το αγόρι στην αποβάθρα – στέφανος δάνδολος

«Αυτό είναι το περίεργο με κάποια πράγματα. Μόλις τελειώσουνε, το μόνο που θες είναι να τα ξαναζήσεις.»

[Απόσπασμα από το βιβλίο]

Η αναζήτηση της εβραϊκής ταυτότητας μέσα από μια παράξενη και ταυτόχρονα παραμυθένια ιστορία, είναι το κεντρικό θέμα του Στέφανου Δάνδολου στο μυθιστόρημά του «Το αγόρι στην αποβάθρα». Ο συγγραφέας παραδίδει ένα ακόμη μυθιστόρημα ενταγμένο στην σταθερή πορεία του των τελευταίων έντεκα ετών.

Η ζωή μετά, για να θυμηθούμε τον Αρκά, είναι αυτό που αποτελεί το αφηγηματικό τέχνασμα του συγγραφέα. Ένα αγοράκι, αφού έχει πεθάνει από βαριά αρρώστια που το είχε ρίξει στο κρεβάτι για πολλές μέρες, πηγαίνει με θάρρος να συναντήσει τον μυστηριώδη κύριο τού έβδομου ορόφου της εργατικής πολυκατοικίας όπου ζει. Ο μυστηριώδης κύριος Άκερμαν (που τελικά είναι και κάποιος άλλος την ίδια στιγμή!) είναι το δεύτερο βασικό πρόσωπο της αφήγησης και ο ήρωας που ο Δάνδολος έχει επιλέξει για να θέσει τα βασικά ζητήματα που ανέφερα στην αρχή.

Ένας Εβραίος Μόγλης, ένας θρασύς και ριψοκίνδυνος –προκειμένου για την αλήθεια- δεκατριάχρονος νέος, ονόματι (μετά θάνατον) Μόισε Πίπικ (όνομα δανεισμένο από την «Επιχείρηση Σάυλωκ» του Φίλιπ Ροθ, μετ. Σπύρου Βρεττού, Πόλις 2001 –ένα συναφές με την προκείμενη θεματολογία βιβλίο), που με τα ερωτήματά του, αλλά και με το τάλαντο της ευφυΐας του, καταφέρνει να αποσαφηνίσει ταυτότητες και ετερότητες. Ταυτότητα με αυτό που είναι το εγώ, και ετερότητα με αυτό που θα μπορούσε να υπάρξει. Ή που υπήρξε.


Ένα από κεντρικά θέματα τού βιβλίου είναι η αναζήτηση του χρώματος της ψυχής (το ουράνιο τόξο είναι το διακύβευμα που θα πραγματωθεί μέσα απ’ το «ξεχιόνισμα» των ανθρώπων), δηλαδή –στη δική μου ανάγνωση- η αναζήτηση της ταυτότητας, του τι πραγματικά είναι αυτό που μας καθορίζει –και αφού μας θέσει ενώπιον της αλήθειας μας- μας κάνει να αλλάζουμε την οπτική για τον κόσμο γύρω μας, όπως και για τον ίδιο μας τον εαυτό.
Πρόσωπα καθοριστικά που φλερτάρουν με το παραμύθι και τη μεταφυσική (που όμως αφορά την παρούσα ζωή σε κάθε περίπτωση και έτσι χρησιμοποιείται από τον συγγραφέα), ιστορικά γεγονότα και πισωγυρίσματα στο ιστορικό παρελθόν, δοσμένα με τρόπο ευφάνταστο και μαγικό, και αφηγηματικά πυροτεχνήματα συναισθηματικής φόρτισης συνδυασμένης με διάχυτο χιούμορ («Καμιά φορά, όσοι είναι πολύ ευαίσθητοι, αισθάνονται και λίγο πεθαμένοι. Και τότε νιώθουν κάπως αόρατοι…»), είναι μερικά από τα κυρίαρχα στοιχεία του «Αγοριού στην αποβάθρα» τού Στέφανου Δάνδολου.

Το σκηνικό τού μυθιστορήματος συνίσταται στη δύσκολη ζωή των μεταναστών, στην Ιντιφάντα που ξεσπά για το δίκιο τους που καταπνίγεται από τις κυβερνήσεις-ξενιστές (το αγόρι αρχικά νομίζει ότι η Ιντιφάντα είναι μια κοπέλα που όλοι θέλουν να ασχοληθούν μαζί της και την περιμένουν να φανεί στη γειτονιά πώς και πώς), στα διάσπαρτα γκέτο των νέων πόλεων –εν προκειμένω το γκέτο ονομάζεται σαρκαστικά «Σεν Τροπέ»- που έχουν δημιουργηθεί μιας και το πνιγηρό περιβάλλον πολλών πατρίδων εξαναγκάζει τους πολίτες τους σε μετανάστευση.

Ο αρνητικός βαθμός που δίνω στο μυθιστόρημα αυτό είναι στη διαπραγμάτευση της διάκρισης μεταξύ αυτού που είναι και αυτού που υπήρξε ο καθένας. Εξηγούμαι: ο Δάνδολος μιλά για τη ζωή και τις πράξεις ενός διασωθέντος απ’ το στρατόπεδο συγκέντρωσης τού Άουσβιτς (με τη βοήθεια εύψυχου «ναζιστή» γιατρού –ναι, σαφώς υπήρξαν και τέτοιοι) και θέλει, εμφανώς, να οριοθετήσει το πόσο η σύγχρονη παρουσία της εβραϊκής κοινότητας έχει επηρεαστεί από το τραγικό Ολοκαύτωμα. Ωστόσο, αυτό που δεν ολοκληρώνει είναι η δυναμικότητα και η ακρίβεια της αλλαγής του ψυχισμού ενός ανθρώπου, μόλις συνειδητοποιήσει αυτό που στην πραγματικότητα τον έχει καθορίσει. Ενώ ο συγγραφέας παρουσιάζει εξαιρετικά δείγματα γραφής, έχω την αίσθηση ότι φοβήθηκε (ή αυτολογοκρίθηκε ίσως για) να μιλήσει ανοιχτά γι’ αυτό που είχε στο μυαλό του (κάτι που, βέβαια, είναι μάλλον κατανοητό, αν αναλογιστεί κανείς σε βάθος το υπό διαπραγμάτευση θέμα τού μυθιστορήματος).

Τελικά, αυτό που μένει καλά στο μυαλό είναι το πόσο σκληρό και την ίδια στιγμή υπέροχο μπορεί να είναι ένα μετα-φυσικό παραμύθι, που –χωρίς αμφιβολία και με το χέρι στην καρδιά- οδηγεί τον αναγνώστη στην ομορφιά της κάθαρσης και της πλήρους συνείδησης του προσωπικού αλλά και κοινωνικού παρόντος του καθενός και της καθεμιάς μας.

[Ο Στέφανος Δάνδολος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1970. Πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία με το μυθιστόρημα «Υπνοβάτες του Σεπτέμβρη» (1996). Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα «Ο περίγελος των αγίων» (1997), «Και φόρεσαν χειροπέδες στα πουλιά» (2000), «Νάρκισσοι και Κανίβαλοι» (2002), «Νέρων –Εγώ, ένας θεός» (2004), καθώς και η συλλογή από νουβέλες και διηγήματα «Αγάπη σε δυο σταγόνες όνειρο» (1999). Το «Νέρων –Εγώ, ένας θεός» μεταφράστηκε στα ιταλικά και κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Ε/Ο το 2006]

κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη

δείτε και την όμορφα δοσμένη κριτική τής Σταυρούλας Σκαλίδη

γράμματα γενεθλίων – ted hughes

Η φύση είναι το περιβάλλον τού έρωτα και του θανάτου – όλης της ύπαρξης. Μια στιγμή, ένα αεράκι σκοτεινής ή υπέρλαμπρης μέρας, το πέταγμα και το κρώξιμο ενός γερακιού, το ρέον ύδωρ και το έλος μαζί με την κινούμενη άμμο, μπορούν να αγκαλιάσουν και -γιατί όχι;- να αποβάλουν ό,τι εν αυτοίς εμφανίζεται και πάει να μεγαλυνθεί.
Καθόμουν αμήχανος.
Ήμουν μια μύγα έξω απ’ το παράθυρο
του οικιακού μου δράματος. Αρνήθηκες να κάτσεις εκεί
τεμπελιάζοντας, το μισούσες αυτό.
Τούτο επίπεδο, ανεμοδαρμένο πιάτο δεν ήταν ωκεανός.
Έπρεπε να φύγεις κι έφυγες. Κι
ήρθα ξωπίσω σου, σαν σκύλος, κατά μήκος της κορυφής,
στην άκρη του λιβαδιού,
μέσα σε ένα δάσος από βελανιδιές που τις σβάρνιζε ο αέρας –
και βρήκα μια παγίδα.
Χάλκινο σύρμα που έλαμπε, χορδή καφετιά, ανθρώπινο τέχνασμα,
αχρησιμοποίητη. Δίχως λέξη
τη διέλυσες και την πέταξες στα δέντρα.

