αγέλαστος επιστροφή

man_ray_a_lheure

Σκιές ασώματες γυρνούν
κι οι μοναξιές μαζί τους
ως άλλες Μήδειες


φοίνικες αναγεννώμενους]

δειπνούν το κουφάρι
της αγέλαστης επιστροφής

[Χαράζει…]

picabia_deux_amies

…μετά από μιας νύχτας ουρλιαχτό

και

μετά από κείνους τους πολεμιστές που βάδιζαν μονάχοι
να έχουν πια επιστρέψει

χαϊδεύοντας ηδονικά τη λάσπη του χειμώνα

duchamp_mile_of_string

μικρός δακτύλιος – κώστας κατσουλάρης

μικρός_δακτύλιος

«Μ’ αρέσει να παίζω με την εντύπωση των άλλων πως η πραγματικότητα είναι κάτι δεδομένο…»
[Από συνέντευξη του συγγραφέα στον Βαγγέλη Βαγγελάτο,  Ελευθεροτυπία, φ. 24/12/2007]

Ο Κώστας Κατσουλάρης, με τη συλλογή ιστοριών «Μικρός Δακτύλιος», αναψηλαφεί τη σύγχρονη Αθήνα, και ιδιαίτερα το ιστορικό της κέντρο, προσπαθώντας να καταγράψει την ανθρωπογεωγραφία της πρωτεύουσας. Στα διηγήματα αυτά μπορεί ο αναγνώστης να εντοπίσει στιγμιότυπα που και ο ίδιος συναντά καθημερινά περιφερόμενος στην πόλη.

Ωστόσο, το θέμα του Κατσουλάρη δεν είναι αποκλειστικά αυτό. Μέσα από τις διηγήσεις τοποθετεί ο ίδιος στο συγγραφικό του μικροσκόπιο σκέψεις και εντυπώσεις μιας Αθήνας που, τελικά, καταλήγει να μην περιορίζεται στα στενά όρια αυτής της πόλης (αλλιώς δε θα είχε νόημα να το διαβάσει «πας μη Αθηναίος»). Ο Σημίτης και ο Θέμελης, ο σωσίας του Τζούμα (που πιθανότατα είναι ο ίδιος που κυκλοφορεί παντού, εξ ου και η «θέση» ότι είναι ο σωσίας του• δε γίνεται να υπάρχει ο ίδιος παντού!), οι θαμώνες του «Φίλιον» και των αναχωμάτων (!) της Σκουφά και της πλατείας, οι παρέες του λοιπού αθηναϊκού ιστορικού κέντρου, άνθρωποι με αγωνίες και έλλειψη οξυγόνου, στερεότυποι χαρακτήρες της μικροαστικής κοινωνίας, συγγραφείς γνωστοί και άγνωστοι, παράγοντες και δημοσιογράφοι, φαντάσματα του σύγχρονου status θαρρείς, έφηβοι του σήμερα στην ομορφότερη ιστορία, την «Άσκηση ετοιμότητας», και πάνω απ’ όλα το πανταχόθεν υποβαλλόμενο ερώτημα εάν ο Λυκαβηττός αποτελεί τον ομφαλό της πόλης, της χώρας, του κόσμου.

Αν θυμηθούμε ότι οι Αρχαίοι θεωρούσαν ομφαλό της Γης το μαντείο των Δελφών με τις σχεδόν εκνευριστικά διφορούμενες απαντήσεις του, θα καταλάβουμε -κατ’ αναλογίαν- τα ερωτήματα που θέτει ο Κατσουλάρης, τα οποία όμως καταφέρνουν να ξεπεράσουν τα επίπεδα των εκνευριστικών ερωτημάτων, αλλά που παρ’ όλ’ αυτά παραμένουν διφορούμενα.

Η νεοηθογραφία που αποτυπώνεται στο «Μικρό Δακτύλιο» βρίσκει τις ρίζες της, mutatis mutandis, στα αθηναϊκά χρονογραφήματα των εφημερίδων των αρχών και της μέσης του προηγούμενου αιώνα, αλλά και σαφέστατα στα αθηναϊκά μυθιστορήματα και διηγήματα, απολύτως ενδεικτικά, του Παπαδιαμάντη, του Ξενόπουλου, του Ταχτσή, του Κουμανταρέα, καθώς και, κατά φαινόμενα, μπορεί να ενταχθεί στην ομάδα κειμένων όπως είναι η «Αλούζα» του Θεόδωρου Γρηγοριάδη (ανατολίτικη πλευρά της Αθήνας), το «Ζιγκ-Ζαγκ στις νερατζιές» της Έρσης Σωτηροπούλου (η τρέλα των αθηναϊκών ρυθμών), η «Κοιλάδα των Αθηνών» του Γιώργη Γιατρομανωλάκη (η ά-λογη Αθήνα), η «Φλέβα του Λαιμού» του Σωτήρη Δημητρίου (περιθωριακή Αθήνα), η «Πόλη στα Γόνατα» του Μισέλ Φάις (σαφές αθηναϊκό περιθώριο), τα «Σπασμένα Ελληνικά» του Θανάση Χειμωνά (internet cafe και μαζί η διαφορετικών μορφών αναστάτωση του κέντρου), ή η «Ιδιαιτέρα» της Ελιάνας Χουρμουζιάδου (Πειραιάς και θάλασσα• Αθήνα δεν είναι μόνο η…Αθήνα!).

