ημερολόγια χρήσης – κωνσταντίνος ματσούκας

ημερολόγια χρήσης

Τώρα, περασμένα 30, μετέθετε το συμβατικό όριο της ωριμότητας ταξιδεύοντας. […] Ταξίδευε λοιπόν με κάθε ευκαιρία, μηχανευόμενος προσχήματα για να φτάνει κάθε φορά μακρύτερα από τον επίσημο προορισμό του.»
[Απόσπασμα από το βιβλίο]

Αυτός είναι ο ήρωας του Κωνσταντίνου Ματσούκα στο βιβλίο του «Ημερολόγια Χρήσης». Ένας τριαντάρης διανοούμενος που πέφτει ολόκληρος στον σκληρό κόσμο των ναρκωτικών με φόντο τη σημερινή Αθήνα. Ο συγγραφέας αποφασίζει να καταγράψει, λογοτεχνική συμβάσει, σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση το ημερολόγιο αυτού του ανθρώπου σε ποιητική μορφή, που συνδυάζει την ποιητική γλώσσα με την ποιητική σκέψη.


Στη σύγχρονη Αθήνα, λοιπόν, ο κόσμος των ναρκωτικών, των βαριών ναρκωτικών μάλιστα, αναδύεται μέσα από τις καταγραφές ενός ανθρώπου όχι ως τρίτου ματιού, αλλά ως μέλους, ολοκληρωμένου ούτως ειπείν, αυτού του κύκλου, ενός ήρωα που εισάγεται σ’ αυτόν τον κόσμο και αφομοιώνεται πλήρως. Αυτή η αφομοίωση οδηγεί στην αλλοίωση χαρακτηριστικών, σκέψεων, προτεραιοτήτων, επαφών, σχέσεων, και, τελικά, σε μια αλλοίωση του ίδιου του τού ψυχισμού.

Μάταιες -ή μη- αναζητήσεις της «δόσης», λυκοφιλίες, παραβατικότητα, οράματα, αποτοξίνωση και επάνοδος στη ναρκομανία, ξανά αποτοξίνωση και τελικά επιβίωση. Αυτά είναι τα βασικά κομμάτια των «Ημερολογίων Χρήσης», με τον έρωτα να βρίσκεται κάπου στο βάθος, με το αέναο δόσιμο ενός ανθρώπου σε έναν άλλον, το οποίο μπορεί πολλές φορές να προκαλέσει την αιδώ, την τροχοπέδη στη συνέχιση των καταχρήσεων, μπορεί να αποτελέσει και τον λόγο επιβίωσης.

Η ποιητική γλώσσα και η πανταχού παρούσα ποιητικότητα των «Ημερολογίων Χρήσης» είναι το μεγαλύτερο προτέρημα του Κωνσταντίνου Ματσούκα. Χωρίς φανταχτερά, λεξιλογικά πυροτεχνήματα, με λόγο απλό και μετρημένο, λιτό και πλήρη ψυχικού βάθους, ο συγγραφέας μεταφέρει ολοζώντανες μπροστά μας τις εικόνες του κόσμου της ναρκομανίας, και, συνεκδοχικά, του κόσμου οποιασδήποτε μανίας.

Διαβάζοντας, ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι ο υπότιτλος του βιβλίου αυτού θα μπορούσε να είναι «Εγχειρίδιο μη – Χρήσης». Διατρέχοντας τον κόσμο αυτόν που ο Ματσούκας περιγράφει, μέσω των στοιχείων του που αποδίδει κατά τον τρόπο που περιέγραψα παραπάνω, έχει κανείς την αίσθηση ότι κρατά στα χέρια του, απ’ τη μια, μια πολλά υποσχόμενη λογοτεχνική γραφή, και, απ’ την άλλη, ένα κείμενο (ας μου επιτραπεί: μανιφέστο) που βρίθει αληθειών που η σημερινή, συντηρητική και φοβισμένη, κοινωνία (μας) προσπαθεί να κρύψει πίσω απ’ το ατροφικό της δάχτυλο.