Οι αλλεπάλληλες μετακινήσεις, ο καθημερινός θάνατος και ο απλός έρωτας, η dies natalis ως μέρα βασάνου και εγκαρτέρησης μιας νέας ανάσας, δοσμένης κατά τα άλλα τυχαία, μία αυτοκτονία και μετά μια δεύτερη’ θάνατος ξανά καθημερινός.

Σ’ έφερα στο Ντέβον. Σ’ έφερα στον τόπο των ονείρων μου.
Σε οδήγησαν σαν υπνοβάτη
στη χώρα των τοτέμ μου. Χιμαιρική χώρα:
Ο οπωρώνας στη Δύση.

Βραβεία, ηρεμία και απομάκρυνση’ μύθος’ φάρμα, θέατρο, τιμή’ απομυθοποίηση. Yeats, Lawrence, Sylvia, Assia’ θάνατος. ΕΡΩΤΑΣ.

Λες και κατέβαινες, στον ύπνο κάθε νύχτας,
στου πατέρα σου τον τάφο,
έμοιαζες φοβισμένη να κοιτάξεις, ή να θυμηθείς το επόμενο πρωί
αυτό που είχες δει. Όταν θυμόσουν,
τα όνειρά σου ήταν μια θάλασσα γεμάτη πτώματα,
κτηνωδίες από στρατόπεδα θανάτου, μαζικοί ακρωτηριασμοί.

Σταθμοί των τρένων, κουζίνες γκαζιού, φωτιά και λάβ(ρ)α, μηχανές και έλατα’ το στενό της Μάγχης’ έρωτας. ΘΑΝΑΤΟΣ.


[…]λάθος ώρα περίμενες. Το λεωφορείο απ’ το Βορρά
έφτασε κι άδειασε και δεν ήμουν σ’ αυτό.
Δεν έχει καμιά σημασία πόσο επέμεινες
και ικέτεψες τον οδηγό, ίσως με δάκρυα,
να με εμφανίσει ή να θυμηθεί ότι με είδε
να το χάνω στο τσακ. Δεν ήμουν σ’ αυτό το λεωφορείο.
Οκτώ το απόγευμα κι ήμουν χαμένος κι αχαλίνωτος,
κάπου στην Αγγλία.

Ήταν πάντοτε μοναχικός’ αυτόφωτος μέσα σε μια κατάφωτη παράδοση, “γεράκι πάνω απ’ την Αγγλία”, να κρώζει στο τέλος των μαχών. Η ΠΟΙΗΣΗ. Εκεί που βρισκόταν, εκεί που βρέθηκε και, πάνω απ’ όλα, αυτοί (και αυτές) που τον βρήκαν’ Η ΠΟΙΗΣΗ. Ποιητής και μάγος’ ανθρώπινος ως ποιητής’ ποιητικός ως αειθαλλής σάρκα. Η ΠΟΙΗΣΗ.

Ανόητοι από αυτοπεποίθηση, στα παιδικά κουβερτάκια
μιας παρατεταμένης ωρίμασης, μόνιμα ξαπλωμένοι
στο μαξιλάρι του ανατολίτικου αμαξιδίου –
η μητρική φροντίδα της φύσης αβίαστα επικουρεί
για την ολοκλήρωσή της – αδιαφορούσαμε
για τη σοβαρότητα της ζωής, τρεις από μας, τέσσερις, πέντε, έξι –
παιχνίδια φιλίας.

Και μετά σιωπή. Μετά από τόσο αίμα, από τόσες φωνές, μετά από αδύναμους αγώνες να σώσει και να σωθεί, σιωπή’ έρωτας και θάνατος. Το απλό χωρίς το σύνθετο’ το καυτό’ ΑΙΜΑ. Έσπασε η σιωπή. Εξορκισμός και ζώδια’ Sylvia. O, littleblood. Ταρώ’ και αυτό. Και αυτός’ Ted.

[…]Κι οι λέξεις σου,
πρόσωπα που αποστράφηκαν το φως,
κρατημένα στα σωθικά τους.

Εισαγωγή/Μετάφραση/Σχόλια : Γιάννης Αντιόχου
Επιμέλεια : Σπύρος Ηλιόπουλος
Επίμετρο : Σώτη Τριανταφύλλου


[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι]

το παλιοκόριτσο – μάριο βάργκας λιόσα

Πού σταματά η πραγματικότητα και πού ξεκινά ο εφιάλτης, είναι μάλλον ένα ερώτημα κλισέ, όμως στα χέρια τού Μάριο Βάργκας Λιόσα μετατρέπεται σε μια βουτιά σε έναν καινούριο, υπέροχο και μαζί εφιαλτικό κόσμο, γεμάτο από έρωτα και θυμό, εκδίκηση και λύπη, βασανισμό, ειρωνεία, καημό και λύτρωση.

Το “Παλιοκόριτσο” είναι ένα μυθιστόρημα περίτεχνης αφήγησης και δημιουργικής γλώσσας (ένα μπράβο στη μεταφράστρια Μαργαρίτα Μπονάτσου για το αποτέλεσμα της ατμόσφαιρας των -χωρίς αγκυλώσεις- ελληνικών). Είναι ένα μυθιστόρημα που λυγίζει και τις πιο σκληρές, μύχιες αντιστάσεις τού ανθρώπου έναντι της απώλειας και της ανυπαρξίας του…σκοτεινού αντικειμένου τού πόθου.

Ο Ρικάρντο, Περουβιανός νέος, ονειρεύεται να ζήσει στο Παρίσι’ τελικά τα καταφέρνει, με κακουχίες και ελλείψεις, να σπουδάσει στη γαλλική πρωτεύουσα και να ζήσει, τελικά, εκεί το υπόλοιπο σχεδόν της ζωής του (αφού όμως έχει ήδη ταξιδέψει στα πέρατα της γης για το παλιοκόριτσο…). Όχι, όμως, όπως φανταζόταν.

Ο εφηβικός του έρωτας, το παλιοκόριτσο (χωρίς εισαγωγικά), τον κατατρύχει σε όλη του τη ζωή. Έρχεται ως μετανάστρια στο πλαίσιο ενός τράνζιτ (είμαστε στη δύσκολη μεταπολεμική περίοδο), επανέρχεται ως σύζυγος ανωτέρου δημοσίου υπαλλήλου, σύζυγος Άγγλου αριστοκράτη, ερωμένη διαστροφικού Ιάπωνα μεγιστάνα και λοιπά και λοιπά…

Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτών των συναντήσεων, των αποχωρισμών, του πλήρους δοσίματος του Ρικάρντο στο παλιοκόριτσο, ο αναγνώστης γίνεται μέτοχος (με την έννοια της μέθεξης) του κόσμου των ηρώων, των άπειρων προσώπων τού έρωτα και της απόλυτης αφιέρωσης σε έναν και μόνο άνθρωπο, που μπορεί να βασανίζει, να διαλύει και πάλι να συνθέτει ψυχές και σώματα.

Διαβάζοντας δεν μπορείς να αποφύγεις την ταύτιση με τους ήρωες. Μια ταύτιση όχι απαραίτητα ως αναλογία της δικής σου ζωής, αλλά ως υπέροχο επίτευγμα του Μάριο Βάργκας Λιόσα. Επανέρχομαι στην ξεκάθαρη αφηγηματική του δεινότητα, σκεπτόμενος ότι ο συγγραφέας δεν έδωσε ούτε ένα δείγμα απώλειας του ελέγχου των ηρώων του, ενώ την ίδια στιγμή είναι εμφανής η δική του επιρροή από αυτούς.

