καλός καιρός/μετακίνηση – μαρία μήτσορα

καλός καιρός/μετακίνηση

«Σ’ αγαπάω γι’ αυτό σε βρίσκω»
[Απόσπασμα από το βιβλίο]

Η Μαρία Μήτσορα στο μυθιστόρημα «Καλός καιρός/μετακίνηση» αποδεικνύει για μια ακόμη φορά τον ευθυτενή βηματισμό της. Μετά τα γνωστά της μυθιστορήματα, «Ο ήλιος δύω» (Οδυσσέας 1997) και «Άννα να ένα άλλο» (επανέκδοση, Πατάκης 2007), η συγγραφέας σταθεροποιείται ανάμεσα στους σύγχρονους έλληνες συγγραφείς που φωτίζουν τη λογοτεχνία της χώρας μας.

Ο Άλκης, διορθωτής κειμένων, και η Έλλη, παντρεμένη νοικοκυρά, μένουν στην ίδια πολυκατοικία στις παρυφές του Λυκαβηττού. Το μυθιστόρημα είναι χωρισμένο σε «ζαριές» που, όπως αναφέρεται στο βιβλίο, «κάθε ζαριά καταλύει το τυχαίο».

Η Πενία και ο Πόρος, τα δυο γενεσιουργά στοιχεία του Έρωτα στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα, αποτελούν ίσως τους μακρινούς προγόνους των δύο ηρώων. Μόνο που στο μυθιστόρημα της Μήτσορα το ποιος είναι τι δεν είναι σαφές, όχι εξαιτίας ενός κάποιου λανθασμένου χειρισμού της γραφής, αλλά επειδή, τελικά, οι άνθρωποι δεν αποτελούν βαρετές, μονοδιάστατες υπάρξεις. Και αυτό είναι ένα από τα βασικά ζητούμενα στο προκείμενο μυθιστόρημα.

Ο έρωτας που γεννάται ανάμεσα στον Άλκη και την Έλλη, προσέξτε την παρήχηση των ονομάτων, καταγράφεται σε ημερολόγια και εκατέρωθεν γράμματα. Αυτό είναι και το μυθιστόρημα: καταγραφές σε προσωπικά τετράδια και σε φύλλα αλληλογραφίας. Αν η παρουσία του ερωτικού αντικειμένου βομβαρδίζει το μυαλό του υποκειμένου και τανάπαλιν, τότε η απουσία του αγγίζει τα όρια της ποίησης• τους πιο προχωρημένους λαβυρίνθους της ύπαρξης. Επανάσταση!

Στα πρότυπα της λογοτεχνίας του 18ου αιώνα, ας θυμηθούμε τις «Επικίνδυνες Σχέσεις» του Λακλό (μτφ. Ανδρέας Στάικος, Άγρα 1988), η Μήτσορα επαναφέρει με (μετα)μοντέρνο ύφος τον οικουμενικό έρωτα, επιτυγχάνοντας τη μετατροπή του πιο μύχιου στο πιο κοινό, την αντίληψη του προσωπικού ως παγκόσμιου. Από ένα παρκάκι της Αθήνας (Αθήνα μυρίζει όλο το μυθιστόρημα, όπου ο χώρος παύει να υφίσταται περιορισμένος) ο αναγνώστης διατρέχει έναν έρωτα που δεν φοβάται να ανθίσει, μόνο φοβάται ίσως κάποιες φορές να κατοικοεδρεύσει σε ψυχές και σώματα. Και όχι μόνο αυτό• μέσα από τον έρωτα των δύο ανθρώπων ξεσπά μια –θαρρείς- καταιγίδα , που η έντασή της μπορεί να συμπαρασύρει ολόκληρο το σύμπαν, εξεγείροντας εσωτερικότητες και εξωτερικότητες, φωτίζοντας απ’ άκρη σ’ άκρη τις λεπτομέρειες που καθημερινώς μας ξεφεύγουν, πια.

Ένα από τα σημαντικότερα προτερήματα της Μαρίας Μήτσορα είναι η παντελής έλλειψη ερωτικών σαχλορομαντισμών. Η πολυταξιδεμένη, δίνει την εντύπωση νομάδας, συγγραφέας του «Καλού καιρού/μετακίνησης» όχι μόνο έχει φιλτράρει καλά τον κόσμο και τις λειτουργίες του (εσωτερικές και εξωτερικές), αλλά την ίδια στιγμή η γραφή της έχει καταφέρει να συνδυάσει ό,τι πιο σύγχρονο και τρέχον -είτε στη ζωή είτε στην τέχνη. Ο μοντερνιστικός τρόπος που η συγγραφέας διαθέτει, είναι ακριβώς η «αφαλάτωση» του παλαιού απ’ ό,τι μοιάζει και είναι ξεπερασμένο προ πολλού.

