στο βυθό, ώρες πολλές, κατήργησα τα φώτα

picasso_old_guitarist

Δάσος και ποτάμι.

Ευχάριστο να το κοιτάς, τρομακτικό να παίζεις.

Δεν είναι οι φωνές και οι λυγμοί που ήρθαν απ’ τα φύλλα.

Δε ρωτώ.

Πράσινο χάος και το πηγάδι έρημο να αλυχτά να του σκεπάσεις την τρύπα, αφού… δεν έχω δικαιολογία πια. Άρχισε να βρέχει.

Ατέρμονη βροχή για αιώνες, έτσι φάνηκε. Έτσι. Και μουσική, αχ μια υπέροχη μουσική κατέκλυσε το σύμπαν, κανείς δεν ήξερε να πει.

Κανείς δεν έστησε χορό, κοπάδι δεν ακούστηκε να περπατά. Μόνο η υπέροχη μουσική να νικά το χάος και ένας πιανίστας μόνος να κοιτά μια τα πλήκτρα μια το δάσος. Μόνο πλήκτρα και δάσος. Έτσι κοιμήθηκες’ έτσι φύτρωσε το αίμα.

Και τότε ξεπρόβαλε το σμήνος των νυχιών που ερχόταν νύχτες πολλές ενάντιο. Κισμέτ χρωματιστό στα χέρια σου για δώρο. Ναι. Αίμα ανάβλυσε ξάφνου και ολοδυρμοί της απέχθειας και της απεραντοσύνης ξανοίχτηκαν μπροστά σου.

Εσύ εκεί να πολεμάς, μια το σπαθί και μια το αίμα, αχόρταγα να ξεσκίζεις τα βότσαλα που μάζεψες ενδελεχώς ένα καλοκαιράκι πίσω. Δεν ήσουν εσύ αυτός που έτρωγε το βάσανο του κόσμου. Δεν ήσουν ούτε της μιας στιγμής το αχ.

Ανάξια δουλειά που έμεινε αναπάντητη. Και πάλι το αίμα μπροστά. Να γεμίζει το πρόσωπό σου, να φωνάζει το στόμα σου και να ζητά ακόμα’ δόντια, μύτες, αυτιά και τρίχες ματωμένες περήφανα να χειροκροτούν, πατώντας νικηφόρα απάνω στα άνυδρα πια νύχια, που σμήνος αχόρταγο κατάπιε με μιας η νύχτα.

Στο βυθό ώρες πολλές κατήργησα τα φώτα. Τον αετό που πήρε να με σώσει, τον κλείσαμε στο σπίτι’ του φθινοπώρου πρόδρομος κι αυτός, χωρίς νύχια.

[Το αβαθές πηγάδι μαζεύει ακόμα το νερό που έβαλες στο αίμα,

για να ξεχειλίσει η χαρά στ’ αστραφτερά σου μάτια]

νυχτερίδες – λένα κιτσοπούλου

nyxterides

 

«Αυτοκτόνησε με πολύ ήρεμο τρόπο. Φόρεσε μια ρόμπα, ένα ζευγάρι παντόφλες, έφτιαξε ελληνικό καφέ μέτριο, τον ακούμπησε στο κομοδίνο δίπλα από το μαξιλάρι του, ακριβώς κάτω απ’ το πορτατίφ, και κατέβασε όλα τα χάπια, ένα ένα, με μικρές γουλιές ελληνικού καφέ»
[Απόσπασμα από το βιβλίο]

Η Λένα Κιτσοπούλου, με το πρώτο της βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων «Νυχτερίδες», κατάφερε να αποσπάσει το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα του 2006 του περιοδικού «Διαβάζω». Κατάφερε με το λογοτεχνικό της ντεμπούτο να τύχει της αποδοχής και των αναγνωστών και, εν πολλοίς, της κριτικής.

Τα διηγήματα που αποτελούν τη συλλογή αυτή, γραμμένα όλα με το ίδιο αφηγηματικό τέμπο αλλά και την ίδια φιλοσοφία, συνιστούν ιστορίες με χαρακτήρες απόλυτα καθημερινούς στην…καθημερινότητά τους, που όμως οι σκοτεινές και ενδόμυχες σκέψεις τους τούς οδηγούν σε αντιδράσεις πέρα απ’ τα συνηθισμένα, μακριά από οποιαδήποτε προσδοκία εκ μέρους του αναγνώστη. Στο επίπεδο αυτό, η επιλογή αυτή της Κιτσοπούλου είναι απόλυτα θεμιτή, μιας και φαίνεται αυτό να αποτελεί και το λογοτεχνικό της διακύβευμα: το σκοτεινό και το ενδόμυχο, το κακό που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το καλό, όσο δύσκολο κι αν είναι να το διακρίνει κανείς. Κατά κανόνα, η ολοκλήρωση των ιστοριών λαμβάνει ένα τέλος ανατρεπτικό, εκτός από μερικές ιστορίες που είναι προφανείς όσον αφορά την εξέλιξή τους (για παράδειγμα η πρώτη ιστορία, «Ο γιος μου ο γύφτος»), που εντούτοις κάνει τον αναγνώστη να μένει άφωνος και έκπληκτος απ’ την εξέλιξη των πραγμάτων.

Ένα κοριτσάκι οδηγείται σε ένα μισοαναγκαστικό μισοηθελημένο βιασμό από έναν φίλο της που θαυμάζει απεριόριστα• ένας πατέρας ταΐζει έως θανάτου τον γιο του εξαιτίας της αποκάλυψης της γυναίκας του• ένας θείος βιάζει κατά συρροήν την ανιψιά του και φτάνει να σκοτώσει την κόρη του που πέρδεται ασυστόλως• ένας τύπος πνίγεται από ένα κουμπί, στην προσπάθειά του να σωθεί από βέβαιο εγκεφαλικό ή καρδιακή προσβολή, που υπάρχει ωστόσο μόνο στη φαντασία του. Αυτή είναι κατά βάση η θεματολογία της Λένας Κιτσοπούλου και αυτές είναι μερικές από τις ιστορίες που απαρτίζουν τις «Νυχτερίδες».

Σύμφωνα με την ανάγνωσή μου, η βαθύτερη προσδοκία της συγγραφέως ήταν η ανίχνευση του βάθους των ανθρώπων, η εξήγηση και δικαιολόγηση τρόπον τινά των κινήτρων που οδηγούν τους ήρωες στις ακραίες πράξεις τους, και, συνεκδοχικά, η αναζήτηση του καλά κρυμμένου κόσμου των ανθρώπων εν γένει, πέραν των ηρώων της Κιτσοπούλου που ζουν στο χαρτί της. Το μοτίβο που είναι καταγεγραμμένες οι ιστορίες, παρουσιάζεται να βρίσκεται στη διαδικασία της αναζήτησης και, στην παρούσα φάση, να είναι εγκλωβισμένη στην πρόκληση της εντύπωσης και του απρόσμενου για τον αναγνώστη, αλλά κατ’ αρχήν για την ίδια τη συγγραφέα.

Απ’ την άλλη, η ακατέργαστη και καθόλα προφορική γλώσσα της Κιτσοπούλου φαίνεται να αποτελεί ένα μανιφέστο μινιμαλισμού και απλότητας, χωρίς περιττές αναφορές και βερμπαλιστικές εξάρσεις. Ωστόσο, η γλώσσα αυτή εξαντλείται στο επίπεδο παράθεσης ιδεών που ακόμα ψάχνει μια λύση, χωρίς επαρκή δυναμικότητα προς ώρας, στην εξισορρόπηση μεταξύ δύο βαρκών: της προκλητικής εντύπωσης και της αποκάλυψης του καλά κρυμμένου υποσυνείδητου.

Οι «Νυχτερίδες» είναι περισσότερο μια συλλογή διηγημάτων που κρύβει το «εν δυνάμει» της Κιτσοπούλου, χωρίς να αποκαλύπτει, τουλάχιστον ακόμα, το «εν ενεργεία». Αυτό είναι, μάλλον, δικαιολογημένο μιας και αποτελεί το πρώτο της βιβλίο, ωστόσο, αν δεν θέλει η ίδια να εξαντλήσει τα συγγραφικά της όρια στα επίπεδα που προανέφερα, θα πρέπει να (ξε)περάσει το κατώφλι του πρώτου επιπέδου του αφηγηματικού της κόσμου και να προχωρήσει στα επόμενα στάδια μιας εξιστόρησης που να συνδυάζει τον ωραίο μινιμαλισμό της γλωσσικής της έκφρασης και την εξερεύνηση των μύχιων σκέψεων, σκοτεινών ή μη, που στις «Νυχτερίδες» αποπειράθηκε μόνο να δοκιμάσει και να διαχειριστεί.

Άλλωστε, το βραβείο που απέσπασε, μπορεί δυνητικά να λειτουργήσει προς αυτή την κατεύθυνση…

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος]

[Η Λένα Κιτσοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971. Είναι ηθοποιός. Οι «Νυχτερίδες» είναι το πρώτο της βιβλίο. Έχουν δραματοποιηθεί για το θέατρο από την ομάδα ΑΣΙΠΚΑ και σε σκηνοθεσία και θεατρική προσαρμογή του Δημήτρη Μπίτου]

 

Late Love – Jackie Kay

τζάκι κ�ι - late love

Πώς περπατούν αγέρωχα, οι ερωτευμένοι,
Πόσο ψηλά ανεβαίνουν, ευτυχισμένοι εαυτοί,
Με τα μαλλιά τους λαμπερά και με το σώμα τους να καίει απ’ το φως.
Λησμονημένο έχουν πια αυτό που πρότερα υπήρξαν.

Πόσο μοιάζουν προστατευμένοι μόνο για τούτη τη στιγμή.
Πόσο σπουδαίοι έχουν γίνει -κρυφές ζωές, πέρα
Απ’ την τάξη των πραγμάτων, τα ζοφερά του κόσμου τούτου.
Κάθε καμπάνα, πια, βροντοχτυπά έναν καινούριον ήχο.

Σκοτεινιασμένοι, πόσο, οι πιο πολλοί που έρωτα δε ζούνε.
Κουρέλια ρούχα που φορούν, το σώμα τους θαμπό που είναι’
Πόσο κουβάρια μοιάζουν μ’ ανάκατα μαλλιά’ πόσο βαριοσέρνονται
Πέρα δώθε στους δρόμους και με βροχή ακόμα,

Φέρνοντας μια θύμηση εμπρός τους, ενός φιλιού σε σκοτεινό σοκάκι,
Ενός αγγίγματος σε κάποιο αποδυτήριο, αν τυχεροί υπήρξαν, μιας ευτυχούς αναμονής
Του χτύπου τηλεφώνου, ίσως, μικρή μου.
Το παρελθόν με τη βελούδινη ορμή, τη μυστική σιωπή του

Μίλια μακριά, σκοτεινιάζει πια, μες στη μέρα που αργοσβήνει.

Απόδοση: Δημήτρης Αθηνάκης

Επιμέλεια Μετάφρασης: Εύα Εξάρχου

(στην οποία και είναι αφιερωμένο γιατί με βοήθησε να δω και να διορθώσω…)

[αξέχαστα λόγια]

rear window

Grace Kelly (Lisa Carol Fremont): How’s your leg?

Jimmy Stewart (L.B. “Jeff” Jefferies): Hurts a little.

Grace Kelly (Lisa): Your stomach?

Jimmy Stewart (Jeff): Empty as a football.

Grace Kelly (Lisa): Anything else bothering you?

Jimmy Stewart (Jeff): Yes, who are you?

**************************

Ευχαριστώ τον sensual monk για την πρόσκληση στο παιχνίδι των “αξέχαστων λόγων” από ταινίες θαμμένες κάπου… Ή και όχι…

Ας συνεχίσουν, όσοι θέλουν, αν θέλουν!

ντεκαφεϊνέ – εύα στάμου

ντεκαφεϊν� 

«Κι έτσι ξαφνικά το ξέσπασμά τους, το γέλιο το δικό του και της Αντέλ, που εδώ και λίγη ώρα είχε γίνει παροξυσμός τού φάνηκε τόσο φυσικό μα και τόσο παράλογο, όσο η ίδια η ύπαρξη»
[Απόσπασμα από το βιβλίο]

Τι είναι η Ευρώπη σήμερα; Από ποιους κατοικείται και πώς αυτοί υπάρχουν, έτσι, ως οντότητες ξέχωρες και μαζί ενωμένες με άλλες; Αυτά είναι τα βασικά ερωτήματα που θέτει το «Ντεκαφεϊνέ», το δεύτερο μυθιστόρημα της Εύας Στάμου, μετά το μυθιστόρημα «Ελιγμοί» (Οδός Πανός 2004).

Μια παρέα επιστημόνων, ξεκινά τις παράλληλες –και πολλές φορές αντικείμενες, συγκρουόμενες ή και ταυτιζόμενες- ζωές τους στην Αγγλία, και συγκεκριμένα στο Μάντσεστερ. Το σκηνικό που χτίζει η συγγραφέας αποτελείται από γνώριμα για την ίδια στοιχεία καθημερινότητας, αφενός, αλλά και ηθογραφίας, ψυχογραφίας και…αγγλικού καιρού, αφετέρου. Οι ήρωες είναι οι διανοούμενοι τού σήμερα, η σύγχρονη ευρωπαϊκή ιντελιγκέντσια που, επηρεασμένη -κατά πώς φαίνεται- απ’ τους προκατόχους της, προσπαθεί, αναζητώντας ταυτότητα, και ως ξέχωρη προσωπικότητα αλλά και ως ομάδα κρούσης του πνεύματος• μια ταυτότητα που θα την εντάξει στο σύγχρονο οικουμενικό γίγνεσθαι, πολιτικά, κοινωνικά, ψυχολογικά, επιστημονικά, (σεξουαλικώς) ερωτικά.

Μέσα από έρωτες, χωρισμούς, όνειρα –κοινά ή ιδιωτικά-, μέσα από φιλίες που μένουν και από φιλίες που σπάνε, μέσα από όλο το καθημερινώς ανθρώπινο, αλλά πάντα αυτό του διανοούμενου, η συγγραφέας χτίζει το «Ντεκαφεϊνέ». Εδώ, όμως, υπάρχει και το κέντρο του βιβλίου. Πόσο εύγευστος μπορεί να είναι ένας καφές χωρίς καφεΐνη ή ένα τσάι χωρίς τεΐνη. Μπορεί να είναι τόσο εύγευστος και όμορφος, όσο μια ζωή χωρίς «κάτι», μια ζωή χωρίς αυτό που ζητά κανείς μια δεδομένη στιγμή, όχι όμως ως παρόρμηση χωρίς αντίκρισμα, αλλά ως πόθο και μαζί πάθος για ζωή, έστω και πρόσκαιρη. Ποιος άλλωστε εγγυάται το μέλλον…

Η αφήγηση τής Στάμου μεταφέρεται και σε άλλες πόλεις της Ευρώπης. Έτσι, απ’ την αγγλική επαρχία περνάμε στην αγγλική –και όχι μόνο- μητρόπολη που δεν είναι άλλη απ’ το Λονδίνο, στο γαλλικό νότο με τη θαλασσινή Μασσαλία, αλλά και από την πρωτεύουσα της Ευρώπης, τις Βρυξέλλες, στο Βερολίνο, μια πόλη που έχει κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στην Ευρώπη. Έχω την αίσθηση ότι η επιλογή των πόλεων δεν είναι καθόλου τυχαία, όπως άλλωστε και η επιλογή την ηρώων ως διανοουμένων. Η σκοτεινή αγγλική επαρχία παρουσιάζεται ως το πρώτο βήμα αναζήτησης, με όσα δύσκολα και μαζί σκοτεινά στοιχεία μπορεί αυτή να ενέχει. Η Μασσαλία, ως λιμάνι, άρα σταθμός κατεξοχήν τράνζιτο για άλλες ηπείρους, αποτελεί, σύμφωνα πάντα με τη δική μου ανάγνωση, το «πάτημα» των ηρώων για να ξεφύγουν απ’ ό,τι τους κατατρύχει. Οι Βρυξέλλες είναι αδιαμφισβήτητο σύμβολο της σύγχρονης Ενωμένης Ευρώπης, στίγμα που η Στάμου θέλει ξεκάθαρα να αφήσει. Και τέλος, το Βερολίνο, μνήμη και μαζί μνημείο όλων των μεγάλων ιστορικών στιγμών που ολοκληρώνουν την έννοια και την ιστορία της Ευρώπης.

Τη διαφοροποίηση απ’ τους ήρωες με ψυχολογικά αδιέξοδα στη σύγχρονη εποχή, απ’ τους μυθιστορηματικούς πρωταγωνιστές με εσωτερικές αναζητήσεις πεπατημένες και χιλιοειπωμένες, προσπαθεί η Εύα Στάμου να πετύχει, απ’ τη μια, με την επιλογή των ηρώων της ως διανοουμένων, και, απ’ την άλλη, με το ταξίδι του μυθιστορήματος στην Ευρώπη. Αυτό αποτελεί ένα έξυπνο τρικ εκ μέρους της συγγραφέως, αλλά μάλλον και μια λύση προφανή, που ίσως αποδεικνύει τη συγγραφική αμηχανία διαχείρισης λογοτεχνικού υλικού, σίγουρα όμως το ίδιο το αποτέλεσμα είναι συνάμα και ένδειξη συγγραφικών υποσχέσεων εκ μέρους της.

Με λίγα λόγια, είχα μερικές φορές την εντύπωση ότι το «Ντεκαφεϊνέ» είναι και το ίδιο μια αναζήτηση ταυτότητας, λογοτεχνικής αυτήν τη φορά, εκ μέρους της Στάμου, με σκοπό να ανακαλυφθεί το στίγμα της. Άλλωστε, είναι μόλις το δεύτερο βιβλίο της, με το πρώτο να αποτελεί επίσης ένα σύγχρονο κι αυτό μυθιστόρημα, μια λογοτεχνική καταγραφή με σαφή την έννοια της αναζήτησης ταυτότητας εκ μέρους των βασικών ηρωίδων.

Ούσα η ίδια έμπειρη και πολυσπουδαγμένη ψυχολόγος, πολυταξιδεμένη μαζί, όπως διαβάζουμε στο blog της, σε μέρη της Ευρώπης, η Εύα Στάμου παραδίδει ένα ξεκάθαρα σύγχρονο μυθιστόρημα-καταβύθιση στα χαρακτηριστικά του σύγχρονου ανθρώπου μέσα σ’ ένα περιβάλλον συνεχώς εξελισσόμενο, διαρκώς εναλλασσόμενο με τέτοιους ρυθμούς, που κάνει τον άνθρωπο να αναρωτιέται όχι μόνο για το πού πάει ο κόσμος γύρω του, αλλά και για το πώς εντάσσεται αυτός μέσα σ’ αυτόν.

Άλλωστε, πολλές φορές ο κόσμος και οι καταστάσεις ξεπερνούν τον άνθρωπο που ο ίδιος, και εδώ είναι το «αστείο», έχει δημιουργήσει…

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οδός Πανός]

[Η Εύα Στάμου γεννήθηκε στην Αθήνα. Έκανε ανώτερες σπουδές ψυχολογίας και φιλοσοφίας στην Ελλάδα και την Αγγλία, όπου και εργάστηκε για αρκετά χρόνια ως συμβουλευτική ψυχολόγος, κάτι που σήμερα ασκεί στη Ελλάδα. Η επιστημονική της έρευνα εξετάζει την εξέλιξη της γυναικείας ταυτότητας στο πέρασμα του χρόνου. Το προσωπικό της ιστολόγιο μπορεί κανείς να επισκεφθεί στη διεύθυνση: http://evastamou.blogspot.com]

Ω, φαιδρά μου καθημερινότης…

strike

Η Πετρούλα με προσκάλεσε με τη σειρά της σε ένα καινούριο παιχνίδι που αναφέρεται στην καθημερινότητα του καθενός που συμμετέχει σ’ αυτό. Θα ήταν ωραίο να μην μπορώ να συμμετέχω, μιας και θα ήθελα η κάθε μέρα να είναι εντελώς διαφορετική από την άλλη. Όμως… Υπάρχει πάντα ένας μέσος όρος ημερών που κρύβει (ή φανερώνει) τις ίδιες κινήσεις, πολλές φορές τις ίδιες σκέψεις, ανεξάρτητα πάντα απ’ τα επιμέρους που προκύπτουν κατά την εξέλιξη του χρόνου.

Στις 9 (το αργότερο 9:30) χτυπά το ξυπνητήρι, που συνοδεύεται από διάφορα γλυκόλογα εκ μέρους μου… Σε ένα τέταρτο έχω πια σηκωθεί και πατήσει το κουμπί της καφετιέρας. Γλυκός ο ήχος της, όπως και η μυρωδιά που αναδύεται άμα τη ετοιμασία του καφέ. Τσιγάρο ευθύς και λίγη μουσική και λίγες ειδήσεις (τι να σου πουν πια κι αυτές;) είτε απ’ το δίκτυο είτε απ’ το κοινώς χρησιμοποιούμενον ραδιόφωνο.

Εκεί αρχίζει η ζούγκλα της ημέρας. Μετά από κάποια ανώφελα τσιγάρα, ο προγραμματισμός προσπαθεί να επιβεβαιώσει το όνομά του’ ανεπιτυχώς. Όμως, αρκεί να υπάρχει θέληση. Τηλέφωνα χτυπούν ή χτυπιούνται, σημειώσεις κρατούν ή κρατιούνται και αρχίζει αμέσως μετά η προσήλωση. Η προτεσταντική συγκέντρωση στη δουλειά. Πώς αλλιώς; Γραφείο ή καναπές, πολυθρόνα ή πάτωμα. Δεν έχει σημασία. Ανάλογα με τις απαιτήσεις. Πάντα όμως στο σπίτι. Τα τσιγάρα και ο  καφές δεν φτάνουν ποτέ, η δουλειά κι αυτή τις περισσότερες φορές. Όχι. Η μέρα δεν φτάνει ποτέ. Η μέρα.

Έρχεται το μεσημέρι. Ωραία ώρα. Και για μένα και για την Αθήνα (δηλαδή πάλι για μένα). Ίσως μια μικρή βολτά, ίσως κάποιο ραντεβού, ίσως μια μικρή σιέστα. Λίγο blogging, λίγο net surfing, καθόλου τηλεόραση. Το απόγευμα που έρχεται αντικαθιστά τον καφέ με τσάι και τα τσιγάρα με τσιγάρα (περισσότερα). Η δουλειά συνεχίζεται εντατικότερα μιας και η μέρα μοιάζει να τελειώνει. Γιατί τελειώνει η μέρα;

Το βράδυ. Διάβασμα επιτέλους. Λίγο δουλειά προσωπική. Παντός είδους. Ησυχία. Λίγο τζιν τόνικ (που δεν το αντέχω αλλά ούτε και του αντιστέκομαι) και μετά ησυχία. Που μπορεί να συνοδεύεται από μουσική σε κάποιο μπαρ του κέντρου, αλλά παραμένει ησυχία. Οι φίλοι είναι ησυχία. Και ταιριάζουν τόσο όμορφα στο βράδυ. Κάθε βράδυ. Ακόμα κι όταν δεν τους βλέπεις. Κι άλλα τόσα…

*********************************

Θα ήθελα πολύ συμμετέχετε πολλοί από εσάς, αλλά δεν θα κάνω ονομαστικές προσκλήσεις. Όποιος θέλει ας συμμετέχει. Καλησπέρα, καλημέρα, καληνύχτα…

“Αντισταθείτε!”

Ῥομαντικὸς ἐπίλογος – Νίκος Καροῦζος

Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν δὲν ἔχετε
παρακολουθήσει κηδεῖες ἀγνώστων
ἢ ἔστω μνημόσυνα.
Ὅταν δὲν ἔχετε
μαντέψει τὴ δύναμη
ποὺ κάνει τὴν ἀγάπη
ἐφάμιλλη τοῦ θανάτου.
Ὅταν δὲν ἀμολήσατε ἀϊτὸ τὴν Καθαρὴ Δευτέρα
χωρὶς νὰ τὸν βασανίζετε
τραβώντας ὁλοένα τὸ σπάγγο.
Ὅταν δὲν ξέρετε πότε μύριζε τὰ λουλούδια
ὁ Νοστράδαμος.
Ὅταν δὲν πήγατε τουλάχιστο μιὰ φορὰ
στὴν Ἀποκαθήλωση.
Ὅταν δὲν ξέρετε κανέναν ὑπερσυντέλικο.
Ἂν δὲν ἀγαπᾶτε τὰ ζῶα
καὶ μάλιστα τὶς νυφίτσες.
Ἂν δὲν ἀκοῦτε τοὺς κεραυνοὺς εὐχάριστα
ὁπουδήποτε.
Ὅταν δὲν ξέρετε πῶς ὁ ὡραῖος Modigliani
τρεῖς ἡ ὥρα τὴ νύχτα μεθυσμένος
χτυποῦσε βίαια τὴν πόρτα ἑνὸς φίλου του
γυρεύοντας τὰ ποιήματα τοῦ Βιγιὸν
κι ἄρχισε νὰ διαβάζει ὦρες δυνατὰ
ἐνοχλώντας τὸ σύμπαν.
Ὅταν λέτε τὴ φύση μητέρα μας καὶ ὄχι θεία μας
Ὅταν δὲν πίνετε χαρούμενα τὸ ἀθῶο νεράκι.
Ἂν δὲν καταλάβατε πῶς ἡ Ἀνθοῦσα
εἶναι μᾶλλον ἡ ἐποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ
Μὴ μὲ διαβάζετε
ὅταν
ἔχετε
δίκιο.
Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν
δὲν ἤρθατε σὲ ρήξη μὲ τὸ σῶμα…
Ὥρα νὰ πηγαίνω
δὲν ἔχω ἄλλο στῆθος.

************************************

Συμμετέχω κι εγώ στο ποιητικό παιχνίδι που ξεκίνησε απ’ την Εαρινή Συμφωνία και πήρα τη σκυτάλη απ’ το alef! Με ένα ποίημα αντισταθείτε, λοιπόν… Αντισταθείτε όπου μπορείτε ή έχετε ανάγκη.

Με τη σειρά μου καλώ να συμμετέχουν οι:

Θεόδωρος Γρηγοριάδης

Εύα Εξάρχου

Πετρούλα

ALittleWhisper

GreekGayLolita

Βασίλης Ρούβαλης

Γιάννης Αντιόχου

Duchamp

George Le Nonce

Sensual Monk

Aeglie

Παράξενος Ελκυστής

Στράτος Φουντούλης

Alefάκι μου, σ’ ευχαριστώ….

καλός καιρός/μετακίνηση – μαρία μήτσορα

καλός καιρός/μετακίνηση

«Σ’ αγαπάω γι’ αυτό σε βρίσκω»
[Απόσπασμα από το βιβλίο]

Η Μαρία Μήτσορα στο μυθιστόρημα «Καλός καιρός/μετακίνηση» αποδεικνύει για μια ακόμη φορά τον ευθυτενή βηματισμό της. Μετά τα γνωστά της μυθιστορήματα, «Ο ήλιος δύω» (Οδυσσέας 1997) και «Άννα να ένα άλλο» (επανέκδοση, Πατάκης 2007), η συγγραφέας σταθεροποιείται ανάμεσα στους σύγχρονους έλληνες συγγραφείς που φωτίζουν τη λογοτεχνία της χώρας μας.

Ο Άλκης, διορθωτής κειμένων, και η Έλλη, παντρεμένη νοικοκυρά, μένουν στην ίδια πολυκατοικία στις παρυφές του Λυκαβηττού. Το μυθιστόρημα είναι χωρισμένο σε «ζαριές» που, όπως αναφέρεται στο βιβλίο, «κάθε ζαριά καταλύει το τυχαίο».

Η Πενία και ο Πόρος, τα δυο γενεσιουργά στοιχεία του Έρωτα στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα, αποτελούν ίσως τους μακρινούς προγόνους των δύο ηρώων. Μόνο που στο μυθιστόρημα της Μήτσορα το ποιος είναι τι δεν είναι σαφές, όχι εξαιτίας ενός κάποιου λανθασμένου χειρισμού της γραφής, αλλά επειδή, τελικά, οι άνθρωποι δεν αποτελούν βαρετές, μονοδιάστατες υπάρξεις. Και αυτό είναι ένα από τα βασικά ζητούμενα στο προκείμενο μυθιστόρημα.

Ο έρωτας που γεννάται ανάμεσα στον Άλκη και την Έλλη, προσέξτε την παρήχηση των ονομάτων, καταγράφεται σε ημερολόγια και εκατέρωθεν γράμματα. Αυτό είναι και το μυθιστόρημα: καταγραφές σε προσωπικά τετράδια και σε φύλλα αλληλογραφίας. Αν η παρουσία του ερωτικού αντικειμένου βομβαρδίζει το μυαλό του υποκειμένου και τανάπαλιν, τότε η απουσία του αγγίζει τα όρια της ποίησης• τους πιο προχωρημένους λαβυρίνθους της ύπαρξης. Επανάσταση!

Στα πρότυπα της λογοτεχνίας του 18ου αιώνα, ας θυμηθούμε τις «Επικίνδυνες Σχέσεις» του Λακλό (μτφ. Ανδρέας Στάικος, Άγρα 1988), η Μήτσορα επαναφέρει με (μετα)μοντέρνο ύφος τον οικουμενικό έρωτα, επιτυγχάνοντας τη μετατροπή του πιο μύχιου στο πιο κοινό, την αντίληψη του προσωπικού ως παγκόσμιου. Από ένα παρκάκι της Αθήνας (Αθήνα μυρίζει όλο το μυθιστόρημα, όπου ο χώρος παύει να υφίσταται περιορισμένος) ο αναγνώστης διατρέχει έναν έρωτα που δεν φοβάται να ανθίσει, μόνο φοβάται ίσως κάποιες φορές να κατοικοεδρεύσει σε ψυχές και σώματα. Και όχι μόνο αυτό• μέσα από τον έρωτα των δύο ανθρώπων ξεσπά μια –θαρρείς- καταιγίδα , που η έντασή της μπορεί να συμπαρασύρει ολόκληρο το σύμπαν, εξεγείροντας εσωτερικότητες και εξωτερικότητες, φωτίζοντας απ’ άκρη σ’ άκρη τις λεπτομέρειες που καθημερινώς μας ξεφεύγουν, πια.

Ένα από τα σημαντικότερα προτερήματα της Μαρίας Μήτσορα είναι η παντελής έλλειψη ερωτικών σαχλορομαντισμών. Η πολυταξιδεμένη, δίνει την εντύπωση νομάδας, συγγραφέας του «Καλού καιρού/μετακίνησης» όχι μόνο έχει φιλτράρει καλά τον κόσμο και τις λειτουργίες του (εσωτερικές και εξωτερικές), αλλά την ίδια στιγμή η γραφή της έχει καταφέρει να συνδυάσει ό,τι πιο σύγχρονο και τρέχον -είτε στη ζωή είτε στην τέχνη. Ο μοντερνιστικός τρόπος που η συγγραφέας διαθέτει, είναι ακριβώς η «αφαλάτωση» του παλαιού απ’ ό,τι μοιάζει και είναι ξεπερασμένο προ πολλού.

Όμως, σε κάποια σημεία, αποδίδοντας τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ, η Μήτσορα, όπως σε παλαιότερα βιβλία της και κυρίως στο «Άννα να ένα άλλο», σε κάποια σημεία του κειμένου δίνει στον αναγνώστη της ένα κομμάτι που μοιάζει με ναρκισσισμό και αυταρέσκεια. Οι καταγραφές των ημερολογίων κάποιες φορές δεν μοιάζουν με χειρόγραφο, αλλά παρουσιάζονται ως θέσφατα μιας ερωτικής αυθεντίας.

Αν σήμερα κατακλυζόμαστε από διάφορα ερωτικά ψυχογραφήματα μίζερης θρηνωδίας, αν σήμερα ο πόνος κι ο χαμός εκπίπτουν συχνά σε επίπεδα τηλεοπτικής αποκυττάρωσης του εγκεφάλου, η Μήτσορα καταφέρνει να αποκαταστήσει τη χαμένη τιμή του έρωτα αποδεικνύοντας ότι δύο εγώ ενωμένα παραμένουν εγώ, και πως μόνο η θυσία του εγώ στο βωμό του εαυτού του μπορεί να δημιουργήσει το εμείς, το εσείς, το αυτοί.

Έτσι απλά…

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη]

[Η Μαρία Μήτσορα γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο Παρίσι (Σορβόννη και Vincennes), όπου κατέθεσε μια εργασία πάνω στη δυναμική των μικρών ομάδων. Έχει ταξιδέψει απ’ τον Πολικό Κύκλο έως την Αϊτή, από το Πεκίνο μέχρι τη Νικαράγουα των Σαντινίστας, τον Ορινόκο και τη Σάντα Φε ντε Μπογκοτά. Έχει γράψει επίσης τη συλλογή διηγημάτων «Άννα να ένα άλλο» (Πατάκης) και τα μυθιστορήματα «Σκόρπια δύναμη» (Οδυσσέας), «Περίληψη του κόσμου» (Κέδρος), «Ο ήλιος δύω» (Οδυσσέας). Διηγήματά της και ταξιδιωτικά έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και εφημερίδες]

One Day – Grace Paley

grace paley

Μια μέρα
κάποιος από μας
θα χαθεί
μέσα στον άλλο

αυτό άκουσα
να λένε αλλά
αδιάφορα           αποστρέφοντας
το βλέμμα         ντροπή          αυτή
η αποστολή να
σταθείς απέναντι στην
επιλογή να ζήσεις

η μητέρα μου είπε       τα
παιδιά μεγάλωσαν     εμείς
είμαστε τόσο άρρωστοι κι οι δυο       άσε μας
να πεθάνουμε αγκαλιά      ο πατέρας μου
απάντησε    όχι όχι μια
χαρά θα τα καταφέρεις      είπε ψέματα

και βέβαια
σε θέλω μέσα στον κόσμο ετούτο
είμαι δεν είμαι εγώ μέσα
σ’ αυτόν        η ψυχή σου
μάλλον σ’ αυτήν απευθύνομαι

υπάρχει πάντα
κάτι να πεις      στο τέλος     μιλώντας
χωρίς ανάσα      κάποιος
από μας θα χαθεί
μέσα στον άλλο

Απόδοση: Δημήτρης Αθηνάκης

 

Ancient Egyptian Couples – Ruth Fainlight

ruth fainlight

Ταίρια απ’ την αρχαία Αίγυπτο
όρθια ή καθισμένα δίπλα-δίπλα.
Φενάκες με πλεξούδες και μανδύες με πιέτες
με προστήθια και αλυσίδες στολισμένα
με λωτούς και πάπυρου βλαστούς
από ξύλο, από πέτρα, από πηλό,
σχολαστικά επεξεργασμένα και χαραγμένα.

Φανερώνοντας ξεχωριστούς κόσμους,
το δέρμα τού άντρα είναι βαμμένο
γήινο κόκκινο, της γυναίκας αχνολάμπει
κι είναι χρυσό του ουρανού.

Κάπου-κάπου, αυτή έχει περασμένο το χέρι της
γύρω απ’ τον ώμο του.
Κοιτούν επίμονα εμάς, ποτέ δεν κοιτιούνται μεταξύ τους,
με τα τεράστια, βαμμένα με τη γνώριμη σκιά, μάτια τους.

Αυτό το κύμα της πλήρους αφοσίωσης
μέσα απ’ τους αιώνες, σαν
την ξαφνική επιστροφή του πόθου
που κατακλύζει το μυαλό, το σώμα
όλο, με τον ένα να βεβαιώνεται συνέχεια
ως έρωτας στον άλλο, τους ενώνει
όπως εσένα και μένα.

Απόδοση: Δημήτρης Αθηνάκης

στον George Le Nonce που του θύμισα την Anne και μου θύμισε τη Ruth…

A Story for Rose on the Midnight Flight to Boston – Anne Sexton

sexton.jpg

Μέχρι τη νύχτα ετούτη τις έλεγες ξέχωρες ομορφιές,
ιστορίες άλλες, υπέροχες μες στον πόνο τους.
Μέσα στην καυτή καμπίνα μου επιστρέφοντας, θυμάμαι
το γέλιο της Μπέτσι• γέλαγε όπως εσύ, Ρόουζ, στην πρώτη
ιστορία. Κάποια μέρα, της το υποσχέθηκα, θα γίνω κάποια
που κάπου θα πηγαίνει, μαζί το είχαμε ονειρευτεί στο βαρετό μέχρι θανάτου
σχολείο για κορίτσια καθωσπρέπει. Τον επόμενο Απρίλη τ’ αεροπλάνο
με πέταξε σαν άλογο, η σέλα μου έγειρε
κι ο φόβος φύσηξε μέσα μου βαθιά, η τελευταία βέβηλη ένδειξη
από ’να στομάχι που ανέβαινε. Κι αργότερα, πίσω πάλι
στη στεριά εγώ, τόσο απαίσια νιώθοντας όσο κάθε ναύτης που η θάλασσα ναυτία του χαρίζει,
ακριβώς στα δεκαοχτώ μου• η πρώτη μου εμπειρία, η αστεία αποτυχία μου.
Ίσως, Ρόουζ, υπάρχει πάντα και μια ακόμα ιστορία,
καλύτερα ανείπωτη, ίσως βασανιστική ίσως αβαθής ίσως σαν αρπαχτικό.

Μισό μίλι κάτω από μένα τα φώτα των ανάμεσα πόλεων
γυρίζουν τα μάτια τους επάνω μου. Και θυμάμαι την ιστορία της Μπέτσι,
εκείνης της απριλιάτικης νύχτας τον εναέριο χαμό των ανθρώπων
και τ’ αναπάντεχο τ’ όνομά της ανορθόγραφο στη φυλλάδα
το βάθος του κλονισμού και το πεταμένο στ’ άχρηστα χαρτί
δέκα χρόνια τώρα. Εξαργύρωσε το εισιτήριο μ’ επιστροφή που της έδωσα.
Αυτός ήταν ο άτιμος ο πεθαμός της• δύο αεροπλάνα
να συγκρούονται στη μέση των αιθέρων πάνω απ’ την Ουάσιγκτον, θαρρείς αόμματα πουλιά.
Και μετά νεκρούς ν’ ανασύρουν, οι νεκροθάφτες να βάζουν τα πτώματα
στις νεκροφόρες και να τα ενώνουν σαν παζλ
για να συγκολλήσουν ένα πόδι ή ένα πρόσωπο. Μια φωτογραφία ταυτότητας
απέμεινε απ’ αυτήν, χαμένος τόσο μες στο χρόνο πια ο φόβος.
Ξεχωριστή τη νύχτα αυτή που ιστορία την έπλασα
που μεγαλώνοντας συνήθισα, να ξέρω και να σώζω.

Λόγος ταραχής είναι,

Ρόουζ, όταν αναπλάθεις ένα θάνατο παλιό,
κι επιζώντας έξω απ’ τον κύκλο της επιρροής, για να μάθεις ότι προσποιείσαι.
Πετάμε πάνω απ’ τη Βοστόνη. Είμαι σώα. Φοράω το καπέλο μου.
Είμαι σαν κάποια που επέστρεψε. Η ιστορία τέλειωσε.

Απόδοση: Δημήτρης Αθηνάκης

Sound of Sleat* – Jackie Kay

sleat

Οι πολλές κουβέντες, οι μέρες οι ίδιες που περνούν και κάτι αφήνουν και μαζί κάτι παίρνουν, πάντα οδηγούν στην ποίηση: ένα σχόλιο της Εύας Εξάρχου, ένα δικό της κείμενο εμπνευσμένο από δυο λέξεις που με τη σειρά τους ήρθαν απ’ την Τζάκι Κέι. Και να που πάλεψα λίγο την ποίησή της και σας την αφήνω εδώ… Έτσι, μόνη κι αυτή όπως και τόσα άλλα.

Πάντοτε ατένιζα τον κόσμο
Κι αναρωτιόμουν αν το ‘κανε κι αυτός για μένα,
Ακίνητη σ’ αόριστο μεταίχμιο,
Στο πρόσωπό μου, της παγωμένης θάλασσας ο άνεμος.

Στην αντίπερα όχθη καθρέφτες ν’ ανακλούν
Πρόσωπα που μου μοιάζαν,
Ανθρώπους που έμειναν στη μέση,
Που τα νερά διασχίζαν.

Κι έμοιαζε, κοιτώντας απ’ το υποστατικό μου –
Με τις γέρικες πέτρες και το πρόβατο,
Κι εκείνο τον ήχο τραγουδιών που μ’ επισκέπτεται στον ύπνο μου –
Ο ρυθμός του κόσμου κάπου να σμίγει

Με την κόψη του κόσμου μας που κατοικούμε.
Πέρασα δύσκολα κι εγώ.
Το πρόσωπό μου χαραγμένο’ ερείπιο το κορμί μου.
Κάποτε σκεφτόμουν ότι θα ‘χα την ευλογία –

Όταν ο ποταμός θα ‘τρεχε τη θάλασσα ν’ ανταμώσει
Όταν ήλιος και φεγγάρι θα μοιράζονταν το θόλο –
Τα πέρατα της γης στα μάτια μου να κλείσω,
Και στην υγειά να πιω του κοριτσιού που μ’ είδε μες στα μάτια.

Απόδοση: Δημήτρης Αθηνάκης

 

*Τον παράδεισο του Sleat μπορείτε να τον βρείτε εδώ.

bodyland/χωρασωμάτων – αργυρώ μαντόγλου

bodyland

A thinking woman sleeps with monsters
(Adrianne Rich)

Ξεκινώ απότομα: η Αργυρώ Μαντόγλου κατάφερε να βρει την έξοδο. Το «Bodyland – Χωρασωμάτων» είναι το μυθιστόρημα-(δι)έξοδος από εκείνον τον κόσμο της λογοτεχνίας που θέλει τις γυναίκες νοικοκυρές, συζύγους, αδιάφορες ερωμένες και περισπούδαστες θυγατέρες που σπάνε οικογενειακούς δεσμούς για να χτίσουν άλλους, επίσης αποπνικτικούς αλλά με μια δήθεν δόση επαναστατικότητας. Το βιβλίο αυτό είναι η γυναίκα η ίδια και, τελικά, και εδώ είναι η μεγάλη ανατροπή σε όλα τα προαναφερθέντα, ο ίδιος ο άνθρωπος• ανεξαρτήτως φύλου.

Η Μαντόγλου χωρίζει το μυθιστόρημά της σε δύο μέρη: στις Ιστορίες του Δρόμου και τις Ιστορίες του Τρόμου. Στο πρώτο μέρος, που ξεκινά με την εισαγωγική ιστορία της Χ (άγνωστη Χ, μεταβλητή, μεταβαλλόμενη), οι ηρωίδες αντιμετωπίζουν καθημερινές ιστορίες, ιστορίες υπαρξιακές, εξωτερικές και μαζί ονειρικές. Στο δεύτερο μέρος, που τώρα τελειώνει με την ΕυΧή (και που πανέμορφα προοιωνίζεται ένα μυθιστόρημα που επίκειται, με ήρωες τον Σταύρο και την Αυγή), οι γυναίκες-πρωταγωνίστριες μετέρχονται καταστάσεις στην κόψη του ξυραφιού, ανατρέπουν και γεμάτες απρόοπτα ξαναχτίζουν τις ζωές τους με ρίσκο, με κίνδυνο την ίδια τους την ύπαρξη, όχι ως σώμα, αλλά ως εν δυνάμει οντολογική ύπαρξη. Και στις δύο περιπτώσεις, η αναζήτηση της ταυτότητας κυριαρχεί, η εναγώνια προσπάθεια τοποθέτησης στον κόσμο που διανύουμε είναι κάτι περισσότερο από ξεκάθαρη.

Όλες οι ηρωίδες θα μπορούσαν να είναι γυναίκες της διπλανής πορτας, μόνο που τώρα αυτή η «πόρτα» δεν κρύβει μόνο τα ταψιά, τις σφουγγαρίστρες, τις πάνες του μωρού και τις σιδερωμένες «αλλαξιές»• κρύβει συνάμα αιωρούμενες και διαχεόμενες, στο σήμερα και στο πάντα, ψυχές και σώματα που διαθέτουν τον εαυτό τους σε δύο σημεία: στην κάλυψη των αναγκών τους και στην απόλυτη προσφορά τους στον Άλλον.

Η συγγραφέας της «Bodyland» επέλεξε ως συνοδευτικό τίτλο τη -δικής της επινόησης λέξη- «Χωρασωμάτων». Αν τη διασπάσουμε, θα μπορούμε να φτιάξουμε εκ νέου συνδυασμούς όπως: Χώρα Σωμάτων ή Χώρ’ Ασωμάτων. Και εκεί στοχεύει, σύμφωνα με τη δική μου αναγνωστική αντίληψη, η Μαντόγλου. Σώματα και ασώματα επικοινωνούν, διαδέχονται το ένα το άλλο, εμφιλοχωρούν εκατέρωθεν και δημιουργούν τον κόσμο της χώρας αυτής.

Τα δύο ξεκάθαρα στοιχεία που επιβεβαιώνονται στο μυθιστόρημα αυτό, είναι οι ποιητικές καταβολές και η μεταφεμινιστική ιδεολογική τοποθέτηση της συγγραφέως. Ο μεταφεμινισμός, απομακρυσμένος από τον φεμινισμό των σουφραζεττών, αλλά και από το λεγόμενο Δεύτερο Κύμα του Φεμινισμού που αναπτύχθηκε τη δεκαετία του ’70, αναπτύχθηκε περί τα τέλη της δεκαετίας του ’80. Βασική του αρχή είναι η εναλλακτική, πια, θεωρητική και –συνεκδοχικά- εμπράγματη αναζήτηση της θέσης της γυναίκας στον σύγχρονο κόσμο, θεωρώντας εν γένει δεδομένες κάποιες κατακτήσεις εκ μέρους των προηγηθέντων φεμινιστικών, θεωρητικών και αγωνιστικών, κινημάτων.

Έτσι, η δομή του μυθιστορήματος, οι σπασμένες και μη επαναλαμβανόμενες φόρμες, η εκτός της τρέχουσας πραγματικότητας αφήγηση, καθώς και οι ιδέες/εικόνες που συναντά ο αναγνώστης, είναι καταφανείς βεβαιώσεις για την ποιητικότητα της Μαντόγλου. Απ’ την άλλη, οι γυναίκες ως απόλυτες και κυρίαρχες υπάρξεις, οι άντρες που λιώνουν μέσα σ’ αυτές, χωρίς να υποτιμώνται σχεδόν ποτέ, καθώς επίσης και οι βασικές περιγραφές των αναγκών της σύγχρονης γυναίκας, αποτελούν την επιβεβαίωση της πολιτικοϊδεολογικής τοποθέτησης της συγγραφέως έναντι της τέχνης.

Αυτά τα δύο στοιχεία, εντούτοις, όταν σε κάποια σημεία της «Bodyland» εμφανίζονται με έναν υπερβολικό τόνο, αδικούν το μυθιστόρημα και το οδηγούν, μόνο σ’ εκείνα τα σημεία, σε ποιητικό αφενός, και φεμινιστικό αφετέρου, μονοδιάστατο μανιφεστάρισμα. Εδώ δίνω τον αρνητικό μου βαθμό στο μυθιστόρημα αυτό.

Ολοκληρώνοντας, η Αργυρώ Μαντόγλου παρέδωσε ένα μυθιστόρημα –συνέχεια των ασκήσεων ύφους και της σωματικότητας της γραφής των προηγούμενων βιβλίων της- που, δομικά και ιδεολογικά, αποκατέστησε τη βαρετή, ανυπόφορα κλισέ και άχαρη εικόνα που δίνουν για τη λογοτεχνία γενικά και τη γυναίκα ειδικά οι περισσότερες (ομοεθνείς, ας περιοριστώ) συναδέλφισσές της.

Γιατί, αναμφίβολα, καλό είναι το φαγητό της μαμάς μας, αλλά ας κοιτάξουμε μήπως κάτω από την μπεσαμέλ κρύβεται κάποια άλλη ζωή, λιγότερο καλοψημένη…

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος]

[Η Αργυρώ Μαντόγλου είναι συγγραφέας δύο μυθιστορημάτων, μιας νουβέλας και δύο ποιητικών συλλογών. Σπούδασε Αγγλική Λογοτεχνία, Κριτική Θεωρία και Φιλοσοφία στην Αγγλία. Έχει δημοσιεύσει ποιήματα, διηγήματα, δοκίμια για θέματα λογοτεχνίας, μεταφράσεις και βιβλιοκριτικές. Είναι συνεργάτρια του ένθετου για το βιβλίο  Βιβλιοθήκη  της Ελευθεροτυπίας. Ανάμεσα στους συγγραφείς που μετέφερε στα ελληνικά είναι και οι Τζορτζ Έλιοτ, Βιρτζίνια Γουλφ, Χένρι Τζέιμς, Άντζελα Κάρτερ, Τζόις Κάρολ Όουτς, Κέιτ Άτκινσον κ.ά.]

 

τρομπέτα – jackie kay

τρομπ�τα

του Θεόδωρου Γρηγοριάδη*

Όταν πεθαίνει ο θρυλικός τζαζ τρομπετίστας της Αγγλίας Τζος Μούντι συμβαίνουν μια σειρά από παράξενα πράγματα: Η γιατρός Κρισναμούτρι, που βγάζει το πιστοποιητικό θανάτου, σβήνει το «άρρεν» και γράφει «θήλυ». Ο ληξίαρχος Νασάρ Σαρίφ απορεί με τη διόρθωση και ρωτάει την εξηντάχρονη χήρα, που κάθεται απέναντί του, αν είναι ενήμερη της αλλαγής. Εκείνη του ζητάει να καταχωρηθεί ο σύζυγός της ως άντρας, όπως ακριβώς έζησε, και ας αναγραφόταν στο πιστοποιητικό γεννήσεώς του «Τζόζεφιν Μορ», γεννημένη στο Γκρίνοκ της Σκοτίας. Λίγο νωρίτερα ο υιοθετημένος γιος του Τζος, ο Κόλμαν, βλέποντας για πρώτη φορά γυμνό τον νεκρό πατέρα του, καταρρέει. «Κανείς δεν θέλει μια κωλολεσβία για πατέρα, για μητέρα μπορεί», αναφωνεί οργισμένος.

Μακράν του να είναι μια φαρσοκωμωδία ή μια ξεφωνημένη σάτιρα η «Τρομπέτα», που μας έρχεται με καθυστέρηση δεκαετίας, είναι ένα μυθιστόρημα-θρύλος που απασχολεί ακόμη κριτικούς και θεωρητικούς της λογοτεχνίας. Πρόκειται για μια συγκινητική ιστορία αγάπης και έρωτα, που διαπραγματεύεται θέματα αυτοπροσδιορισμού φύλου και ταυτότητας και παρενδυσίας. Διερευνά την αληθινή ουσία σε μια σχέση, την αλήθεια πίσω από κάθε ψέμα και το ψέμα που μόνον η αλήθεια μπορεί να πει. Όταν η Μίλι γνώρισε τον Τζος, το 1955, αντίκρυσε έναν ψηλό μαύρο άντρα, αρκετά μεγαλύτερό της, με πυκνά μαλλιά και έντονο βλέμμα. Μια μαγνητική δύναμη την τράβηξε πάνω του και άρχισαν να βγαίνουν για ένα μεγάλο διάστημα μαζί, χωρίς όμως να ολοκληρώνεται ερωτικά η σχέση τους. Εκείνος τής πρότεινε να παντρευτούν, ενώ η μάνα της διαμαρτυρόταν «δεν θέλω να παντρευτείς αράπη». Μετά το γάμο τους ο Τζός άρχισε να ξετυλίγει τους επιδέσμους, που έκρυβαν ένα τρυφερό στήθος, κι εκείνη τα ξανατύλιγε για να εμφανίζεται δημόσια. Μόνον ο θάνατος αποκάλυψε την γυμνή αλήθεια, όμως τίνος;

Το μυθιστόρημα αρχίζει με την εξιστόρηση της Μίλι, αποτραβηγμένη πια σε ένα μικρό χωριό της Σκοτίας. Η θλιμμένη αφήγησή της εναλλάσσεται με την οργισμένη φωνή του Κόλμαν, που συνεργάζεται με μια υστερική μοδάτη δημοσιογράφο, την Σόφι, για να γράψουν μαζί τη βιογραφία του πατέρα του. Ο Κόλμαν αισθάνεται προδομένος, νεκροζώντανος, ένα παιδί υιοθετημένο, μισός Σκοτσέζος, μισός μαύρος και μάλιστα με άγνωστες ρίζες. Ο Κόλμαν αποφασίζει να γίνει ο Ιούδας του πατέρα του, ενώ η δημοσιογράφος Σόφι προσεγγίζει ανθρώπους της μπάντας και όσους είχαν γνωρίσει τον Τζος παλιότερα, φθάνοντας μέχρι τη γιαγιά του που μόλις θυμάται το κοριτσάκι της, την Τζόζεφιν. Κανείς σήμερα δεν καταλαβαίνει γιατί ο Τζος αποφάσισε να ζήσει ως γυναίκα ούτε και το μυθιστόρημα καταναλώνεται σε ψυχαναλυτικές επεξηγήσεις. Παραμένει στον ανθρώπινο παράγοντα, στις σχέσεις, στις συνέπειες.

Η σαρανταπεντάχρονη συγγραφέας Τζάκι Κέϊ σχηματίζει το πορτρέτο του Τζος Μούντι, του αφρικανού με μάνα σκοτσέζα, με σεβασμό, μια προσωπικότητα χαρισματική και αγαπητή που δικαιούται να υπερασπιστεί τις επιλογές του. Επιλέγει την πολυφωνική αφήγηση, την διαδοχή προσώπων, χρωματίζοντάς την με ρυθμούς και διαθέσεις, μια κινητική γραφή με ανεβοκατεβάσματα τόνου. Είναι εμφανέστατη η επιρροή της από την μουσική τζαζ, καθώς το βασικό θέμα της απώλειας του Τζος, δίνεται σε διαφορετικές παραλλαγές. Και όπως η τζαζ, αυτοσχεδιάζοντας, δύσκολα καταγράφεται σε παρτιτούρες, έτσι και η ζωή του Τζος παραμένει ένα αινιγματικό σχεδίασμα ανοιχτό σε ερμηνείες. Η «Τρομπέτα», που κατατάσσεται στα 100 καλύτερα σκοτσέζικα μυθιστορήματα όλων των εποχών, αποτελεί και την σκοτσέζικη συμβολή στο αποκαλούμενο «Τζαζ μυθιστόρημα» δίπλα στους Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, Φ.Σκοτ Φιτζέραλντ, Τζακ Κέρουακ, Τόνι Μόρισον.

Όμως το βιβλίο της Τζάκι Κέϊ αποτελεί θέμα μελέτης των Gender Studies, των σπουδών φύλου, παρενδυσίας και της θεωρίας της ταυτότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι η «εντατικοποίηση» αυτών των σπουδών κορυφώθηκε τη δεκαετία του ’90, ξεκινώντας με το «Gender Trouble» (1990) της Τζούντιθ Μπάτλερ και το «Vested Interests» (1992) της Μάρτζορι Γκάρμπερ. Επίσης η βραβευμένη με Όσκαρ ταινία «Boys don’t Cry» (1999), απέδωσε την αληθινή ιστορία του Μπράντον Τένα (ερμήνευσε η Χίλαρι Σουάνκ) που στην πραγματικότητα υπήρξε κορίτσι. Την χρονιά που γραφόταν η «Τρομπέτα» (1998) η Ρέα Γαλανάκη έντυνε αντρικά την «Ελένη ή ο Κανένας», ενώ το «Παρτάλι» (2001), του υπογράφοντος, κατέφευγε σε μια παρενδυσία ιστορικής αναγκαιότητας και το “Middlesex” (2002) αναζητούσε τον προσδιορισμό του φύλου στα χρωματοσώματα. Παντού οι παρενδυτικοί ήρωες λυτρώνονται μέσω της τέχνης, της μουσικής, του θεάματος.

Όμως και η Τζάκι Κέϊ, από μόνη της, αποτελεί μια μοναδική περίπτωση. Γεννήθηκε στο Εδιμβούργο, το 1961, από Σκοτσέζα μητέρα και Νιγηριανό πατέρα. Υιοθετήθηκε, νεογέννητη, από ένα ζευγάρι λευκών και μεγάλωσε σε ένα προάστιο της Γλασκώβης. Οι γονείς της ήταν κομμουνιστές που την κουβαλούσαν σε πορείες διαμαρτυρίας. Φοίτησε στη Βασιλική Ακαδημία Μουσικής και Θεάτρου της Σκωτίας με σκοπό να γίνει ηθοποιός και δούλεψε ως καθαρίστρια και τραυματιοφορέας. Σπούδασε Αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Στίρλιν και στράφηκε στο γράψιμο με παρότρυνση του συγγραφέα Alasdair Gray. Με τα «Χαρτιά υιοθεσίας» (δημοσιεύονται στο περιοδικό ΠΟΙΗΣΗ, τεύχος 29, σε μετάφραση Μαρίας Δαμολή) κέρδισε το πρώτο βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Βιβλίου της Χρονιάς και το Βραβείο Ποίησης του 1992. Εκεί διακρίνονται και οι προβληματισμοί της Κέϊ για την ιδιαιτερότητα της μίξης φυλών, πολιτισμών και κουλτούρας, προσδιορισμού του φύλου και της σεξουαλικότητας.

Το μυθιστόρημα «Τρομπέτα» εκδόθηκε το 1998, ύστερα από 3 ποιητικές συλλογές και δύο συλλογές διηγημάτων, κερδίζοντας το Βραβείο Μυθιστορήματος της Guardian. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, η Τζάκι Κέϊ άκουσε την ιστορία του αμερικανού πιανίστα της τζαζ, Μπίλι Τίπτον ο οποίος, όταν πέθανε, αποκαλύφτηκε ότι ήταν γυναίκα. Η δήλωση του γιου του, «πάντα ήταν ο πατέρας μου», συγκίνησε την, επίσης υιοθετημένη, Κέϊ και έτσι προχώρησε στη δική της φανταστική βιογραφία του Τζος Μούντι. Ανάμεσα στα γραψίματά της πρόλαβε να εκδώσει και μια βιογραφία της Μπέσι Σμιθ, της τραγουδίστριας των μπλουζ. Από τα μπλουζ, που αφηγούνται ιστορίες και παθήματα ανθρώπων, μέχρι την τζαζ η απόσταση ήταν ζήτημα ρυθμών.

Η «Τρομπέτα» διασκευάστηκε για το θέατρο και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες. Η Τζάκι Κέϊ γράφει επίσης για παιδιά, για το θέατρο, την τηλεόραση. Είναι ακόμη μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας Λογοτεχνίας, διευθύνει το Τμήμα Λογοτεχνίας του ΙνστιτούτουΤεχνών της Μεγάλης Βρετανίας και διδάσκει γραφή στο Πανεπιστήμιο του Νιουκάστλ. Το 2006 πήρε τον τίτλο τιμής Member of the Order of the British Empire από τη βρετανική κυβέρνηση. Μένει στο Μάντσεστερ, έχει ένα γιο και έζησε για χρόνια με την ποιήτρια Κάρολ Ανν Ντάφυ. Δηλώνει ανοιχτά ομοφυλόφιλη «για να μην αναρωτιούνται οι άλλοι τι κρύβεις». Άλλωστε είσαι ό,τι δηλώσεις ή ό,τι φοράς, ή μήπως δεν έχει σημασία ούτε αυτό που φοράς ούτε αυτό που υπήρξες;

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Ματσούκας /Εκδόσεις Μελάνι, 2007

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ, βιβλιοδρόμιο, Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2008.

*Αυτό είναι το βιβλίο που με συγκλόνισε φέτος περισσότερο. Αποφάσισα να γράψω γι’ αυτό’ όταν όμως διάβασα την κριτική τού Θ.Γ., σκέφτηκα ότι δεν είχα τίποτε περισσότερο να προσθέσω…

2007 – Τα αγαπημένα

Μέσα σε όλον τον εκδοτικό και αναγνωστικό χαμό τού 2007, προσπάθησα να ξεχωρίσω δώδεκα βιβλία ελληνικής και δώδεκα παγκόσμιας λογοτεχνίας που απόλαυσα. Θα μπορούσα να κάνω πολύ μεγαλύτερη λίστα, αλλά νομίζω ότι έπρεπε να αυτοπεριοριστώ σε έναν αριθμό. Το δώδεκα είναι απλώς ένας αριθμός στην τύχη. Επίσης,  επισημαίνω ότι δεν είναι απαραίτητα βιβλία που εκδόθηκαν μέσα στο 2007. Άλλωστε, τι σημασία έχει πότε εκδόθηκε ένα βιβλίο’ σημασία έχει η ηδονή και η βουτιά…

Σας τα παραθέτω, λοιπόν, με αλφαβητικά σειρά σύμφωνα με το επίθετο του/της συγγραφέα (όσα σημειώνονται με αστεράκι μπορείτε να τα βρείτε εδώ):

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

1. Ακρίβος Κώστας, Πανδαιμόνιο, εκδ. Μεταίχμιο*

2. Γρηγοριάδης Θεόδωρος, Χάρτες, εκδ. Πατάκη *

3. Δάνδολος Στέφανος, Το αγόρι στην αποβάθρα, εκδ. Καστανιώτη *

4. Κατσουλάρης Κώστας, Μικρός Δακτύλιος, εκδ. Ελληνικά Γράμματα*

5. Κολλιάκου Δήμητρα, Θερμοκρασία Δωματίου, εκδ. Πατάκη *

6. Κορτώ Αύγουστος, Δαιμονιστής, εκδ. Καστανιώτη *

7. Μαμαλούκας Δημήτρης, Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημήτριου Μόστρα, εκδ. Καστανιώτη 

8. Μαντόγλου Αργυρώ, Bodyland – Χωρασωμάτων, εκδ. Κέδρος *

9. Ματσούκας Κωνσταντίνος, Ημερολόγια Χρήσης, εκδ. Μελάνι *

10. Μπουραζοπούλου Ιωάννα, Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;, εκδ. Καστανιώτη *

11. Τριανταφύλλου Σώτη – Νικόλτσος Πέτρος, Λος Άντζελες, εκδ. Μελάνι

12. Χιόνης Αργύρης, Περί αγγέλων και δαιμόνων, εκδ. Γαβριηλίδης

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

1. Άπνταϊκ Τζων, Τρομοκράτης, εκδ. Καστανιώτη (μτφ. Αύγουστος Κορτώ)

2. Γκοϊτισόλο Χουάν, Στοιχεία Ταυτότητας, εκδ. Κέδρος (μτφ. Μαρία Ρούφου)

3. Ζέγκερς Άννα, Τράνζιτο, εκδ. Άγρα (μτφ. Γιώργος Δεπάστας)

4. Καζάν Ελίας, Ο Συμβιβασμός, εκδ. Μελάνι (μτφ. Ηλίας Μαγκλίνης)

5. Κέι Τζάκι, Τρομπέτα, εκδ. Μελάνι (μτφ. Κωνσταντίνος Ματσούκας)

6. Κούνζρου Χάρι, Μετάδοση, εκδ. Πατάκη (μτφ. Γιώργος Καλαμαντής)

7. Λιόσα Μάριο-Βάργκας, Το Παλιοκόριτσο, εκδ. Καστανιώτη (μτφ. Μαργαρίτα Μπονάτσου)

8. Μουρακάμι Χαρούκι, Νορβηγικό Δάσος, εκδ. Ωκεανίδα (μτφ. Μαρία Αγγελίδου)

9. Ογκάουα Γιόκο, Ξενοδοχείο Ίρις, εκδ. Άγρα (μτφ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης)

10. Παμούκ Ορχάν, Χιόνι, εκδ. Ωκεανίδα (μτφ. Στέλλα Βρετού)

11. Σομόθα Χοσέ-Κάρλος, Η Κλάρα στο μισοσκόταδο, εκδ. Πατάκη (μτφ. Χριστίνα Θεοδωροπούλου)

12. Φορντ Τζάσπερ, Η υπόθεση Τζέην Έυρ, εκδ. Πόλις (μτφ. Αγγελική Παπαδοπούλου)

Και καλή μας χρονιά…