Τα «Ημερολόγια Χρήσης» είναι ακριβώς η αποκάλυψη ενός περιβάλλοντος, μιας μανιώδους κατάστασης, που πιστεύουμε ότι «συμβαίνει μόνο στους άλλους, κάπου μακριά απ’ την οχυρωμένη εστία μας». Ο Κωνσταντίνος Ματσούκας όμως δεν κρύβεται πίσω από τα λεγόμενα ταμπού• αντιθέτως, μιλά ευθέως, ολοκληρωμένα και ποιητικά την ίδια στιγμή, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου, παραδίδοντας ένα ποιητικό ημερολόγιο επιβίωσης• μια επιβίωση όχι απ’ τα ίδια τα ναρκωτικά μόνο, αλλά επιπλέον απ’ τις μανίες και τις αποφάσεις που οδηγούν με μαθητική ακρίβεια στο «χάσιμο» του εαυτού.

Εκεί που τα «Ημερολόγια Χρήσης» χωλαίνουν, είναι τα ελάχιστα σημεία που επαναλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο, που μπορεί, αφενός, να είναι το τέχνασμα του Ματσούκα για την περιδίνηση και τον φαύλο κύκλο που μπορεί ένας ναρκομανής να περιπέσει, αλλά, αφετέρου, είναι τόσο έντονες οι αναφορές, με αποτέλεσμα η επανάληψη απλώς να επαναφέρει στην επιφάνεια στοιχεία που αποτελούν ίσως ενδείξεις συγγραφικής αμηχανίας.

Τα «Ημερολόγια Χρήσης» του Κωνσταντίνου Ματσούκα είναι ένα ποιητικό βήμα που προτείνει την αποδραματοποίηση και συνάμα την απομυθοποίηση των ναρκωτικών με απόλυτο σκοπό τη λύση του μεγάλου αυτού σύγχρονου προβλήματος. Επιτυγχάνει να μανιφεστάρει εναντίον της τερατοποίησης της ναρκομανίας στοχεύοντας στις πραγματικές και ουσιώδεις λύσεις για χάρη των επερχόμενων γενεών που πρέπει παντί τρόπω να αποφύγουν την καταστροφή• μια καταστροφή που προέρχεται από οποιουδήποτε είδους μανίες…

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι]

[Γεννημένος στην Αθήνα, ο Κωνσταντίνος Ματσούκας έχει ζήσει και σπουδάσει στις Η.Π.Α., στην Ελλάδα και στην Αυστραλία, όπου έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ. Έχει δουλέψει μεταξύ άλλων σαν επίκουρος καθηγητής φιλοσοφίας (tutor), ακαδημαϊκός ερευνητής, μεταφραστής/διερμηνέας, εκφωνητής ειδήσεων και αρθρογράφος. Επίσης, τα τελευταία είκοσι χρόνια ζωγραφίζει υφάσματα.]

μετάξι – alessandro baricco

metaksi

Είναι κάποιες φορές που ένα μυθιστόρημα είναι σαν εκείνες τις γνωστές βουτιές στα άδυτα της λογοτεχνίας, με μια ενδιάμεση στάση, πολύχρονη και έντονη, στην τρέχουσα ζωή. Είναι, επίσης, κάποιες φορές που ένας γραφιάς μπορεί να καταφέρει ένα κείμενο που ισορροπεί ανάμεσα στην ποίηση και στον πεζό λόγο, χωρίς να χωλαίνει σε κανένα από τα δύο.

Αυτός είναι ο Alessandro Baricco, και αυτό είναι το “Μετάξι” του (μτφ Λένα Ταχμαζίδου, Πατάκης 1997).

