στο βυθό, ώρες πολλές, κατήργησα τα φώτα

picasso_old_guitarist

Δάσος και ποτάμι.

Ευχάριστο να το κοιτάς, τρομακτικό να παίζεις.

Δεν είναι οι φωνές και οι λυγμοί που ήρθαν απ’ τα φύλλα.

Δε ρωτώ.

Πράσινο χάος και το πηγάδι έρημο να αλυχτά να του σκεπάσεις την τρύπα, αφού… δεν έχω δικαιολογία πια. Άρχισε να βρέχει.

Ατέρμονη βροχή για αιώνες, έτσι φάνηκε. Έτσι. Και μουσική, αχ μια υπέροχη μουσική κατέκλυσε το σύμπαν, κανείς δεν ήξερε να πει.

Κανείς δεν έστησε χορό, κοπάδι δεν ακούστηκε να περπατά. Μόνο η υπέροχη μουσική να νικά το χάος και ένας πιανίστας μόνος να κοιτά μια τα πλήκτρα μια το δάσος. Μόνο πλήκτρα και δάσος. Έτσι κοιμήθηκες’ έτσι φύτρωσε το αίμα.

Και τότε ξεπρόβαλε το σμήνος των νυχιών που ερχόταν νύχτες πολλές ενάντιο. Κισμέτ χρωματιστό στα χέρια σου για δώρο. Ναι. Αίμα ανάβλυσε ξάφνου και ολοδυρμοί της απέχθειας και της απεραντοσύνης ξανοίχτηκαν μπροστά σου.

Εσύ εκεί να πολεμάς, μια το σπαθί και μια το αίμα, αχόρταγα να ξεσκίζεις τα βότσαλα που μάζεψες ενδελεχώς ένα καλοκαιράκι πίσω. Δεν ήσουν εσύ αυτός που έτρωγε το βάσανο του κόσμου. Δεν ήσουν ούτε της μιας στιγμής το αχ.

Ανάξια δουλειά που έμεινε αναπάντητη. Και πάλι το αίμα μπροστά. Να γεμίζει το πρόσωπό σου, να φωνάζει το στόμα σου και να ζητά ακόμα’ δόντια, μύτες, αυτιά και τρίχες ματωμένες περήφανα να χειροκροτούν, πατώντας νικηφόρα απάνω στα άνυδρα πια νύχια, που σμήνος αχόρταγο κατάπιε με μιας η νύχτα.

Στο βυθό ώρες πολλές κατήργησα τα φώτα. Τον αετό που πήρε να με σώσει, τον κλείσαμε στο σπίτι’ του φθινοπώρου πρόδρομος κι αυτός, χωρίς νύχια.

[Το αβαθές πηγάδι μαζεύει ακόμα το νερό που έβαλες στο αίμα,

για να ξεχειλίσει η χαρά στ’ αστραφτερά σου μάτια]

νυχτερίδες – λένα κιτσοπούλου

nyxterides

 

«Αυτοκτόνησε με πολύ ήρεμο τρόπο. Φόρεσε μια ρόμπα, ένα ζευγάρι παντόφλες, έφτιαξε ελληνικό καφέ μέτριο, τον ακούμπησε στο κομοδίνο δίπλα από το μαξιλάρι του, ακριβώς κάτω απ’ το πορτατίφ, και κατέβασε όλα τα χάπια, ένα ένα, με μικρές γουλιές ελληνικού καφέ»
[Απόσπασμα από το βιβλίο]

Η Λένα Κιτσοπούλου, με το πρώτο της βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων «Νυχτερίδες», κατάφερε να αποσπάσει το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα του 2006 του περιοδικού «Διαβάζω». Κατάφερε με το λογοτεχνικό της ντεμπούτο να τύχει της αποδοχής και των αναγνωστών και, εν πολλοίς, της κριτικής.

