στο βυθό, ώρες πολλές, κατήργησα τα φώτα

picasso_old_guitarist

Δάσος και ποτάμι.

Ευχάριστο να το κοιτάς, τρομακτικό να παίζεις.

Δεν είναι οι φωνές και οι λυγμοί που ήρθαν απ’ τα φύλλα.

Δε ρωτώ.

Πράσινο χάος και το πηγάδι έρημο να αλυχτά να του σκεπάσεις την τρύπα, αφού… δεν έχω δικαιολογία πια. Άρχισε να βρέχει.

Ατέρμονη βροχή για αιώνες, έτσι φάνηκε. Έτσι. Και μουσική, αχ μια υπέροχη μουσική κατέκλυσε το σύμπαν, κανείς δεν ήξερε να πει.

Κανείς δεν έστησε χορό, κοπάδι δεν ακούστηκε να περπατά. Μόνο η υπέροχη μουσική να νικά το χάος και ένας πιανίστας μόνος να κοιτά μια τα πλήκτρα μια το δάσος. Μόνο πλήκτρα και δάσος. Έτσι κοιμήθηκες’ έτσι φύτρωσε το αίμα.

Και τότε ξεπρόβαλε το σμήνος των νυχιών που ερχόταν νύχτες πολλές ενάντιο. Κισμέτ χρωματιστό στα χέρια σου για δώρο. Ναι. Αίμα ανάβλυσε ξάφνου και ολοδυρμοί της απέχθειας και της απεραντοσύνης ξανοίχτηκαν μπροστά σου.

Εσύ εκεί να πολεμάς, μια το σπαθί και μια το αίμα, αχόρταγα να ξεσκίζεις τα βότσαλα που μάζεψες ενδελεχώς ένα καλοκαιράκι πίσω. Δεν ήσουν εσύ αυτός που έτρωγε το βάσανο του κόσμου. Δεν ήσουν ούτε της μιας στιγμής το αχ.

Ανάξια δουλειά που έμεινε αναπάντητη. Και πάλι το αίμα μπροστά. Να γεμίζει το πρόσωπό σου, να φωνάζει το στόμα σου και να ζητά ακόμα’ δόντια, μύτες, αυτιά και τρίχες ματωμένες περήφανα να χειροκροτούν, πατώντας νικηφόρα απάνω στα άνυδρα πια νύχια, που σμήνος αχόρταγο κατάπιε με μιας η νύχτα.

Στο βυθό ώρες πολλές κατήργησα τα φώτα. Τον αετό που πήρε να με σώσει, τον κλείσαμε στο σπίτι’ του φθινοπώρου πρόδρομος κι αυτός, χωρίς νύχια.

[Το αβαθές πηγάδι μαζεύει ακόμα το νερό που έβαλες στο αίμα,

για να ξεχειλίσει η χαρά στ’ αστραφτερά σου μάτια]