Ενώ, αφενός, η επιδιωκόμενη ομφαλοσκόπηση της σύγχρονης μητρόπολης τείνει να αγγίξει τα όρια της βαθιάς ακτινογραφίας, αμέσως νιώθεις να γίνεται διακοπή για διαφημίσεις! Εξηγούμαι: τη στιγμή που ο αυτοσαρκασμός και ο σαρκασμός όλων όσα ανέφερα μέχρι τούδε οδηγείται στην κορύφωση, ξάφνου διακόπτεται η αναγνωστική πορεία και μένεις να κοιτάς απλώς τον τίτλο της ιστορίας που έπεται• αυτό σε κάποια σημεία της συλλογής μειώνει την απόλαυση και σ’ αφήνει να αιωρείσαι μεταξύ του «ξέρω τι μου λες» και «ή στραβός είν’ ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε» στην πόλη της Αθήνας…

Ο Κατσουλάρης ανήκει στη γενιά των συγγραφέων που υπήρξαν συγκυριακά άτυχοι. Η απόλυτη τηλεοπτική δικτατορία, η πνιγηρή επιβολή των εικόνων, η εποχή που όλα πρέπει να εξελίσσονται ταχύτατα, χρειάζεται δυναμικές συγγραφικές απαντήσεις έναντι των fast-food καταναλωτών. Στην εποχή που και οι αναγνώστες, μέλη αυτής της κοινωνίας κι αυτοί φυσικά, δεν μπορούν να ξεφύγουν απ’ την υπερκατανάλωση της ίδιας της κατανάλωσης, κάτι που φαίνεται περισσότερο ξεκάθαρα στην Αθήνα, η ηθογραφία του «Μικρού Δακτυλίου» νιώθεις να υποτάσσεται σ’ αυτούς τους ρυθμούς, διατηρώντας, όμως, κάτι πολύ σημαντικό: την κινηματογραφική αφήγηση με όλα εκείνα τα στοιχεία που οδηγούν στη σαφέστατη εικονοποιία της ζωής, πράγμα που ο Κατσουλάρης γνωρίζει εκ των ένδον εξαιτίας των διεξοδικών κινηματογραφικών του σπουδών στη Γαλλία, τον ομφαλό, το πάλαι ποτέ έστω, του κινηματογράφου.

Αυτά φαίνεται να επηρέασαν καίρια και τη λογοτεχνική του γλώσσα, μια γλώσσα που φαίνεται να ισορροπεί ανάμεσα στις επιταγές της λογοτεχνικότητας και της τηλεοπτικής προφορικότητας, ή της προφορικότητας των παρεών που συναντά κανείς ένα γύρω. Ενώ οι μονόλογοι και οι ψυχογραφίες του «Μικρού Δακτυλίου» αποτελούν αφηγηματικές καταθέσεις αληθινής απόλαυσης, η προσπάθεια απόδοσης του καθημερινού χάνει την ισορροπία προσπαθώντας να κρατηθεί από μια μάλλον επιτηδευμένη απόδοση χαρακτήρων και γεγονότων.

Εκεί θεωρώ ότι παρουσιάζει αδυναμία το σύνολο των ιστοριών: αυτό το πάτημα σε δύο βάρκες μπορεί από τη μια να συνιστά μια προσπάθεια απόδοσης του πραγματικού και του «έτσι έχουν τα πράγματα», από την άλλη, χάνεται στα δίχτυα τής εν πολλοίς αποσπασματικής, αναφορικά με την ολοκλήρωση των ιστοριών, καταγραφής.