Το σκηνικό των πόλεων, των ιστορικών στιγμών και της τοποθέτησης των ηρώων σ’ αυτά, είναι μια ακόμη απόδειξη της γραφίδας του Περουβιανού λογοτέχνη, ο οποίος, χωρίς καμία επίδειξη του αναμφισβήτητου ταλέντου του, οδηγεί τον αναγνώστη του στο τέλος, όχι ως λήξη αλλά ως παλίνδρομη έναρξη…

“Ένα απόγευμα, καθισμένοι στον κήπο, την ώρα του δειλινού, μου είπε ότι, αν κάποια μέρα μου ερχόταν να γράψω την ερωτική μας ιστορία, να μην την παρουσίαζα πολύ άσχημα γιατί τότε το φάντασμά της θα ερχόταν να μου τραβήξει τα πόδια τις νύχτες.”

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη]

νάντια – λένα διβάνη

«Ζεις;»
«Γιατί; Σου μοιάζω με πεθαμένη;»
Ο άντρας την κοίταξε προσεκτικά σαν να διάβαζε εφημερίδα. Από πάνω μέχρι κάτω. Με την ησυχία του. Ανενόχλητα.
«Μμμμμ» είπε στο τέλος, «λίγο…»
[Απόσπασμα απ’ το βιβλίο]

Πόσο εύκολα αλλάζει μια ζωή κανονισμένη από τα είκοσι δύο χρόνια; Και τι χρειάζεται κανείς για να αφήσει πίσω του αυτή τη ζωή για να ξεκινήσει μια καινούρια;

Αυτά τα δύο ερωτήματα βρίσκουν απάντηση, αφού πρώτα ξεκάθαρα τεθούν, στη νουβέλα της Λένας Διβάνη, «Νάντια». Μία νέα, ομώνυμη του τίτλου, είκοσι δύο μόλις χρόνων, με απόλυτα προγραμματισμένη ζωή, με μια οικογένεια που προσφέρει μόνο άγχος και μια δουλειά που χαρίζει μόνο κούραση, φτάνει στα όριά της και προσπαθεί να τα περάσει, να διαλύσει τη ζωή της εις στα εξ ων συνετέθη και να την αναπροσαρμόσει σύμφωνα τώρα πια με τις δικές της ανάγκες.

Η Νάντια είναι η ηρωίδα τής απόλυτης και αδιάλειπτης κατάφασης και, τελικά υποταγής, στους πάντες και στα πάντα. Έχει χάσει τον εαυτό της, την προσωπικότητά της, τις επιλογές της, την ίδια της τη ζωή, ώσπου φτάνει στο άκρο των αντοχών και παλεύει, μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας να σωθεί και να πάρει τη μοίρα στα χέρια της.

Δουλειά σε πολυκατάστημα καλλυντικών που την εξουθενώνει, ένας μνηστήρας που δεν έχει τι άλλο να της προσφέρει, μια μητέρα καταπιεστική, ένας πατέρας σχεδόν απαθής, ένας αδελφός αναίσθητος και μια παρέας από φίλες-συναδέλφους που ζουν κατά παρόμοιο τρόπο. Όλα αυτά συναποτελούν το παζλ που η Διβάνη δημιουργεί σε αυτήν τη νουβέλα της.

Οι σύγχρονες συνθήκες εργασίας και συμβίωσης, οι συναισθηματικοί περιορισμοί που απορρέουν από αυτές και η εγγενής αδυναμία χαρακτήρα της ηρωίδας είναι οι βασικοί υπό διαπραγμάτευση όροι του κειμένου. Μέχρι πότε όμως;

Έρχονται στιγμές στη ζωή των ανθρώπων που μόνο με το όνειρο και τις παραισθήσεις μπορούν να ζήσουν και να αντισταθούν σε ό,τι τους βασανίζει και τους κρατάει πίσω. Έτσι και η Νάντια: δημιούργησε έναν φανταστικό φίλο, έναν νοερό άνθρωπο ως το ιδανικό της alter ego, ως αυτό που θα ήθελε να είναι, αλλά δεν μπορεί. Κατά τα φαινόμενα, τελικά. Γιατί η Νάντια, φτάνοντας στα όρια της ψυχικής της δύναμης, τα ξεπερνά καταρρέοντας και, τελικά, αυτό είναι που τη βοηθά να αναγεννηθεί• να συλλέξει όλα τα κομμάτια της και όλες τις χαμένες της δυνάμεις και να ορίσει αυτή τώρα πια τον εαυτό της.

Η Λένα Διβάνη, γνωστή για την ακρίβεια, τη ροή και τον οξύνοια της γραφής της, δίνει ένα κείμενο, σύντομο ως νουβέλα που είναι, για το άγχος και την τρέλα, θα έλεγε κανείς, της εποχής μας, για το πώς οι άνθρωποι μπορούν να καταστραφούν, αλλά μέσα από αυτό να επανατοποθετηθούν έναντι του εαυτού τους και του περιβάλλοντός τους.

Σε όλο το κείμενο το ενδιαφέρον του αναγνώστη παραμένει αμείωτο, η συνύπαρξη μύθου, πραγματικού και ιδανικού παρουσιάζεται ολοκληρωμένα, καθώς η ιστορία οδεύει προς την ολοκλήρωση και τη μεγάλη αλλαγή.

Πολλές φορές, τα σύντομα κείμενα, οι νουβέλες εν προκειμένω, αφήνουν στον αναγνώστη μια αίσθηση του ανικανοποίητου, όχι απαραίτητα γιατί δεν είναι ολοκληρωμένα, αλλά γιατί –όταν είναι εξαιρετικά δοσμένα- θέλει ο αναγνώστης να συνεχιστεί λίγο ακόμα η ιστορία, μήπως και πειστεί για τη δική του ζωή.

Αυτό σκέφτηκα διαβάζοντας τη «Νάντια» τής Λένας Διβάνη, η οποία κατάφερε να μην αφήσει κανένα ερωτηματικό στο τέλος, τουλάχιστον για την προκείμενη ηρωίδα…

Όμως μέχρι πού μπορούν, άραγε, να φτάσουν οι καθημερινές μας βεβαιότητες;

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι] 

[Η Λένα Διβάνη γεννήθηκε στον Βόλο το 1955 και είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας Εξωτερικής Πολιτικής στη Νομική Σχολή Αθηνών. Πέραν των ιστορικών μελετών της, έχει δημοσιεύσει τη συλλογή διηγημάτων «Γιατί δε μιλάς για μένα;» για την οποία απέσπασε το βραβείο «Μαρία Ράλλη» για πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς, τρία μυθιστορήματα, «Οι γυναίκες της ζωής της», που έχει μεταφραστεί στα ισπανικά και τα ιταλικά και έχει μεταφερθεί στην τηλεόραση από την ΕΤ1, «Εργαζόμενο κορίτσι» και «Ενικός αριθμός», καθώς και τρία παιδικά βιβλία, «Η κόκκινη Λένα και ο παπαγάλος απ’ τον Άρη», «Η ντομάτα των Χριστουγέννων» και «Ο παπαγάλος ολυμπιονίκης». Το 2002 ανέβηκε το πρώτο της θεατρικό έργο με τίτλο «Η ωραία θυμωμένη». Είναι συνεργάτις της εφημερίδας «Τα Νέα» και μέλος της Εθνικής Επιτροπής για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα]

Είδα, έψαξα, ενθουσιάστηκα… – κείμενο στο "Έθνος της Κυριακής"