Τα διηγήματα που αποτελούν τη συλλογή αυτή, γραμμένα όλα με το ίδιο αφηγηματικό τέμπο αλλά και την ίδια φιλοσοφία, συνιστούν ιστορίες με χαρακτήρες απόλυτα καθημερινούς στην…καθημερινότητά τους, που όμως οι σκοτεινές και ενδόμυχες σκέψεις τους τούς οδηγούν σε αντιδράσεις πέρα απ’ τα συνηθισμένα, μακριά από οποιαδήποτε προσδοκία εκ μέρους του αναγνώστη. Στο επίπεδο αυτό, η επιλογή αυτή της Κιτσοπούλου είναι απόλυτα θεμιτή, μιας και φαίνεται αυτό να αποτελεί και το λογοτεχνικό της διακύβευμα: το σκοτεινό και το ενδόμυχο, το κακό που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το καλό, όσο δύσκολο κι αν είναι να το διακρίνει κανείς. Κατά κανόνα, η ολοκλήρωση των ιστοριών λαμβάνει ένα τέλος ανατρεπτικό, εκτός από μερικές ιστορίες που είναι προφανείς όσον αφορά την εξέλιξή τους (για παράδειγμα η πρώτη ιστορία, «Ο γιος μου ο γύφτος»), που εντούτοις κάνει τον αναγνώστη να μένει άφωνος και έκπληκτος απ’ την εξέλιξη των πραγμάτων.

Ένα κοριτσάκι οδηγείται σε ένα μισοαναγκαστικό μισοηθελημένο βιασμό από έναν φίλο της που θαυμάζει απεριόριστα• ένας πατέρας ταΐζει έως θανάτου τον γιο του εξαιτίας της αποκάλυψης της γυναίκας του• ένας θείος βιάζει κατά συρροήν την ανιψιά του και φτάνει να σκοτώσει την κόρη του που πέρδεται ασυστόλως• ένας τύπος πνίγεται από ένα κουμπί, στην προσπάθειά του να σωθεί από βέβαιο εγκεφαλικό ή καρδιακή προσβολή, που υπάρχει ωστόσο μόνο στη φαντασία του. Αυτή είναι κατά βάση η θεματολογία της Λένας Κιτσοπούλου και αυτές είναι μερικές από τις ιστορίες που απαρτίζουν τις «Νυχτερίδες».

Σύμφωνα με την ανάγνωσή μου, η βαθύτερη προσδοκία της συγγραφέως ήταν η ανίχνευση του βάθους των ανθρώπων, η εξήγηση και δικαιολόγηση τρόπον τινά των κινήτρων που οδηγούν τους ήρωες στις ακραίες πράξεις τους, και, συνεκδοχικά, η αναζήτηση του καλά κρυμμένου κόσμου των ανθρώπων εν γένει, πέραν των ηρώων της Κιτσοπούλου που ζουν στο χαρτί της. Το μοτίβο που είναι καταγεγραμμένες οι ιστορίες, παρουσιάζεται να βρίσκεται στη διαδικασία της αναζήτησης και, στην παρούσα φάση, να είναι εγκλωβισμένη στην πρόκληση της εντύπωσης και του απρόσμενου για τον αναγνώστη, αλλά κατ’ αρχήν για την ίδια τη συγγραφέα.

Απ’ την άλλη, η ακατέργαστη και καθόλα προφορική γλώσσα της Κιτσοπούλου φαίνεται να αποτελεί ένα μανιφέστο μινιμαλισμού και απλότητας, χωρίς περιττές αναφορές και βερμπαλιστικές εξάρσεις. Ωστόσο, η γλώσσα αυτή εξαντλείται στο επίπεδο παράθεσης ιδεών που ακόμα ψάχνει μια λύση, χωρίς επαρκή δυναμικότητα προς ώρας, στην εξισορρόπηση μεταξύ δύο βαρκών: της προκλητικής εντύπωσης και της αποκάλυψης του καλά κρυμμένου υποσυνείδητου.

Οι «Νυχτερίδες» είναι περισσότερο μια συλλογή διηγημάτων που κρύβει το «εν δυνάμει» της Κιτσοπούλου, χωρίς να αποκαλύπτει, τουλάχιστον ακόμα, το «εν ενεργεία». Αυτό είναι, μάλλον, δικαιολογημένο μιας και αποτελεί το πρώτο της βιβλίο, ωστόσο, αν δεν θέλει η ίδια να εξαντλήσει τα συγγραφικά της όρια στα επίπεδα που προανέφερα, θα πρέπει να (ξε)περάσει το κατώφλι του πρώτου επιπέδου του αφηγηματικού της κόσμου και να προχωρήσει στα επόμενα στάδια μιας εξιστόρησης που να συνδυάζει τον ωραίο μινιμαλισμό της γλωσσικής της έκφρασης και την εξερεύνηση των μύχιων σκέψεων, σκοτεινών ή μη, που στις «Νυχτερίδες» αποπειράθηκε μόνο να δοκιμάσει και να διαχειριστεί.

Άλλωστε, το βραβείο που απέσπασε, μπορεί δυνητικά να λειτουργήσει προς αυτή την κατεύθυνση…

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος]

[Η Λένα Κιτσοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971. Είναι ηθοποιός. Οι «Νυχτερίδες» είναι το πρώτο της βιβλίο. Έχουν δραματοποιηθεί για το θέατρο από την ομάδα ΑΣΙΠΚΑ και σε σκηνοθεσία και θεατρική προσαρμογή του Δημήτρη Μπίτου]

 

Late Love – Jackie Kay

τζάκι κ�ι - late love

Πώς περπατούν αγέρωχα, οι ερωτευμένοι,
Πόσο ψηλά ανεβαίνουν, ευτυχισμένοι εαυτοί,
Με τα μαλλιά τους λαμπερά και με το σώμα τους να καίει απ’ το φως.
Λησμονημένο έχουν πια αυτό που πρότερα υπήρξαν.

Πόσο μοιάζουν προστατευμένοι μόνο για τούτη τη στιγμή.
Πόσο σπουδαίοι έχουν γίνει -κρυφές ζωές, πέρα
Απ’ την τάξη των πραγμάτων, τα ζοφερά του κόσμου τούτου.
Κάθε καμπάνα, πια, βροντοχτυπά έναν καινούριον ήχο.

Σκοτεινιασμένοι, πόσο, οι πιο πολλοί που έρωτα δε ζούνε.
Κουρέλια ρούχα που φορούν, το σώμα τους θαμπό που είναι’
Πόσο κουβάρια μοιάζουν μ’ ανάκατα μαλλιά’ πόσο βαριοσέρνονται
Πέρα δώθε στους δρόμους και με βροχή ακόμα,

Φέρνοντας μια θύμηση εμπρός τους, ενός φιλιού σε σκοτεινό σοκάκι,
Ενός αγγίγματος σε κάποιο αποδυτήριο, αν τυχεροί υπήρξαν, μιας ευτυχούς αναμονής
Του χτύπου τηλεφώνου, ίσως, μικρή μου.
Το παρελθόν με τη βελούδινη ορμή, τη μυστική σιωπή του

Μίλια μακριά, σκοτεινιάζει πια, μες στη μέρα που αργοσβήνει.

Απόδοση: Δημήτρης Αθηνάκης

Επιμέλεια Μετάφρασης: Εύα Εξάρχου

(στην οποία και είναι αφιερωμένο γιατί με βοήθησε να δω και να διορθώσω…)

[αξέχαστα λόγια]

rear window

Grace Kelly (Lisa Carol Fremont): How’s your leg?

Jimmy Stewart (L.B. “Jeff” Jefferies): Hurts a little.

Grace Kelly (Lisa): Your stomach?

Jimmy Stewart (Jeff): Empty as a football.

Grace Kelly (Lisa): Anything else bothering you?

Jimmy Stewart (Jeff): Yes, who are you?

**************************

Ευχαριστώ τον sensual monk για την πρόσκληση στο παιχνίδι των “αξέχαστων λόγων” από ταινίες θαμμένες κάπου… Ή και όχι…

Ας συνεχίσουν, όσοι θέλουν, αν θέλουν!

ντεκαφεϊνέ – εύα στάμου

ντεκαφεϊν� 

«Κι έτσι ξαφνικά το ξέσπασμά τους, το γέλιο το δικό του και της Αντέλ, που εδώ και λίγη ώρα είχε γίνει παροξυσμός τού φάνηκε τόσο φυσικό μα και τόσο παράλογο, όσο η ίδια η ύπαρξη»
[Απόσπασμα από το βιβλίο]

Τι είναι η Ευρώπη σήμερα; Από ποιους κατοικείται και πώς αυτοί υπάρχουν, έτσι, ως οντότητες ξέχωρες και μαζί ενωμένες με άλλες; Αυτά είναι τα βασικά ερωτήματα που θέτει το «Ντεκαφεϊνέ», το δεύτερο μυθιστόρημα της Εύας Στάμου, μετά το μυθιστόρημα «Ελιγμοί» (Οδός Πανός 2004).

Μια παρέα επιστημόνων, ξεκινά τις παράλληλες –και πολλές φορές αντικείμενες, συγκρουόμενες ή και ταυτιζόμενες- ζωές τους στην Αγγλία, και συγκεκριμένα στο Μάντσεστερ. Το σκηνικό που χτίζει η συγγραφέας αποτελείται από γνώριμα για την ίδια στοιχεία καθημερινότητας, αφενός, αλλά και ηθογραφίας, ψυχογραφίας και…αγγλικού καιρού, αφετέρου. Οι ήρωες είναι οι διανοούμενοι τού σήμερα, η σύγχρονη ευρωπαϊκή ιντελιγκέντσια που, επηρεασμένη -κατά πώς φαίνεται- απ’ τους προκατόχους της, προσπαθεί, αναζητώντας ταυτότητα, και ως ξέχωρη προσωπικότητα αλλά και ως ομάδα κρούσης του πνεύματος• μια ταυτότητα που θα την εντάξει στο σύγχρονο οικουμενικό γίγνεσθαι, πολιτικά, κοινωνικά, ψυχολογικά, επιστημονικά, (σεξουαλικώς) ερωτικά.

Μέσα από έρωτες, χωρισμούς, όνειρα –κοινά ή ιδιωτικά-, μέσα από φιλίες που μένουν και από φιλίες που σπάνε, μέσα από όλο το καθημερινώς ανθρώπινο, αλλά πάντα αυτό του διανοούμενου, η συγγραφέας χτίζει το «Ντεκαφεϊνέ». Εδώ, όμως, υπάρχει και το κέντρο του βιβλίου. Πόσο εύγευστος μπορεί να είναι ένας καφές χωρίς καφεΐνη ή ένα τσάι χωρίς τεΐνη. Μπορεί να είναι τόσο εύγευστος και όμορφος, όσο μια ζωή χωρίς «κάτι», μια ζωή χωρίς αυτό που ζητά κανείς μια δεδομένη στιγμή, όχι όμως ως παρόρμηση χωρίς αντίκρισμα, αλλά ως πόθο και μαζί πάθος για ζωή, έστω και πρόσκαιρη. Ποιος άλλωστε εγγυάται το μέλλον…

Η αφήγηση τής Στάμου μεταφέρεται και σε άλλες πόλεις της Ευρώπης. Έτσι, απ’ την αγγλική επαρχία περνάμε στην αγγλική –και όχι μόνο- μητρόπολη που δεν είναι άλλη απ’ το Λονδίνο, στο γαλλικό νότο με τη θαλασσινή Μασσαλία, αλλά και από την πρωτεύουσα της Ευρώπης, τις Βρυξέλλες, στο Βερολίνο, μια πόλη που έχει κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στην Ευρώπη. Έχω την αίσθηση ότι η επιλογή των πόλεων δεν είναι καθόλου τυχαία, όπως άλλωστε και η επιλογή την ηρώων ως διανοουμένων. Η σκοτεινή αγγλική επαρχία παρουσιάζεται ως το πρώτο βήμα αναζήτησης, με όσα δύσκολα και μαζί σκοτεινά στοιχεία μπορεί αυτή να ενέχει. Η Μασσαλία, ως λιμάνι, άρα σταθμός κατεξοχήν τράνζιτο για άλλες ηπείρους, αποτελεί, σύμφωνα πάντα με τη δική μου ανάγνωση, το «πάτημα» των ηρώων για να ξεφύγουν απ’ ό,τι τους κατατρύχει. Οι Βρυξέλλες είναι αδιαμφισβήτητο σύμβολο της σύγχρονης Ενωμένης Ευρώπης, στίγμα που η Στάμου θέλει ξεκάθαρα να αφήσει. Και τέλος, το Βερολίνο, μνήμη και μαζί μνημείο όλων των μεγάλων ιστορικών στιγμών που ολοκληρώνουν την έννοια και την ιστορία της Ευρώπης.

Τη διαφοροποίηση απ’ τους ήρωες με ψυχολογικά αδιέξοδα στη σύγχρονη εποχή, απ’ τους μυθιστορηματικούς πρωταγωνιστές με εσωτερικές αναζητήσεις πεπατημένες και χιλιοειπωμένες, προσπαθεί η Εύα Στάμου να πετύχει, απ’ τη μια, με την επιλογή των ηρώων της ως διανοουμένων, και, απ’ την άλλη, με το ταξίδι του μυθιστορήματος στην Ευρώπη. Αυτό αποτελεί ένα έξυπνο τρικ εκ μέρους της συγγραφέως, αλλά μάλλον και μια λύση προφανή, που ίσως αποδεικνύει τη συγγραφική αμηχανία διαχείρισης λογοτεχνικού υλικού, σίγουρα όμως το ίδιο το αποτέλεσμα είναι συνάμα και ένδειξη συγγραφικών υποσχέσεων εκ μέρους της.

Με λίγα λόγια, είχα μερικές φορές την εντύπωση ότι το «Ντεκαφεϊνέ» είναι και το ίδιο μια αναζήτηση ταυτότητας, λογοτεχνικής αυτήν τη φορά, εκ μέρους της Στάμου, με σκοπό να ανακαλυφθεί το στίγμα της. Άλλωστε, είναι μόλις το δεύτερο βιβλίο της, με το πρώτο να αποτελεί επίσης ένα σύγχρονο κι αυτό μυθιστόρημα, μια λογοτεχνική καταγραφή με σαφή την έννοια της αναζήτησης ταυτότητας εκ μέρους των βασικών ηρωίδων.

Ούσα η ίδια έμπειρη και πολυσπουδαγμένη ψυχολόγος, πολυταξιδεμένη μαζί, όπως διαβάζουμε στο blog της, σε μέρη της Ευρώπης, η Εύα Στάμου παραδίδει ένα ξεκάθαρα σύγχρονο μυθιστόρημα-καταβύθιση στα χαρακτηριστικά του σύγχρονου ανθρώπου μέσα σ’ ένα περιβάλλον συνεχώς εξελισσόμενο, διαρκώς εναλλασσόμενο με τέτοιους ρυθμούς, που κάνει τον άνθρωπο να αναρωτιέται όχι μόνο για το πού πάει ο κόσμος γύρω του, αλλά και για το πώς εντάσσεται αυτός μέσα σ’ αυτόν.

Άλλωστε, πολλές φορές ο κόσμος και οι καταστάσεις ξεπερνούν τον άνθρωπο που ο ίδιος, και εδώ είναι το «αστείο», έχει δημιουργήσει…

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οδός Πανός]

[Η Εύα Στάμου γεννήθηκε στην Αθήνα. Έκανε ανώτερες σπουδές ψυχολογίας και φιλοσοφίας στην Ελλάδα και την Αγγλία, όπου και εργάστηκε για αρκετά χρόνια ως συμβουλευτική ψυχολόγος, κάτι που σήμερα ασκεί στη Ελλάδα. Η επιστημονική της έρευνα εξετάζει την εξέλιξη της γυναικείας ταυτότητας στο πέρασμα του χρόνου. Το προσωπικό της ιστολόγιο μπορεί κανείς να επισκεφθεί στη διεύθυνση: http://evastamou.blogspot.com]

Ω, φαιδρά μου καθημερινότης…

strike

Η Πετρούλα με προσκάλεσε με τη σειρά της σε ένα καινούριο παιχνίδι που αναφέρεται στην καθημερινότητα του καθενός που συμμετέχει σ’ αυτό. Θα ήταν ωραίο να μην μπορώ να συμμετέχω, μιας και θα ήθελα η κάθε μέρα να είναι εντελώς διαφορετική από την άλλη. Όμως… Υπάρχει πάντα ένας μέσος όρος ημερών που κρύβει (ή φανερώνει) τις ίδιες κινήσεις, πολλές φορές τις ίδιες σκέψεις, ανεξάρτητα πάντα απ’ τα επιμέρους που προκύπτουν κατά την εξέλιξη του χρόνου.

Στις 9 (το αργότερο 9:30) χτυπά το ξυπνητήρι, που συνοδεύεται από διάφορα γλυκόλογα εκ μέρους μου… Σε ένα τέταρτο έχω πια σηκωθεί και πατήσει το κουμπί της καφετιέρας. Γλυκός ο ήχος της, όπως και η μυρωδιά που αναδύεται άμα τη ετοιμασία του καφέ. Τσιγάρο ευθύς και λίγη μουσική και λίγες ειδήσεις (τι να σου πουν πια κι αυτές;) είτε απ’ το δίκτυο είτε απ’ το κοινώς χρησιμοποιούμενον ραδιόφωνο.

Εκεί αρχίζει η ζούγκλα της ημέρας. Μετά από κάποια ανώφελα τσιγάρα, ο προγραμματισμός προσπαθεί να επιβεβαιώσει το όνομά του’ ανεπιτυχώς. Όμως, αρκεί να υπάρχει θέληση. Τηλέφωνα χτυπούν ή χτυπιούνται, σημειώσεις κρατούν ή κρατιούνται και αρχίζει αμέσως μετά η προσήλωση. Η προτεσταντική συγκέντρωση στη δουλειά. Πώς αλλιώς; Γραφείο ή καναπές, πολυθρόνα ή πάτωμα. Δεν έχει σημασία. Ανάλογα με τις απαιτήσεις. Πάντα όμως στο σπίτι. Τα τσιγάρα και ο  καφές δεν φτάνουν ποτέ, η δουλειά κι αυτή τις περισσότερες φορές. Όχι. Η μέρα δεν φτάνει ποτέ. Η μέρα.

Έρχεται το μεσημέρι. Ωραία ώρα. Και για μένα και για την Αθήνα (δηλαδή πάλι για μένα). Ίσως μια μικρή βολτά, ίσως κάποιο ραντεβού, ίσως μια μικρή σιέστα. Λίγο blogging, λίγο net surfing, καθόλου τηλεόραση. Το απόγευμα που έρχεται αντικαθιστά τον καφέ με τσάι και τα τσιγάρα με τσιγάρα (περισσότερα). Η δουλειά συνεχίζεται εντατικότερα μιας και η μέρα μοιάζει να τελειώνει. Γιατί τελειώνει η μέρα;