Ο Κώστας Κατσουλάρης έγραψε αυτές τις ιστορίες απευθυνόμενος στους ανθρώπους της γενιάς του, κάνοντάς τους να θέλουν να ενταχθούν σε τούτη την αφήγηση ως τμήματά της. Αυτό συνοδεύεται απ’ την ένταξη στο «Μικρό Δακτύλιο» ενός διηγήματος του Σπύρου Κρίμπαλη (έκπληξη ομολογουμένως της συλλογής) αλλά και των φωτογραφιών του Καμίλο Νόλλα που τραβήχτηκαν από το κινητό του (ενδεικτικό τού σήμερα). Ο ίδιος ο συγγραφέας μάς ενημερώνει ότι το κάνει για το λόγο που μόλις ανέφερα. Αυτό είναι μια ακόμη τρανή απόδειξη της ανάγκης των σύγχρονων ανθρώπων για εικόνες• για τη συνομιλία μεταξύ «διαβάζω» και «βλέπω», μεταξύ «μου λες» και «καταλαβαίνω».

Έχω την αίσθηση ότι μετά από τα έξι μέχρι στιγμής βιβλία του, ο Κατσουλάρης έχει ενταχθεί σε ένα σύμπαν όπου η πραγματικότητα λαμβάνει και άλλες διαστάσεις, όπου υπάρχει και κάτι άλλο πέρα απ’ αυτό που ζούμε και βλέπουμε. Οι ήρωές του είναι έτσι δοσμένοι που φαίνεται να αποτελούν χαρακτήρες που βαδίζουν και λίγο «πέραν του κόσμου τούτου», όχι όμως με τη μεταφυσική έννοια, αλλά με αυτή των επιθυμιών, των στόχων και του εκάστοτε ιδανικού τους. Νομίζω ότι αυτό καλύτερα αποτυπώνεται στον «Αντίπαλο» (Πόλις 2005) με το θεατρικό του «Όταν ο λύκος είναι εδώ» (Πόλις 2004) να ακολουθεί.

Επιστροφή, λοιπόν, στο «Μικρό Δακτύλιο», στην Αθήνα των ανθρώπων της, την πόλη των μυστικών και των ανατροπών, την πρωτεύουσα του ρυθμού και της αρρυθμίας, τη μητρόπολη που διώχνει τα παιδιά της τη στιγμή που δεν μπορούν ή δεν πρέπει να φύγουν, που είναι παντού ξεγυμνωμένη στη συλλογή αυτή.

Στην Αθήνα, αδελφές μου, στην Αθήνα. Ποια Μόσχα;

 

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα]

 

[Περισσότερες πληροφορίες για την εργοβιογραφία του Κώστα Κατσουλάρη μπορεί κανείς να βρει στις σελίδες της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Σερρών, στην κατηγορία «Πρόσωπα» αλλά και στην προσωπική ιστοσελίδα του συγγραφέα]

123 (6-7-8)

western_canon

 

Όπως και ο Σέξπιρ, ο Δάντης μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, αφού αμφότεροι οι ποιητές ξεπερνούν τα όρια των άλλων ποιητών. Η διαβρωτική ειρωνεία (ή αλληγορία) του δαντικού έργου είναι πως εμφανίζεται να αποδέχεται τα όρια τη στιγμή που τα διαρρηγνύει. Κάθε καίρια πρωτοτυπία του Δάντη είναι απολύτως προσωπική και αυθαίρετη, αλλά παρουσιάζεται σαν να ήταν η αλήθεια, καθαγιασμένη από την παράδοση, την πίστη και τη λογική.”

[Χάρολντ Μπλουμ, Ο Δυτικός Κανόνας, εκδ. Gutenberg, μτφ. Κατερίνα Ταρβατζόγλου, Εισαγωγή-Επιμέλεια: Δημήτρης Αρμάος]

*********************************

 

Το Στερεότυπο Μυαλό, ο greekGayLolita και ο Παράξενος Ελκυστής, με κάλεσαν να συμμετάσχω στο παιχνίδι που έχει τους παρακάτω όρους:

1. Πιάσε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά σε σένα.
2. Άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα 123 (αν το βιβλίο διαθέτει λιγότερες από 123 σελίδες, άφησέ το και πήγαινε στο επόμενο κοντινότερο).
3. Βρες την πέμπτη περίοδο (=από τελεία σε τελεία, αν θυμάσαι) της σελίδας.
4. Ανάρτησε τις επόμενες τρεις περιόδους (δηλ. την έκτη, την έβδομη και την όγδοη).
5. Ζήτα από πέντε ανθρώπους να κάνουν το ίδιο.

 

Ακολουθώντας πιστά (!) τους κανόνες του παιχνιδιού, τώρα μένει να προσκαλέσω άλλους πέντε bloggers να κάνουν το ίδιο. Ιδού:

 

1. Duchamp

2. Ναυτίλος

3. Alef

4. Εύα Εξάρχου

5. Χώρα του Ποτέ – Ποτέ

προσθέτω και τον ALittleWhisper, ως εξαίρεση και επιβεβαίωση του “πιστά”!