Όμως, σε κάποια σημεία, αποδίδοντας τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ, η Μήτσορα, όπως σε παλαιότερα βιβλία της και κυρίως στο «Άννα να ένα άλλο», σε κάποια σημεία του κειμένου δίνει στον αναγνώστη της ένα κομμάτι που μοιάζει με ναρκισσισμό και αυταρέσκεια. Οι καταγραφές των ημερολογίων κάποιες φορές δεν μοιάζουν με χειρόγραφο, αλλά παρουσιάζονται ως θέσφατα μιας ερωτικής αυθεντίας.

Αν σήμερα κατακλυζόμαστε από διάφορα ερωτικά ψυχογραφήματα μίζερης θρηνωδίας, αν σήμερα ο πόνος κι ο χαμός εκπίπτουν συχνά σε επίπεδα τηλεοπτικής αποκυττάρωσης του εγκεφάλου, η Μήτσορα καταφέρνει να αποκαταστήσει τη χαμένη τιμή του έρωτα αποδεικνύοντας ότι δύο εγώ ενωμένα παραμένουν εγώ, και πως μόνο η θυσία του εγώ στο βωμό του εαυτού του μπορεί να δημιουργήσει το εμείς, το εσείς, το αυτοί.

Έτσι απλά…

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη]

[Η Μαρία Μήτσορα γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο Παρίσι (Σορβόννη και Vincennes), όπου κατέθεσε μια εργασία πάνω στη δυναμική των μικρών ομάδων. Έχει ταξιδέψει απ’ τον Πολικό Κύκλο έως την Αϊτή, από το Πεκίνο μέχρι τη Νικαράγουα των Σαντινίστας, τον Ορινόκο και τη Σάντα Φε ντε Μπογκοτά. Έχει γράψει επίσης τη συλλογή διηγημάτων «Άννα να ένα άλλο» (Πατάκης) και τα μυθιστορήματα «Σκόρπια δύναμη» (Οδυσσέας), «Περίληψη του κόσμου» (Κέδρος), «Ο ήλιος δύω» (Οδυσσέας). Διηγήματά της και ταξιδιωτικά έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και εφημερίδες]

One Day – Grace Paley

grace paley

Μια μέρα
κάποιος από μας
θα χαθεί
μέσα στον άλλο

αυτό άκουσα
να λένε αλλά
αδιάφορα           αποστρέφοντας
το βλέμμα         ντροπή          αυτή
η αποστολή να
σταθείς απέναντι στην
επιλογή να ζήσεις

η μητέρα μου είπε       τα
παιδιά μεγάλωσαν     εμείς
είμαστε τόσο άρρωστοι κι οι δυο       άσε μας
να πεθάνουμε αγκαλιά      ο πατέρας μου
απάντησε    όχι όχι μια
χαρά θα τα καταφέρεις      είπε ψέματα

και βέβαια
σε θέλω μέσα στον κόσμο ετούτο
είμαι δεν είμαι εγώ μέσα
σ’ αυτόν        η ψυχή σου
μάλλον σ’ αυτήν απευθύνομαι

υπάρχει πάντα
κάτι να πεις      στο τέλος     μιλώντας
χωρίς ανάσα      κάποιος
από μας θα χαθεί
μέσα στον άλλο

Απόδοση: Δημήτρης Αθηνάκης

 

Ancient Egyptian Couples – Ruth Fainlight

ruth fainlight

Ταίρια απ’ την αρχαία Αίγυπτο
όρθια ή καθισμένα δίπλα-δίπλα.
Φενάκες με πλεξούδες και μανδύες με πιέτες
με προστήθια και αλυσίδες στολισμένα
με λωτούς και πάπυρου βλαστούς
από ξύλο, από πέτρα, από πηλό,
σχολαστικά επεξεργασμένα και χαραγμένα.

Φανερώνοντας ξεχωριστούς κόσμους,
το δέρμα τού άντρα είναι βαμμένο
γήινο κόκκινο, της γυναίκας αχνολάμπει
κι είναι χρυσό του ουρανού.

