Anonymous Poet – Stanley Moss

stanley_moss

Φορές-φορές την έβλεπα με τους εραστές της
να διασχίζει το Χωριό, με τον άνεμο
να δένει, ίδιο λουρί, τους αστραγάλους της.
Ύπαρξη απλή, πολέμαγε
ενάντια σ’ αυτούς που την αγάπη και την ποίηση μισούσαν
σαν άλλος οργισμένος Αχιλλέας.
Η γλώσσα της δεν ήτανε μια λίμνη,
αλλά ξεσήκωνε τους εραστές της
με την ευγενική τη δύναμη μιας λίμνης
που κλείνει μια αγκαλιά νούφαρα –
τα γαλάζια της μάτια, ο ουράνιος θόλος πάνω τους –
μέχρι να πέσει η νύχτα και τα μυστήρια να βγουν στον έξω κόσμο.
Φίλη μου που σ’ αγαπώ, ποιήτριά μου,
αν δε διαβάζεις ή δε γράφεις τη νύχτα ετούτη
στην Underwood γραφομηχανή σου,
αν κανείς φιλιά δε σου χαρίζει, ο θάνατος αλήθεια είναι.

Απόδοση: Δημήτρης Αθηνάκης

λίγο από το αίμα σου – σώτη τριανταφύλλου

λίγο_από_το_αίμα_σου

 

Ήρθα στη λογοτεχνία από τέσσερις (τουλάχιστον) δρόμους: από τη φυσική (και τη χημεία: τις θετικές επιστήμες), από τις γλώσσες (και την αγάπη για τις λέξεις), από την υπαρξιστική φιλοσοφία (υπό την ευρεία έννοια: από τον υπαρξιστικό ανθρωπισμό), καθώς και από την επιστήμη της ιστορίας. Σ’ ένα από τα πρώτα μικρά κινηματογραφικά δοκίμια που έγραψα στη δεκαετία του ’80, στην πρώτη σελίδα σημείωνα μια φράση από το «Αντώνιος και Κλεοπάτρα»: My salad days, when I was green in judgment, cold in blood. Δεν βιαζόμουν καθόλου να μεγαλώσω και να «ωριμάσω» όπως συχνά λένε οι άνθρωποι• οι βιβλιοκριτικοί ιδιαίτερα. Δεν βιαζόμουν για τίποτα. Δεν είχα ― και δεν έχω ― καμιά status anxiety: όταν δεν θα θέλω πια να γράφω βιβλία, απλώς θα σταματήσω. Μέχρι τότε, αν έχω την υγεία μου, ίσως διηγηθώ μερικές από τις ιστορίες που έχω στο κεφάλι μου: οι συγγραφείς είναι χρήσιμοι• εμποδίζουν τον κόσμο να καταστραφεί• φέρνουν στη ζωή πράγματα και πρόσωπα που δεν προϋπήρχαν.

Περί τίνος πρόκειται λοιπόν το «Λίγο από το αίμα σου»: πρόκειται για ένα μυθιστόρημα για την Αφρική• επίσης, για μια ιστορία όπου οι ήρωες αναρωτιούνται Τι είναι ο κόσμος; Ο κόσμος: χορευτής, ροζάριο, χείμαρρος, καράβι, ομίχλη, ιστός αράχνης• ο κόσμος είναι αυτό που θέλεις• «μια κουτουλιά με βουβάλι», όπως λέει ο μπάτλερ της οικογένειας ντε Μπιουτ. Έτσι, οι ήρωες του βιβλίου κάνουν ό,τι μπορούν: μερικοί διαβάζουν εντόσθια, άλλοι κάνουν νεκροψίες• οι πολιτισμοί συγκρούονται αλλά διαφέρουν ελάχιστα. Και ο Ευγένιος Σταμπς, που γράφει ένα μυθιστόρημα, περπατάει ακροποδητί για να μην  εξαγριώσει το φάντασμα. Η πτώση του ανθρώπου είναι ένας γεγονός που δεν μπορεί να ξεγίνει.