μ.Χ. – βασίλης αλεξάκης

μ.χ._βασίλης_αλεξάκης

 

«Ο χριστιανισμός, αγαπητέ μου φίλε, δεν συνεχίζει την αρχαιότητα, απλά την ακολουθεί όπως η νύχτα ακολουθεί τη μέρα. Η θεολογία αναιρεί τη φιλοσοφία. Η πρώτη απαντά σε όλα, ενώ η δεύτερη ξέρει κυρίως να ρωτά»
[Απόσπασμα από το βιβλίο]

 

Αποτέλεσμα κοπιαστικής και εις βάθος έρευνας αποτελεί το τελευταίο μυθιστόρημα του Βασίλη Αλεξάκη. Το «μ.Χ.» συνιστά μία λογοτεχνικά καταγραμμένη πραγματεία γύρω από τον ελληνικό πολιτισμό, το χριστιανισμό και, ειδικότερα, το Άγιο Όρος. Το βιβλίο αυτό τού χάρισε το «Μεγάλο Βραβείο Μυθιστορήματος» της Γαλλικής Ακαδημίας, που αποτελεί ύψιστη λογοτεχνική τιμή.

Ο Αλεξάκης αποτελεί ένα σημαντικό κεφάλαιο της ελληνικής λογοτεχνίας. Στα περισσότερα μυθιστορήματά του, με εξαίρεση το «Πριν» (Εξάντας 1992, Βραβείο «Αλμπέρ Καμύ»), ο γράφων υπάρχει παντού μέσα στο κείμενο, είναι η κινητήριος δύναμή του, όχι με τη γνώριμη έννοια της προσωπικότητας του συγγραφέα, αλλά με τα ξεκάθαρα αυτοβιογραφικά στοιχεία του που αναφέρονται παντού. Σαφή αυτοβιογραφικά κείμενα αποτελούν το αφήγημα «Παρίσι-Αθήνα» (Εξάντας 1993) και η «Μητρική Γλώσσα» (Εξάντας 1995, Βραβείο M?dicis), όπου, στο πρώτο μιλά για το πώς ξεκίνησε η διαίρεση της ζωής του σε δύο πόλεις, και, στο δεύτερο, για το πώς «όπου και να πάω, η γλώσσα με αναστατώνει»! Με τις «Ξένες Λέξεις» (Εξάντας 2003, Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2004) χάρισε ένα βιβλίο (και) στην τοπική γλώσσα, τα σάνγκο, στο λαό της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας.

Στο «μ.Χ.», ένας εικοσιτετράχρονος φοιτητής από την Τήνο, που στο αφηγηματικό παρόν ασχολείται με τους προσωκρατικούς φιλοσόφους, αναλαμβάνει να εξερευνήσει, με τη βοήθεια του καθηγητή του, φίλων και υπαλλήλων κέντρων αρχαιολογικών ερευνών, το ρόλο του Αγίου Όρους στην ελληνική Ιστορία, τη θέση που κατέχει στη γνωστή διαμάχη «χριστιανισμός – αρχαία Ελλάδα». Με αφορμή την εργασία αυτή που του ανέθεσε η γηραία κυρία, στης οποίας το σπίτι διαμένει διαβάζοντάς της μυθιστορήματα και κάνοντάς της παρέα, ξεκινά ένα ταξίδι στα βάθη της Ιστορίας.

Μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος, ο Αλεξάκης καταγράφει την καταστροφική, σύμφωνα μ’ αυτόν, επιρροή των αγιορειτών μοναχών στα μνημεία και, συνεκδοχικά, στη μνήμη που μας έρχεται από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Με πολλές αναφορές στο ρόλο του Βυζαντίου, ως σκοταδιστικής και δογματικής παρένθεσης της Ιστορίας, ο συγγραφέας προβαίνει σε μια αντι-παράθεση, αυτή πως η βυζαντινή Ιστορία συνιστά την αποκοπή οποιασδήποτε γέφυρας που συνδέει τη σημερινή Ελλάδα με το βαθύ της παρελθόν. Όλα αυτά πάντοτε χωρίς εξάρσεις και διακηρύξεις, χωρίς μανιφέστα και ντιρεκτίβες.

Για πρώτη φορά ο Αλεξάκης καταπιάνεται τόσο ανοιχτά με το ζήτημα αυτό. Ενώ σε προηγούμενα βιβλία του μπορεί κανείς να βρει σπαράγματα και υπονοούμενα ιδεών ανάλογων με αυτές που παρατίθενται στο «μ.Χ.», στο μυθιστόρημα αυτό αποκαλύπτει και αποκαλύπτεται με σαφήνεια. Οι επιδράσεις και οι καταστροφές εκ μέρους των μοναχών του Αγίου Όρους, που καταγράφονται στο μυθιστόρημα, άπτονται των μνημείων και, γενικότερα, της παράδοσης που έρχεται από την αρχαία Ελλάδα, με σκοπό εκ μέρους των οπαδών του χριστιανισμού να αφανίσουν κάθε τέτοιο στοιχείο ή, όταν δεν μπορούν να το καταφέρουν αυτό, να το εντάξουν στη χριστιανική παράδοση.