Κάπου-κάπου, αυτή έχει περασμένο το χέρι της
γύρω απ’ τον ώμο του.
Κοιτούν επίμονα εμάς, ποτέ δεν κοιτιούνται μεταξύ τους,
με τα τεράστια, βαμμένα με τη γνώριμη σκιά, μάτια τους.

Αυτό το κύμα της πλήρους αφοσίωσης
μέσα απ’ τους αιώνες, σαν
την ξαφνική επιστροφή του πόθου
που κατακλύζει το μυαλό, το σώμα
όλο, με τον ένα να βεβαιώνεται συνέχεια
ως έρωτας στον άλλο, τους ενώνει
όπως εσένα και μένα.

Απόδοση: Δημήτρης Αθηνάκης

στον George Le Nonce που του θύμισα την Anne και μου θύμισε τη Ruth…

A Story for Rose on the Midnight Flight to Boston – Anne Sexton

sexton.jpg

Μέχρι τη νύχτα ετούτη τις έλεγες ξέχωρες ομορφιές,
ιστορίες άλλες, υπέροχες μες στον πόνο τους.
Μέσα στην καυτή καμπίνα μου επιστρέφοντας, θυμάμαι
το γέλιο της Μπέτσι• γέλαγε όπως εσύ, Ρόουζ, στην πρώτη
ιστορία. Κάποια μέρα, της το υποσχέθηκα, θα γίνω κάποια
που κάπου θα πηγαίνει, μαζί το είχαμε ονειρευτεί στο βαρετό μέχρι θανάτου
σχολείο για κορίτσια καθωσπρέπει. Τον επόμενο Απρίλη τ’ αεροπλάνο
με πέταξε σαν άλογο, η σέλα μου έγειρε
κι ο φόβος φύσηξε μέσα μου βαθιά, η τελευταία βέβηλη ένδειξη
από ’να στομάχι που ανέβαινε. Κι αργότερα, πίσω πάλι
στη στεριά εγώ, τόσο απαίσια νιώθοντας όσο κάθε ναύτης που η θάλασσα ναυτία του χαρίζει,
ακριβώς στα δεκαοχτώ μου• η πρώτη μου εμπειρία, η αστεία αποτυχία μου.
Ίσως, Ρόουζ, υπάρχει πάντα και μια ακόμα ιστορία,
καλύτερα ανείπωτη, ίσως βασανιστική ίσως αβαθής ίσως σαν αρπαχτικό.

Μισό μίλι κάτω από μένα τα φώτα των ανάμεσα πόλεων
γυρίζουν τα μάτια τους επάνω μου. Και θυμάμαι την ιστορία της Μπέτσι,
εκείνης της απριλιάτικης νύχτας τον εναέριο χαμό των ανθρώπων
και τ’ αναπάντεχο τ’ όνομά της ανορθόγραφο στη φυλλάδα
το βάθος του κλονισμού και το πεταμένο στ’ άχρηστα χαρτί
δέκα χρόνια τώρα. Εξαργύρωσε το εισιτήριο μ’ επιστροφή που της έδωσα.
Αυτός ήταν ο άτιμος ο πεθαμός της• δύο αεροπλάνα
να συγκρούονται στη μέση των αιθέρων πάνω απ’ την Ουάσιγκτον, θαρρείς αόμματα πουλιά.
Και μετά νεκρούς ν’ ανασύρουν, οι νεκροθάφτες να βάζουν τα πτώματα
στις νεκροφόρες και να τα ενώνουν σαν παζλ
για να συγκολλήσουν ένα πόδι ή ένα πρόσωπο. Μια φωτογραφία ταυτότητας
απέμεινε απ’ αυτήν, χαμένος τόσο μες στο χρόνο πια ο φόβος.
Ξεχωριστή τη νύχτα αυτή που ιστορία την έπλασα
που μεγαλώνοντας συνήθισα, να ξέρω και να σώζω.

Λόγος ταραχής είναι,

Ρόουζ, όταν αναπλάθεις ένα θάνατο παλιό,
κι επιζώντας έξω απ’ τον κύκλο της επιρροής, για να μάθεις ότι προσποιείσαι.
Πετάμε πάνω απ’ τη Βοστόνη. Είμαι σώα. Φοράω το καπέλο μου.
Είμαι σαν κάποια που επέστρεψε. Η ιστορία τέλειωσε.

Απόδοση: Δημήτρης Αθηνάκης

Sound of Sleat* – Jackie Kay

sleat

Οι πολλές κουβέντες, οι μέρες οι ίδιες που περνούν και κάτι αφήνουν και μαζί κάτι παίρνουν, πάντα οδηγούν στην ποίηση: ένα σχόλιο της Εύας Εξάρχου, ένα δικό της κείμενο εμπνευσμένο από δυο λέξεις που με τη σειρά τους ήρθαν απ’ την Τζάκι Κέι. Και να που πάλεψα λίγο την ποίησή της και σας την αφήνω εδώ… Έτσι, μόνη κι αυτή όπως και τόσα άλλα.

Πάντοτε ατένιζα τον κόσμο
Κι αναρωτιόμουν αν το ‘κανε κι αυτός για μένα,
Ακίνητη σ’ αόριστο μεταίχμιο,
Στο πρόσωπό μου, της παγωμένης θάλασσας ο άνεμος.

Στην αντίπερα όχθη καθρέφτες ν’ ανακλούν
Πρόσωπα που μου μοιάζαν,
Ανθρώπους που έμειναν στη μέση,
Που τα νερά διασχίζαν.

Κι έμοιαζε, κοιτώντας απ’ το υποστατικό μου –
Με τις γέρικες πέτρες και το πρόβατο,
Κι εκείνο τον ήχο τραγουδιών που μ’ επισκέπτεται στον ύπνο μου –
Ο ρυθμός του κόσμου κάπου να σμίγει

Με την κόψη του κόσμου μας που κατοικούμε.
Πέρασα δύσκολα κι εγώ.
Το πρόσωπό μου χαραγμένο’ ερείπιο το κορμί μου.
Κάποτε σκεφτόμουν ότι θα ‘χα την ευλογία –

Όταν ο ποταμός θα ‘τρεχε τη θάλασσα ν’ ανταμώσει
Όταν ήλιος και φεγγάρι θα μοιράζονταν το θόλο –
Τα πέρατα της γης στα μάτια μου να κλείσω,
Και στην υγειά να πιω του κοριτσιού που μ’ είδε μες στα μάτια.

Απόδοση: Δημήτρης Αθηνάκης

 

*Τον παράδεισο του Sleat μπορείτε να τον βρείτε εδώ.

bodyland/χωρασωμάτων – αργυρώ μαντόγλου

bodyland

A thinking woman sleeps with monsters
(Adrianne Rich)

Ξεκινώ απότομα: η Αργυρώ Μαντόγλου κατάφερε να βρει την έξοδο. Το «Bodyland – Χωρασωμάτων» είναι το μυθιστόρημα-(δι)έξοδος από εκείνον τον κόσμο της λογοτεχνίας που θέλει τις γυναίκες νοικοκυρές, συζύγους, αδιάφορες ερωμένες και περισπούδαστες θυγατέρες που σπάνε οικογενειακούς δεσμούς για να χτίσουν άλλους, επίσης αποπνικτικούς αλλά με μια δήθεν δόση επαναστατικότητας. Το βιβλίο αυτό είναι η γυναίκα η ίδια και, τελικά, και εδώ είναι η μεγάλη ανατροπή σε όλα τα προαναφερθέντα, ο ίδιος ο άνθρωπος• ανεξαρτήτως φύλου.

Η Μαντόγλου χωρίζει το μυθιστόρημά της σε δύο μέρη: στις Ιστορίες του Δρόμου και τις Ιστορίες του Τρόμου. Στο πρώτο μέρος, που ξεκινά με την εισαγωγική ιστορία της Χ (άγνωστη Χ, μεταβλητή, μεταβαλλόμενη), οι ηρωίδες αντιμετωπίζουν καθημερινές ιστορίες, ιστορίες υπαρξιακές, εξωτερικές και μαζί ονειρικές. Στο δεύτερο μέρος, που τώρα τελειώνει με την ΕυΧή (και που πανέμορφα προοιωνίζεται ένα μυθιστόρημα που επίκειται, με ήρωες τον Σταύρο και την Αυγή), οι γυναίκες-πρωταγωνίστριες μετέρχονται καταστάσεις στην κόψη του ξυραφιού, ανατρέπουν και γεμάτες απρόοπτα ξαναχτίζουν τις ζωές τους με ρίσκο, με κίνδυνο την ίδια τους την ύπαρξη, όχι ως σώμα, αλλά ως εν δυνάμει οντολογική ύπαρξη. Και στις δύο περιπτώσεις, η αναζήτηση της ταυτότητας κυριαρχεί, η εναγώνια προσπάθεια τοποθέτησης στον κόσμο που διανύουμε είναι κάτι περισσότερο από ξεκάθαρη.

Όλες οι ηρωίδες θα μπορούσαν να είναι γυναίκες της διπλανής πορτας, μόνο που τώρα αυτή η «πόρτα» δεν κρύβει μόνο τα ταψιά, τις σφουγγαρίστρες, τις πάνες του μωρού και τις σιδερωμένες «αλλαξιές»• κρύβει συνάμα αιωρούμενες και διαχεόμενες, στο σήμερα και στο πάντα, ψυχές και σώματα που διαθέτουν τον εαυτό τους σε δύο σημεία: στην κάλυψη των αναγκών τους και στην απόλυτη προσφορά τους στον Άλλον.

Η συγγραφέας της «Bodyland» επέλεξε ως συνοδευτικό τίτλο τη -δικής της επινόησης λέξη- «Χωρασωμάτων». Αν τη διασπάσουμε, θα μπορούμε να φτιάξουμε εκ νέου συνδυασμούς όπως: Χώρα Σωμάτων ή Χώρ’ Ασωμάτων. Και εκεί στοχεύει, σύμφωνα με τη δική μου αναγνωστική αντίληψη, η Μαντόγλου. Σώματα και ασώματα επικοινωνούν, διαδέχονται το ένα το άλλο, εμφιλοχωρούν εκατέρωθεν και δημιουργούν τον κόσμο της χώρας αυτής.

Τα δύο ξεκάθαρα στοιχεία που επιβεβαιώνονται στο μυθιστόρημα αυτό, είναι οι ποιητικές καταβολές και η μεταφεμινιστική ιδεολογική τοποθέτηση της συγγραφέως. Ο μεταφεμινισμός, απομακρυσμένος από τον φεμινισμό των σουφραζεττών, αλλά και από το λεγόμενο Δεύτερο Κύμα του Φεμινισμού που αναπτύχθηκε τη δεκαετία του ’70, αναπτύχθηκε περί τα τέλη της δεκαετίας του ’80. Βασική του αρχή είναι η εναλλακτική, πια, θεωρητική και –συνεκδοχικά- εμπράγματη αναζήτηση της θέσης της γυναίκας στον σύγχρονο κόσμο, θεωρώντας εν γένει δεδομένες κάποιες κατακτήσεις εκ μέρους των προηγηθέντων φεμινιστικών, θεωρητικών και αγωνιστικών, κινημάτων.

Έτσι, η δομή του μυθιστορήματος, οι σπασμένες και μη επαναλαμβανόμενες φόρμες, η εκτός της τρέχουσας πραγματικότητας αφήγηση, καθώς και οι ιδέες/εικόνες που συναντά ο αναγνώστης, είναι καταφανείς βεβαιώσεις για την ποιητικότητα της Μαντόγλου. Απ’ την άλλη, οι γυναίκες ως απόλυτες και κυρίαρχες υπάρξεις, οι άντρες που λιώνουν μέσα σ’ αυτές, χωρίς να υποτιμώνται σχεδόν ποτέ, καθώς επίσης και οι βασικές περιγραφές των αναγκών της σύγχρονης γυναίκας, αποτελούν την επιβεβαίωση της πολιτικοϊδεολογικής τοποθέτησης της συγγραφέως έναντι της τέχνης.

Αυτά τα δύο στοιχεία, εντούτοις, όταν σε κάποια σημεία της «Bodyland» εμφανίζονται με έναν υπερβολικό τόνο, αδικούν το μυθιστόρημα και το οδηγούν, μόνο σ’ εκείνα τα σημεία, σε ποιητικό αφενός, και φεμινιστικό αφετέρου, μονοδιάστατο μανιφεστάρισμα. Εδώ δίνω τον αρνητικό μου βαθμό στο μυθιστόρημα αυτό.