Από τις κούρσες ταχύτητας στο Σάρρεϋ μέχρι το Νακούρου και την Εύθυμη Κοιλάδα της Κένυα, οι άγγελοι φοβούνται να διαβούν• ο έρωτας αιμορραγεί• η Λύντια ντε Μπιουτ περιπλανιέται σε μια έρημη χώρα: βλέπει βατράχια στα δέντρα, τα χέρια της μοιάζουν με αχρηστευμένα όπλα• και παρότι στα μάτια του Ευγένιου είναι μια τυραννική Κίρκη, στο τέλος φαίνεται να του λέει «Άξιζα κάτι καλύτερο, ήσουν αγνώμων». Στο μεταξύ, η αυτοκρατορική βρετανική σημαία γίνεται κουρέλι, η πραγματικότητα σκάει πάνω στους λευκούς αποίκους, από τα φλογόδεντρα τα φρεσκοπλυμένα μετά τη βροχή κρέμονται πτώματα. Οι Βρετανοί, απρόσκλητοι στην Αφρική, πρέπει να φύγουν: the party is over! Τη βεβαιότητα και την ανεμελιά διαδέχεται η αιματοχυσία. Δικαιοσύνη θα βρεις στον άλλο κόσμο, σκέφτεται ο Ιερώνυμος ντε Μπιουτ• σ’ αυτόν τον κόσμο υπάρχουν νόμοι.

ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ

τριανταφύλλου_1

*_*_*_*_*_*

Είναι, ίσως, η πρώτη φορά, μετά το «Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης» (Πόλις 1996), που η Σώτη Τριανταφύλλου παρέδωσε ένα μυθιστόρημα που συνδυάζει ξεκάθαρα και αποτελεσματικά τόσο πολλά διαφορετικά είδη λογοτεχνίας, διατηρώντας, ταυτόχρονα, στο ακέραιο τη γνώριμη, χωρίς εξάρσεις, γραφή της.

Εξηγούμαι: στο «Λίγο από το αίμα σου» συνυπάρχουν αρμονικά το ευρωπαϊκό μυθιστόρημα με την παράδοσή του που εδράζεται στις αρχές του προηγούμενου αιώνα -και εξακολουθεί να επηρεάζει τη σύγχρονη λογοτεχνία-, η φιλοσοφική και κοινωνιολογική διάσταση των campus novels, χωρίς να διακρίνεται κάτι τέτοιο εκ πρώτης όψεως, καθώς και ο ποιητικός στοχασμός που μοιάζει να απασχολεί τη συγγραφέα, δεδομένων κάποιων από τα τελευταία της βιβλία, όπως το «Πιτσιμπούργκο» (Αιγέας 2006), η «Συγχώρεση» (Πατάκης 2004) ή και η «Φυγή» (Μελάνι 2004).

Κρύβεται, όμως, και κάτι ακόμα στο τελευταίο της μυθιστόρημα: η διάθεση να εντάξει στη γραφή της το εφηβικό μυθιστόρημα, μια γραφή της αθωότητας, λέξεις και λόγια που βρίσκονται εκεί ως να απευθύνονται στο εφηβικό κοινό, χωρίς την ίδια στιγμή να υποπίπτουν σε στείρο διδακτισμό.

Η αγγλική αριστοκρατία (με όλες τις μανίες και τις εμμονές της), η ίδια η κατακτημένη Αφρική (χωρίς εμμονές αυτή, άγρια και αβοήθητη συνάμα), ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος που, ενώ βρίσκεται στο φόντο φαινομενικά, λειτουργεί καταλυτικά -περισσότερο ως ιδέα παρά ως γεγονός-, στους χαρακτήρες του μυθιστορήματος, συνιστούν, κατ’ αρχήν, το ιστορικό πλαίσιο στο «Λίγο από το αίμα σου».

Με την Αφρική έχει ασχοληθεί και ο Βασίλης Αλεξάκης στο έργο του «Ξένες λέξεις» (Εξάντας 2003). Το μυθιστόρημα αυτό έχει το χαρακτήρα οδύσσειας με σχεδία τις λέξεις, ειδικά το λεξικό των σάνγκο, όπου ένας «εξερευνητής» βυθίζεται στην αφρικανική ήπειρο και το λαό της, έστω και αποσπασματικά. Ο Αλεξάκης, όμως, στο βιβλίο αυτό χρησιμοποιεί μια απλοϊκή γραφή δίχως, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος πάντα, να διυλίζει το υλικό του στην προσπάθεια περιγραφής της ουσίας της Αφρικής και του αληθούς της γίγνεσθαι και είναι. Απ’ την άλλη, η Σώτη Τριανταφύλλου με το «Λίγο από το αίμα σου» καταγράφει με ξεκάθαρη λογοτεχνική γραφή όλα τα παραπάνω, γνωρίζοντας συγχρόνως το «καταλαβαίνω» σε τέτοια θέματα του ελληνικού, κατ’ αρχάς, αναγνωστικού κοινού, κάτι που πρέπει να αποδώσουμε, σίγουρα, και στον Βασίλη Αλεξάκη.