Σ’ ένα χωριό της Γαλλίας, στα τέλη του 19ου αιώνα, ξεκινά η παραγωγή μεταξιού. Αρχικά, οι μεταξοσκώληκες μεταφέρονται από τις κοντινές χώρες της Μεσογείου. Ξαφνικά, όμως, ανοίγει η αγορά της Ιαπωνίας, που μέχρι αυτήν την περίοδο διερχόταν τη φάση της απομόνωσης με απόφαση του ίδιου του ιαπωνικού κράτους, την ίδια περίοδο που η αγορά μεταξοσκώληκα της Μεσογείου διέρχεται μια κρίση. Ο Μπαλνταμπιού, ο σημαντικότερος, αλλά όχι ο μόνος, κάτοχος μεταξουργείων της περιοχής, προσλαμβάνει τυχαία, τον Ερβέ Ζονκούρ’ μια μέρα τον είδε να περνά έξω απ’ ένα μπιστρό και αποφάσισε ότι αυτός ήταν ο άνθρωπός του’ ο άνθρωπος που θα έστελνε στο μακρύ ταξίδι για την Ιαπωνία. Ο πατέρας του Ερβέ τον προόριζε για αξιωματικό του γαλλικού στρατού, αλλά ο Μπαλνταμπιού είχε άλλη γνώμη, που απλώς την επέβαλε…

Εδώ ξεκινά το βαθιά λυρικό ταξίδι στη χώρα του μεταξιού που σηματοδοτεί την αρχή τής καταβύθισης σ’ έναν κόσμο φτιαγμένο και φιλτραρισμένο μέσα από όλες τις ενδόμυχες ανθρώπινες αναζητήσεις. Το “Μετάξι” και το ταξίδι των μηνών από τη Γαλλία στην Ιαπωνία και τούμπαλιν είναι ένα ανθρώπινο πέρασμα απ’ την αλήθεια της τρέχουσας ζωής στην ακόμη μεγαλύτερη αλήθεια του πνεύματος και της αναζήτησης αφενός του εαυτού και αφετέρου του κόσμου. Μέσα από τη ζωή του Ερβέ Ζοκνούρ, τη γυναίκα του και τις διαδοχικά αποτυχημένες προσπάθειες τεκνοποιίας, μέσα από μια λίμνη που μένει εκεί και που δεν αλλάζει, αλλάζουν ωστόσο τα ονόματα που άνθρωποι της δίνουν, μέσα από την επαφή με τον πηγαίο πολιτισμό της Άπω Ανατολής αλλά την ατελεύτητη πορεία στον τελευταίο σταθμό της καρδιάς, ο Alessandro Baricco κατάφερε να μην γράψει ένα “μυθιστόρημα. Ούτε και διήγημα”.

Ο ιταλός συγγραφέας διέλυσε εις τα εξ ων συνετέθη έναν ολόκληρο κόσμο παθών, ένα ολόκληρο σύμπαν επιθυμιών και πόνου. Κι όλα αυτά μέσα σε μόλις 111 σελίδες. Χωρίς να μένει κάτι μετέωρο, χωρίς να υπάρχει τίποτε περιττό. Είναι απ’ τις γραφίδες που ήξερε πότε έπρεπε να σηκώσει τη “μύτη” της απ’ το χαρτί.

Το “Μετάξι” είναι ένα κατά συνθήκην μυθιστόρημα. Δεν μπορώ εύκολα να το εντάξω πουθενά συγκεκριμένα, ούτε και ο ίδιος ο συγγραφέας κατά τα φαινόμενα, αν λάβω υπόψη μου το οπισθόφυλλο. Είναι απλώς μια ιστορία. Μια ιστορία που δεν έχει όμορφες λέξεις. Εκεί νομίζω ότι τελικά βρίσκεται και το μυστικό τού συγγραφέα. Στο απλό που φτάνει, με τον δικό του τρόπο, για να πλησιάσει την ομορφιά, μέσα από χιλιάδες δοκιμάσιες βέβαια’ μια ομορφιά απλή κι αυτή, με τον απλούστερο τρόπο γραφής.

