γράμματα γενεθλίων – ted hughes

Η φύση είναι το περιβάλλον τού έρωτα και του θανάτου – όλης της ύπαρξης. Μια στιγμή, ένα αεράκι σκοτεινής ή υπέρλαμπρης μέρας, το πέταγμα και το κρώξιμο ενός γερακιού, το ρέον ύδωρ και το έλος μαζί με την κινούμενη άμμο, μπορούν να αγκαλιάσουν και -γιατί όχι;- να αποβάλουν ό,τι εν αυτοίς εμφανίζεται και πάει να μεγαλυνθεί.
Καθόμουν αμήχανος.
Ήμουν μια μύγα έξω απ’ το παράθυρο
του οικιακού μου δράματος. Αρνήθηκες να κάτσεις εκεί
τεμπελιάζοντας, το μισούσες αυτό.
Τούτο επίπεδο, ανεμοδαρμένο πιάτο δεν ήταν ωκεανός.
Έπρεπε να φύγεις κι έφυγες. Κι
ήρθα ξωπίσω σου, σαν σκύλος, κατά μήκος της κορυφής,
στην άκρη του λιβαδιού,
μέσα σε ένα δάσος από βελανιδιές που τις σβάρνιζε ο αέρας –
και βρήκα μια παγίδα.
Χάλκινο σύρμα που έλαμπε, χορδή καφετιά, ανθρώπινο τέχνασμα,
αχρησιμοποίητη. Δίχως λέξη
τη διέλυσες και την πέταξες στα δέντρα.

Οι αλλεπάλληλες μετακινήσεις, ο καθημερινός θάνατος και ο απλός έρωτας, η dies natalis ως μέρα βασάνου και εγκαρτέρησης μιας νέας ανάσας, δοσμένης κατά τα άλλα τυχαία, μία αυτοκτονία και μετά μια δεύτερη’ θάνατος ξανά καθημερινός.

Σ’ έφερα στο Ντέβον. Σ’ έφερα στον τόπο των ονείρων μου.
Σε οδήγησαν σαν υπνοβάτη
στη χώρα των τοτέμ μου. Χιμαιρική χώρα:
Ο οπωρώνας στη Δύση.

Βραβεία, ηρεμία και απομάκρυνση’ μύθος’ φάρμα, θέατρο, τιμή’ απομυθοποίηση. Yeats, Lawrence, Sylvia, Assia’ θάνατος. ΕΡΩΤΑΣ.

Λες και κατέβαινες, στον ύπνο κάθε νύχτας,
στου πατέρα σου τον τάφο,
έμοιαζες φοβισμένη να κοιτάξεις, ή να θυμηθείς το επόμενο πρωί
αυτό που είχες δει. Όταν θυμόσουν,
τα όνειρά σου ήταν μια θάλασσα γεμάτη πτώματα,
κτηνωδίες από στρατόπεδα θανάτου, μαζικοί ακρωτηριασμοί.

Σταθμοί των τρένων, κουζίνες γκαζιού, φωτιά και λάβ(ρ)α, μηχανές και έλατα’ το στενό της Μάγχης’ έρωτας. ΘΑΝΑΤΟΣ.


[…]λάθος ώρα περίμενες. Το λεωφορείο απ’ το Βορρά
έφτασε κι άδειασε και δεν ήμουν σ’ αυτό.
Δεν έχει καμιά σημασία πόσο επέμεινες
και ικέτεψες τον οδηγό, ίσως με δάκρυα,
να με εμφανίσει ή να θυμηθεί ότι με είδε
να το χάνω στο τσακ. Δεν ήμουν σ’ αυτό το λεωφορείο.
Οκτώ το απόγευμα κι ήμουν χαμένος κι αχαλίνωτος,
κάπου στην Αγγλία.

Ήταν πάντοτε μοναχικός’ αυτόφωτος μέσα σε μια κατάφωτη παράδοση, “γεράκι πάνω απ’ την Αγγλία”, να κρώζει στο τέλος των μαχών. Η ΠΟΙΗΣΗ. Εκεί που βρισκόταν, εκεί που βρέθηκε και, πάνω απ’ όλα, αυτοί (και αυτές) που τον βρήκαν’ Η ΠΟΙΗΣΗ. Ποιητής και μάγος’ ανθρώπινος ως ποιητής’ ποιητικός ως αειθαλλής σάρκα. Η ΠΟΙΗΣΗ.

Ανόητοι από αυτοπεποίθηση, στα παιδικά κουβερτάκια
μιας παρατεταμένης ωρίμασης, μόνιμα ξαπλωμένοι
στο μαξιλάρι του ανατολίτικου αμαξιδίου –
η μητρική φροντίδα της φύσης αβίαστα επικουρεί
για την ολοκλήρωσή της – αδιαφορούσαμε
για τη σοβαρότητα της ζωής, τρεις από μας, τέσσερις, πέντε, έξι –
παιχνίδια φιλίας.

Και μετά σιωπή. Μετά από τόσο αίμα, από τόσες φωνές, μετά από αδύναμους αγώνες να σώσει και να σωθεί, σιωπή’ έρωτας και θάνατος. Το απλό χωρίς το σύνθετο’ το καυτό’ ΑΙΜΑ. Έσπασε η σιωπή. Εξορκισμός και ζώδια’ Sylvia. O, littleblood. Ταρώ’ και αυτό. Και αυτός’ Ted.

[…]Κι οι λέξεις σου,
πρόσωπα που αποστράφηκαν το φως,
κρατημένα στα σωθικά τους.

Εισαγωγή/Μετάφραση/Σχόλια : Γιάννης Αντιόχου
Επιμέλεια : Σπύρος Ηλιόπουλος
Επίμετρο : Σώτη Τριανταφύλλου


[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι]