παραλήρημα για τα τέσσερα πόδια μιας αγάπης

Κοιλάδα ο έρωτας κι ο θάνατος στης μιας φωνής το “στάσου”. Πού ήμουν τόσα μερόνυχτα; σε ποιου φαντάσματος το πρόπλασμα πάλευα να χαρίσω δυο στιγμές -ανώφελες κι αυτές; Χέρι απλωμένο και ζωή σε έξαλλη -λερή και εξευτελιστική για άλλους- οργασμική πανωλεθρία. Hταν που γύριζα απ’ του μεσημεριού την άσπιλη παλιγγενεσία. Φωτιά ένα γύρω- ψήλωσα ξάφνου και, πατώντας αργόσυρτα στα τέσσερα πόδια μιας αγάπης, ξεκίνησα να πολεμώ με πέτρες και κεριά. Ηταν το αίμα μου ζεστό, καυτή η χαραμισμένη στάλα της οδύνης, δραπέτης έφτασα να ξεραστώ σε τόπο ξένο, δικό μου και δικό σου. Πρόσωπα και ανώφελα παρακάλια χάρισα, δεν πήρα απάντηση. Ποτέ. Αναδρομική αποστασία κι ένας θυμός αλλοτινός, σταυρωμένος σαν εκείνον τον όμορφο ληστή στα δεξιά. Οπως τον βλέπω, όχι όπως τον νιώθεις. Δεν φοβήθηκα ποτέ ξανά. Σε μιας μομφής το ανέξοδο κενό -πάλι αυτό, βλέπεις;- εγώ απάντησα με λάθος. Σωρός και σορός. Αρσενικός και θηλυκός, μόνος και ιδρωμένος- κανείς δεν το κατάλαβε. Κανείς δεν έβαλε σε μαύρο απλυσιάς, σε κόκκινο της λύπης, σε κίτρινο διάκενο αμάθειας και λυκαυγούς, φαντάσματος ευήκοα στητά κι ολόρθα σώματα να παίξει εκείνη η πανάρχαια κατάρα στο ρυθμό της πιο φοβισμένης λάβας. Ημουν κι εγώ σαν ένας μια στιγμή. Δεν αντέχω πια να ζω ελεύθερος- χρειάζομαι εκείνη την αγαπημένη χειροπέδα που μου ‘ταξες. Δως τη μου κι ας μην αξίζω σκλάβος να μείνω, φάντασμα κι ακάθαρτος. Κι ας μην αξίζω να βρεθώ στη μέση των αιώνων. Κι ας μην θωρώ της μουσικής πρωθύστερους βυθούς.

Μα, να! Βλέπω από μακριά να έρχονται τα “ναι” σου όλα μαζί. Και τα δικά μου, κεριά καιροφυλακτούντα, κραδαίνουν τους αιώνες απ’ την αναμονή. Φυσά δυνατά. Μου παίρνει το καπέλο, τα γυαλιά, το τατουάζ, το χέρι μου μου παίρνει, το πόδι κι ένα μάτι. Μένω έτσι, να χαμογελώ -κατάρας απαύγασμα- μπροστά στους πίδακες που η χαρά αναβλύζει. Μόνη κι αυτή. Μόνη μέσα σε μια ακατανόητη εν πολλοίς αποστασία- εκείνη την υπέροχη θηλιά δεν θυμάμαι πού την έχω βάλει. Ισως να χάθηκε μαζί με όλα τα στολίδια, μαζί με όλους τους ακατανόητους χειμώνες. Μείνε- κι ας μην μας καταλαβαίνει κανείς. Δεν χρειάζεται κι αυτό να μας πνίξει. Μόνο να ρέει το πνεύμα του κρασιού και ο καπνός να ρέει.

14 thoughts on “παραλήρημα για τα τέσσερα πόδια μιας αγάπης

  1. Δημήτρη, εδώ έχεις κάνει αλλαγές. Πολύ πιο όμορφα. Να υποθέσω ότι άδειασες τα σκοτάδια και πορεύεσαι τώρα με τα φωτεινά σου μέρη. Το κείμενο τέλειο, όπως πάντα. Με βάζεις να θέλω να γράψω. Αλλά υποσχέθηκα στον εαυτό μου πιο εξωστρεφείς τις γιορτινές ημέρες. Αργότερα, να έχουν κατασταλάξει και λίγο τα πράγματα. Χάρηκα πολύ για χτες. Να τα κάνεις όλα όμορφα, όπως ξέρεις εσύ.