Ολοκληρώνοντας, η Αργυρώ Μαντόγλου παρέδωσε ένα μυθιστόρημα –συνέχεια των ασκήσεων ύφους και της σωματικότητας της γραφής των προηγούμενων βιβλίων της- που, δομικά και ιδεολογικά, αποκατέστησε τη βαρετή, ανυπόφορα κλισέ και άχαρη εικόνα που δίνουν για τη λογοτεχνία γενικά και τη γυναίκα ειδικά οι περισσότερες (ομοεθνείς, ας περιοριστώ) συναδέλφισσές της.

Γιατί, αναμφίβολα, καλό είναι το φαγητό της μαμάς μας, αλλά ας κοιτάξουμε μήπως κάτω από την μπεσαμέλ κρύβεται κάποια άλλη ζωή, λιγότερο καλοψημένη…

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος]

[Η Αργυρώ Μαντόγλου είναι συγγραφέας δύο μυθιστορημάτων, μιας νουβέλας και δύο ποιητικών συλλογών. Σπούδασε Αγγλική Λογοτεχνία, Κριτική Θεωρία και Φιλοσοφία στην Αγγλία. Έχει δημοσιεύσει ποιήματα, διηγήματα, δοκίμια για θέματα λογοτεχνίας, μεταφράσεις και βιβλιοκριτικές. Είναι συνεργάτρια του ένθετου για το βιβλίο  Βιβλιοθήκη  της Ελευθεροτυπίας. Ανάμεσα στους συγγραφείς που μετέφερε στα ελληνικά είναι και οι Τζορτζ Έλιοτ, Βιρτζίνια Γουλφ, Χένρι Τζέιμς, Άντζελα Κάρτερ, Τζόις Κάρολ Όουτς, Κέιτ Άτκινσον κ.ά.]

 

τρομπέτα – jackie kay

τρομπ�τα

του Θεόδωρου Γρηγοριάδη*

Όταν πεθαίνει ο θρυλικός τζαζ τρομπετίστας της Αγγλίας Τζος Μούντι συμβαίνουν μια σειρά από παράξενα πράγματα: Η γιατρός Κρισναμούτρι, που βγάζει το πιστοποιητικό θανάτου, σβήνει το «άρρεν» και γράφει «θήλυ». Ο ληξίαρχος Νασάρ Σαρίφ απορεί με τη διόρθωση και ρωτάει την εξηντάχρονη χήρα, που κάθεται απέναντί του, αν είναι ενήμερη της αλλαγής. Εκείνη του ζητάει να καταχωρηθεί ο σύζυγός της ως άντρας, όπως ακριβώς έζησε, και ας αναγραφόταν στο πιστοποιητικό γεννήσεώς του «Τζόζεφιν Μορ», γεννημένη στο Γκρίνοκ της Σκοτίας. Λίγο νωρίτερα ο υιοθετημένος γιος του Τζος, ο Κόλμαν, βλέποντας για πρώτη φορά γυμνό τον νεκρό πατέρα του, καταρρέει. «Κανείς δεν θέλει μια κωλολεσβία για πατέρα, για μητέρα μπορεί», αναφωνεί οργισμένος.

Μακράν του να είναι μια φαρσοκωμωδία ή μια ξεφωνημένη σάτιρα η «Τρομπέτα», που μας έρχεται με καθυστέρηση δεκαετίας, είναι ένα μυθιστόρημα-θρύλος που απασχολεί ακόμη κριτικούς και θεωρητικούς της λογοτεχνίας. Πρόκειται για μια συγκινητική ιστορία αγάπης και έρωτα, που διαπραγματεύεται θέματα αυτοπροσδιορισμού φύλου και ταυτότητας και παρενδυσίας. Διερευνά την αληθινή ουσία σε μια σχέση, την αλήθεια πίσω από κάθε ψέμα και το ψέμα που μόνον η αλήθεια μπορεί να πει. Όταν η Μίλι γνώρισε τον Τζος, το 1955, αντίκρυσε έναν ψηλό μαύρο άντρα, αρκετά μεγαλύτερό της, με πυκνά μαλλιά και έντονο βλέμμα. Μια μαγνητική δύναμη την τράβηξε πάνω του και άρχισαν να βγαίνουν για ένα μεγάλο διάστημα μαζί, χωρίς όμως να ολοκληρώνεται ερωτικά η σχέση τους. Εκείνος τής πρότεινε να παντρευτούν, ενώ η μάνα της διαμαρτυρόταν «δεν θέλω να παντρευτείς αράπη». Μετά το γάμο τους ο Τζός άρχισε να ξετυλίγει τους επιδέσμους, που έκρυβαν ένα τρυφερό στήθος, κι εκείνη τα ξανατύλιγε για να εμφανίζεται δημόσια. Μόνον ο θάνατος αποκάλυψε την γυμνή αλήθεια, όμως τίνος;

