νυχτερίδες – λένα κιτσοπούλου

nyxterides

 

«Αυτοκτόνησε με πολύ ήρεμο τρόπο. Φόρεσε μια ρόμπα, ένα ζευγάρι παντόφλες, έφτιαξε ελληνικό καφέ μέτριο, τον ακούμπησε στο κομοδίνο δίπλα από το μαξιλάρι του, ακριβώς κάτω απ’ το πορτατίφ, και κατέβασε όλα τα χάπια, ένα ένα, με μικρές γουλιές ελληνικού καφέ»
[Απόσπασμα από το βιβλίο]

Η Λένα Κιτσοπούλου, με το πρώτο της βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων «Νυχτερίδες», κατάφερε να αποσπάσει το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα του 2006 του περιοδικού «Διαβάζω». Κατάφερε με το λογοτεχνικό της ντεμπούτο να τύχει της αποδοχής και των αναγνωστών και, εν πολλοίς, της κριτικής.

Τα διηγήματα που αποτελούν τη συλλογή αυτή, γραμμένα όλα με το ίδιο αφηγηματικό τέμπο αλλά και την ίδια φιλοσοφία, συνιστούν ιστορίες με χαρακτήρες απόλυτα καθημερινούς στην…καθημερινότητά τους, που όμως οι σκοτεινές και ενδόμυχες σκέψεις τους τούς οδηγούν σε αντιδράσεις πέρα απ’ τα συνηθισμένα, μακριά από οποιαδήποτε προσδοκία εκ μέρους του αναγνώστη. Στο επίπεδο αυτό, η επιλογή αυτή της Κιτσοπούλου είναι απόλυτα θεμιτή, μιας και φαίνεται αυτό να αποτελεί και το λογοτεχνικό της διακύβευμα: το σκοτεινό και το ενδόμυχο, το κακό που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το καλό, όσο δύσκολο κι αν είναι να το διακρίνει κανείς. Κατά κανόνα, η ολοκλήρωση των ιστοριών λαμβάνει ένα τέλος ανατρεπτικό, εκτός από μερικές ιστορίες που είναι προφανείς όσον αφορά την εξέλιξή τους (για παράδειγμα η πρώτη ιστορία, «Ο γιος μου ο γύφτος»), που εντούτοις κάνει τον αναγνώστη να μένει άφωνος και έκπληκτος απ’ την εξέλιξη των πραγμάτων.

Ένα κοριτσάκι οδηγείται σε ένα μισοαναγκαστικό μισοηθελημένο βιασμό από έναν φίλο της που θαυμάζει απεριόριστα• ένας πατέρας ταΐζει έως θανάτου τον γιο του εξαιτίας της αποκάλυψης της γυναίκας του• ένας θείος βιάζει κατά συρροήν την ανιψιά του και φτάνει να σκοτώσει την κόρη του που πέρδεται ασυστόλως• ένας τύπος πνίγεται από ένα κουμπί, στην προσπάθειά του να σωθεί από βέβαιο εγκεφαλικό ή καρδιακή προσβολή, που υπάρχει ωστόσο μόνο στη φαντασία του. Αυτή είναι κατά βάση η θεματολογία της Λένας Κιτσοπούλου και αυτές είναι μερικές από τις ιστορίες που απαρτίζουν τις «Νυχτερίδες».

Σύμφωνα με την ανάγνωσή μου, η βαθύτερη προσδοκία της συγγραφέως ήταν η ανίχνευση του βάθους των ανθρώπων, η εξήγηση και δικαιολόγηση τρόπον τινά των κινήτρων που οδηγούν τους ήρωες στις ακραίες πράξεις τους, και, συνεκδοχικά, η αναζήτηση του καλά κρυμμένου κόσμου των ανθρώπων εν γένει, πέραν των ηρώων της Κιτσοπούλου που ζουν στο χαρτί της. Το μοτίβο που είναι καταγεγραμμένες οι ιστορίες, παρουσιάζεται να βρίσκεται στη διαδικασία της αναζήτησης και, στην παρούσα φάση, να είναι εγκλωβισμένη στην πρόκληση της εντύπωσης και του απρόσμενου για τον αναγνώστη, αλλά κατ’ αρχήν για την ίδια τη συγγραφέα.

Απ’ την άλλη, η ακατέργαστη και καθόλα προφορική γλώσσα της Κιτσοπούλου φαίνεται να αποτελεί ένα μανιφέστο μινιμαλισμού και απλότητας, χωρίς περιττές αναφορές και βερμπαλιστικές εξάρσεις. Ωστόσο, η γλώσσα αυτή εξαντλείται στο επίπεδο παράθεσης ιδεών που ακόμα ψάχνει μια λύση, χωρίς επαρκή δυναμικότητα προς ώρας, στην εξισορρόπηση μεταξύ δύο βαρκών: της προκλητικής εντύπωσης και της αποκάλυψης του καλά κρυμμένου υποσυνείδητου.

Οι «Νυχτερίδες» είναι περισσότερο μια συλλογή διηγημάτων που κρύβει το «εν δυνάμει» της Κιτσοπούλου, χωρίς να αποκαλύπτει, τουλάχιστον ακόμα, το «εν ενεργεία». Αυτό είναι, μάλλον, δικαιολογημένο μιας και αποτελεί το πρώτο της βιβλίο, ωστόσο, αν δεν θέλει η ίδια να εξαντλήσει τα συγγραφικά της όρια στα επίπεδα που προανέφερα, θα πρέπει να (ξε)περάσει το κατώφλι του πρώτου επιπέδου του αφηγηματικού της κόσμου και να προχωρήσει στα επόμενα στάδια μιας εξιστόρησης που να συνδυάζει τον ωραίο μινιμαλισμό της γλωσσικής της έκφρασης και την εξερεύνηση των μύχιων σκέψεων, σκοτεινών ή μη, που στις «Νυχτερίδες» αποπειράθηκε μόνο να δοκιμάσει και να διαχειριστεί.

Άλλωστε, το βραβείο που απέσπασε, μπορεί δυνητικά να λειτουργήσει προς αυτή την κατεύθυνση…

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος]

[Η Λένα Κιτσοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971. Είναι ηθοποιός. Οι «Νυχτερίδες» είναι το πρώτο της βιβλίο. Έχουν δραματοποιηθεί για το θέατρο από την ομάδα ΑΣΙΠΚΑ και σε σκηνοθεσία και θεατρική προσαρμογή του Δημήτρη Μπίτου]

 

21 thoughts on “νυχτερίδες – λένα κιτσοπούλου

  1. Ήξερα τη Λένα Κιτσοπούλου ως ηθοποιό… [Εξ ού και η “προφορικότητα”, όπως λες του λόγου που νιώθεις καμμιά φορά ότι άγχεται να χτυπήσει ως ηχητικό κύμα τον χώρο της πλατείας. ] Δεν μπορώ να έχω γνώμη επί της ουσίας – αισθάνομαι ωστόσο ότι όσο μικρότεροι γίνονται οι χρόνοι μας και όσο η εικόνα αφαιρεί την ανάγκη (ενίοτε και τη δυνατοτητα) της περιγραφής, ο λόγος των πεζογράφων θα είναι περισσότερο “προφορικός”, συνάμα και περισσότερο “εσωτερικός”. Όταν σκαλίζω τους πολύ παλιούς (ή όταν βλέπω κινηματογραφικές ταινίες παλιές) καμμιά φορά αισθάνομαι ότι “λένε πολλά” (έχω άδικο, το ξέρω, αλλά αυτή η αίσθηση μένει από την τρομακτική ταχύτητα όλων των άλλων πραγμάτων)… Ούτως ή άλλως, Δημήτρη, αισθάνομαι ότι ζούμε στην εποχή της αφαίρεσης (αλλά την ίδια στιγμή βλέπουμε μυθιστορήματα ογκωδέστατα)…

  2. Επίτρεψέ μου, αγαπημένε θείε Pil, να σου πω πόσο πολύ τρομακτική μού φαντάζει η ιδέα η λογοτεχνία να ακολουθήσει τους ρυθμούς της εποχής, όχι φυσικά στο περιεχόμενο -αυτό μού φαίνεται λογικό και θεμιτό κατά κανόνα- αλλά στην ποιότητά της. Αν αφήσουν οι συγγραφείς την εποχή να τους καταπιεί, τότε σίγουρα μαζί με το τελευταίο εμφανισθέν σκάνδαλο, θα έχουμε και το Literature Gate της σύγχρονης εποχής’ τότε σίγουρα η λογοτεχνική παραγωγή των ημερών μας θα γίνει -κρατάει ακόμα έχω την ελπίδα- ένα ωραιότατο αφαιρετικό fast-food, που προσφέρεται, όντας μικρό και πού να χορτάσεις, σ’ εκείνα τα τεράστια λευκά πιάτα των εστιατορίων. Γιατί περί αυτού θα πρόκειται.
    [Και κοίτα που, τελικά, για να προχωρήσεις μπροστά, πρέπει να επιστρέψεις στο παρελθόν]
    Όσο για την ταχύτητα των “άλλων πραγμάτων” συγκεκριμένα, ας μείνει τουλάχιστον η λογοτεχνία, η φιλοσοφία, η σκέψη, η δημιουργία ολόκληρη, στους δικούς τους ρυθμούς… Κι ας απογοητεύσουμε τον Αριστοτέλη στο ανεκδιήγητο “μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας…” για δύο λόγους: πρώτον, γιατί σπάνια βρίσκει κανείς στην τρέχουσα ζωή τέτοιες πράξεις, και δεύτερον, οι καλλιτέχνες παντός είδους μια άλλη ζωή πρέπει να φτιάξουν, εκτός κι αν μιλάμε για την επίσης ανεκδιήγητη τέχνη στην υπηρεσία συμφερόντων “γρήγορων και ευκαταναλισκόμενων”.

    [Και όλα αυτά με αφορμή το δραστικό σου σχόλιο και όχι το βιβλίο βέβαια]

    Την αγάπη μου πάντα…!

  3. εξαιρετικό το κείμενο και τα σχόλια. και ναι, συμφωνω στο ότι κάποια πράγματα “οφείλουν” να διατηρήσουν το δικό τους ρυθμό. φιλιά Δημήτρη!

  4. Γεια σου, karagiozaki μου! :-)

    Θείος και ανιψιός σ’ ευχαριστούν πολύ!

    Αυτό το “οφείλουν”, στη προκειμένη περίπτωση, κρύβει ίσως το πιο αναγκαίο “πρέπει”. Αλλά και πάλι…

    [Ο ρυθμός, είτε αφορά το τρέξιμο (!) είτε αφορά την τέχνη, “πρέπει” να αντιστέκεται… Όπως και όσο μπορεί]

    Τα φιλιά και την αγάπη μου εκεί…

  5. εκείνο το ρολόι, σκέφτομαι, τί γέλια θα κάνει, όταν βλέπει τους ανθρώπους να τσακώνονται και να ματώνουν για χρόνο-χρήμα, χρόνο-αποτέλεσμα, χρόνο-εξουσία, ενώ εκείνο έχει τα δικά του σχέδια, για τον καθένα, τικ-τακ γύρω από τον ήλιο, αιώνες τώρα, απ΄την ανατολή στη δύση του… ακέρδιστος ανταγωνισμός, ο άνθρωπος και το πεπερασμένο του, αλλά εξ αιτίας του κι όλα τα ωραία, που χάρη σ΄ αυτά αξίζει και να συμφιλιωθεί. δεν υπάρχουν οι στιγμές που η πληρότητά τους μας πείθει πως άξιζε τον κόπο? και ποιός ο λόγος να αυτοκτονεί κανείς άραγε, δεν είναι κι αυτό μιά παραβίαση του ρυθμού? άσε που υπάρχουν και αμέτρητοι τρόποι να ζεις χωρίς να ζεις…

  6. @Δημήτρης Αθηνάκης:
    Συμφωνώ απολύτως ότι η Κιτσοπούλου αφήνει σημαντική παρακαταθήκη για το μέλλον. Δείχνει ακριβώς αυτά τα στοιχεία που λες.
    Όταν διάβαζα το συγκεκριμένο βιβλίο, μου φαινόταν σαν να έβλεπα σκηνές από αστυνομική σειρά κι αυτό νομίζω ότι είναι το πιο σημαντικό μειονέκτημά της.
    Και όντως τα βραβεία δεν είναι μόνο επιβεβαιωτικά αλλά και ενθαρρυντικά. Και η Κιτσοπούλου είναι σε καλό δρόμο.

    Στην επόμενη βόλτα σου από τά μέρη μου άνοιξε το μεγάφωνο, μη μου λες μετά ΔΞ – ΔΑ (δεν ξέρω- δεν άκουσα)

  7. Μαρία, φοβερό σχόλιο! Γελάει το ρολόι, αλλά το αφήνουμε μπας και “σκάσει” απ’ τα γέλια… Επιτέλους!
    Η αυτοκτονία ίσως να μην είναι παραβίαση ρυθμού, ίσως να ‘ναι η ανάγκη για έναν καινούριο, άλλο ρυθμό…
    Ποιος να ξέρει;
    Είναι κι αυτές οι στιγμές της πληρότητας, πάντως, που και πάλι νομίζω ότι παραβιάζουν το ρυθμό! Και καλά του κάνουν, εδώ που τα λέμε.

    Καλησπέρα…

  8. Παράξενε Ελκυστά μου, αυτό με τις σκηνές από αστυνομική σειρά, δεν το είχα σκεφτεί καθόλου!
    Για τα άλλα, δεν έχουμε τίποτα άλλο να κάνουμε, παρά να περιμένουμε… Υπομονή.

    Και το τραγούδι στα δικά σου μέρη το έχω ήδη ακούσει. Έπαθα κι έμαθα! Τώρα έρχομαι από κει με τσίτα τα ηχεία! :-)

    Γεια και χαρά…

  9. “Ένα κοριτσάκι οδηγείται σε ένα μισοαναγκαστικό μισοηθελημένο βιασμό από έναν φίλο της που θαυμάζει απεριόριστα• ένας πατέρας ταΐζει έως θανάτου τον γιο του εξαιτίας της αποκάλυψης της γυναίκας του• ένας θείος βιάζει κατά συρροήν την ανιψιά του και φτάνει να σκοτώσει την κόρη του που πέρδεται ασυστόλως• ένας τύπος πνίγεται από ένα κουμπί, στην προσπάθειά του να σωθεί από βέβαιο εγκεφαλικό ή καρδιακή προσβολή, που υπάρχει ωστόσο μόνο στη φαντασία του” Πωπώωω… Σκέτη καύλα είναι! Παω να το πάρω τώρα, και θα το απολαύσω με βάφλα και δυο μπάλες παγωτό Belgian Chocolate και Strawberry Cheesecake από τα Haagen Dazs!

  10. Ανηψιέ μου Δημήτρη, έχεις απόλυτο δίκιο (μην παρεξηγείς τον θείο, είναι γέρος και κουρασμένος… Και νιώθει ότι εκείνος περπατάει σημειωτόν, μαζί με εκείνους που μελετάει, δεκαετίες τώρα, αν όχι αιώνες, πεθαμένους… Και την ίδια ώρα τρέχουν, τρέχουν τα πράγματα τόσο πολύ…) Όταν κρατάω στα χέρια μου ένα παλιό χειρόγραφο, σκέφτομαι πόσες φορές έχει γραφτεί και ξαναγραφτεί… Σήμερα δεν υπάρχουν πια χειρόγραφα (σε λίγα χρόνια οι φιλόλογοι δεν θα ξέρουν πού να ψάξουν την πηγή, αν και δεν θα ήθελα να είμαι στη θέση ενός ιστορικού της λογοτεχνίας του 21ου). Βέβαια, η με το κιλό λογοτεχνία άνθιζε και άλλοτε (Ο Παναγιώτης Μουλλάς έβγαλε ένα ωραίο βιβλίο για την παραλογοτεχνία τον 19ο), απλά τώρα νομίζω ότι μέσα σε αυτή την ταχύτητα και τον ορυμαγδό παραγωγής, και τις ευκολίες που παρέχει η τεχνολογία (ο τυπογράφος πια δεν χρειάζεται να κάνει και πολλά… ) μέσα στον πολτό (κυριολεκτώ – πολύ γρήγορα πια πολτοποιούνται τα βιβλία), χάνουμε τόσα μικρά διαμάντια….. Ο γεροξούρας θείος αναπολεί τη στιγμή που μπήκε μέσα στο τυπογραφείο της “Στιγμής” ψάχνοντας κάποιον τίτλο (όντας τότε φοιτητάκος), και για λίγο έστω χάζεψε με πόση αγάπη ψηφίδα-ψηφίδα χτιζόταν ένα βιβλίο… (Και περνούσε πάντα χωρίς να είναι ο δρόμος του από το δρόμο της “Εστίας” για να χαζέψει (και ελπίζοντας να ακούσει) τις παλιές μηχανές (Ανθίμου Γαζή ή η μνήμη μου έχει γίνει φιρφίρια;) Φοβάμαι πως είναι δύσκολο η τέχνη να κρατηθεί μακριά από τον ρυθμό της εποχής (όταν πάω να ξεκλειδώσω ένα κείμενο θυμάμαι πάντα τη φράση: “Think of the context! – πάντα με θαυμαστικό.)… Μπορεί να είναι στο ρυθμό, αλλά μπορεί και να κρατηθεί μακριά από τον συρμό… Σ’ ευχαριστώ, Δημήτρη, που μού δίνεις την ευκαιρία να μοιράζομαι τέτοιες σκέψεις… Κι εγώ πιστεύω ότι η λογοτεχνία θα αντέξει και το φαστ-φουντ και το φασόν…

  11. Εξαιτίας αυτού το ορυμαγδού, pilgrimάκο μου, πρέπει να κάνουμε κάτι και να ανακαλύψουμε τα διαμαντάκια για να μην πολτοποιηθούν κι αυτά μέσα στην ολοκληρωτική απόσυρση των παλαιότερων βιβλίων.
    Ξέρεις, κάθε χρόνο στην Αθήνα, γίνεται ένα παζάρι βιβλίου, όπου πωλούνται βιβλία που βρίσκονται καταχωνιασμένα στις αποθήκες ή είναι ένα βήμα πριν την πολτοποίηση. Ε, λοιπόν, εκεί βρήκα τουλάχιστον 7 βιβλία που τα κατατάσσω στη βραχεία λίστα μου. Ένα εξ αυτών είναι “Ο Κινέζος του πόνου” του Πέτερ Χάντκε (εκδ. Άγρωστις, μτφ. Ιάκωβος Κοπέρτι), με μόλις 2 ευρώ, πια! Εκείνη τη μέρα είχα αγοράσει αρκετά αντίτυπα για να τα χαρίσω σε φίλους/φίλες για να μη χαθεί. Γιατί είμαι σίγουρος ότι χάθηκε πια…
    Τον ερχόμενο Φλεβάρη πάλι.

    Ναι, θα αντέξει η λογοτεχνία. Όποια και όπως…
    Οψόμεθα…

    Εγώ σ’ ευχαριστώ για τις συζητήσεις μας, θείε Pil!

  12. Άρη Δαβαράκη, χαίρομαι πολύ σε βλέπω εδώ!
    Σ’ ευχαριστώ για τις ευχές κι ελπίζω να τα λέμε πού και πού!
    Καλημέρα.

  13. κι εγώ χαίρομαι ιδιαιτερα να είναι εδώ ο Αρης Δαβαράκης, γιατί μέσα στο μυαλό μου το εδώ, το δικό σου, Δημήτρη, μου θυμίζει το τρίτο που ανελλιπώς άκουγα τα σχόλια και τις μουσικές του, σαν παράθυρο μοναδικό και τότε, στον καθαρό αέρα. Α.Δ. και Δ.Α. πείτε τα, πείτε τα, να συνομιλήσει η στιχουργική κι η ποίηση, τα αντίθετα και τα συμπληρωματικά, να στήσουμε τα αυτιά μας κι οι υπόλοιποι!

  14. Καλή σου μέρα, Μαρία…
    Αυτό μόνο… Δεν έχω και κάτι άλλο να πω (τουλάχιστον προς το παρόν…)

    [Α.Δ.-Δ.Α. ούτε που μου ‘χε περάσει απ’ το μυαλό]

  15. Η πρόκληση της εντύπωσης και του απρόσμενου που αναφέρεις ενυπάρχει όντως σε αρκετά εκ των διηγημάτων του βιβλίου. Μόνο που αυτό αφορά αποκλειστικά στην πλοκή. Όσον αφορά στον θεματικό άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέφονται όλα το διηγήματα (το κλισέ των σκοτεινών, πρωτογενών ενστίκτων του ανθρώπου στην αιώνια πάλη με τον αστικό πολιτισμό), το μόνο απρόσμενο είναι η κοινοτοπία του. Μια υφέρπουσα χροιά αστυνομικού θρίλερ δεν φτάνει για να μετατρέψει μια κοινότυπη ψυχογραφική απόπειρα και μια επιφανειακή αναζήτηση κινήτρων σε αξιόλογο έργο. Όχι πως στερείται δυνατοτήτων, ούτε ότι είναι κακογραμμένο – για κάποιον δηλαδή που είναι φαν αυτού του είδους του μινιμαλισμού που χτυπάει σαν αδιάκοπο πρωινό σφυροκόπημα από διπλανή πολυκατοικία.
    Η αποδόμιση του λόγου στα στοιχειώδη είναι, πιθανόν, το πio εμφανές χαρακτηριστικό του βιβλίου και πάντως, υπογραμμίστηκε από όλες τις κριτικές. Εντούτοις, δεν είναι φανερό ότι και αυτή ακόμα η απλότητα και αμεσότητα αποτελεί σε τελευταία ανάλυση μανιέρα; Όσο για την προφορικότητα του λόγου, δηλαδή τι να πει κι αυτός ο Χένρι Μίλλερ;…
    Πάντως δεν μπορείς παρά να συμφωνήσεις ότι η πικάντικες φωτογραφήσεις της είναι must… (γενικότερα η κουλτουροlifestyle αισθητική είναι εξωφρενικά γοητευτική.)

  16. Γιώργη Χολιαστού

    Η μόνη της ζωής μου (μέχρι τώρα) περιπέτεια
    Αθήνα,2 Δεκέμβρη 2005.
    Μπήκα φουριόζος μέσα στο STARBUKCS COFFEE της
    Κοραή, συνοδευόμενος από μια κυρία που ήθελε να πιει μια
    πορτοκαλάδα.
    Ήταν οχτώμισυ το βράδυ.
    Ήμουν εκεί από τις εφτάμισυ πίνοντας τον καφέ μου
    καθισμένος στα έξω τραπεζάκια ενώ περίμενα την κυρία,
    που δεν ήρθε παρά με καθυστέρηση μιας ώρας.
    Δίπλα μου δυο φοιτητές από τους οποίους ο ένας
    ψευδός και μια φοιτήτρια της Νομικής, συζητούσαν
    μεγαλόφωνα για τα μαθήματά τους και για τις φιλίες
    τους.
    Και καθόμουν στα έξω τραπεζάκια γιατί αν και Δεκέμβρης, ο
    καιρός ήταν καλοκαιρινός, κάτι που γι αυτό όλοι συζητούσαν εκείνες τις ημέρες.
    To κέντρο γεμάτο από παρέες νεαρών που γελούσαν και
    ηλικιωμένων ζευγαριών που διάβαζαν την εφημερίδα τους ή ρέμβαζαν κοιτώντας έξω από τα μεγάλα παράθυρα.
    Ήμουv ο μόνος που δεν είχα παρέα. Δεν ένιωθα όμως
    πολλή μειονεξία ή ντροπή, επειδή αιστανόμουνα δυνάμει συντροφευμένος μιας και ήτανε ζήτημα χρόνου
    και το δικό μου ζευγάρωμα.
    Όταν λοιπόν φάνηκε η αναμενόμενη συντροφιά μου και μετά τα σχετικά καλωσορίσματα, ένιωσα τόσο βλακωδώς δυνατός και υπερήφανος που χωρίς καμιά πια ντροπή μπήκα φουριόζος στο κατάστημα, ρωτώντας δυνατά πριν ακόμα πλησιάσω στο ταμείο: “Χυμό πορτοκαλάδας έχε…»
    Μόλις τότε, προφέροντας το δεύτερο “ε” του “έχετε”, συνειδητοποίησα την παρουσία μιας τριανταπεντάχρονης περίπου ωραίας γυναίκας που βρισκόταν μπρος στο ταμείο, παραγγέλνοντας ακόμα. Ένα μόλις συγκρατημένο επιτιμητικό βλέμμα της, που το συνόδεψε με το ελαφρό γύρισμα του κεφαλιού της προς το μέρος από όπου είχε έρθει η αναιδής φωνή, ήταν η αντίδρασή της, αντίδραση που, σ’ αυτή την ελαφρά αλλαγή γωνίας από όπου έβλεπα τώρα το πρόσωπο της, τόνισε ακόμα περισσότερο τα όμορφα και όλο ζωντάνια και εκφραστικότητα χαρακτηριστικά του προσώπου της.
    Η φωνή μου είχε κοπεί πριν ακόμα αντιδράσει η όμορφη γυναίκα και το ύφος μου άλλαξε σε ντροπιασμένο, ενώ χαμήλωνα τα μάτια μπρος στο όλο ταραγμένη αξιοπρέπεια εκείνο βλέμμα που μου έριξε. Όλα αυτά γίνανε αυτόματα και ασυνείδητα από μέρους μσυ, όπως υποθέτω αυθόρμητη ήταν και η αντίδραση της ωραίας γυναίκας στην απρέπειά μου. Και ύστερα από αυτά, όλα ξαναγύρισαν στην πρώτη τους σειρά, ενώ εγώ δεν είχα καν εκπνεύσει ακόμα τον αέρα που είχα κρατήσει για να εκφέρω το “…τε” του “έχετε”.
    Εκείνο που αμέσως πάλι χάλασε τη σειρά αυτή και που τώρα έγινε συνειδητά από μέρους μου, ήταν το παρακάτω.
    Πριν εκπνεύσω τον αέρα που είχα πάρει στους πνεύμονές μου για να κάνω την παραγγελία της πορτοκαλάδας, μου ήρθε μια ιδέα που, χωρίς να την επεξεργαστώ διόλου, την έκανα αμέσως πράξη, Έτσι, τον εναπομείναντα αυτόν αέρα, η γλώσσα και τα δόντια μου τον επεξεργάστηκαν για να φτιάξουν την τελευταία συλλαβή του “έχετε” που ακόμα δεν είχε εκφερθεί και να την εκφέρουν σιγανά και επιτηδευμένα και ντροπαλά τώρα, ενώ τα μάτια μου έβλεπαν προς την κομψή κυρία, που συνέχιζε τη δοσοληψία της με την
    υπάλληλο, αμέριμνα και πάλι και χωρίς να δίνει σημασία σε ότι είχε γίνει λίγο ΠΡΙΝ.
    Περίμενα να δω την αντίδρασή της, ελπίζοντας κατά βάθος να δω πάλι το υπέροχο πρόσωπό της και από κάποιαν άλλη τώρα γωνία.

    To “…τε” μου αυτό ειπώθηκε τόσο δυνατά, ώστε μόλις να ακουστεί και μόνον από την ωραία εκείνη γυναίκα και τόσο σιγανά όσο
    του έπρεπε για να αποδώσει τον τόνο της
    μεταμέλειας, της αιδημοσύνης, της υποταγής, ακόμα ίσως
    τη χροια της αίτησης συγνώμης για το ατόπημα που είχα
    διαπράξει.
    Πάλι λοιπόν, όπως επεδίωκα και όπως περίμενα, η άγνωστή μου αντέδρασε.
    Τώρα όμως πόσο διαφορετικά!
    Ένα αυθόρμητο γέλιο που με μεγάλη προσπάθεια
    κατάφερε τέλος να ελέγξει, φώτισε το πρόσωπό
    της δημιουργώντας δίπλα στις γωνίες του στόματός της δυο χαριτωμένες ρυτιδούλες. To κεφάλι στράφηκε τώρα
    ολόκληρο προς εμένα με μια τέτοιαν άφεση χυμένη πάνω
    στο ελευθερωμένο από όποιαν έγνοια και συνθήκη
    πρόσωπο, που με έκανε να φαντάξω σαν δημιουργός που
    μ’ αυτό μπορούσα να κάνω ότι ήθελα.
    Όλα αυτά τα είδα σηκώνοντας λίγο μόνο τα μάτια μου-
    από ντροπή δα…- και όχι το κεφάλι.
    Μετά από αυτό, εκείνη ξαναγύρισε μπροστά
    της, κρατώντας όμως την έκφρασή της εκείνη του
    γέλιου στο πρόσωπο της.
    Όλα όσα περίγραψα πιο πάνω γίνανε στο διάστημα που
    κρατάει ένας ανασασμός.
    Η σύντροφός μου σε όλο αυτό το διάστημα διάλεγε το
    σάντουιτς που θα συνόδευε με την πορτοκαλάδα της.
    Δυστυχώς όμως γι αυτήν, το μηχάνημα που στύβει τα
    πορτοκάλια είχε χαλάσει και περιορίστηκε εκτός από το
    σάντουιτς σ’ έναν καφέ.
    To μαγαζί μέσα ήταν σχεδόν γεμάτο κι έτσι
    στριμωχτήκαμε σε ένα μικρό τραπεζάκι στη γωνία που
    στρίβει κανείς πηγαίνοντας προς την κουζίνα και πιο
    πέρα αριστερά εκεί που πηγαίνει κανείς να πλύνει τα
    χέρια του πριν από το φαγητό.
    Πριν από μας, τελειώνοντας τη συναλλαγή της με την
    ταμία, η μόνη γυναίκα έπιασε ένα τραπεζάκι στο κέντρο της αίθουσας που μόλις είχε αδειάσει.
    Δεν την έβλεπα πια από τη θέση που τώρα ήμουν.
    Αρχίσαμε να λέμε τα δικά μας με τη συντροφιά
    μου, αρχίζοντας από τις δικαιολογίες της για την
    αργοπορία της στο ραντεβού μας. Και θα λέγαμε πολλά
    γιατί είχαμε δέκα μέρες να ιδωθούμε.
    Όσο για μένα, αν ένιωθα σαν στρατηγός με όλον το
    στρατό του έτοιμον για μάχη όταν ήρθε η συντροφιά
    που περίμενα, τώρα, μετά το περιστατικό με την ωραία
    άγνωστη, ήμουν ικανός να οδηγήσω τις στρατιές του
    Ναπολέοντα στην πιο νικηφόρα μάχη τους. Επειδή
    αιστανόμουν όχι μόνο ζευγαρωμένος πλέον, αλλά η
    φαντασία μου με οδηγούσε να σκέφτομαι ότι αν
    ήθελα, θα μπορούσα να έχω κατακτήσει εκείνη την
    κυρία, αρκεί να βρισκόμασταν κάτω από ευνοϊκότερες
    συνθήκες. Στην ουσία κάτω από μια ευνοϊκότερη
    συνθήκη: να ήμουν κι εγώ μόνος απόψε μέσα εδώ.
    Μερικές φορές όμως η πραγματικότητα ΟΧΙ μόνον
    ξεπερνάει τη φαντασία, αλλά πρωταγωνιστεί σε καταστάσεις που η φαντασία δε θα τολμούσε να δημιουργήσει.
    Έτσι έγινε και το βράδυ εκείνο.
    Για μένα, με την κουβέντα που είχα αρχίσει, όλο κι
    έσβηνε η θύμηση του περιστατικού εκείνου και
    αφοσιωνόμουν όλο και πιο πολύ στη συζήτηση και στην
    αφηρημένη παρατήρηση των πέριξ.
    Ήξερα, για μια δυο μέρες θα θυμόμουν τη μορφή της
    γυναίκας εκείνης όλο ΚΑΙ λιγότερο, ώσπου αυτή να
    έσβηνε κάτω από την πίεση των προβλημάτων της
    καθημερινότητας ή κάτω από μια νέα εντύπωση όποιας
    φύσης, ίδιας σε ένταση ή πιο έντονης από αυτήν.
    Μα όπως είπα πιο πάνω, τα πράγματα δεν γίνονται πάντοτε όπως
    τα περιμένουμε.

    Έχοντας αφήσει το πανωφόρι της προφανώς σε κάποιαν αδειανή καρέκλα του τραπεζιού της, εμφανίστηκε ξάφνω κατευθυνόμενη προς το βάθος του διαδρόμου η ωραία μου άγνωστος. Είχε κάτω από τη μασχάλη της ένα τσαντάκι από κείνα noυ oι γυναίκες κρύβουν μέσα τους όλα εκείνα τα περίεργα μικροαντικείμενα του πρόχειρου καλλωπισμού τους.
    Χωρίς το πανωφόρι της έδειχνε ένα καλοφτιαγμένο και γεμάτο θηλυκότητα και πρόκληση σώμα, που περπατούσε σοφά λικνιζόμενο πάνω σε δύο καλλίγραμμα πόδια, με κνήμες από κείνες που μπορεί κανείς να τις λατρεύει αιωνίως.
    Πηγαίνοντας για τον χώρο όπου θα “φρεσκαριζόταν” θα περνούσε κατ’ ανάγκην από δίπλα μου.
    Έτσι κι έγινε.
    Μόνο που περνώντας, το αριστερό της χέρι άφησε πάνω στο τραπέζι όπου καθόμουν, φροντίζοντας ώστε αυτό καθώς το απόθεσε πάνω στο τραπέζι να γλιστρήσει και να σταθεί ακριβώς κάτω από το πιάτο που βρισκόταν μπροστά μου, ένα μικρό κομμάτι ροζ χαρτιού.
    Η κίνηση αυτή έγινε πολύ γρήγορα και χωρίς τα μάτια της να γυρίσουν ούτε για μια στιγμή προς το τραπέζι μου, έτσι όπως θα άφηνε την απόδειξη του λογαριασμού ένας υπάλληλος που έχει τέτοιαν αντίληψη του χώρου όπου για χρόνια δουλεύει, ώστε το χέρι του πηγαίνει τελείως μηχανικά στο μέρος που πρέπει, ενώ το κεφάλι του μπορεί να έχει μέσα του άλλες σκέψεις, τα μάτια του άλλα είδωλα και άλλον προορισμό τα βήματά του. Γρήγορα και χωρίς πολλές προφυλάξεις, επειδή η σύντροφός μου ήταν σοβαρά απασχολημένη με το ξεδίπλωμα του πλαστικού του σάντουΐτς με κοτόπουλο και σάλτσα βασιλικού, πήρα και διάβασα το χαρτί. Απλό και επιτακτικό: “Διώξε την παρέα σου”.
    Αυταρχισμός; Σιγουριά για τη δύναμή της; Η γυναικεία διαίσθηση που διαβλέπει τις προθέσεις και καθορίζει τα γεγονότα; Επιθυμία σε βαθμό ασυγκράτητο για κάτι;
    Κάποιο απ’ αυτά μόνο του, ήταν ικανό να σπρώξει τη γυναίκα στην πράξη της εκείνη; Κι αν όχι, συνδυασμός ποιων απ’ αυτά τότε;
    ΤΙ άφησα έξω από τις πιθανότητες που έσπρωξαν τη
    γυναίκα αυτή να μου δώσει αυτό το σημείωμα;
    Άγνωστη παρόλα αυτά η αιτία της βαριάς αυτής
    διαταγής.
    Και ο σκοπός της; Τι άλλο παρά ο έρωτας;
    Μα μια τριαντάρα-τριανταπεντάρα το πολύ ωραία
    γυναίκα μ’ έναν άντρα που θα μπορούσε να είναι πατέρας της; Έστω- τι άλλο;
    Ή μη τυχόν και όλα αυτά ήτανε ο κρίκος μιας αλυσίδας
    γεγονότων που αφορούσαν μόνο εκείνην και εγώ θα
    γινόμουν ένα πιόνι σε κάποιο άγνωστό μου παιχνίδι της-
    μαφιόζικο, κατασκοπικό, ή ότι άλλο τέτοιο;
    Αλήθεια, για λίγο σκέφτηκα κι έτσι.
    Καλά όλα αυτά. Μα τώρα; Τι να έκανα; Και αν επρόκειτο για μιαν ερωτική πρόσκληση, υπήρχε άντρας που θα έλεγε όχι σ’ αυτήν, σε μιαν ηλικία μάλιστα που oι ευκαιρίες είναι τόσο περιορισμένες; Όμως και τα άλλα, τα περισσότερο απίθανα σενάρια αν θέτονταν μπροστά μου σαν επιλογές, το ίδιο θα ίσχυε, για μένα τουλάχιστον. Μετά τόσες αστυνομικές, κατασκοπευτικές, μυστηριώδεις υποθέσεις κάθε φύσης που είχα διαβάσει, είχα δει στο σινεμά ή μου είχαν διηγηθεί, να η ευκαιρία να γινόμουν κι εγώ ένα πρόσωπο από τα τόσα που έχουν πραγματική συμμετοχή σε κάτι παρόμοιο.
    Και ενώ είχα σχεδόν αποφασίσει να εκτελέσω την εντολή που τελεσιγραφικά λες μου δόθηκε, ήρθε το κορμί εκείνο να μου δείξει ΚΑΙ τις πίσω του ομορφιές, καθώς ξαναγυρίζοντας εκείνη στη θέση της, περνούσε πάλι από δίπλα μου, απομακρυνόμενη τώρα. To όραμα αυτό, εξαφάνισε και τους τελευταίους δισταγμούς μου και όποιες σκέψεις μου.