Επιμέλεια: Ελένη Γκίκα
Είναι “εκπαιδευτικός, blogger, γραφιάς, διαβαστής και -εσχάτως- συνεργάτης τής Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης των Σερρών. Επίμονος κάτοικος τού κέντρου”. Τον συναντάμε εδώ. Ο Δημήτρης Αθηνάκης ανεβάζει συνήθως συνεντεύξεις, κριτικές, μουσικές και δικές του, ιδιαίτερου ύφους, λογοτεχνικές ιστορίες. Αλλά ας δούμε τι λέει ο ίδιος για το μπλογκ του:
Το blogging για μένα ξεκίνησε διαφορετικά από τη μορφή και τη σημασία που του έχω δώσει σήμερα. Τον Ιούνιο του 2006 είχα δημιουργήσει ένα blog, αναρτώντας για μία και μοναδική φορά μια φωτογραφία και μερικές λέξεις.
Έκτοτε και μέχρι το Μάη του 2007, δεν είχα ξανασχοληθεί. Ξαφνικά, περιηγούμενος σχεδόν ασκόπως στο ίντερνετ, έπεσα πάνω στο ιστολόγιο του nuwanda. Μπήκα, είδα, έψαξα, ενθουσιάστηκα και θυμήθηκα ότι είχα ξεκινήσει κι εγώ ένα ιστολόγιο. Πληκτρολογώντας τη διεύθυνση εμφανίστηκε μπροστά μου ένα χρωματιστό «πράγμα» με την αστεία φωτογραφία και το εξίσου αστείο κειμενάκι. Τα διέγραψα αμέσως!
Άρχισα σιγά-σιγά να διαμορφώνω την αισθητική τού blog προσπαθώντας να βρω προς ποια κατεύθυνση θα κινούμουν. Δεν ήταν και τόσο δύσκολο. Και νά που δημιουργήθηκε ένα ακόμα ιστολόγιο -ερωτευμένο κι αυτό με το βιβλίο.
Κριτικές και βιβλιοπαρουσιάσεις, ελεύθερα κείμενα, φωτογραφίες, συνεντεύξεις και μουσική. Όλα μαζί στην προσπάθεια, εγγενή και δύσκολα προσπελάσιμη, να βρω μια κάποια άκρη, όχι πια συζητώντας με τον εαυτό μου, αλλά δημευόμενος και καθαρός ενώπιον του διαδικτυακού σύμπαντος που εξελίσσεται τόσο ραγδαία (ακόμα και τώρα που γράφω, οι λέξεις «διαδίκτυο», «ιστολόγιο», «blog» και τα σχετικά, υπογραμμίζονται με τη γνωστή κόκκινη, κυματιστή γραμμή του –κατά τα άλλα- updated word ως λέξεις λανθασμένες ή…άγνωστες!).
Μέσα από κριτικές ή παρουσιάσεις βιβλίων, από συνεντεύξεις συγγραφέων, από προσωπικά μου κείμενα, μπήκα σε ένα δρόμο επαφής με ανθρώπους με κοινά ενδιαφέροντα, ανεξάρτητα από την εκάστοτε τοποθέτησή μας στο ίδιο θέμα. Η επιλογή της λογοτεχνίας ως σηματοδότη του δικού μου ιστολογίου, μπορεί να σημαίνει (και είναι, στο κάτω-κάτω της γραφής) ένα ακόμη blog χαμένο στο άπειρο του ψηφιακού κόσμου. Ωστόσο, αυτό έρχεται σε δεύτερη μοίρα όταν μια λέξη –πολλές φορές θυμωμένη ή επιθετική, είναι κι αυτό στο παιχνίδι- ένα χαμόγελο (ξέρετε, αυτό με την άνω και κάτω τελεία και την παρένθεση!) εμφανίζονται μπροστά σου ως μήνυμα από το υπερπέραν, σου δίνει κίνητρο να προχωρήσεις. Αυτό που ονομάζεται «αύρα», εκπέμπει και μέσα από τον ψηφιακό κόσμο.
Δεν ξέρω τι δύναμη έχουν τα blogs, δεν ξέρω καν αν μπορούν να ενταχθούν σε κάποια κοινωνιολογική κατηγορία ή κίνημα. Πιθανότατα μπορούν. Στην όμορφη αναρχία και σχεδόν απόλυτη ελευθερία του διαδικτύου, το να βρίσκεις κοινό τρόπο και τόπο έκφρασης, μπορεί να μη σε κάνει κίνημα, αποδεικνύει όμως για μια ακόμη φορά ότι κάπου εκεί έξω κυκλοφορούν άνθρωποι που, μολονότι δεν μπορείς να αγγίξεις, να ακούσεις, να δεις πάνω απ’ όλα, αποτελούν μια (όχι πάντα) αλληλέγγυα -εντούτοις αέρινη- οικογένεια εμφανιζόμενη μπροστά σου στα εκατομμύρια pixels της οθόνης. Πάντως, δεν είναι τυχαία η αντικατάσταση της λέξης «ιστοχώρος» από τη λέξη «ιστολόγιο» που κρύβει μέσα της την ομιλία.
Τα blogs ίσως να μην καταφέρουν να «αλλάξουν» τον κόσμο (και μάλλον δεν θα το κάνουν), είμαι σίγουρος όμως ότι κάνουν τον ιστολόγο να συνεχίζει ή να εξελίσσεται. Γιατί αναμφισβήτητα υπάρχει διαφορά.
*****************************************
Κυρία Γκίκα, Ελένη μου, σ’ ευχαριστώ μέσα απ’ την καρδιά μου.
Όπως και όλους και όλες εσάς που -καθημερινά πια- τα λέμε…

καινός διαιρέτης – [εις τα εξ ων συνετέθην μ’όνειρα απόψε…] – ένας διάλογος – [μπλε του γιάννη – λευκά δικά μου]


“Έφτασα, φανερώθηκα
σωτήρας τιμωρός
με το χωλό σου βήμα συμπορεύτηκα
κρυφή την ένωσή μας ονειρεύτηκα.”
…περπάτησα, που λες, ώρες ατέλειωτες χωρίς αναπαμό
δεν βρήκα πουθενά το θείο σου κορμί, θολό πια να ρέει,
και γυμνός, πιο γυμνός από ποτέ, γύρισα να κοιμηθώ
χορτάτος και ιδρωμένος ήδη από άπρεπα αγγίγματα


“Το σώμα, το σώμα ν’ αφανίσουμε,
σπάραγμα πάνω στους λειμώνες να αφήσουμε,
όσο στην έξω γη κρατάει ο χορός.”

…μιας και τίποτα από το χθες δεν έμεινε να μας θυμίζει
εκείνα τα παρακάλια που σε στιγμές αδύναμες
φώναζε για λύτρωση το σύμπαν όλο
-πού ξενυχτά το σώμα σου απόψε;




“Κι η ερημιά του φαροφύλακα που κάθε αυγή με ίδια πάντα αγωνία
τρέχει να βρει το τελευταίο κύμα που άφησε αργά τη νύχτα πλάι
στα βότσαλα προτού μιλήσει
η απομόνωση στις τόσες φιλικές, δικές φωνές του.”

…και μοναξιά στους φύλακες των φάρων
που κρέμονται απ’ το λίγο τού απείρου…
είπε ολόρθος ο ποιητής και, ζωσμένος δυο-τρεις συμπτώσεις,
ύψωσε το χέρι του και κατάφερε μιαν ανηλεή γροθιά
στην ιαχή των γλάρων
-μόνος κι αυτός όπως και τα μεσημέρια του.


“Και στους πιο άνυδρους καιρούς το ασώματο φως είναι πάντα εκεί.
Το ξέρεις.”

…και δεν μιλάς, δεν λες στους χρόνους πού γερνάς
και δεν μιλάς, δεν είσαι κόκκινη σαν τον καιρό
που
πόρος του σώματός σου έγινε και σε άδειασε.
Να μην γυρίσεις.

“Κι αν δεν με γέννησες,
γεννάς την ελπίδα μου.”

…ουρλιάζοντας πάνω σε μια δαιμονισμένη επιστροφή
στο ένα και στο πάντα.
Εκεί δεν χώρεσα ποτέ. Ήμουν ανώφελη χαραμάδα που χάριζε το κρύο.
Που χάριζε το κρύο.


“Δεν έχω πει τα λόγια
που γι’ αυτά γεννήθηκα.”

…μιας και το ποτήρι μου διαιρέθηκε στα τρία.
Ένα για σένα, ένα για μένα κι ένα για τον αιώνα.
Διαιρεθηκε καινά και χάρισε εκείνη τη φοβισμένη ελευθερία
σε σώμα ξένο.
Δεν υπάρχει πια ο καιρός.
Υπάρχει ο χώρος.

Έλα.
****************************************************
Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας τη συλλογή τού Γιάννη Ευθυμιάδη, προσπαθώντας να ανιχνεύσω τον “Καινό Διαιρέτη”, έφτασα εδώ… Δεν ξέρω πού ακριβώς. Ξέρω όμως ότι έφτασα κάπου. Γιάννη, με συγχωρείς που δανείστηκα τις λέξεις σου ως ώθηση. Και σ’ ευχαριστώ.