Οι αντιθέσεις που προβάλλονται μεταξύ όλων όσα αναφέρθηκαν, επαναφέρουν στο προσκήνιο τις έντονες συζητήσεις σχετικά με το διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους, το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία, την πρωινή προσευχή, αλλά και σχετικά με το κατά πόσο αυτό που οι Έλληνες είναι τώρα (πάντα σχετικά με ιδεολογικό–ιστορικό τους υπόβαθρο) είναι άμεσα συνυφασμένο με αυτό που θέλουν να πιστεύουν ότι είναι, ότι δηλαδή η σημερινή τους κατάσταση απορρέει απευθείας από τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό και με ό,τι αυτός φέρει, ή, τελικά, αυτά που εν τω μεταξύ συνέβησαν, με κυρίαρχο πάντοτε το Βυζάντιο, αποτελούν την πλήρη διάσπαση της συνέχειας της Ιστορίας.

Το Άγιο Όρος (που παρουσιάζεται ως παντοδύναμο κράτος εν κράτει), ο μοναχικός βίος, η εκκλησία και ο χριστιανισμός τίθενται υπό διαρκή αμφισβήτηση στο «μ.Χ.», όχι όσον αφορά βέβαια την πνευματικότητά τους, αλλά ακριβώς το αντίθετο: την εμπράγματη υπόστασή τους καθώς και τον υλικό τους καθορισμό τού σήμερα μέσα από όλη τους την ιστορία.

Ενώ σε κάθε του μυθιστόρημα, ο συγγραφέας έχει πάντοτε έναν καθ’ όλα ενδιαφέροντα θεματικό άξονα να πραγματευτεί, ο τρόπος γραφής του δείχνει και πάλι να παραμένει ο ίδιος, προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στην ευθεία πρωτοπρόσωπη αφήγηση και στην αφήγηση του πρώτου προσώπου. Αποτελεί, κοντολογίς, έναν συγγραφέα που πάντοτε βρίσκεται ο ίδιος στο επίκεντρο των ηρώων του, με έναν τρόπο επιβλητικό και αναμφισβήτητο. Οι ήρωές του πάντοτε δεν είναι οι ίδιοι που «προκαλούν» μέσω αυτού που είναι, αλλά μέσω αυτών που τους συμβαίνουν. Έτσι, το ίδιο βλέπουμε να συμβαίνει και στο «μ.Χ.».

Συνεπώς, καθίσταται γνώριμη η γραφή του, ούτως ειπείν, «από χιλιόμετρα», κάτι που αποτελεί, αφενός,  ταυτότητα, αφετέρου, ωστόσο, παύει από ένα σημείο και μετά να φροντίζει για την αισθητική απόλαυση της ίδιας της αφήγησης. Άλλωστε ο αυτοσαρκασμός της σ. 300, «Όμως δεν έχω την ικανότητα να πετάγομαι από το ένα θέμα στο άλλο. Ξέρω να λέω τα πράγματα μονάχα με τη σειρά τους», αποτελεί ενδεχομένως ενδεικτικό στοιχείο.

Επιπλέον, διακρίνεται μάλλον εύκολα η καταρχήν επιθυμία του Αλεξάκη να απευθυνθεί πρωτίστως στο γαλλικό (ή διεθνές, εν γένει) αναγνωστικό κοινό, πράγμα που μπορεί να κατανοήσει κανείς με τις αυτονόητες πληροφορίες, για παράδειγμα, ότι η Θεσσαλονίκη βρέχεται από το Θερμαϊκό κόλπο, ή ότι ο Άγιος Δημήτριος είναι ο πολιούχος άγιος της Θεσσαλονίκης. Και εδώ μπαίνει το ερώτημα για τον Αλεξάκη, αν αποτελεί Έλληνα ή περισσότερο Γάλλο, πια, συγγραφέα, κάτι που διατυπώνεται συνεχώς από πολλές πλευρές.

Στο σύνολο του μέχρι τώρα έργου του, ο Βασίλης Αλεξάκης επιβεβαιώνει την ιδιαίτερη ικανότητά του να απευθύνεται άμεσα και χωρίς κρυφά μηνύματα στους αναγνώστες του. Αυτό από μόνο του αποτελεί κατάκτηση για έναν συγγραφέα, με το ειδικό βάρος το δικό του, αλλά και τον καθιστά έναν καλλιτέχνη που το «προσωπικό» του μεταγγίζεται στο «κοινό» δίχως να προσβάλλει με το ναρκισσισμό και τον εγωκεντρισμό του, αυτόν που έρχεται σε επαφή με τα κείμενά του.

