ντεκαφεϊνέ – εύα στάμου

ντεκαφεϊν� 

«Κι έτσι ξαφνικά το ξέσπασμά τους, το γέλιο το δικό του και της Αντέλ, που εδώ και λίγη ώρα είχε γίνει παροξυσμός τού φάνηκε τόσο φυσικό μα και τόσο παράλογο, όσο η ίδια η ύπαρξη»
[Απόσπασμα από το βιβλίο]

Τι είναι η Ευρώπη σήμερα; Από ποιους κατοικείται και πώς αυτοί υπάρχουν, έτσι, ως οντότητες ξέχωρες και μαζί ενωμένες με άλλες; Αυτά είναι τα βασικά ερωτήματα που θέτει το «Ντεκαφεϊνέ», το δεύτερο μυθιστόρημα της Εύας Στάμου, μετά το μυθιστόρημα «Ελιγμοί» (Οδός Πανός 2004).

Μια παρέα επιστημόνων, ξεκινά τις παράλληλες –και πολλές φορές αντικείμενες, συγκρουόμενες ή και ταυτιζόμενες- ζωές τους στην Αγγλία, και συγκεκριμένα στο Μάντσεστερ. Το σκηνικό που χτίζει η συγγραφέας αποτελείται από γνώριμα για την ίδια στοιχεία καθημερινότητας, αφενός, αλλά και ηθογραφίας, ψυχογραφίας και…αγγλικού καιρού, αφετέρου. Οι ήρωες είναι οι διανοούμενοι τού σήμερα, η σύγχρονη ευρωπαϊκή ιντελιγκέντσια που, επηρεασμένη -κατά πώς φαίνεται- απ’ τους προκατόχους της, προσπαθεί, αναζητώντας ταυτότητα, και ως ξέχωρη προσωπικότητα αλλά και ως ομάδα κρούσης του πνεύματος• μια ταυτότητα που θα την εντάξει στο σύγχρονο οικουμενικό γίγνεσθαι, πολιτικά, κοινωνικά, ψυχολογικά, επιστημονικά, (σεξουαλικώς) ερωτικά.

Μέσα από έρωτες, χωρισμούς, όνειρα –κοινά ή ιδιωτικά-, μέσα από φιλίες που μένουν και από φιλίες που σπάνε, μέσα από όλο το καθημερινώς ανθρώπινο, αλλά πάντα αυτό του διανοούμενου, η συγγραφέας χτίζει το «Ντεκαφεϊνέ». Εδώ, όμως, υπάρχει και το κέντρο του βιβλίου. Πόσο εύγευστος μπορεί να είναι ένας καφές χωρίς καφεΐνη ή ένα τσάι χωρίς τεΐνη. Μπορεί να είναι τόσο εύγευστος και όμορφος, όσο μια ζωή χωρίς «κάτι», μια ζωή χωρίς αυτό που ζητά κανείς μια δεδομένη στιγμή, όχι όμως ως παρόρμηση χωρίς αντίκρισμα, αλλά ως πόθο και μαζί πάθος για ζωή, έστω και πρόσκαιρη. Ποιος άλλωστε εγγυάται το μέλλον…

Η αφήγηση τής Στάμου μεταφέρεται και σε άλλες πόλεις της Ευρώπης. Έτσι, απ’ την αγγλική επαρχία περνάμε στην αγγλική –και όχι μόνο- μητρόπολη που δεν είναι άλλη απ’ το Λονδίνο, στο γαλλικό νότο με τη θαλασσινή Μασσαλία, αλλά και από την πρωτεύουσα της Ευρώπης, τις Βρυξέλλες, στο Βερολίνο, μια πόλη που έχει κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στην Ευρώπη. Έχω την αίσθηση ότι η επιλογή των πόλεων δεν είναι καθόλου τυχαία, όπως άλλωστε και η επιλογή την ηρώων ως διανοουμένων. Η σκοτεινή αγγλική επαρχία παρουσιάζεται ως το πρώτο βήμα αναζήτησης, με όσα δύσκολα και μαζί σκοτεινά στοιχεία μπορεί αυτή να ενέχει. Η Μασσαλία, ως λιμάνι, άρα σταθμός κατεξοχήν τράνζιτο για άλλες ηπείρους, αποτελεί, σύμφωνα πάντα με τη δική μου ανάγνωση, το «πάτημα» των ηρώων για να ξεφύγουν απ’ ό,τι τους κατατρύχει. Οι Βρυξέλλες είναι αδιαμφισβήτητο σύμβολο της σύγχρονης Ενωμένης Ευρώπης, στίγμα που η Στάμου θέλει ξεκάθαρα να αφήσει. Και τέλος, το Βερολίνο, μνήμη και μαζί μνημείο όλων των μεγάλων ιστορικών στιγμών που ολοκληρώνουν την έννοια και την ιστορία της Ευρώπης.

