LOS ANGELES – σώτη τριανταφύλλου & πέτρος νικόλτσος (εκδόσεις Μελάνι)

Λος Αντζελες
‘Ημουν ένα αποδημητικό πουλί, ένα πουλί: τα σχέδιά μου δεν ξεπερνούσαν την επόμενη μέρα. Μαζί με τα χρόνια συσσωρεύτηκαν οι φυγές κι οι επιστροφές, οι επιστροφές στις παλιές αυταπάτες. Οι δρόμοι δεν τελείωναν πουθενά, μονάχα διακόπτονταν· δεν με οδηγούσε κανένα φως, με οδηγούσε το εγχειρίδιο των τροχαίων σημάτων, ο άτλαντας του κόσμου. Υπήρχα μέσα στον χώρο, έξω απ΄ τον χρόνο: γλιστρούσα στον ανάγλυφο χάρτη, παραμόνευα σαν τα θηρία της ξηράς, σαν τα θαύματα. Δεν είχα ταξιδιωτικές εντυπώσεις, δεν ήμουν περιηγήτρια, δεν είχα καμιά ιδιότητα· περιφρονούσα τους φυσιολατρικούς ομίλους, τους τουρίστες και τους περιπατητές, τα μουσεία και τα μνημεία. Αγαπούσα το μπετόν, όπως ο Οράτιος Γκρήνοου, να τι αγαπούσα: μίκραινα μέσα στις γεωμετρικές προοπτικές, διαλυόμουν στην τροχιά των πόλεων, δεν νοσταλγούσα τα δέντρα, ούτε τα νερά και τα ξέφωτα – τα τοπία ήταν χέρσα και άγονα, τα καρότα ψυχεδελικά, αιχμηρά, φτιαγμένα από ενδιάμεση ύλη. ‘Ετσι, έφτασα εκεί όπου έκανε όση ζέστη χρειαζόμουν, έφτασα εκεί όπου, ακόμα κι αν με φώναζες,
δεν θα μπορούσα να σ΄ ακούσω.
Ζούμε σε πόλεις φρούρια, όπως στο Μεσαίωνα. […] Οι πόλεις μάς καθρεφτίζουν. […] Inherit the wind.
***************
Πόσο έχω αλλάξει απ’ το 1976: πολύ. Έχω αλλάξει πολύ.
******************
Περίμενα στον δρόμο: το τηλέφωνό μου ήταν ο τηλεφωνικός θάλαμος’ όταν χτυπούσε ήξερα πως ήταν για μένα.
********************
Όταν τα ρολόγια έλιωναν, βγαίναμε στον κόσμο. […] Τα μεσάνυχτα αγοράζαμε φτηνά γέλια και ποτά –αγοράζαμε ό,τι οι άλλοι δανείζονταν.
**********************
Τον χειμώνα, τριγυρίζαμε μέσα στη βροχή, τριγυρίζαμε σαν μαύρα πουλιά. Ντυνόμασταν κι έπειτα δεν είχαμε πού να πάμε’ υπνοβατούσαμε σε λάθος υπνοδωμάτια.
*****************
Τα πολεοδομικά οράματα έγιναν κοινωνικοί εφιάλτες. Ή παρέμειναν ουτοπίες. […] Οι “Νέες Πόλεις” χτίστηκαν από το μηδέν και επέστρεψαν στο μηδέν: δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς παρελθόν, χωρίς ουλές, χωρίς ίχνη.
***************************


Η πόλη μοιάζει ήσυχη κι αθώα’ για μια στιγμή χάνει την ισορροπία της, κλυδωνίζεται, έπειτα η τάξη αποκαθίσταται.

*******************

Η γεωγραφία του πουθενά: γυμνοί δρόμοι, αστική αποσάρθρωση, περιβαλλοντική κατάρρευση’ πόλεις που κλείνουν, που κοιμούνται στις δέκα το βράδυ. Προάστια-υπνωτήρια
Οι μέρες άδειαζαν, κι όταν έπεφτε το βράδυ η πλατεία έμοιαζε με εργοστάσιο που έφτιαχνε κούκλες. Στο κουρείο η καρέκλα μού φαινόταν σαν ηλεκτρική’ έλεγα:
όλα πρισματικά τα βλέπω, όλα πρισματικά τα βλέπω.

αφιερωμένο…

[φωτογραφίες και αποσπάσματα από το βιβλίο]