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εξάντας]

[Ο Βασίλης Αλεξάκης γεννήθηκε στην Αθήνα. Το 1968 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι όπου και ζει έκτοτε. Έχει δημοσιεύσει μυθιστορήματα, αυτοβιογραφικό αφήγημα, διηγήματα, θέατρο και βιβλία με σκίτσα. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχει αποσπάσει πολλά γαλλικά και ελληνικά βραβεία. Έχει επίσης ασχοληθεί με τον κινηματογράφο]

απόμερο σινάφι

picasso

Χωρίς. Χωρίς τι; Τι λείπει. Τι ελλείπει; Τα σύννεφα σχηματίζουν μορφές φερμένες από δάση κι από τα σπίτια οι καπνοί, δες, σχηματίζουν νέφη.
Λείπει ο ιδρώτας. Εκείνος ο πανέμορφος ιδρώτας που εξαχνώνεται και δίνει στις ζωές ανηλεείς δίψες.

[Χορτασμένα και τα κοράκια, πια, απαξιούν να φάνε απ’ τα πιάτα μας.
Μόνον πετούν ανάμεσα στα νεφελώματα. Ρομαντικά για δες τα που κατάντησαν]

Τα κοράκια.
Ελλείπουν κι αυτά. Εξέλιπον.

[Τα αμνημόνευτα έτη, όμως, δεν πέρασαν ακόμα.
Τα πέρσι και τα πρόπερσι γινήκανε αλύπητο παρόν, της ιστορίας το “βλέπω”]

Κακόμοιρε πολεμιστή. Οι λύκοι σού τελειώσανε, δε σου ’μεινε απόμερο σινάφι, σου τέλειωσε κι ο ίδρως. Τρέχα τώρα να γυρέψεις ποτάμι να σε φέρει κι άσε να μαλώνουν τα σύννεφα για ποια βροχή σου αξίζει. Αξίζουν οι βροχές σε κάποιον, πολεμιστή μεγάλε; Ιδρώτες κι αυτές κατάντησαν ενός θεού οπλίτη. Οπλίτη.

[Απόκαμε κι αυτός και έγινε βροχή]

Χωρίς. Χωρίς τι;

[Θα ψάχνω αξημέρωτα κι ας το ποτήρι εχάθη.
Θα πίνω απ’ το στόμα της που ξέρει να χαρίζει]

Παράμερα την πήρα τη βροχή και την ξαναπήρα’ σταματημός δεν ήρθε, μέχρι που σκοτείνιασε ο ουρανός και βγήκανε τα άστρα και μου ’πανε αχόρταγα τη λύση των ονείρων.

Τώρα πάνω στα φτερά μου κρύβω μια τρίχα από μαλλιά και λίγη σκόνη.

το άλλο μισό μου πορτοκάλι – λευτέρης μαυρόπουλος

miso_portokali_mayropoylos

 

Ο Λευτέρης Μαυρόπουλος, μετά από τρία μυθιστορήματα, επιστρέφει με το «Άλλο μισό μου πορτοκάλι» για να ταράξει τα νερά της συλλογικής μνήμης και να προσδώσει καινούρια οπτική στην αντίληψη του μίσους και της αγάπης, όχι βέβαια από τη γωνία των καθημερινών, τετριμμένων ή μη σχέσεων, αλλά από αυτήν της ιστορίας, του χρόνου και της εξέλιξης. Είναι μια συγγραφική προσπάθεια αναζήτησης του πώς το (πολιτικό, κοινωνικό) μίσος του σήμερα δεν είναι κομήτης ξαφνικά εμφανιζόμενος, αλλά κουβαλά πάνω του, πρώτα απ’ όλα την ίδια την αγάπη και, φυσικά, όλο το βαρύ παρελθόν του, όλα όσα το συναποτελούν και το έχουν μέχρι σήμερα διαμορφώσει.

Όχημα της αφήγησης αποτελεί ο κατατρεγμός των αγροτών και των εργατών από τη χούντα του Μεταξά μέχρι αυτήν των συνταγματαρχών. Με αναφορές στους αγώνες των καπνεργατών της Θεσσαλονίκης –άνοιξη του 1936-, στις σκληρές διώξεις του μεταξικού καθεστώτος, του παρακράτους των χρόνων που μεσολάβησαν μέχρι τη δικτατορία του ’67, καθώς και με την επαναφορά του φασιστικού καθεστώτος, ο Μαυρόπουλος σκιαγραφεί με μάτι διεισδυτικό την ελληνική ιστορία του μίσους, που πάντα φαίνεται να πηγάζει απ’ την αγάπη σε τούτο το μυθιστόρημα.