Στη συνέχεια, η υψηλή ευγένεια του χαρακτήρα του Ευγένιου Σταμπς (συγγραφέας στο μυθιστόρημα – ίσως το εξορκιστικό alter ego τής Τριανταφύλλου), σε αντιδιαστολή με την αφέλεια του πατέρα του Ρόναλντ, και την υποβόσκουσα ελαφράδα της αδερφής του Μπέθανυ, και όλα αυτά σε συνδυασμό με το μεγαλεπήβολο ανθρώπινο ιδανικό που φαίνεται να εκφράζει ο Ιερώνυμος ντε Μπιουτ –σε αντιδιαστολή, κι αυτός, με την οικογένειά του-, με μια δόση εστέτ ελιτισμού είναι η αλήθεια, καθιστούν το «Λίγο από το αίμα σου» μια λογοτεχνική κατάθεση που στοχεύει εμφανώς στην αφαίρεση.

Εξηγούμαι και πάλι: μπορεί η Σώτη Τριανταφύλλου, στη γνωστή της προσπάθεια να παραδώσει ένα μυθιστόρημα που δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για την ιστορία και τους ήρωές της, να καταγράφει πλήρως όλο το ιστορικό και συναισθηματικό πλαίσιο του μύθου της, ωστόσο τα αφαιρετικά υλικά που χρησιμοποιεί έγκεινται στη λογοτεχνική της πρόταση που, τώρα, ανανεώνεται: η ιστορία φτιάχνεται από ανθρώπους (όπως, εξάλλου, και οι ιδέες), οι ίδιοι οι άνθρωποι, όμως, αντιγράφουν την ίδια τους τη ζωή, η οποία τους ξεπερνά όχι γιατί έχουν χάσει τον έλεγχο, αλλά γιατί ο εφησυχασμός σε οποιαδήποτε δημιουργία που μας αφορά, καθίσταται τροχοπέδη εξέλιξης.

Αν αυτό υπονοείται στο «Λίγο από το αίμα σου», τότε η αφαίρεση (το έρμα, θα λέγαμε ενδεχομένως) παίρνει το εξής σημαίνον χαρακτηριστικό: ο άνθρωπος υπάρχει μόνον ως συνάνθρωπος, και καλά θα κάνει να το βάλει καλά στο μυαλό του αυτό…

Ό,τι εξω(συν)ανθρώπινο μπορεί να μην είναι απαραίτητα εξωγήινο, είναι όμως αναγκαία καταπιεστικό. Γιατί, πολύ απλά, ο κόσμος δημιουργήθηκε για να καταπιέσει τους δημιουργούς του…

«…ο κόσμος είναι όπως είσαι εσύ ο ίδιος».

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη]

Δημήτρης Αθηνάκης

 

[Περισσότερα στοιχεία για την εργοβιογραφία τής Σώτης Τριανταφύλλου μπορείτε να βρείτε εδώ, στο ανεπίσημο σάιτ που δημιούργησε ο Λάκης Φουρουκλάς, ένας φίλος του έργου της καθώς και εδώ, σε μια συνέντευξη που μου είχε παραχωρήσει]

 

σώτη_3

-έτσι είπαν- [και μια εισαγωγή]

poetry_drop

 

Αντιγράφω από το συγκινητικό post τής Sexton με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης και την εκδήλωση που διοργανώθηκε στο Γαλλικό Ινστιτούτο:

 

“Πέρασε και η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης αφήνοντάς μας μια γλυκόπικρη γεύση σχετικά με το τι φαίνεται να συμβαίνει τελικά στα ποιητικά δρώμενα στην Ελλάδα. Αλλά κρατούμε το γλυκό κομμάτι, αυτό που προκάλεσε μια γόνιμη συζήτηση μετά και γέννησε μια υπόσχεση: στο άμεσο μέλλον θα κινητοποιηθούμε [και θα χρειαστούμε την αμέριστη συμπαράστασή σας]. Τι θα κάνουμε για την ποίηση;

Στην εκδήλωση στο Γαλλικό Ινστιτούτο, το τελευταίο πάνελ, που αποτελούνταν από μια νέα γενιά ποιητών, τους Δημήτρη Αθηνάκη, Γιάννη Αντιόχου και Γιάννη Στίγκα, έδωσε μια κλοτσιά στον ύπνο, χάρισε ένταση και πάθος, κοιτώντας από τη δική του οπτική τη φύση, το περιβάλλον, τον άνθρωπο. Τρία ποιήματα, εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους, κέρδισαν το χειροκρότημα αλλά και το θαυμασμό των μυστών της ποίησης, όσων κατάφεραν να αντέξουν τρεις ώρες συνεχούς απαγγελίας συνολικά.