“Ίσως είναι καλό να διευκρινίσουμε πως πρόκειται για μια ιστορία του 19ου αιώνα, για να μην περιμένει κανείς αεροπλάνα, πλυντήρια και ψυχαναλυτές. Δεν υπάρχουν. Μια άλλη φορά ίσως…”

 

[Ο Alessandro Baricco γεννήθηκε το 1958 στο Τορίνο. Έχει βραβευτεί πολλές φορές για τα μυθιστορήματά του. Το “Μετάξι” έχει μεταφραστεί σε τριάντα γλώσσες.]

άγρια που ξημερώνει

blue_empty.jpg

Γεννήθηκε στου μεσημεριού το μπλε στ’ όνειρο ενός άλλου
κι εκεί που φώναζε να τον ξυπνήσει μην και πνιγεί
σ’ εκείνο το ηλιοβασίλεμα που
-όνειρο σε όνειρο-
ονειρεύτηκε

γύρισε

γύρισε
δαιμονικός κι ανάποδα
-συμπτωματική αλήθεια-
στο μείνε των δαχτύλων

ένας ακόμα προσκυνητής εμπόλεμος

-άγρια που ξημερώνει

φεγγαράδα στο δέρμα – ασημένια σαράφη

Ασημ�νια Σαράφη

Μετά από δύο μυθιστορήματα, το πρώτο της «Το παράδοξο ταξίδι της εφηβείας της» (Καστανιώτης 1998) και το δεύτερο –εκτενές- με τον τίτλο «Platanus Orientalis» (Πατάκης 2003) που ήταν «οι διακλαδώσεις μιας ασυνήθιστης ιστορίας», η Ασημένια Σαράφη επέστρεψε το 2007 με μια συλλογή διηγημάτων υπό τον τίτλο «Φεγγαράδα στο δέρμα». Στα πρώτα της βιβλία είχε δώσει πολύ καλά δείγματα αισθητικής και γλώσσας, όπως επίσης και μυθιστορηματικής δομής. Στην τελευταία της όμως συλλογή καταφέρνει να μας εκπλήξει, να πάει ένα βήμα παρακάτω σε όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία τής γραφής της.

Οι δεκαεφτά ιστορίες που είναι χωρισμένες ανά δύο με την τελευταία να στέκει μόνη της –καθόλου τυχαία-, περιγράφουν κόσμους όπου το μυαλό αφήνεται ελεύθερο να αγγίξει ό,τι θέλει, μιας και η Σαράφη δείχνει να τα επιτρέπει όλα. Διαβάζουμε μεταξύ άλλων για γυναίκες που βγάζουν φεγγάρια στο δέρμα τους εξαιτίας των «επαφών» τους με τους άντρες, για μια μάνα που με την κόρη της αποφασίζουν να «εκδοθούν» και με το μυαλό και με το σώμα, για γράμματα με παραλήπτη το πούλμαν τού ΚΤΕΛ, για Πυγμαίους που ταξιδεύουν στη Σκανδιναβία, για ένα κορίτσι που ερωτεύεται έναν άντρα ο οποίος με τη σειρά του είναι ερωτευμένος με μια πέτρα, και, στο τέλος της συλλογής, κλείνουμε το βιβλίο με τη σαρκαστική ιστορία υπό τον τίτλο «Πώς (δε) γράφεται ένα διήγημα».

Η συλλογή αυτή στο σύνολό της αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα γραφής με έναν τρόπο που μπόρεσε αποτελεσματικά να παντρέψει τον γλωσσικό ρεαλισμό με την καταγραφή ιδεών που έρχονται από παράλληλους κόσμους, ας πούμε αρχικά ενδόμυχους. Η προσεκτική διατύπωση της Σαράφη –κάτι που κάποιες φορές γίνεται επιδεικτική- κάνει τη γλώσσα της να καλπάζει χωρίς να αφήνει πονηρές νοηματικές ακροβασίες, κάτι που αποδεικνύει ότι η συγγραφέας είναι τουλάχιστον αναγνωστικά αρκετά ενημερωμένη.