Ο Μιχάλης, πολύτεκνος πατέρας από ένα χωριό της Μακεδονίας, συμμετέχει στους αγώνες των καπνεργατών της Θεσσαλονίκης, προσπαθώντας να παράλληλα να ξεσηκώσει τους συγχωριανούς του προς αυτή την κατεύθυνση. Μέσα από μια σειρά διώξεων και εκδικήσεων, οδηγείται, γνωστή ιστορία, στη δολοφονία του απ’ το κράτος και τους βοηθούς του. Ο μεγάλος του γιος, ο Κυριάκος, αποφασίζει να αναλάβει δράση εναντίον των δολοφόνων του πατέρα του, στο όνομα του οποίου έχει τάξει τη ζωή του. Η κατάληξη, δυστυχώς, είναι η ίδια. Ο Μιχάλης, όμως, έχει ακόμα πολλούς εκδικητές αφήσει πίσω του. Εκδικητές που φτάνουν να ανασυστήσουν την τρομοκρατία, οποιασδήποτε μορφής, του σήμερα. Ή του πολύ πρόσφατου χθες…

Ο μικρότερος γιος του, αυτός που η μητέρα του ήθελε να «ρίξει» στη διάρκεια της εγκυμοσύνης εξαιτίας οικονομικών κυρίως λόγων, είναι αυτός που πήρε το όνομα και μαζί τη χάρη του πατέρα του. Φυγαδευμένος από τον παπά του χωριού, φτάνει στην Αθήνα μετά από κάποια χρόνια στην Άνδρο, και αναλαμβάνει δράση. Μια δράση που ξεκινά τον κύκλο του αίματος, αλλά δεν τελειώνει μ’ αυτόν, τον Μιχάλη. Μεσούσης της δικτατορίας, έρχονται οι επίλοιποι γιοι του Μιχάλη, του πατέρα, να συνεχίσουν την «ιστορία», κάτι που γίνεται αντιληπτό εξαίφνης απ’ τον αναγνώστη.

Ο τίτλος του μυθιστορήματος έχει να κάνει, τεχνικά, με αυτό που αφήνουν οι «εκδικητές» ως υπογραφή των φόνων που διαπράττουν. Αρχικά, το μισό πορτοκάλι είναι αυτό που τα μέλη της οικογένειας έτρωγαν κάθε μέρα στο σπίτι τους, στο χωριό της Μακεδονίας. Ωστόσο, ο συγγραφέας το χρησιμοποιεί ως ένα στοιχεία συμβολικό για να αποδώσει αυτόν που λείπει απ’ την οικογένεια και δεν έφαγε το μισό πορτοκάλι που του αναλογούσε, αυτόν ή αυτούς που κάτι μένει πίσω να τους ενώσει και πάλι. Το πώς και το πού φαίνεται να μην έχει καμία σημασία.

Επίσης, πολλές περιγραφές από την πρόσφατη πολιτική ιστορία αλλά και τον τρόπο ζωής στην ελληνική επαρχία κυρίως, μπορεί να βρει κανείς διαβάζοντας το «Άλλο μισό μου πορτοκάλι». Με επιρροές απ’ τη ρεαλιστική παράδοση και την ηθογραφία, ο Λευτέρης Μαυρόπουλος, με μια γλώσσα δοσμένη πάντα με τρόπο που εκφράζει και περιγράφει απόλυτα αυτόν που τη φέρει μέσα στο κείμενο, ανασυνθέτει τα διάσπαρτα κομμάτια ενός τμήματος της Ιστορίας που πέρασε «το κατώφλι του τρόμου», όχι χωρίς απώλειες, όχι χωρίς τα λάθη και τις υπερβολές που, εξ ορισμού ωστόσο, κρύβει η ίδια η Ιστορία.

Η γραμμική, άλλοτε τριτοπρόσωπη και άλλοτε πρωτοπρόσωπη, αφήγηση είναι η λογοτεχνική τεχνική του συγγραφέα, ο οποίος τη χειρίζεται κατά τρόπο εν γένει αντισταθμιστικό προς την παρέκκλιση, κάποιες φορές, προς την απλοποίηση των κινήτρων που αποδίδει στις πράξεις των ηρώων του, ή προς τον αυστηρό περιορισμό της ουσίας των καταστάσεων «μόνο έτσι ή μόνο αλλιώς».

Φαίνεται, επιπλέον, να αποτελεί ο Μαυρόπουλος θιασώτη της μαρξικής ρήσης ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, τη δεύτερη φορά ως φάρσα, με τη φάρσα να αποτελεί την πεμπτουσία της ειρωνείας και συνάμα την αναπόφευκτη (παρ)ουσία των αιτίων και των αποτελεσμάτων.

Ο Μαυρόπουλος δεν θέλει, κατά τα φαινόμενα, να δικαιολογήσει την εκδίκηση, τον κύκλο του αίματος ή το ασίγαστο μίσος που τρέφει τις καρδιές και μαζί τις πράξεις αυτών που «έπαθαν». Θέλει, όμως, να τα εξηγήσει όλα αυτά. Θέλει να βρει την άκρη του νήματος και να μπει για λίγο στη θέση της ίδιας της Ιστορίας, της ρίζας των ενοχών των «οχημάτων» της. Παρουσιάζεται, με το «Άλλο μισό μου πορτοκάλι», ως ο συγγραφέας του μανιφέστου εναντίον του μίσους που εκπηγάζει απ’ την ιδιοτέλεια, απ’ τις, οικογενειακές ή άλλες, καταστροφές και απ’ την αυτοδικία που έχει έρεισμα στις προσωπικές διαφορές, θέλοντας να τα συνδέσει όλα αυτά με τη συλλογική συνείδηση, αλλά και – γιατί όχι;-, με το συλλογικό ασυνείδητο.

Αν η σύγχρονη (ελληνική) λογοτεχνία προσπαθεί να φωτίσει τα τμήματα εκείνα της Ιστορίας που έχουν άμεση συνάφεια με τις προσωπικές εμμονές, τις ψυχογραφικές αναπαραστάσεις ατόμων με τρόπο λες και υπάρχουν εκ παρθενογενέσεως, ο Λευτέρης Μαυρόπουλος παραδίδει ένα μυθιστόρημα που ξεπερνά τα όρια του προσωπικού, μετέρχεται το πλαίσιο του κοινωνικού και σπάει, τελικά, τα σύνορα του παρόντος, ως καθρέφτη του παρελθόντος, χωρίς να αφήσει τα σπασμένα κομμάτια να χαθούν, ως άλλη αστρόσκονη, στο σύμπαν της γενικότητας και της αοριστίας.

Άλλωστε, η επανασυγκόλληση δεν χρειάζεται μόνο στέρεα κόλλα, χρειάζεται και την ανάγκη να ξαναδείς μέσα από καθρέφτες• να μη φοβηθείς να κοιτάξεις πίσω…

 

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίνδικτος]

 

[Ο Λευτέρης Μαυρόπουλος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1962. Το 1984 πήρε το πτυχίο της Νεοελληνικής Φιλολογίας από τη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. Από το 1987 ζει στο Χρυσό Σερρών και εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα «Το πραγματικό παραμύθι που μας χώρεσε όλους» (1999), «Ο κάλυκας» (2002) και «Ο Θανατοναύτης» (2004) που κυκλοφορούν απ’ τις εκδόσεις Ίνδικτος]

 

 

Στα πάντα ήρθαμε αλλιώτικοι και φωναχτοί

grace 2_joel_harrison

Στα αθέλητα θέλγητρα μιας ίσιας ζωής
αυτής του φόβου που μας κρατά
καρφωμένους σε μια ταφική τυφλότητα
                    εμφανιστήκαμε
-τυφλοπόντικες λέξεων
                                     τρωγλοδύτες υψηλοί-

(στα μελλούμενα και στ’ ασυγχώρητα
κανείς δε βρήκε λύτρωση)

στα πάντα ήρθαμε αλλιώτικοι και φωναχτοί
(εγκάθετοι μιας σκέψης κόντρα στους φιλάνθρωπους)

-φωτοπληξία και ανατολή-

ας μπούμε τώρα κι ας έχουμε αργήσει να νυχτώσουμε
στο αίμα που ξεχάσαμε
                                         και νυχτωθήκαμε
αιτούντες μιας τρωτότητας ανεπίδοτης

και του προσωρινού όψιμοι θιασώτες
-δύο, τρεις, πόσοι είμαστε;-
 
αργά και σταθερά πια – σαν τ’ αεροπλάνα της αφίσσας
( τα όνειρα είναι τσάμπα
ή
τσάμπα είναι τα όνειρα; )

photo: Joel Harrison, ‘grace 2’ (2005)   

[Τιμή και συμμετοχή στο παιχνίδι της ευτυχίας που με κάλεσε να παίξω η αγαπημένη alef. Έτσι, για να ξορκίσουμε τ’ αντίθετα και τ’ ασυγχώρητα… Γι’ αυτό…

Μακάρι να συνεχιστεί από όλους και όλες εσάς… Εν αναμονή!]