Το μυθιστόρημα αρχίζει με την εξιστόρηση της Μίλι, αποτραβηγμένη πια σε ένα μικρό χωριό της Σκοτίας. Η θλιμμένη αφήγησή της εναλλάσσεται με την οργισμένη φωνή του Κόλμαν, που συνεργάζεται με μια υστερική μοδάτη δημοσιογράφο, την Σόφι, για να γράψουν μαζί τη βιογραφία του πατέρα του. Ο Κόλμαν αισθάνεται προδομένος, νεκροζώντανος, ένα παιδί υιοθετημένο, μισός Σκοτσέζος, μισός μαύρος και μάλιστα με άγνωστες ρίζες. Ο Κόλμαν αποφασίζει να γίνει ο Ιούδας του πατέρα του, ενώ η δημοσιογράφος Σόφι προσεγγίζει ανθρώπους της μπάντας και όσους είχαν γνωρίσει τον Τζος παλιότερα, φθάνοντας μέχρι τη γιαγιά του που μόλις θυμάται το κοριτσάκι της, την Τζόζεφιν. Κανείς σήμερα δεν καταλαβαίνει γιατί ο Τζος αποφάσισε να ζήσει ως γυναίκα ούτε και το μυθιστόρημα καταναλώνεται σε ψυχαναλυτικές επεξηγήσεις. Παραμένει στον ανθρώπινο παράγοντα, στις σχέσεις, στις συνέπειες.

Η σαρανταπεντάχρονη συγγραφέας Τζάκι Κέϊ σχηματίζει το πορτρέτο του Τζος Μούντι, του αφρικανού με μάνα σκοτσέζα, με σεβασμό, μια προσωπικότητα χαρισματική και αγαπητή που δικαιούται να υπερασπιστεί τις επιλογές του. Επιλέγει την πολυφωνική αφήγηση, την διαδοχή προσώπων, χρωματίζοντάς την με ρυθμούς και διαθέσεις, μια κινητική γραφή με ανεβοκατεβάσματα τόνου. Είναι εμφανέστατη η επιρροή της από την μουσική τζαζ, καθώς το βασικό θέμα της απώλειας του Τζος, δίνεται σε διαφορετικές παραλλαγές. Και όπως η τζαζ, αυτοσχεδιάζοντας, δύσκολα καταγράφεται σε παρτιτούρες, έτσι και η ζωή του Τζος παραμένει ένα αινιγματικό σχεδίασμα ανοιχτό σε ερμηνείες. Η «Τρομπέτα», που κατατάσσεται στα 100 καλύτερα σκοτσέζικα μυθιστορήματα όλων των εποχών, αποτελεί και την σκοτσέζικη συμβολή στο αποκαλούμενο «Τζαζ μυθιστόρημα» δίπλα στους Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, Φ.Σκοτ Φιτζέραλντ, Τζακ Κέρουακ, Τόνι Μόρισον.

Όμως το βιβλίο της Τζάκι Κέϊ αποτελεί θέμα μελέτης των Gender Studies, των σπουδών φύλου, παρενδυσίας και της θεωρίας της ταυτότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι η «εντατικοποίηση» αυτών των σπουδών κορυφώθηκε τη δεκαετία του ’90, ξεκινώντας με το «Gender Trouble» (1990) της Τζούντιθ Μπάτλερ και το «Vested Interests» (1992) της Μάρτζορι Γκάρμπερ. Επίσης η βραβευμένη με Όσκαρ ταινία «Boys don’t Cry» (1999), απέδωσε την αληθινή ιστορία του Μπράντον Τένα (ερμήνευσε η Χίλαρι Σουάνκ) που στην πραγματικότητα υπήρξε κορίτσι. Την χρονιά που γραφόταν η «Τρομπέτα» (1998) η Ρέα Γαλανάκη έντυνε αντρικά την «Ελένη ή ο Κανένας», ενώ το «Παρτάλι» (2001), του υπογράφοντος, κατέφευγε σε μια παρενδυσία ιστορικής αναγκαιότητας και το “Middlesex” (2002) αναζητούσε τον προσδιορισμό του φύλου στα χρωματοσώματα. Παντού οι παρενδυτικοί ήρωες λυτρώνονται μέσω της τέχνης, της μουσικής, του θεάματος.