Τι θα κάνουμε με και για την ποίηση; Πολλά θα κάνουμε, θα κάνουμε πολλά. Πιο καταβυθιστικός ο κόσμος δεν πρόκειται να γίνει. Θα κάνουμε πολλά γιατί έχουμε τρελούς ποιητές με όραμα, έχουμε πόθο και πάθος, είμαστε και αγύριστα κεφάλια και εν πάση περιπτώσει, και να θέλαμε «φρόνιμα» να καθίσουμε, δεν γίνεται: μας τρώει η ποίηση και δεν έχουμε αντιστάσεις.

Πώς μπορεί να κινητοποιηθεί το νέο αίμα υπέρ της ποίησης, υπέρ της ποίησης εντός κοινωνίας, υπέρ της ποίησης σε κάθε ανθρώπινη χειρονομία, υπέρ της ποίησης γενικά;

Το να μιλάς για αυτήν είναι το πρώτο βήμα, το να πράττεις υπέρ της είναι το δεύτερο. Για αρχή, παραθέτω το πρώτο από τα τρία ποιήματα των εξαιρετικών παλικαριών που διάβασαν τις προάλλες. Ένα ποίημα σε δύο φωνές, όπως φαίνεται από τη δομή του ποιήματος, με αισθαντική, όπως λέω εγώ, και λυρική διάθεση, με εικόνες νόστου αλλά και πόθου, και, ως προς την τεχνική, με κολπάκια -δεξιά κι αριστερά- που ένας παρατηρητικός αναγνώστης θα αντιληφθεί”.

 

– έτσι είπαν –

Το ήξερες πως περπατούσες μόνος, δίχως θυμό πια, στο δρόμο του χειμώνα

Ήταν, έτσι είπαν, ο δρόμος αυτός χορταριασμένος, δίχως θυμό πια

[Περπατούσες…]

…και πίσω σου έσβηνε η γη, κατάπινε τα δέντρα, τα πούλια,

τον ουρανό τον ίδιο

Ήταν, έτσι είπαν, ο κατατρεγμός από την πόλη που εγκατέλειψες

Κι άφησες, έτσι είπες, σειρά σου τώρα, να σβήνει και να σβήνει αυτό που πίσω

σου πατάς

[Δεν ξέρεις πού πηγαίνεις]

Δεν μπορείς, έτσι είπαν, να φυλαχτείς, όχι πια, απ’ όμορφα καλοκαίρια

[Έτσι είπαν]

Ήταν, πού περπατάς, η πάλη του καιρού με την ανάγκη

Ήταν, πού περπατάς, ο πόλεμος που ξέσπασε χωρίς αναπαμό

Χωρίς τίποτα να θυμίζει άνθρωπο ένα γύρω

«Δεν ήμασταν μόνοι μας ποτέ», σκεφτήκαμε μαζί

[Πού περπατάς;]

Ήταν μαζί μας, έτσι είπαν, οι πόθοι μιας εκδρομής

σ’ έναν πλανήτη Άλλο

[Μόνος κι αυτός, έτσι είπαν, και τρομαγμένος

απ’ τα ουρλιαχτά της φύσης –

Έχει ο καθένας τη δική του

– Τι νόμισες;]

Κι ήταν ένας αέρας που ξέσπασε τη νύχτα εκείνη…

σήκωσε κι έκλεψε τους ήχους του δάσους και

δεν τους γύρισε ποτέ πίσω

να τους αφήσει να αισθανθούν τον κόσμο

– έναν άλλο, πιο πράσινο θαρρείς, πιο μόνο ίσως

[όχι

δεν είναι μόνος του κανείς

κανείς δε μένει μόνος]

Ο αέρας όμως, να, ξαναγύρισε και σκόνταψε σ’ ένα φύλλο

Ένα φύλλο που τώρα έμεινε να κοιτά τις υγρές του άκρες

μέσα σε τούτο το δασάκι που πάτησες

προσπαθώντας να γλιτώσεις

απ’ τη βροχή που έστειλε η νύχτα

 