Πιο συγκεκριμένα, τα διηγήματα της «Φεγγαράδας στο δέρμα» μπορεί αφενός να είναι ώθηση προς τον αναγνώστη να αντιμετωπίσει τις περισσότερες φορές «καθημερινές» ιστορίες, είναι όμως έτσι καταγεγραμμένες που πηγάζουν και καταλήγουν, εν τέλει, σε μύχιες σκέψεις. Σε κάποια σημεία, βέβαια, ένιωσα να υπερθεματίζει η συγγραφέας στο καθημερινώς ανθρώπινο, κάνοντας έναν συνδυασμό –αμήχανο σε κάποια ειδικά του μέρη- με τα «εκτός του κόσμου τούτου».

Όπως είπα και προηγουμένως, πολλές φορές η γλώσσα τής Σαράφη γίνεται επιδεικτική. Έχω την αίσθηση ότι αυτό συμβαίνει εξαιτίας των απαιτήσεων του εκάστοτε αφηγητή σε κάθε ιστορία –που σε κάθε περίπτωση είναι η ίδια η συγγραφέας-, αλλά αυτό μπορεί να αποτελέσει δίκοπο μαχαίρι στα επιμέρους σημεία. Αυτό όμως συμβαίνει, κατά τα φαινόμενα, σε μια προσπάθεια να γίνουν τα κείμενα απολύτως λογοτεχνικά.

Ωστόσο, ο αναγνώστης, αφού αρχικά ταξιδέψει με κάθε ιστορία υπό τις συνθήκες που ανέφερα παραπάνω, οδηγείται ενώπιον των διαψεύσεων και των ανατροπών που η συγγραφέας έχει επιλέξει να μεγεθύνει με τον φακό τής γραφής της. Κάτι που θεωρώ ότι είναι το κεντρικό αφηγηματικό και πραγματολογικό τέχνασμα της Ασημένιας Σαράφη.

Η «Φεγγαράδα στο δέρμα» είναι, από τη μια, ένα ολοκληρωμένο βιβλίο, μια συλλογή διηγημάτων που μοιάζει οργανικά σφιχτοδεμένη, αλλά, από την άλλη, ανεβάζει πολύ ψηλά τον πήχη των προσδοκιών του αναγνώστη απ’ τη συγγραφέα, αλλά και, κατά τη γνώμη μου, των προσδοκιών της συγγραφέως από τον εαυτό της.

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη]

[Η Ασημένια Σαράφη γεννήθηκε στον Άγιο Λαυρέντιο Πηλίου. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.]

Δημήτρης Αθηνάκης

παραλήρημα για τα τέσσερα πόδια μιας αγάπης

Κοιλάδα ο έρωτας κι ο θάνατος στης μιας φωνής το “στάσου”. Πού ήμουν τόσα μερόνυχτα; σε ποιου φαντάσματος το πρόπλασμα πάλευα να χαρίσω δυο στιγμές -ανώφελες κι αυτές; Χέρι απλωμένο και ζωή σε έξαλλη -λερή και εξευτελιστική για άλλους- οργασμική πανωλεθρία. Hταν που γύριζα απ’ του μεσημεριού την άσπιλη παλιγγενεσία. Φωτιά ένα γύρω- ψήλωσα ξάφνου και, πατώντας αργόσυρτα στα τέσσερα πόδια μιας αγάπης, ξεκίνησα να πολεμώ με πέτρες και κεριά. Ηταν το αίμα μου ζεστό, καυτή η χαραμισμένη στάλα της οδύνης, δραπέτης έφτασα να ξεραστώ σε τόπο ξένο, δικό μου και δικό σου. Πρόσωπα και ανώφελα παρακάλια χάρισα, δεν πήρα απάντηση. Ποτέ. Αναδρομική αποστασία κι ένας θυμός αλλοτινός, σταυρωμένος σαν εκείνον τον όμορφο ληστή στα δεξιά. Οπως τον βλέπω, όχι όπως τον νιώθεις. Δεν φοβήθηκα ποτέ ξανά. Σε μιας μομφής το ανέξοδο κενό -πάλι αυτό, βλέπεις;- εγώ απάντησα με λάθος. Σωρός και σορός. Αρσενικός και θηλυκός, μόνος και ιδρωμένος- κανείς δεν το κατάλαβε. Κανείς δεν έβαλε σε μαύρο απλυσιάς, σε κόκκινο της λύπης, σε κίτρινο διάκενο αμάθειας και λυκαυγούς, φαντάσματος ευήκοα στητά κι ολόρθα σώματα να παίξει εκείνη η πανάρχαια κατάρα στο ρυθμό της πιο φοβισμένης λάβας. Ημουν κι εγώ σαν ένας μια στιγμή. Δεν αντέχω πια να ζω ελεύθερος- χρειάζομαι εκείνη την αγαπημένη χειροπέδα που μου ‘ταξες. Δως τη μου κι ας μην αξίζω σκλάβος να μείνω, φάντασμα κι ακάθαρτος. Κι ας μην αξίζω να βρεθώ στη μέση των αιώνων. Κι ας μην θωρώ της μουσικής πρωθύστερους βυθούς.

Μα, να! Βλέπω από μακριά να έρχονται τα “ναι” σου όλα μαζί. Και τα δικά μου, κεριά καιροφυλακτούντα, κραδαίνουν τους αιώνες απ’ την αναμονή. Φυσά δυνατά. Μου παίρνει το καπέλο, τα γυαλιά, το τατουάζ, το χέρι μου μου παίρνει, το πόδι κι ένα μάτι. Μένω έτσι, να χαμογελώ -κατάρας απαύγασμα- μπροστά στους πίδακες που η χαρά αναβλύζει. Μόνη κι αυτή. Μόνη μέσα σε μια ακατανόητη εν πολλοίς αποστασία- εκείνη την υπέροχη θηλιά δεν θυμάμαι πού την έχω βάλει. Ισως να χάθηκε μαζί με όλα τα στολίδια, μαζί με όλους τους ακατανόητους χειμώνες. Μείνε- κι ας μην μας καταλαβαίνει κανείς. Δεν χρειάζεται κι αυτό να μας πνίξει. Μόνο να ρέει το πνεύμα του κρασιού και ο καπνός να ρέει.

πυθαγόρεια εγκλήματα – τεύκρος μιχαηλίδης

Ο Τεύκρος Μιχαηλίδης, γνωστός μέχρι τώρα από μαθηματικά συγγράμματα αλλά και από τις μεταφράσεις του, μεταξύ άλλων, των μαθηματικών μυθιστορημάτων τού Ντενί Γκετζ (π.χ. «Το Θεώρημα του Παπαγάλου», εκδ. Πόλις), στο επίσης μαθηματικό μυθιστόρημά του, «Πυθαγόρεια Εγκλήματα», προσπαθεί να παντρέψει τα μαθηματικά με τον μύθο.


Ως αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας έχουμε ένα κλασικό campus novel, ένα ακαδημαϊκό μυθιστόρημα και όπως στα περισσότερα μυθιστορήματα του είδους, έτσι και σ’ αυτό, προεξάρχοντα ρόλο παίζει η επιθυμία τού συγγραφέα να θεωρητικοποιήσει και να εκθέσει τις παραμέτρους της επιστήμης που έχει αποφασίσει ότι θα αποτελέσει το διακύβευμα του κειμένου του. Σαφέστατα, η δομή κάθε ακαδημαϊκού μυθιστορήματος επηρεάζεται από την επιστήμη στην οποία βασίζεται’ δηλαδή για ένα μαθηματικό μυθιστόρημα έχεις την αίσθηση ότι εξελίσσεται γραμμικά, βήμα-βήμα, προς την ολοκλήρωσή του.