Τη διαφοροποίηση απ’ τους ήρωες με ψυχολογικά αδιέξοδα στη σύγχρονη εποχή, απ’ τους μυθιστορηματικούς πρωταγωνιστές με εσωτερικές αναζητήσεις πεπατημένες και χιλιοειπωμένες, προσπαθεί η Εύα Στάμου να πετύχει, απ’ τη μια, με την επιλογή των ηρώων της ως διανοουμένων, και, απ’ την άλλη, με το ταξίδι του μυθιστορήματος στην Ευρώπη. Αυτό αποτελεί ένα έξυπνο τρικ εκ μέρους της συγγραφέως, αλλά μάλλον και μια λύση προφανή, που ίσως αποδεικνύει τη συγγραφική αμηχανία διαχείρισης λογοτεχνικού υλικού, σίγουρα όμως το ίδιο το αποτέλεσμα είναι συνάμα και ένδειξη συγγραφικών υποσχέσεων εκ μέρους της.

Με λίγα λόγια, είχα μερικές φορές την εντύπωση ότι το «Ντεκαφεϊνέ» είναι και το ίδιο μια αναζήτηση ταυτότητας, λογοτεχνικής αυτήν τη φορά, εκ μέρους της Στάμου, με σκοπό να ανακαλυφθεί το στίγμα της. Άλλωστε, είναι μόλις το δεύτερο βιβλίο της, με το πρώτο να αποτελεί επίσης ένα σύγχρονο κι αυτό μυθιστόρημα, μια λογοτεχνική καταγραφή με σαφή την έννοια της αναζήτησης ταυτότητας εκ μέρους των βασικών ηρωίδων.

Ούσα η ίδια έμπειρη και πολυσπουδαγμένη ψυχολόγος, πολυταξιδεμένη μαζί, όπως διαβάζουμε στο blog της, σε μέρη της Ευρώπης, η Εύα Στάμου παραδίδει ένα ξεκάθαρα σύγχρονο μυθιστόρημα-καταβύθιση στα χαρακτηριστικά του σύγχρονου ανθρώπου μέσα σ’ ένα περιβάλλον συνεχώς εξελισσόμενο, διαρκώς εναλλασσόμενο με τέτοιους ρυθμούς, που κάνει τον άνθρωπο να αναρωτιέται όχι μόνο για το πού πάει ο κόσμος γύρω του, αλλά και για το πώς εντάσσεται αυτός μέσα σ’ αυτόν.

Άλλωστε, πολλές φορές ο κόσμος και οι καταστάσεις ξεπερνούν τον άνθρωπο που ο ίδιος, και εδώ είναι το «αστείο», έχει δημιουργήσει…

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οδός Πανός]

[Η Εύα Στάμου γεννήθηκε στην Αθήνα. Έκανε ανώτερες σπουδές ψυχολογίας και φιλοσοφίας στην Ελλάδα και την Αγγλία, όπου και εργάστηκε για αρκετά χρόνια ως συμβουλευτική ψυχολόγος, κάτι που σήμερα ασκεί στη Ελλάδα. Η επιστημονική της έρευνα εξετάζει την εξέλιξη της γυναικείας ταυτότητας στο πέρασμα του χρόνου. Το προσωπικό της ιστολόγιο μπορεί κανείς να επισκεφθεί στη διεύθυνση: http://evastamou.blogspot.com]