εύη λαμπροπούλου – "η generation x μπήκε ήδη στο δημόσιο"

Όταν οι κάφροι επελαύνουν, παίρνουν μαζί τους…Τον καθαρό αέρα, τον πολιτισμό, την αισθητική στη μουσική, στο διάβασμα, στην καθημερινή ζωή. Παίρνουν παραμάζωμα το δικαίωμά σου να είσαι υπεράνω και να μην χρειάζεται να αποκαλείς κάποιον κάφρο. Διότι ο κάφρος σε αναγκάζει να ασχοληθείς μαζί του, παραβιάζει τον εναέριο χώρο σου, αναβοσβήνει στα μούτρα σου σαν πινακίδα από νέον. Δε μπορείς να τον αγνοήσεις.

Η μουσική στο “Χάπι Λου” επέλεξες να είναι παντού γιατί…

Δεν το επέλεξα εγώ. Η Χάπι Λου ξέρεις είναι αθεράπευτα προσκολλημένη στη μουσική, επηρεάζεται και ζει μέσα από τραγούδια, εφόσον είναι καθηλωμένη σε μια μετεφηβική φάση παράτασης της ξενοιασιάς, της ανευθυνότητας και καθυστέρησης της ένταξης σ’ έναν συγκεκριμένο, προκατασκευασμένο, βαρετό τρόπο ζωής. Άσε που δεν ταυτίζονται τα μουσικά μας γούστα.

Η περίφημη generation-x φοβάται να φάει το φαΐ της γιατί…

Θα μεγαλώσει και θα πρέπει να παντρευτεί και να κάνει παιδιά/ λεφτά/ δουλειά. Φοβάμαι όμως ότι μπήκε ήδη στο δημόσιο και έχει ήδη αρχίσει να χοντραίνει. Και όσοι δε μπήκαν πολιορκούνται από τους υπόλοιπους που μπήκαν. Ο Μπρετ Ίστον Ελις έκοψε τα ναρκωτικά, ο Ιρβιν Γουέλς είναι πια λίγο αστείος με τα μπλουζάκια με τις trance στάμπες και η Ελίζαμπεθ Βέρτζελ δεν αισθάνεται πολύ καλά. Όσο για την Χ. παντρεύτηκε και έκανε μωρό. Ο Ντάγκλας Κάπλαντ πάντως κρατάει ακόμα.


Το Λονδίνο κάνει τον κόσμο ομορφότερο. Ή μήπως όχι;

Ω ναι. Ας μην ξεχνάμε την υπέροχη βρετανική προφορά και το Camden.Πάντα αγαπώ το Λονδινάκι, αλλά τελευταία μου φαίνεται (από μακριά, εφόσον έχω καιρό να πάω) πολύ στυλιζαρισμένο και, ας το παραδεχτούμε επιτέλους, οι βρετανοί ήταν πάντα λίγο ξινοί. Η Νέα Υόρκη από την άλλη, κάνει τον κόσμο ομορφότερο, ακόμη και μόνο για την ένδοξη γειτονιά Williamsburg του Μπρούκλιν. Το Βερολίνο τώρα, που το σκέφτομαι με αυξανόμενο ενδιαφέρον, είναι πολιπολυτισμικό, έχει πράσινο, καλλιτέχνες, χαμηλούς τόνους, υψηλή ενέργεια, φτηνά νοίκια. Ίσως πρέπει να μάθω γερμανικά.


Το ημερολόγιο της Εύης Λαμπροπούλου λέει σίγουρα κάθε μέρα:

Να μετακομίσω στην Αθήνα ή μήπως στη Θεσσαλονίκη? Να βγω ή καλά είμαι κι έτσι;



Το “Σχεδόν Σούπερ” χρωστά δύο κουβέντες ακόμα…

Το Σχεδόν Σούπερ δείχνει κατανόηση στους σούπερ ανθρώπους. Οι σούπερ είναι σχεδόν τρομακτικοί, αντιπαθητικοί. Αλλά τελικά είναι άνθρωποι. Το Σχεδόν Σούπερ τους ξεσκεπάζει, τους αγαπάει, τους θυμίζει πώς ήταν παιδιά. Το Σχεδόν Σούπερ δεν έχει καταλάβει ακόμα γιατί έχει σχετικά διαφορετικό κοινό από το Χάπι Λου. Ούτε γιατί το όνομά του δεν είναι ΜΙΣ ΛΑΠΤΟΠ, όπως είχε σχεδιαστεί αρχικά.


Ο Δημήτρης Σωτάκης δήλωσε ότι “η Εύη Λαμπροπούλου είναι υπαρκτό πρόσωπο”.

Υπήρχαν αμφιβολίες σχετικά. Αλλά υπάρχω, το έγραψε και ο Σωτάκης στο site του, επειδή ακριβώς κανείς δεν ξέρει πού βρίσκομαι αν πάσα στιγμή. Ούτε κι εγώ. Ειδικά δεν ξέρω πού θα βρίσκομαι την επόμενη στιγμή. Πράγμα που εκνευρίζει πολλούς ανθρώπους που με συναναστρέφονται. Όπως τη μαμά μου. Ένας διάλογος:- Θα φύγεις αύριο παιδάκι μου;- Δεν ξέρω. – Ποιος ξέρει;- Άγνωστο.- Μα πρέπει να βγάλεις εισιτήριο σήμερα. – Θα βγάλω αύριο. – Κι αν δεν βρεις;- Αν δε βρω δε θα φύγω. – Κι εγώ πώς θα το ξέρω; Να πάω σε χαρτορίχτρα; – Καλή ιδέα.


Ο λόγος που ξυπνά η Εύη το πρωί με ξυπνητήρι…

[Δεν μπορώ να μιλάω για τον εαυτό μου στο τρίτο πρόσωπο.] Ξυπνάω για να πληρώσω λογαριασμούς και για τράπεζες, για έλευση επερχόμενου πυρηνικού πολέμου, μεγάλου σεισμού ή για κηδεία αγαπημένου προσώπου. Ξυπνάω μόνο για άσχημα πράγματα δηλαδή. Έχω ξυπνήσει και για συνεντεύξεις που πήγαν χάλια. Έχασα και μια υποτροφία με αυτόν τον τρόπο διότι το πρωί δεν λειτουργώ, είμαι ασυνάρτητη, τα εγκεφαλικά μου κύτταρα απεργούν. Άρα, ίσως είναι καλύτερα να μην ξυπνάω το πρωί.


Τελευταίες λέξεις…

Θέλω/ πρέπει /θέλω να παραδώσω την καινούρια μου νουβέλα. Δεν είναι πια τόσο καινούρια διότι γράφτηκε πρόπερσι, αλλά δεν προχωράω την έκδοσή της διότι αισθάνομαι ότι δεν είναι έτοιμη. Αυτό μου συμβαίνει πάντα με τα βιβλία. Μου αρέσει και να τα αφήνω να κάθονται κανένα χρόνο πριν τα ξανακοιτάξω. Αλλά η συγκεκριμένη απαιτεί κάποια δραστική επέμβαση που με παραλύει. Το θέμα της είναι: αν γνωρίζεις ποιο τραγούδι τραγουδούσε ο Σέιλορ στη Λούλα στο ‘Wild At Heart’ και αν στο γεγονός ότι το γνωρίζεις αυτό μπορείς να βασίσεις μια σχέση. Λέγεται ΟΛΑ ΤΑ ΜΗΛΑ, είναι ερωτική και ήταν προγραμματισμένη να κυκλοφορήσει τον Μάιο που μας πέρασε.

And the very last one…

Βρέχει καρεκλοπόδαρα σήμερα. Άρα ίσως καταφέρω να ξαναδιορθώσω την καινούρια μου νουβέλα.



χάρτες – θεόδωρος γρηγοριάδης

«Άρχισε να τρώει ρύζι και η ακοή του μίκρυνε, το τούνελ έκλεινε και ξαφνικά μόνον ο θόρυβος του πιρουνιού ακουγόταν. Δεν είχε λόγο να εξηγήσει οτιδήποτε. Ήταν πολύ αργά πια για να προειδοποιήσει.»