    Χωρίς πολλά, δημιούργησα μια κατάσταση λησμονηθέντος επείγοντος ΚΑΙ ΒΓΗΚΑ ΓΡΗΓΟΡΑ από το καφέ μαζί με τη συντροφιά μου. Όταν αποχαιρετιστήκαμε, τράβηξε καθένας για τον προορισμό του, μόνο που εγώ, όταν σιγουρεύτηκα ότι η πριν λίγο παρέα μου είχε οριστικά φύγει, ξαναγύρισα και μπήκα πάλι στο κατάστημα.
    Πήγα κατ’ ευθείαν κι έκατσα στο ίδιο με κείνην τραπεζάκι, σε μιαν άδεια καρέκλα απέναντι από την εντολέα μου, κοιτάζοντάς την ίσια στα μάτια, περιμένοντας να μιλήσει εξηγώντας μου τα όσα μέχρι τότε φάνταζαν ανεξήγητα.
    Με κοίταξε χαμογελώντας μ’ ένα θείο χαμόγελο.
    -Ευχαριστώ, μου είπε, και συγνώμη για το άξεστο
    σημείωμα.
    -Αφού είμαι εδώ ξέρεις καλά πως σ’ έχω κιόλας
    συγχωρήσει.
    Σοβαρεύτηκε-μια σοβαρότητα ήρεμη, αποφασιστική.
    Με κοίταξε μέσα στα μάτια.
    -Είσαι έξυπνος, μου είπε. Μια διαπεραστική, μια
    ραφιναρισμένη και μαζί μια σχεδόν ενδομήτρια,
    ολόγιομη εξυπνάδα.
    Είσαι ευαίσθητος σ’ ότι πιο μικρό και σ’ ότι πιο μεγάλο.
    Και η σπίθα της επιθυμίας στα μάτια σου είναι αλάθητο
    σημάδι του πόθου και ικανή κα! αναγκαία συνθήκη του
    έρωτα.
    Όλα αυτά τα ‘χω βρει στους άντρες ένα ένα χωριστά.
    Μα σε κανέναν όλα μαζί.
    Σταμάτησε να μιλάει.
    Πήρε το πιρούνι από το σερβίτσιο της, το κράτησε και με τα δυο της χέρια μπροστά της στο ύψος του τραπεζιού, έγειρε το κεφάλι και βάλθηκε να το κοιτάζει. Αφού έμεινε έτσι για μερικά δευτερόλεπτα, χωρίς να πάρει το κεφάλι ή τα μάτια της από εκεί, είπε σιγά,
    -Θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου.
    Την κοίταξα για ώρα. Αυτή σκυμμένη περιμένοντας την
    απάντησή μου και εγώ ο κύριος πια του
    παιχνιδιού, εκείνος που θα έπαιρνε την απόφαση, εκείνος
    που θα έλεγε το ναι ή το όχι,
    Οί παράδεισοι άνοιξαν μπροστά μου όλες τις πόρτες
    τους και με καλούσαν.
    Θα έλεγα ναι-θα έμπαινα μέσα στους παραδείσους
    αυτούς;
    Ή μήπως θα υπάκουα σε μιαν άλλη φωνή, που παράλληλα
    με κείνην έκαιγε τ’ αυτιά μου; Και μου ‘λεγε αυτή η φωνή:
    ΌΧΙ! Πες όχι! Πάρε εκδίκηση για τα εκατοντάδες όχι που
    ολοζωής σου λένε οι γυναίκες. Είναι η μοναδική σου
    ευκαιρία. Στο πρόσωπό της ξοφλάς όλες τις δυστυχίες
    που σ’ έχει ποτίσει η ζωή σου μέχρι σήμερα και γίνεσαι
    κσι πάλι ευτυχισμένος. Πες όχι, Γι αυτό ήρθε αυτή σε
    σένα, σταλμένη δεν ξέρω από ποιο αγαθό σου
    πεπρωμένο, για να σε λυτρώσει από την Κόλαση που οι
    αντιπρόσωποι του φύλου της σ’ έχουν ρίξει σ’ αυτήν με τις
    αρνήσεις τους. Θυμήσου-πόσες πίκρες πήρες, πόσα όχι
    άκουσες; Δεν ήταν όσες καί ΟΙ πεθυμιές σου; Δείξου
    δυνατός. Σύντριψέ την μ’ ένα όχι σου και χτίσε με τα
    συντρίμμια της τον διαλυμένο σου εαυτό.
    Μα όπως μια μπόρα σβήνει μια πυρκαγιά, έτσι και ο
    πόθος μου ήρθε για ακόμα μια φορά να αφανίσει κάθε
    άρνηση, κάθε αντίσταση, κάθε ρεβανσιστικό όχι από τη
    σκέψη και από τα χείλη μου.
    Εκείνη έμενε στην ίδια στάση σαν πετρωμένη σ’ αυτήν.
    Της πήρα απαλά το πιρούνι από το χέρι και το απόθεσα
    στο πιάτο. Πήρα το χέρι της στο δικό μου. To ένιωσα να
    τρέμει.
    Σηκώθηκα.
    -Πάμε, της είπα.
    Σήκωσε το κεφάλι, αντίκρυσε το συντονισμένο με την
    επιθυμία της πρόσωπό μου, μετά σηκώθηκε γελώντας σαν
    ευτυχισμένο παιδάκι, άρπαξε την τσάντα της, έριξε με το ένα χέρι το πανωφόρι της όπως όπως στους ώμους της και βγήκαμε σκουντώντας εδώ και κει τους άλλους πελάτες στη βιασύνη μας.
    Πηγαίνοντας προς το σπίτι της με το ταξί, το στόμα κανενός μας δεν είχε την ευκαιρία να μιλήσει. Εξάλλου δε χρειάζονταν. To ρόλο αυτόν τον είχαν αναλάβει τα μάτια, τα πόδια, τα χείλια, τα χέρια μας τέλος, με πρωταγωνιστές τους τα δάχτυλά μας.
    Η σοφία του Δημιουργού δείχνεται θαυμάζοντας και μελετώντας τα δημιουργήματά του. Όλη η σοφία του Δημιουργού δείχτηκε σε μένα σε κείνη τη διαδρομή, από την ικανότητα που έχουν τα δάχτυλα να αιστάνονται.
    Μετακινώντας τα δάχτυλά σου πέντε, δέκα, είκοσι εκατοστά πιο πέρα και αγγίζοντας ένα άλλο σώμα, θαυμάζεις για την αίσθηση που αποκτάς πως τότε έχεις όλα όσα πάντα ήθελες. Και θαυμάζεις για την αποκάλυψη πως η ευτυχία βρίσκεται τόσο κοντά σου που φτάνει ν’ απλώσεις το χέρι σου και να την έχεις.
    Και δεν μπορείς να μη σκεφτείς πως λάθος έχουν οι αστρονόμοι που υπολογίζουν τη διάμετρο του σύμπαντος οε δισεκατομμύρια έτη φωτός, αφού να, η διάμετρός τους είναι το πολύ πέντε δέκα εκατοστά.
    Φτάσαμε στο σπίτι της. Δεν πρόλαβα να δω τίποτε από τους χώρους ή τη διακόσμησή του. Μπροστά μου, λες κα! ήτανε ακριβώς πίσω από την εξώπορτα, φανερώθηκε όταν την ανοίξαμε μόνο ένα μεγάλο κρεβάτι το οποίο τράβηξε αμέσως τα κορμιά μας σαν μαγνήτης…
    Αν ένας εξωγήινος, που έχει διδαχτεί ότι η φωνή του ανθρώπου μεταδίδεται με κύματα σε μεγάλες σχετικά αποστάσεις βρισκόταν μέσα στο δωμάτιο την ώρα εκείνη, θα δυσκολευόταν να εξηγήσει γιατί η ωραία γυναίκα έπρεπε να ακουμπήσει με τόσο ζήλο τα χείλια της στο αυτί μου για να μου ψιθυρίσει: «κάπου στο κορμί μου έχω μιαν ελίτσα και δε θυμάμαι πού-βρες την οε παρακαλώ.»
    Ούτε θα μπορούσε να καταλάβει γιατί κι εγώ με τη σειρά μου έπρεπε να βρω, σέρνοντας το στόμα μου πάνω στο πρόσωπό της, το δικό της αυτάκι, μόνο και μόνο για να την καθησυχάσω λέγοντάς της: «πόντο πόντο θα ψάξω το κορμί σου μα θα τήνε βρω.»
    Απ’ όλη αυτή την ιστορία πήρα ένα μάθημα που αν και γιατρός δεν το ήξερα.
    Και αν μεταφέρω εδώ την ιστορία αυτή, δεν είναι παρά για να μεταδώσω και σε όποιον τη διαβάσει, τη γνώση που απόκτησα κι εγώ: ότι οι ελιές στο κορμί μιας γυναίκας βρίσκονται καμιά φορά στα πιο απίθανα μέρη.

    Γιώργης Χολιαστός

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s