  2. “Με βάζεις να θέλω να γράψω”

    …ανεξάρτητα από το αν είναι καλό, κακό ή ό,τι άλλο το κείμενο, αυτό είναι που μετράει πάνω απ’ όλα…

    σ’ ευχαριστώ, γιούλη μου…

  3. ήθελα, μα δεν τα κατάφερα..κι έτσι έρχομαι να σε δω εδω!κι αν δεν μας καταλαβαίνει κανείς, δεν μας πνίγει…συνεχίζουμε να ρέουμε με το κρασί, με το πνεύμα κ με αυτά που προκαλούμε στους άλλους!

  4. … και ο λόγος σου να ρέει, Δημήτρη!!! Εξαιρετικά αισθήματα – σωματοποιημένα… Αν κανείς αντιληφθεί την πραγματική δύναμη των λέξεων και δει ωμή την εικόνα – το συναίσθημα απόλυτα μόνο [απίστευτο σολάρισμα] νομίζω ότι δεν έχει άλλη επιλογή από να παγιδευθεί στις λέξεις, έτσι όπως τις έχεις μαγέψει. Νομίζω ότι για όσους από μας ο χρόνος ή οι ειδικές συνθήκες μας κάνουν σιγά σιγά να γινόμαστε όλο και πιο αναίσθητοι (όλο και πιο κλειστοί στο να βιώσουμε την ορμή και την ένταση των αισθημάτων) ο λόγος σου έχει ιδιαίτερη αξία. Ιδίως όταν πέφτεις πάνω του Κυριακή απόγευμα κι έχεις έρθει στο γραφείο για δουλειά, κι όλοι οι δρόμοι της μικρής πόλης είναι άδειοι και βλέπεις μόνο τα δέντρα να φέγγουν πίσω από τις μπαλκονόπορτες…

  5. Θείε Pil, έφτασε η δική σου δύναμη εδώ. Τα πήρε και τα σήκωσε όλα. Δεν εξεπλάγην όμως σήμερα… Συνήθισα τον επτάνησιο ξεσηκωμό και τώρα μένω…
    Πώς άραγε;

  6. αν τυχόν ο έλεγχος διαβατηρίων είναι απλούστερος εδώ, πατάω το submit να δω που θα με βγάλει, κι αν τα καταφέρω, κάνω ποδαρικό εδώ, (μιας και είναι και ομώνυμο το ποστ)και εύχομαι καλορίζικο. Και η συνταγή των πωλητών χαλιών της Κωνσταντινούπολης (πατάνε τα χαλιά με αυτοκίνητα για να φαίνονται used) αχρείαστη!
    (εκείνος ο κύριος κάτω δεξιά δεν χώρεσε στο τρίκυκλο, ε? χαίρομαι…)

  7. Εδώ ούτε βίζα χρειάζεται, ούτε διαβατήριο!
    Και χαίρομαι πολύ για το ποδαρικό σου!
    Αν φέρεις τύχη, θα σου δώσω και τους κωδικούς να αλωνίζεις εδώ μέσα!

    Καλή σου μερα…

  8. ε τότε να αρχίσω να μπαινοβγαίνω, να δείξω πλασματική κίνηση! μόνο που που αμα αλωνίσω θα φέρω λάσπες. α προπό, δεν έχει περάσει η εποχή του αλωνίσματος, δεν προηγείται της σποράς? εδώ βλέπω καρπούς έτοιμους για συγκομιδή, και αν μου επιτρέπεις ο καιρός που είχες απ΄την άλλη, ειδικά του Αμστερνταμ, είναι απαραίτητος για τις γεωργικές εργασίες… (άσε που ως διαχειρίστρια είχα πείσει τους συγκατοίκους ότι αυτό είναι το επίσημο σάιτ του Γκρίνουιτς, απ΄το οποιο ενημερώνομαι για να αναβοσβήνω το καλοριφέρ)
    Για το “παραλήρημα” θα σου γράψω στην επόμενη δόση, αραία – αραία, να φαινόμεθα καμμιά πεντακοσαραία!
    καλό απόγεμα

  9. Λάσπες, νερό κι αλάτι…
    Αυτά αν φέρεις, να αλωνίζεις αρειμανίως…

    Οι καρποί κάποτε θα αρχίσουν να σαπίζουν.
    Αν δεν σαπίσουν, θα επανέλθει ο καιρός…

    Καλό απόγευμα επίσης!

  10. ένα πριν από ένα παλιό μετά

    μικρή κι αδήλωτη σαν την κυκλοφορία
    πόρνη
    της καρδιάς
    βρίσκει το βήμα από τα πεζοδρόμια
    κι οι λέξεις που συνατιουνται μεσοπέλαγα
    δεν τρίβονται και δεν σκουριάζουν
    γιατί έχουν την καταγωγή τους στα όνειρα
    μα πιο πολύ στα υπόγεια

    με λάσπες στα τακούνια, απόψε

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s