[Απόσπασμα απ’ το βιβλίο]

Η λογοτεχνία του Θεόδωρου Γρηγοριάδη μέχρι πρότινος κινούνταν γύρω από το σώμα: ανδρικό, γυναικείο, άφυλο, παρενδυτικό. Το σώμα, γυμνό, χαμένο, δοσμένο, χαρισμένο. Το ταξίδι του σώματος στο έργο του Γρηγοριάδη ήταν η αρχή και το τέλος της δικής του αφήγησης.

Στο τελευταίο του βιβλίο, «Χάρτες», προσπάθησε και κατάφερε να μας ταξιδέψει, μέσω τώρα πια άυλων εν πολλοίς σωμάτων –άρα σωμάτων ως καταστάσεων, σε επαρχίες και χωριά, πόλεις και συνοικίες, ξενιτιές και εξορίες, ουτοπίες-δυστοπίες. Σε αυτά τα τέσσερα μέρη χωρίζονται οι εβδομήντα (70) ιστορίες -δυόμισι το πολύ σελίδες η καθεμιά- στο τελευταίο αυτό έργο του.

Για να δούμε τι είναι οι «Χάρτες».

Οι «Χάρτες» του Γρηγοριάδη είναι ένα καταστασιακό παλίμψηστο ιδεών και θέσεων. Για καιρό προσπαθούσα να πείσω τους μαθητές μου ότι ο παράδεισος και η κόλαση δεν είναι τόποι αλλά καταστάσεις. Αυτό το ίδιο προσπαθώ και τώρα να πω. Με άξονα μια παρέα φίλων, παράδοξη αλλά δεμένη, ο συγγραφέας αφηγείται, κατά τρόπο αφαιρετικό αλλά όχι αφηρημένο, το πέρασμα του μυαλού, της ψυχής, του παρόντος και του παρελθόντος μέσα από καταστάσεις που χρειάζονται δύναμη και αποφασιστικότητα, χρόνο και πάθος για να τις μετέλθεις.

Ένα μουγκό αγόρι που μιλάει, μία παράδοξη ερωτική στιγμή του παρελθόντος, παρεξηγήσεις και συναντήσεις, μια υποψία επανόδου της παρενδυσίας έστω και με αφορμή το καρναβάλι, μια διαδραστική ποιητική παρουσίαση με μαχαιροφόρους εισβολείς, μια γυναίκα που αποπατεί όπου βρει, ένας γιος που κινηματογραφεί τον πατέρα του καθώς αυτός αποφυλακίζεται, ένας συγγραφέας που ζει τη ζωή του και την τελειώνει μέσα από τα βιβλία ως ήρωας των αναγνωσμάτων του, ένας μόλις βιωμένος αποκεφαλισμός και –τέλος- ο Παράδεισος, είναι μερικές μόνο απ’ τις ιστορίες που απαρτίζουν τους «Χάρτες» του Θεόδωρου Γρηγοριάδη.

Ο συγγραφέας με αυτήν τη συλλογή ανανεώνει τη λογοτεχνική του πρόταση. Γνήσιος μεταμοντέρνος λογοτέχνης, προτάσσει την αφήγηση ως μέσο καταβύθισης σε έναν κόσμο φτιαγμένο από υλικά που στη χώρα μας δεν εντοπίζονται συχνά: απότομες εναλλαγές αφηγηματικών προσώπων και αφηγηματικού χρόνου, παιχνίδια με το μυαλό και την αίσθηση του αναγνώστη, λέξεις βαλμένες η μία δίπλα στην άλλη, που σαν ριπές φιλτράρουν όλα όσα έχουν οι ήρωες βιώσει μετουσιώνοντάς τα σε ένα παρόν που σε κάνει να μη νοιάζεσαι για το μέλλον. Και το κυριότερο: γλώσσα και ύφος υπαινικτικό, ανοιχτό σε ερμηνείες, που κάθε φορά αλλάζει η δομή του ανάλογα με το ποιος μιλά, τι λέει, τι είναι, τι θέλει, πάνω απ’ όλα τι θυσιάζει για να ζήσει.

Διαβάζοντας τις ιστορίες αυτές είδα ότι το -ανοιχτό και αδιαμφισβήτητα κινούμενο στη σύγχρονη πραγματικότητα- μυαλό τού συγγραφέα ανέλαβε ρόλο προφητικό, προειδοποιητικό.

Αντιγράφω από τη διεισδυτική κριτική τής Μικέλας Χαρτουλάρη στην εφημερίδα «Τα Νέα»: «Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης είναι από τους ελάχιστους συγγραφείς της νεώτερης γενιάς που μελετώνται σε διεθνή συνέδρια. Όχι επειδή τόλμησε από νωρίς να εισαγάγει γκέι χαρακτήρες στα βιβλία του, αλλά επειδή συλλαμβάνει κοινωνικές πραγματικότητες, τάσεις, προβληματισμούς, πριν ακόμα καθιερωθούν. Και ενώ η συγγραφική του δεξιοτεχνία σηκώνει βελτίωση, η συγγραφική του διαίσθηση έχει μεγάλο ενδιαφέρον- παράδειγμα το τέταρτο μέρος των Χαρτών

Οι «Χάρτες» του Γρηγοριάδη δεν αφήνουν τον αναγνώστη παραπονεμένο, δεν τον αφήνουν να μελαγχολήσει, ακόμα και όταν ο πατέρας -που μόλις αποφυλακίζεται- λέει στο γιο του ότι εξαιτίας του σκότωσε τη μάνα του, αλλά καλά θα κάνει να ψάξει ποιανού γιος είναι! Ή ακόμα όταν η μάνα σκοτώνει το κοριτσάκι της στην πιο παράξενη και ίσως δυνατότερη ιστορία της συλλογής (που –φυσικά- εντάσσεται στους ου-τόπους).

Αυτό συμβαίνει όχι γιατί υπάρχει μια διάχυτη διάθεση απόδοσης happy end –σε καμία περίπτωση· γίνεται γιατί ο συγγραφέας αρνήθηκε να βάλει οποιοδήποτε οριστικό και αμετάκλητο τέλος, αφήνοντας, έτσι, απόλυτη ελευθερία στον αναγνώστη να βρει εκείνος την άκρη.

Ωστόσο, ο εξοικειωμένος με το έργο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη αναγνώστης θα παρατηρήσει για ακόμη μία φορά ότι ο συγγραφέας κάπου σταμάτησε το βηματισμό του, ένιωσε συστολή και δεν ξετυλίχτηκε όλος ο κόσμος που κρύβει στο μυαλό του. Εδώ τίθεται και πάλι το ερώτημα: τι σταματά τον συγγραφέα να μιλήσει απόλυτα και ξεκάθαρα έξω από τα δόντια; Η απάντηση θα δοθεί από τον αναγνώστη και μόνο, εφόσον βέβαια δημιουργηθεί μέσα του αυτό το ερώτημα. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, βρίσκω ότι ο Γρηγοριάδης κρατά καλά κρυμμένα κάθε φορά κάποια από τα χαρτιά του. Πότε θα τα ανοίξει, είναι ένα ερώτημα που θα απαντηθεί σε κάποιο ίσως επόμενο βιβλίο του.

Ο έρωτας, η ηδονή, το γέλιο, η λύπη –όλα γνώριμα στο έργο του Γρηγοριάδη- τώρα παίρνουν μία ακόμη σημασία: κλείνουν το ταξίδι τους πατώντας στους χάρτες που μέχρι σήμερα έχουν διάπλατα ανοίξει σε τραπέζια που πριν είχαν πάνω τους φιλοξενήσει όνειρα. Έχω τη σοβαρή υποψία ότι, αν ο πρώτος κύκλος του Θεόδωρου Γρηγοριάδη είχε κλείσει με τα «Νερά της Χερσονήσου» (Κέδρος), ο δεύτερος κλείνει με τους «Χάρτες». Καιρός δείξεται και πάλι…

Σκέψη πριν το τέλος: οι απαιτητικοί συγγραφείς δεν χρειάζονται απαιτητικούς αναγνώστες. Χρειάζονται ανοιχτά μυαλά…

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη]

[Το πρώτο διαδικτυακό σπίτι του Θεόδωρου Γρηγοριάδη βρίσκεται στις σελίδες της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης των Σερρών. Στο νέο του blog μπορεί κανείς να βρει το Ημερολόγιο των «Χαρτών» αλλά και τους νέους λογοτεχνικούς χάρτες που ο συγγραφέας ξετυλίγει]

ΩΡΑΡΙΑ – Σώτη Τριανταφύλλου [ή: Γιατί να (μην) συνδέεται η διασκέδαση με το ξενύχτι]

(Είχα κάνει, συζητώντας με μια φίλη, την εξής σκέψη-ερώτημα: γιατί πρέπει η διασκέδαση να ταυτίζεται με το ξενύχτι; Σκεφτόμουν ότι το Άμστερνταμ και το Λονδίνο θα ήταν ο παράδεισός μου, εκεί που το ποτό, η διασκέδαση και η παρέα ξεκινούν τη νύχτα τους απ’ τις …6 το απόγευμα. Μου ήρθε στο μυαλό ένα κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου για τα Ωράρια. Δημοσιεύτηκε στο Car.)