Τα «Πυθαγόρεια Εγκλήματα» στηρίζονται σε μια χαλαρή αρχιτεκτονική. Αφήγηση χωρίς εξάρσεις, γραμμική επί το πλείστον, με μια κορύφωση στο τέλος που περνά μάλλον απαρατήρητη, μιας και ο αναγνώστης έχει από νωρίς μαντέψει το τέλος και ο συγγραφέας μοιάζει να το χειρίζεται βιαστικά.

Δύο έλληνες μαθηματικοί που γνωρίζονται στο Παρίσι τού 1900 εξαιτίας ενός σπουδαίου μαθηματικού συνεδρίου, αναπτύσσουν βαθιά φιλία, ξεκινώντας απ’ τα μαθηματικά και καταλήγοντας στις ψυχές τους. Η ιστορία τους διατρέχει όλα τα χρόνια μέχρι τις αρχές της δεκαετίας τού ’30, όπου και ο ένας απ’ τους δύο βρίσκεται νεκρός στο σπίτι του. Από τις σελίδες τού βιβλίου ξεπηδούν μποέμ, πεινασμένοι και φλογεροί καλλιτέχνες του Παρισιού, μεγάλοι έλληνες και ξένοι μαθηματικοί που επηρέασαν σφόδρα την προκείμενη επιστήμη, πόλεμοι, βασιλικές οικογένειες, αριστοκρατία της παλιάς Αθήνας, υπόκοσμος…

Το μυθιστόρημα ξεκινά με αναφορές στην αρχαία, πυθαγόρεια σχολή, ως Πρελούδιο, κάτι που επαναφέρεται λίγες σελίδες αργότερα, ως Ιντερλούδιο. Αυτό είναι ένα από τα τεχνάσματα του Μιχαηλίδη για να προτυπώσει ή, θα λέγαμε, να προοικονομήσει αυτό που έπεται στην κεντρική ιστορία.

Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι στην πλειοψηφία τους οι αριθμητικές και γεωμετρικές αναφορές τού βιβλίου δεν χρήζουν εξειδικευμένου αναγνωστικού κοινού, εκτός από κάποιες πολύ ιδιαίτερες αναφορές που ίσως κάνουν τον αναγνώστη να χάνει τον μπούσουλα. Έχοντας χρηματίσει για χρόνια καθηγητής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ο συγγραφέας κατάφερε να αποδώσει με λόγο κατανοητό τα μαθηματικά του, που του επέτρεψαν να εξελίξει και την ιστορία του.

Ωστόσο, πέρα από το πάθος για την επιστήμη του, ο συγγραφέας δεν φάνηκε να έδωσε τον καλύτερο λογοτεχνικό του εαυτό. Η αφηγηματική του τεχνική είναι απλή, επίπεδη, χωρίς εντάσεις και κορυφώσεις, όπως άλλωστε και η γλώσσα τού κειμένου. Και παρόλο που στο τέλος προσπαθεί να αιφνιδιάσει τον αναγνώστη με ένα τρικ στην εξέλιξη της ιστορίας, τελικά δεν τα καταφέρνει όσο θα περίμενε κανείς. Με λίγα λόγια, δεν θα μπορούσα να το κατατάξω στην αστυνομική περιπέτεια, όπως ίσως υπονοείται σε αρκετά σημεία τού βιβλίου. Έχει ωστόσο κάποια διάσπαρτα στοιχεία μυθιστορήματος εποχής, που όμως ένιωσα να επισκιάζονται απ’ το μαθηματικό πάθος τού συγγραφέα. Θα το κατέτασσα αρκετά ξεκάθαρα στο campus novel, αφού η παράθεση επιστημονικών και φιλοσοφικών θεωριών κυριαρχεί παντού, με σκοπό να αποδοθεί το μεγάλο άλυτο μαθηματικό πρόβλημα της ανακάλυψης μιας μεθόδου που να αποδεικνύει την πληρότητα και τη μη αντιφατικότητα ενός αξιωματικού συστήματος, αφού πρώτα το εξετάσει ενδελεχώς (κάτι που ο ένας από τους δύο πρωταγωνιστές είχε θεωρήσει ότι είχε λύσει, αλλά ο μεγάλος μαθηματικός τού 20ου αιώνα, Κουρτ Γκέντελ, το είχε ήδη καταρρίψει μεγαλειωδώς!).