Όμως και η Τζάκι Κέϊ, από μόνη της, αποτελεί μια μοναδική περίπτωση. Γεννήθηκε στο Εδιμβούργο, το 1961, από Σκοτσέζα μητέρα και Νιγηριανό πατέρα. Υιοθετήθηκε, νεογέννητη, από ένα ζευγάρι λευκών και μεγάλωσε σε ένα προάστιο της Γλασκώβης. Οι γονείς της ήταν κομμουνιστές που την κουβαλούσαν σε πορείες διαμαρτυρίας. Φοίτησε στη Βασιλική Ακαδημία Μουσικής και Θεάτρου της Σκωτίας με σκοπό να γίνει ηθοποιός και δούλεψε ως καθαρίστρια και τραυματιοφορέας. Σπούδασε Αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Στίρλιν και στράφηκε στο γράψιμο με παρότρυνση του συγγραφέα Alasdair Gray. Με τα «Χαρτιά υιοθεσίας» (δημοσιεύονται στο περιοδικό ΠΟΙΗΣΗ, τεύχος 29, σε μετάφραση Μαρίας Δαμολή) κέρδισε το πρώτο βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Βιβλίου της Χρονιάς και το Βραβείο Ποίησης του 1992. Εκεί διακρίνονται και οι προβληματισμοί της Κέϊ για την ιδιαιτερότητα της μίξης φυλών, πολιτισμών και κουλτούρας, προσδιορισμού του φύλου και της σεξουαλικότητας.

Το μυθιστόρημα «Τρομπέτα» εκδόθηκε το 1998, ύστερα από 3 ποιητικές συλλογές και δύο συλλογές διηγημάτων, κερδίζοντας το Βραβείο Μυθιστορήματος της Guardian. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, η Τζάκι Κέϊ άκουσε την ιστορία του αμερικανού πιανίστα της τζαζ, Μπίλι Τίπτον ο οποίος, όταν πέθανε, αποκαλύφτηκε ότι ήταν γυναίκα. Η δήλωση του γιου του, «πάντα ήταν ο πατέρας μου», συγκίνησε την, επίσης υιοθετημένη, Κέϊ και έτσι προχώρησε στη δική της φανταστική βιογραφία του Τζος Μούντι. Ανάμεσα στα γραψίματά της πρόλαβε να εκδώσει και μια βιογραφία της Μπέσι Σμιθ, της τραγουδίστριας των μπλουζ. Από τα μπλουζ, που αφηγούνται ιστορίες και παθήματα ανθρώπων, μέχρι την τζαζ η απόσταση ήταν ζήτημα ρυθμών.

Η «Τρομπέτα» διασκευάστηκε για το θέατρο και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες. Η Τζάκι Κέϊ γράφει επίσης για παιδιά, για το θέατρο, την τηλεόραση. Είναι ακόμη μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας Λογοτεχνίας, διευθύνει το Τμήμα Λογοτεχνίας του ΙνστιτούτουΤεχνών της Μεγάλης Βρετανίας και διδάσκει γραφή στο Πανεπιστήμιο του Νιουκάστλ. Το 2006 πήρε τον τίτλο τιμής Member of the Order of the British Empire από τη βρετανική κυβέρνηση. Μένει στο Μάντσεστερ, έχει ένα γιο και έζησε για χρόνια με την ποιήτρια Κάρολ Ανν Ντάφυ. Δηλώνει ανοιχτά ομοφυλόφιλη «για να μην αναρωτιούνται οι άλλοι τι κρύβεις». Άλλωστε είσαι ό,τι δηλώσεις ή ό,τι φοράς, ή μήπως δεν έχει σημασία ούτε αυτό που φοράς ούτε αυτό που υπήρξες;

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Ματσούκας /Εκδόσεις Μελάνι, 2007

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ, βιβλιοδρόμιο, Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2008.

*Αυτό είναι το βιβλίο που με συγκλόνισε φέτος περισσότερο. Αποφάσισα να γράψω γι’ αυτό’ όταν όμως διάβασα την κριτική τού Θ.Γ., σκέφτηκα ότι δεν είχα τίποτε περισσότερο να προσθέσω…