Οι Έλληνες καυχώνται ότι είναι γλεντζέδες και ξενύχτηδες. («Οι Ευρωπαίοι δεν ξέρουν να ζουν, ρε! Πάνε για ύπνο με τις κότες!» ) Παρά τα συμπεράσματα της τελευταίας έρευνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία είμαστε οι πιο φανατικοί τηλεθεατές – της χειρότερης τηλεόρασης στην Ευρώπη – και βγαίνουμε για να «γλεντήσουμε» σπανιότερα από τους άλλους Ευρωπαίους, επιμένουμε ότι είμαστε λαός γλεντζέδων και ξενύχτηδων. Έστω ότι η έρευνα δημιουργεί παραπλανητική εικόνα. Πράγματι, το κέντρο της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης διανυκτερεύουν (είναι φωτισμένα, υπάρχουν πάντα δυο-τρία ανοιχτά περίπτερα)• πράγματι, στα «μαγαζιά» η ζωή είναι μετατοπισμένη στη νύχτα. (Η «ζωή» σημαίνει οξυζεναρισμένες ξανθές που τσιφτετελίζουν στις μπάρες.) Στους κεντρικούς δρόμους κόσμος πάει κι έρχεται, οδηγεί και κορνάρει. Στις τρεις το πρωί, ιδιαίτερα την Παρασκευή και το Σάββατο, σε ορισμένες γειτονιές επικρατεί φρενίτις. Σε ορισμένες γειτονιές: εκεί όπου συνωστίζονται τα μπαρ ή/και τα σκυλάδικα. Η υπόλοιπη πόλη είναι έρημη, ερεβώδης και σιωπηλή: ακούς τα βήματά σου ν’ αντηχούν στο πεζοδρόμιο. Αναρωτιέμαι ποιο ποσοστό Ελλήνων νυχτοπερπατούν διασκεδάζοντας, με τον τρόπο τους (που σίγουρα δεν είναι ο δικός μου τρόπος, αλλά τι σημασία έχει…), και υπολογίζω πως δεν ξεπερνάει το δέκα τοις εκατό. Μπορεί και λιγότερο.

Το αν ξενυχτάνε οι Έλληνες γίνεται υπόθεση ιδιωτική: είτε βλέπουν τηλεόραση, είτε στριφογυρίζουν στο κρεβάτι τους, αγωνιώντας για τις δόσεις του δανείου. Η ελληνική ιδιαιτερότητα, που θολώνει τα δεδομένα, έγκειται στα τοπικά ωράρια: οι Έλληνες τρώνε στις δέκα το βράδυ, αν όχι στις έντεκα• κατά τις δύο το πρωί, καταναλώνονται θηριώδεις ποσότητες πιτόγυρου στο όρθιο. Όταν ξεμυτίζουν απ’ το σπίτι τους, είναι κιόλας μεσάνυχτα: μέχρι τις έντεκα, στα περισσότερα μπαρ οι εργαζόμενοι σκουπίζουν, πλένουν τα ποτήρια της προηγουμένης και τα σχετικά. Κατά τις δώδεκα, σαν τη Σταχτοπούτα, μπαίνει ο πρώτος πελάτης, φρέσκος-φρέσκος μετά από σιέστα τριών ωρών και φραπέ με τρεις ζάχαρες, χώρια τους εσπρέσο. Τα πάρτι αρχίζουν στη μία το πρωί: όποιος φτάνει νωρίτερα, εκτός του ότι δίνει εντύπωση βλαχαδερού, κάθεται στην κουζίνα και βοηθάει στο σερβίρισμα, φτιάχνει καναπεδάκια, ή/και πίνει για να ξεχάσει τη μοναξιά του. Όταν το πάρτι ανάψει, κατά τις τρεις το πρωί, έχει γίνει πίτα και σούργελο και δεν τον βαστούν τα πόδια του.

Οι μισές προβολές των κινηματογράφων είναι ουσιαστικά μεταμεσονύκτιες: η «δεύτερη» προβολή αρχίζει στις έντεκα και δέκα και τελειώνει στη μία και δέκα, εκτός αν η ταινία είναι τρίωρη, οπότε ξημερωνόμαστε. Το πλήθος βγαίνει απ’ την αίθουσα σχηματίζοντας ένα τεράστιο χασμουρητό. Και παρ’ όλ’ αυτά, είναι η κατάλληλη ώρα ένα ποτό. Ή για δύο ποτά. Στη μία και δέκα είναι ό,τι πρέπει για μπαρότσαρκες: εκτός αν εργάζεσαι και πρέπει να σηκωθείς να πας στη δουλειά. Αλλά, ποιος εργάζεται; Ποιο κορόιδο πρέπει να κοιμηθεί για να ξυπνήσει νωρίς;

Στα εστιατόρια, οι Έλληνες (ζευγάρια που συναντούν άλλα ζευγάρια) δίνουν ραντεβού στις δέκα και μισή, φτάνουν με μισή ώρα καθυστέρηση («είχε κίνηση!»), κατά την οποία μισή ώρα αναρωτιέσαι τι στην ευχή κάνεις εκεί πέρα και γιατί δεν βρίσκεσαι στη θαλπωρή του δωματίου σου. Μετά το φαγητό – κατά τη μία – αναρωτιούνται πού θα πιουν το περίφημο “after” ποτό, που σημαίνει τουλάχιστον τρία ποτά, που σημαίνει πως η επόμενη μέρα πρέπει να θεωρείται χαμένη. Ντεπόν και βασανιστικά ερωτήματα: μήπως είπα τίποτα που δεν έπρεπε; Μήπως, οδηγώντας, έκανα οχτάρια; Μήπως…

Αυτό είναι το «έξω» αλά ελληνικά. Ξεκινάμε αργά απ’ το σπίτι, τρώμε και πίνουμε τον περίδρομο, περιφρονούμε τα ωράρια των εργαζομένων («παιδικές ώρες!») και νιώθουμε μάγκες και bon viveurs. Δεν ξέρω αν είμαστε μάγκες, αλλά bon viveurs δεν είμαστε: παρά το νεόκοπο κυριλέ στυλ – ακριβά γούστα, nouvelle cuisine, υψηλές απαιτήσεις – οι Έλληνες προτιμούν πάντα τη μαγειρική της μαμάς τους (συχνά επικίνδυνη, αν όχι θανατερή: λίπη! Ζάχαρες!) και τα ωράρια των φαντάρων σε άδεια. Τα ωράρια της πενθήμερης σχολικής εκδρομής, όπου οι μαθητές ξεσαλώνουν για πρώτη φορά στη ζωή τους, πίνουν, ξερνάνε, ξενυχτάνε, ξεπαρθενιάζονται και τα συμπαρομαρτούντα.

Οι συναυλίες: εκτός από εκείνες του Mεγάρου και των θρησκευτικών συλλόγων, οι συναυλίες αρχίζουν στις εντεκάμισι. Οι ξένοι μουσικοί, που έρχονται να παίξουν στην Ελλάδα, βρίσκονται σε αμηχανία: μα, γιατί να μην βγω στις εφτά; Κι αφού, έστω, το εισιτήριο γράφει εννιά, γιατί να βγω στις έντεκα; Τελικά, βγαίνει στις εντεκάμισι. Τα πλήθη βρυχώνται: όχι από ανυπομονησία• απλώς, έχουν καταπιεί ήδη πέντ-έξι σφηνάκια.

