθαλάσσιο θέρετρο το χειμώνα», «Στη δροσιά των κήπων μου», «Ακραία καιρικά φαινόμενα», όλα από τις εκδόσεις Εστία. Επίσης είναι κριτικός κινηματογράφου.]

10 thoughts on “τα κορίτσια της πλατείας – μαρία γαβαλά

  1. …σύγχρονων ανθρώπων που θέλουν επιτέλους να αλλάξουν ταυτότητα. Να καταστρέψουν την παλιά ζωή χτίζοντας, πάλι σε σαθρά θεμέλια, μια νέα.
    Πού οδηγεί όμως αυτό;
    Θα ακουστεί κλισέ αλλά μου θύμισες τους στίχους του Σεφέρη «Πήραμε την ζωή μας λάθος κι αλλάξαμε ζωή…»
    Από τότε στο σχολείο ακόμη όταν το πρωτοδιάβασα αυτό αναρωτιόμουν το «αλλάξαμε ζωή» τι σήμαινε?
    Αλλάξαμε προσανατολισμό, ανάγκες, αγάπες, πάθη ή λάθη?
    Και τώρα που αλλάξαμε «Πήραμε την ζωή μας σωστά?»
    Πόση αγωνία κρύβει αυτή η φράση-αχ «που θέλουν επιτέλους να αλλάξουν ταυτότητα»!
    Αυτό είναι που λες, να αλλάξουν ταυτότητα ζητούν-ζητάμε και έτσι θα αλλάξουν όλα…πιστεύουμε.
    Αχ μωρέ Δημήτρη κάτι πρέπει να αλλάξει τελικά αλλά όχι τα όνειρα μας και πολύ φοβάται η Κασσάνδρα όταν ξυπνάει μέσα μου ότι αυτά αλλάζουμε, για την ακρίβεια προδίδουμε.

  2. αυτό ακριβώς και η συγγραφέας θέλησε να μας πει. τι προδώσαμε τόσα χρόνια για να γίνουμε κάτι άλλο; και τώρα που έχουμε αυτό το “άλλο”, πόσες φορές ακόμα θα το προδώσουμε για να βρούμε το καινούριο;

    υπάρχει άραγε “καινούριο”; πού είναι κρυμμένο εκείνο το μικρό-μικρό χέρι που χρόνια τώρα περιμένουμε να μας πάρει μαζί του, έστω και διά της βίας;

    είναι κάπου. βγαίνει στην επιφάνεια πολλές φορές και μας σαγηνεύει. και ξέρουμε κι εμείς τι να το κάνουμε.

    το γεμίζουμε δαγκωματιές, από πάθος κι από μίσος [παθιασμένο κι αυτό], μπας και το κρατήσουμε κοντά μας.

    και θα το κάνουμε. πού θα πάει; θα το κάνουμε…

    [χάρηκα πολύ που “ήρθες”]

  3. Καλημέρα Δημήτρη!

    Θεωρώ ιδιαίτερο σημαντικό το σκηνικό στο οποίο διαδραματίζεται η ιστορία. “ου-τόπος”. Άραγε τι είναι αυτό που χαρακτηρίζει την Αθήνα και κάθε πόλη το οποίο έχει παραμείνει αναλλοίωτο από κάθε είδους εξέλιξη. Αν ο/η συγγραφέας θέλει να προσδιορίσει τον τόπο και όχι τον χρόνο θα πρέπει να βρει εκείνα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που έχει αυτή η πόλη. Σε ένα τέτοιο σκηνικό οι ήρωες έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα. Είναι σαν άχρονες οντότητες, ακόμα και τα πάθη τους γίνονται αιώνια.

    Το αποτέλεσμα σίγουρα δε μπορώ να το κρίνω γιατί δεν έχω διαβάσει το βιβλίο. Η πρόθεση όμως είναι απόλυτα διακαιολογημένη (για μένα)

  4. πετρούλα, καλησπέρα.

    [με την προσπάθεια να οργανώσω το νέο blog, πέρασε η ώρα…]

    αυτός ο “ου-τόπος” είναι βασικό χαρακτηριστικό αυτού του μυθιστορήματος, αλλά είχα κάπου την αίσθηση, ως αναγνώστης, ότι χανόταν η αφήγηση μεταξύ ουτοπίας και αναχρονισμού.

    σαφώς και είναι βαρύνοθυσας σημασίας οι ήρωες, όπως ακριβώς τους χαρακτηρίζεις: άχρονες οντότητες. ίσως θα ήταν, βέβαια, υπερβολή να κάνουμε τέτοιες αναγωγές για το βιβλίο της γαβαλά.

    όμως, τι μας πειράζει;
    μέσα στο αναλλοίωτο και το απερινόητο, μέσα στον πόλεμο αυτό των αλλαγών, κρατούμε, όπως και όσο μπορούμε, ένα κομμάτι μέσα μας, να το κουβαλάμε εδώ κι εκεί.

    πού το εδώ και πού το εκεί;

    πολλά φιλιά.

  5. χαίρομαι που σ’ αρέσει…
    θέλει λίγη δουλίτσα ακόμα.

    σιγά-σιγά, δεν πάμε πουθενά!

    καλό ξημέρωμα!

  6. Για φαντάσου, Δημήτρη, θυμάμαι τα άρθρα για το “Άρωμα Βιολέτας” (από εκεί και η φωτο του εξωφύλλου – αναγνωρίζω την Γιώτα Φέστα που είχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Δεν ξέρω αν η ταινία σχετίζεται με το βιβλίο, καθώς όπως όλες οι ταινίες των 80s του “Νέου Ελλ. Κιν/φου” δεν είχε καμμία τύχη στις αίθουσες. Πρέπει κάποτε να έπαιξε στην ΕΡΤ..

  7. Θυμάμαι κάποτε η ΕΡΤ να πρόβαλε αυτήν την ταινία, ίσως κάποιο βράδυ η ΕΤ3. Pilgrimάκο, ρίξε μια ματιά στο βιβλίο, να επιστρέψεις λίγο στο κλίμα αυτών των ταινιών. Κάτι μένει μετά στα σίγουρα…

    [είσαι μια μικρή ελληνική -και όχι μόνο- ταινιοθήκη!

    καλή σου μέρα.

  8. χαιρομαι αγαπητε Δημητρη που σε ανακαλυψα μεσα απο τις κοινες μας διαδρομες στους ιστους του Αλεφ σε ευχαριστω και για το σχολιο Τι καλη αφιερωση αυτο το ποστ με το βιβλιο της Σωτης που εκανες πεφτει χρονικα με μια αλλη διαδρομη τυχαία αλλα και τελικα τι δεν ειναι τυχαίο

  9. το ένα φέρνει το άλλο. causal chain, θα έλεγε ο φίλος μας ο σταγειρίτης… ναι, είναι ωραίο που συναντιόμαστε εδώ γύρω… [αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!]

    _____
    το νέο αυτό template που εγκατέστησα χθες-προχθές είναι λίγο περίπλοκο, τελικά. ενώ ήθελες να σχολιάσεις στο ποστ της σώτης, σχολίασες στο ποστ της γαβαλά! αλλά και τι έγινε;;;

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s