Ω, φαιδρά μου καθημερινότης…

strike

Η Πετρούλα με προσκάλεσε με τη σειρά της σε ένα καινούριο παιχνίδι που αναφέρεται στην καθημερινότητα του καθενός που συμμετέχει σ’ αυτό. Θα ήταν ωραίο να μην μπορώ να συμμετέχω, μιας και θα ήθελα η κάθε μέρα να είναι εντελώς διαφορετική από την άλλη. Όμως… Υπάρχει πάντα ένας μέσος όρος ημερών που κρύβει (ή φανερώνει) τις ίδιες κινήσεις, πολλές φορές τις ίδιες σκέψεις, ανεξάρτητα πάντα απ’ τα επιμέρους που προκύπτουν κατά την εξέλιξη του χρόνου.

Στις 9 (το αργότερο 9:30) χτυπά το ξυπνητήρι, που συνοδεύεται από διάφορα γλυκόλογα εκ μέρους μου… Σε ένα τέταρτο έχω πια σηκωθεί και πατήσει το κουμπί της καφετιέρας. Γλυκός ο ήχος της, όπως και η μυρωδιά που αναδύεται άμα τη ετοιμασία του καφέ. Τσιγάρο ευθύς και λίγη μουσική και λίγες ειδήσεις (τι να σου πουν πια κι αυτές;) είτε απ’ το δίκτυο είτε απ’ το κοινώς χρησιμοποιούμενον ραδιόφωνο.

Εκεί αρχίζει η ζούγκλα της ημέρας. Μετά από κάποια ανώφελα τσιγάρα, ο προγραμματισμός προσπαθεί να επιβεβαιώσει το όνομά του’ ανεπιτυχώς. Όμως, αρκεί να υπάρχει θέληση. Τηλέφωνα χτυπούν ή χτυπιούνται, σημειώσεις κρατούν ή κρατιούνται και αρχίζει αμέσως μετά η προσήλωση. Η προτεσταντική συγκέντρωση στη δουλειά. Πώς αλλιώς; Γραφείο ή καναπές, πολυθρόνα ή πάτωμα. Δεν έχει σημασία. Ανάλογα με τις απαιτήσεις. Πάντα όμως στο σπίτι. Τα τσιγάρα και ο  καφές δεν φτάνουν ποτέ, η δουλειά κι αυτή τις περισσότερες φορές. Όχι. Η μέρα δεν φτάνει ποτέ. Η μέρα.

Έρχεται το μεσημέρι. Ωραία ώρα. Και για μένα και για την Αθήνα (δηλαδή πάλι για μένα). Ίσως μια μικρή βολτά, ίσως κάποιο ραντεβού, ίσως μια μικρή σιέστα. Λίγο blogging, λίγο net surfing, καθόλου τηλεόραση. Το απόγευμα που έρχεται αντικαθιστά τον καφέ με τσάι και τα τσιγάρα με τσιγάρα (περισσότερα). Η δουλειά συνεχίζεται εντατικότερα μιας και η μέρα μοιάζει να τελειώνει. Γιατί τελειώνει η μέρα;

Το βράδυ. Διάβασμα επιτέλους. Λίγο δουλειά προσωπική. Παντός είδους. Ησυχία. Λίγο τζιν τόνικ (που δεν το αντέχω αλλά ούτε και του αντιστέκομαι) και μετά ησυχία. Που μπορεί να συνοδεύεται από μουσική σε κάποιο μπαρ του κέντρου, αλλά παραμένει ησυχία. Οι φίλοι είναι ησυχία. Και ταιριάζουν τόσο όμορφα στο βράδυ. Κάθε βράδυ. Ακόμα κι όταν δεν τους βλέπεις. Κι άλλα τόσα…

*********************************

Θα ήθελα πολύ συμμετέχετε πολλοί από εσάς, αλλά δεν θα κάνω ονομαστικές προσκλήσεις. Όποιος θέλει ας συμμετέχει. Καλησπέρα, καλημέρα, καληνύχτα…