μετάξι – alessandro baricco

metaksi

Είναι κάποιες φορές που ένα μυθιστόρημα είναι σαν εκείνες τις γνωστές βουτιές στα άδυτα της λογοτεχνίας, με μια ενδιάμεση στάση, πολύχρονη και έντονη, στην τρέχουσα ζωή. Είναι, επίσης, κάποιες φορές που ένας γραφιάς μπορεί να καταφέρει ένα κείμενο που ισορροπεί ανάμεσα στην ποίηση και στον πεζό λόγο, χωρίς να χωλαίνει σε κανένα από τα δύο.

Αυτός είναι ο Alessandro Baricco, και αυτό είναι το “Μετάξι” του (μτφ Λένα Ταχμαζίδου, Πατάκης 1997).

Σ’ ένα χωριό της Γαλλίας, στα τέλη του 19ου αιώνα, ξεκινά η παραγωγή μεταξιού. Αρχικά, οι μεταξοσκώληκες μεταφέρονται από τις κοντινές χώρες της Μεσογείου. Ξαφνικά, όμως, ανοίγει η αγορά της Ιαπωνίας, που μέχρι αυτήν την περίοδο διερχόταν τη φάση της απομόνωσης με απόφαση του ίδιου του ιαπωνικού κράτους, την ίδια περίοδο που η αγορά μεταξοσκώληκα της Μεσογείου διέρχεται μια κρίση. Ο Μπαλνταμπιού, ο σημαντικότερος, αλλά όχι ο μόνος, κάτοχος μεταξουργείων της περιοχής, προσλαμβάνει τυχαία, τον Ερβέ Ζονκούρ’ μια μέρα τον είδε να περνά έξω απ’ ένα μπιστρό και αποφάσισε ότι αυτός ήταν ο άνθρωπός του’ ο άνθρωπος που θα έστελνε στο μακρύ ταξίδι για την Ιαπωνία. Ο πατέρας του Ερβέ τον προόριζε για αξιωματικό του γαλλικού στρατού, αλλά ο Μπαλνταμπιού είχε άλλη γνώμη, που απλώς την επέβαλε…

Εδώ ξεκινά το βαθιά λυρικό ταξίδι στη χώρα του μεταξιού που σηματοδοτεί την αρχή τής καταβύθισης σ’ έναν κόσμο φτιαγμένο και φιλτραρισμένο μέσα από όλες τις ενδόμυχες ανθρώπινες αναζητήσεις. Το “Μετάξι” και το ταξίδι των μηνών από τη Γαλλία στην Ιαπωνία και τούμπαλιν είναι ένα ανθρώπινο πέρασμα απ’ την αλήθεια της τρέχουσας ζωής στην ακόμη μεγαλύτερη αλήθεια του πνεύματος και της αναζήτησης αφενός του εαυτού και αφετέρου του κόσμου. Μέσα από τη ζωή του Ερβέ Ζοκνούρ, τη γυναίκα του και τις διαδοχικά αποτυχημένες προσπάθειες τεκνοποιίας, μέσα από μια λίμνη που μένει εκεί και που δεν αλλάζει, αλλάζουν ωστόσο τα ονόματα που άνθρωποι της δίνουν, μέσα από την επαφή με τον πηγαίο πολιτισμό της Άπω Ανατολής αλλά την ατελεύτητη πορεία στον τελευταίο σταθμό της καρδιάς, ο Alessandro Baricco κατάφερε να μην γράψει ένα “μυθιστόρημα. Ούτε και διήγημα”.

Ο ιταλός συγγραφέας διέλυσε εις τα εξ ων συνετέθη έναν ολόκληρο κόσμο παθών, ένα ολόκληρο σύμπαν επιθυμιών και πόνου. Κι όλα αυτά μέσα σε μόλις 111 σελίδες. Χωρίς να μένει κάτι μετέωρο, χωρίς να υπάρχει τίποτε περιττό. Είναι απ’ τις γραφίδες που ήξερε πότε έπρεπε να σηκώσει τη “μύτη” της απ’ το χαρτί.

Το “Μετάξι” είναι ένα κατά συνθήκην μυθιστόρημα. Δεν μπορώ εύκολα να το εντάξω πουθενά συγκεκριμένα, ούτε και ο ίδιος ο συγγραφέας κατά τα φαινόμενα, αν λάβω υπόψη μου το οπισθόφυλλο. Είναι απλώς μια ιστορία. Μια ιστορία που δεν έχει όμορφες λέξεις. Εκεί νομίζω ότι τελικά βρίσκεται και το μυστικό τού συγγραφέα. Στο απλό που φτάνει, με τον δικό του τρόπο, για να πλησιάσει την ομορφιά, μέσα από χιλιάδες δοκιμάσιες βέβαια’ μια ομορφιά απλή κι αυτή, με τον απλούστερο τρόπο γραφής.

“Ίσως είναι καλό να διευκρινίσουμε πως πρόκειται για μια ιστορία του 19ου αιώνα, για να μην περιμένει κανείς αεροπλάνα, πλυντήρια και ψυχαναλυτές. Δεν υπάρχουν. Μια άλλη φορά ίσως…”

 

[Ο Alessandro Baricco γεννήθηκε το 1958 στο Τορίνο. Έχει βραβευτεί πολλές φορές για τα μυθιστορήματά του. Το “Μετάξι” έχει μεταφραστεί σε τριάντα γλώσσες.]