απόμερο σινάφι

picasso

Χωρίς. Χωρίς τι; Τι λείπει. Τι ελλείπει; Τα σύννεφα σχηματίζουν μορφές φερμένες από δάση κι από τα σπίτια οι καπνοί, δες, σχηματίζουν νέφη.
Λείπει ο ιδρώτας. Εκείνος ο πανέμορφος ιδρώτας που εξαχνώνεται και δίνει στις ζωές ανηλεείς δίψες.

[Χορτασμένα και τα κοράκια, πια, απαξιούν να φάνε απ’ τα πιάτα μας.
Μόνον πετούν ανάμεσα στα νεφελώματα. Ρομαντικά για δες τα που κατάντησαν]

Τα κοράκια.
Ελλείπουν κι αυτά. Εξέλιπον.

[Τα αμνημόνευτα έτη, όμως, δεν πέρασαν ακόμα.
Τα πέρσι και τα πρόπερσι γινήκανε αλύπητο παρόν, της ιστορίας το “βλέπω”]

Κακόμοιρε πολεμιστή. Οι λύκοι σού τελειώσανε, δε σου ’μεινε απόμερο σινάφι, σου τέλειωσε κι ο ίδρως. Τρέχα τώρα να γυρέψεις ποτάμι να σε φέρει κι άσε να μαλώνουν τα σύννεφα για ποια βροχή σου αξίζει. Αξίζουν οι βροχές σε κάποιον, πολεμιστή μεγάλε; Ιδρώτες κι αυτές κατάντησαν ενός θεού οπλίτη. Οπλίτη.

[Απόκαμε κι αυτός και έγινε βροχή]

Χωρίς. Χωρίς τι;

[Θα ψάχνω αξημέρωτα κι ας το ποτήρι εχάθη.
Θα πίνω απ’ το στόμα της που ξέρει να χαρίζει]

Παράμερα την πήρα τη βροχή και την ξαναπήρα’ σταματημός δεν ήρθε, μέχρι που σκοτείνιασε ο ουρανός και βγήκανε τα άστρα και μου ’πανε αχόρταγα τη λύση των ονείρων.

Τώρα πάνω στα φτερά μου κρύβω μια τρίχα από μαλλιά και λίγη σκόνη.