Τελικά, ολοκληρώνοντας την ανάγνωση των «Πυθαγορείων Εγκλημάτων», κρατώ –κάπως αμήχανα- τις αναφορές στις έντονες ζυμώσεις σε όλους τους τομείς του πνεύματος στην Ευρώπη και ειδικά στο Παρίσι των αρχών του αιώνα, τις αναφορές στον Πικάσο, αλλά και στη βαθιά φιλία μεταξύ των δύο ηρώων, που μπορεί να οδηγεί στην παραφροσύνη, αλλά υπονοεί το πάθος προς την επιστήμη, την επιθυμία να πάει ένα βήμα μπροστά, που μπορεί να αναχθεί σε πάθος προς τον ίδιο τον άνθρωπο. Μπορεί να κρύβονται κίνδυνοι στα μαθηματικά (όπως και σε όποια άλλη επιστήμη), ωστόσο για κάθε ένα βήμα χρειάζονται θυσίες. Και ο καθένας τις έχει διαφορετικά καλλιεργήσει και κατανοήσει στο μυαλό και την καρδιά του…

[Ο Τεύκρος Μιχαηλίδης σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Pierre et Marie Curie (Paris VI) από όπου, το 1980, έλαβε και το διδακτορικό του στην Αλγεβρική Θεωρία Αριθμών. Από το 1981 εργάζεται ως καθηγητής Μαθηματικών στη Μέση Εκπαίδευση. Έχει γράψει διδακτικά εγχειρίδια Μαθηματικών και Πληροφορικής για τη Μέση Εκπαίδευση καθώς και πληθώρα άρθρων. Κατά καιρούς συνεργάστηκε με τις εφημερίδες «Τα Νέα», «Καθημερινή», «Εξπρές» και «Βραδυνή». Έχει μεταφράσει 14 βιβλία σχετικά με τα Μαθηματικά, από τα Αγγλικά και τα Γαλλικά, μεταξύ των οποίων τα πολύ γνωστά «Το θεώρημα του παπαγάλου» και «Τ’ άστρα της Βερενίκης» του Ντενί Γκετζ. Από τις εκδόσεις «Πόλις» επίσης, κυκλοφορεί το βιβλίο του «Μαθηματικά επίκαιρα – Συνειρμοί διαβάζοντας την εφημερίδα».]

κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις

δείτε μαζί και την κριτική της anagnostrias

ενθύμιο της απερισκεψίας μου


Δεκέμβριος 2005

Νοσοκομείο – ΩΡΛ Κλινική
Εγχείρηση Αμυγδαλών

Χειρουργείο Πρώτο
Όλα είχαν πάει καλά. Την επομένη τής μικροεπέμβασης μπορούσα να πω μερικές κουβέντες.
Οι γιατροί είχαν πει ότι καλό θα ήταν να αρχίσω να τρώω κάποια πράγματα σε μερικές μέρες για να αρχίσει να συνηθίζει ο λαιμός μου.
Δεν εννοούσαν φυσικά πατάτες τηγανητές, κρέας στο φούρνο και σαλάτες…

Παραμονή Χριστουγέννων 2005
Πόνοι, πόνοι, πόνοι
Χριστούγεννα 2005
Το δεύτερο χειρουργείο ήταν αναπόφευκτο…
Οξυγόνο…
Δεύτερη βδομάδα μέσα…

——–
Η παραπάνω ιστορία είναι μέρος του παιχνιδιού “ενθύμια της απερισκεψίας μου” και συμμετείχα μετά από πρόσκληση της Πετρούλας.

Καλώ με τη σειρά μου να συμμετέχουν:

Εύα Εξάρχου

Παράξενος Ελκυστής

GreekGayLolita