Εντάξει, παραδέχομαι πως μια μικρή κατηγορία Ελλήνων ξενυχτάνε και γλεντάνε στην πόλη και στις παρυφές της. Κυρίως στις παρυφές της, εκεί όπου το πρόγραμμα – το σκυλεύειν – ξεκινάει τις πρώτες πρωινές ώρες. Μια άλλη κατηγορία ξενυχτάει κατ’ οίκον, πασχίζοντας να δει μια ταινία στην τηλεόραση: η ταινία αρχίζει στις δέκα και τελειώνει στη μία• παρεμβάλλεται μια ώρα διαφημίσεις, ένα τέταρτο νυχτερινές ειδήσεις. Πολλοί τηλεθεατές παραπονιούνται ότι δεν αντέχουν να δουν το τέλος καμιάς ταινίας, διότι αποκοιμιούνται μπροστά στον δέκτη. Το άκρον άωτον της μιζέριας: να σε παίρνει ο ύπνος μπροστά στην οθόνη της τηλεόρασης.

Τέλος, η διασκέδαση είναι ένα ακόμα ταξικό ζήτημα. Λίγοι «βγαίνουν» (οι λίγοι αυτοί βγαίνουν πολύ, βγαίνουν με πάθος, με σύστημα, με προσδοκίες ), ακόμα λιγότεροι διασκεδάζουν. Τα ποτά – στα μέρη όπου δεν σερβίρονται μπόμπες – έχουν τιμές δυσανάλογες του μέσου εισοδήματος, κι όσο για τα «καλά» εστιατόρια είναι τα ακριβότερα της Ευρώπης, χωρίς να βρίσκονται στην Ευρώπη. Είναι καλά για τους νεόπλουτους. Είναι καλά για την Ανατολή. Είναι καλά για όσους, μέχρι προσφάτως, έτρωγαν μπριζόλα μοσχαρίσια, μπριζόλα χοιρινή, σπετζοφάι, σπληνάντερο και σκορδαλιά. Το ότι είναι ακριβά συμβάλλει στη σαγήνη: υποτίθεται πως ό,τι πληρώνεις παίρνεις.

Αν υποστηρίζω το εργασιομανές πρότυπο – νωρίς το βράδυ στο κρεβάτι, νωρίς το πρωί στο πόδι: όχι, δεν το υποστηρίζω. Όχι, το πρωινό πουλί δεν πιάνει το σκουλήκι. Ωστόσο, στις μεγαλουπόλεις, πρέπει να υπάρχει χώρος και χρόνος για όλους: όλη μέρα, κάθε μέρα, όλη νύχτα, κάθε νύχτα πρέπει να είναι διαθέσιμες για να καλύπτονται όλες τις ανάγκες. Μπορεί να ακούγεται παράξενο, αλλά μια καθόλου ευκαταφρόνητη μερίδα Ελλήνων όντως εργάζεται (ώστε να κάθονται οι υπόλοιποι) και έχει ανικανοποίητες ανάγκες για διασκέδαση. Πολλοί άνθρωποι προτιμούν να μένουν στο σπίτι τους, σερνόμενοι αθλίως με τις πυτζάμες, παρά να βγαίνουν στην πόλη στη μία το πρωί σαν τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη.

ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ

***************************

[Και μέσα σ’ όλα, ανέκυψε και το αίτημα των βιβλιοπωλών (άκουσον-άκουσον!) να παραμείνουν ανοιχτά τα βιβλιοπωλεία μέχρι τα μεσάνυχτα, την ημέρα της κυκλοφορίας του Χάρι Πόττερ! Ευτυχώς που το συνδικαλιστικό όργανο των υπαλλήλων απάντησε δυναμικά και αυτό δεν έγινε. Εάν αυτό δεν είναι κατήφορος και μαζί απόλυτα παράλογη απαίτηση εκ μέρους των ιδιοκτητών, τότε με συγχωρείτε, αλλά ζούμε σε μια σουρρεαλιστική, επαναλαμβανόμενη και ακατάσχετη βλακεία… Και όλα αυτά για το Χάρι Πόττερ! Να με συμπαθάτε, αλλά…]

************************

LOS ANGELES – σώτη τριανταφύλλου & πέτρος νικόλτσος (εκδόσεις Μελάνι)

Λος Αντζελες
‘Ημουν ένα αποδημητικό πουλί, ένα πουλί: τα σχέδιά μου δεν ξεπερνούσαν την επόμενη μέρα. Μαζί με τα χρόνια συσσωρεύτηκαν οι φυγές κι οι επιστροφές, οι επιστροφές στις παλιές αυταπάτες. Οι δρόμοι δεν τελείωναν πουθενά, μονάχα διακόπτονταν· δεν με οδηγούσε κανένα φως, με οδηγούσε το εγχειρίδιο των τροχαίων σημάτων, ο άτλαντας του κόσμου. Υπήρχα μέσα στον χώρο, έξω απ΄ τον χρόνο: γλιστρούσα στον ανάγλυφο χάρτη, παραμόνευα σαν τα θηρία της ξηράς, σαν τα θαύματα. Δεν είχα ταξιδιωτικές εντυπώσεις, δεν ήμουν περιηγήτρια, δεν είχα καμιά ιδιότητα· περιφρονούσα τους φυσιολατρικούς ομίλους, τους τουρίστες και τους περιπατητές, τα μουσεία και τα μνημεία. Αγαπούσα το μπετόν, όπως ο Οράτιος Γκρήνοου, να τι αγαπούσα: μίκραινα μέσα στις γεωμετρικές προοπτικές, διαλυόμουν στην τροχιά των πόλεων, δεν νοσταλγούσα τα δέντρα, ούτε τα νερά και τα ξέφωτα – τα τοπία ήταν χέρσα και άγονα, τα καρότα ψυχεδελικά, αιχμηρά, φτιαγμένα από ενδιάμεση ύλη. ‘Ετσι, έφτασα εκεί όπου έκανε όση ζέστη χρειαζόμουν, έφτασα εκεί όπου, ακόμα κι αν με φώναζες,
δεν θα μπορούσα να σ΄ ακούσω.
Ζούμε σε πόλεις φρούρια, όπως στο Μεσαίωνα. […] Οι πόλεις μάς καθρεφτίζουν. […] Inherit the wind.
***************
Πόσο έχω αλλάξει απ’ το 1976: πολύ. Έχω αλλάξει πολύ.
******************
Περίμενα στον δρόμο: το τηλέφωνό μου ήταν ο τηλεφωνικός θάλαμος’ όταν χτυπούσε ήξερα πως ήταν για μένα.
********************
Όταν τα ρολόγια έλιωναν, βγαίναμε στον κόσμο. […] Τα μεσάνυχτα αγοράζαμε φτηνά γέλια και ποτά –αγοράζαμε ό,τι οι άλλοι δανείζονταν.
**********************
Τον χειμώνα, τριγυρίζαμε μέσα στη βροχή, τριγυρίζαμε σαν μαύρα πουλιά. Ντυνόμασταν κι έπειτα δεν είχαμε πού να πάμε’ υπνοβατούσαμε σε λάθος υπνοδωμάτια.
*****************
Τα πολεοδομικά οράματα έγιναν κοινωνικοί εφιάλτες. Ή παρέμειναν ουτοπίες. […] Οι “Νέες Πόλεις” χτίστηκαν από το μηδέν και επέστρεψαν στο μηδέν: δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς παρελθόν, χωρίς ουλές, χωρίς ίχνη.
***************************


Η πόλη μοιάζει ήσυχη κι αθώα’ για μια στιγμή χάνει την ισορροπία της, κλυδωνίζεται, έπειτα η τάξη αποκαθίσταται.

*******************

Η γεωγραφία του πουθενά: γυμνοί δρόμοι, αστική αποσάρθρωση, περιβαλλοντική κατάρρευση’ πόλεις που κλείνουν, που κοιμούνται στις δέκα το βράδυ. Προάστια-υπνωτήρια
Οι μέρες άδειαζαν, κι όταν έπεφτε το βράδυ η πλατεία έμοιαζε με εργοστάσιο που έφτιαχνε κούκλες. Στο κουρείο η καρέκλα μού φαινόταν σαν ηλεκτρική’ έλεγα:
όλα πρισματικά τα βλέπω, όλα πρισματικά τα βλέπω.

αφιερωμένο…

[φωτογραφίες και αποσπάσματα από το βιβλίο]