Το βράδυ. Διάβασμα επιτέλους. Λίγο δουλειά προσωπική. Παντός είδους. Ησυχία. Λίγο τζιν τόνικ (που δεν το αντέχω αλλά ούτε και του αντιστέκομαι) και μετά ησυχία. Που μπορεί να συνοδεύεται από μουσική σε κάποιο μπαρ του κέντρου, αλλά παραμένει ησυχία. Οι φίλοι είναι ησυχία. Και ταιριάζουν τόσο όμορφα στο βράδυ. Κάθε βράδυ. Ακόμα κι όταν δεν τους βλέπεις. Κι άλλα τόσα…

*********************************

Θα ήθελα πολύ συμμετέχετε πολλοί από εσάς, αλλά δεν θα κάνω ονομαστικές προσκλήσεις. Όποιος θέλει ας συμμετέχει. Καλησπέρα, καλημέρα, καληνύχτα…

“Αντισταθείτε!”

Ῥομαντικὸς ἐπίλογος – Νίκος Καροῦζος

Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν δὲν ἔχετε
παρακολουθήσει κηδεῖες ἀγνώστων
ἢ ἔστω μνημόσυνα.
Ὅταν δὲν ἔχετε
μαντέψει τὴ δύναμη
ποὺ κάνει τὴν ἀγάπη
ἐφάμιλλη τοῦ θανάτου.
Ὅταν δὲν ἀμολήσατε ἀϊτὸ τὴν Καθαρὴ Δευτέρα
χωρὶς νὰ τὸν βασανίζετε
τραβώντας ὁλοένα τὸ σπάγγο.
Ὅταν δὲν ξέρετε πότε μύριζε τὰ λουλούδια
ὁ Νοστράδαμος.
Ὅταν δὲν πήγατε τουλάχιστο μιὰ φορὰ
στὴν Ἀποκαθήλωση.
Ὅταν δὲν ξέρετε κανέναν ὑπερσυντέλικο.
Ἂν δὲν ἀγαπᾶτε τὰ ζῶα
καὶ μάλιστα τὶς νυφίτσες.
Ἂν δὲν ἀκοῦτε τοὺς κεραυνοὺς εὐχάριστα
ὁπουδήποτε.
Ὅταν δὲν ξέρετε πῶς ὁ ὡραῖος Modigliani
τρεῖς ἡ ὥρα τὴ νύχτα μεθυσμένος
χτυποῦσε βίαια τὴν πόρτα ἑνὸς φίλου του
γυρεύοντας τὰ ποιήματα τοῦ Βιγιὸν
κι ἄρχισε νὰ διαβάζει ὦρες δυνατὰ
ἐνοχλώντας τὸ σύμπαν.
Ὅταν λέτε τὴ φύση μητέρα μας καὶ ὄχι θεία μας
Ὅταν δὲν πίνετε χαρούμενα τὸ ἀθῶο νεράκι.
Ἂν δὲν καταλάβατε πῶς ἡ Ἀνθοῦσα
εἶναι μᾶλλον ἡ ἐποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ
Μὴ μὲ διαβάζετε
ὅταν
ἔχετε
δίκιο.
Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν
δὲν ἤρθατε σὲ ρήξη μὲ τὸ σῶμα…
Ὥρα νὰ πηγαίνω
δὲν ἔχω ἄλλο στῆθος.

************************************

Συμμετέχω κι εγώ στο ποιητικό παιχνίδι που ξεκίνησε απ’ την Εαρινή Συμφωνία και πήρα τη σκυτάλη απ’ το alef! Με ένα ποίημα αντισταθείτε, λοιπόν… Αντισταθείτε όπου μπορείτε ή έχετε ανάγκη.

Με τη σειρά μου καλώ να συμμετέχουν οι:

Θεόδωρος Γρηγοριάδης

Εύα Εξάρχου

Πετρούλα

ALittleWhisper

GreekGayLolita

Βασίλης Ρούβαλης

Γιάννης Αντιόχου

Duchamp

George Le Nonce

Sensual Monk

Aeglie

Παράξενος Ελκυστής

Στράτος Φουντούλης

Alefάκι μου, σ’ ευχαριστώ….