Και, βλέποντας γύρω, ένα ακόμη ουρλιαχτό αφήνεις να σπαράξει

 

«Πού περπατάς;»

 

Δημήτρης Αθηνάκης

_*_*_*_*_*_*_*_

Το ποίημα διαβάστηκε από κοινού με την ποιήτρια Ευτυχία Παναγιώτου, που απήγγειλε τη “δεύτερη φωνή“…

Ευτυχία μου, σ’ ευχαριστώ…

Μνήμη Πηγής Καφετζοπούλου (γενν. 23/03/1969 – απεβ. 22/07/2007)

21

-Διαβάτη-

Άκου πως τραγουδάει
στον άνεμο
μια ανέμελη τούφα
φεγγαριού

τη φίλησα
της μίλησα για σένα

χάδι να έχεις κάθε νύχτα
εκεί που η ανάμνηση γρατζουνά
εκεί που δε σε φτάνει
ό,τι η ανάσα μου
σου οφείλει

Άκου πως νανουρίζω
τα θαύματα
που μου ξύπνησε
η σκιά σου
πάνω στο μπαλκονάκι
της καρδιάς μου

εκεί στο λιακωτό
του ατσαλάκωτου
ατρόμητου
μα ταπεινού Αίματος!

Πηγή Καφετζοπούλου

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

ημ�ρα_ποίησης

  

Ποιητές και Ποιήτριες απαγγέλλουν ποιήματά τους
για τη φύση και το περιβάλλον

ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
Απαγγέλλουν οι ποιητές και οι ποιήτριες:

 

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
Δημήτρης Αλεξίου
Νάνος Βαλαωρίτης
Γιώργος Γεωργούσης
Μιχάλης Γκανάς
Νίκος Γρηγοριάδης
Ολυμπία Καράγιωργα
Tάκης Καρβέλης
Σπύρος Κατσίμης
Παναγιώτης Κερασίδης
Δημήτρης Κοσμόπουλος
Στάθης Κουτσούνης
Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου
Αντώνης Μακρυδημήτρης
Γιώργος Μαρκόπουλος
Κώστας Μαυρουδής
Μιχαήλ Μήτρας
Λέλη Μπέη
Γιώργος Παναγιώτου
Αθηνά Παπαδάκη
Tίτος Πατρίκιος
Λευτέρης Πούλιος
Μανόλης Πρατικάκης
Λία Σακελίου
Σωτήρης Σαράκης
Αγγελική Σιδηρά
Κλαίτη Σωτηριάδου
Λουάν Τζούλις
Κωστής Τριανταφύλλου
Χρήστος Τσιάμης
Λεία Χατζοπούλου-Καραβία
Γιώργος Χρονάς
Δημήτρης Αθηνάκης
Γιάννης Αντιόχου
Γιάννης Στίγκας
Χίβα Παναχί

Στο πιάνο ο Αστέρης Παπασταματάκης

Προβολή του ντοκιμαντέρ «Στενά του Νέστου»
13 λεπτών, του Άγγελου Παπαστεφάνου

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2008, 7:30 μ.μ.
Γαλλικό Ινστιτούτο, Σίνα 31, Αθήνα

 

*_*_*_*_*_*

Οργάνωση: Εταιρεία Συγγραφέων και Κοινωνία των (δε)κάτων

Χορηγοί: Εκδοτικές Επιχειρήσεις Γ. & Κ. Δαρδανού, Εκδόσεις Καστανιώτη, Εκδόσεις Κέδρος

Χορηγός Επικοινωνίας: Athens Voice 

(δε)κατα: διαβάζουν και γράφουν
τη σύγχρονη λογοτεχνία  www.dekata.gr
Εαρινή Ποιητική Ισημερία
ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ
και παρουσίαση του Πράσινου Τεύχους
του περιοδικού (δε)κατα

πανδαιμόνιο – κώστας ακρίβος

πανδαιμόνιο_κώστας_ακρίβος

«Καταλαβαίνετε, τώρα, τι θυσία έκανα; Για να θριαμβεύσει η Ορθοδοξία, δέχτηκα να καταπατηθεί το άβατο! Συμφώνησα να μείνεις και να γεννήσεις το παιδί σου στο Όρος. Το παιδί που θα γίνει ο μέγας στρατηλάτης. Υπάρχει μεγαλύτερη θυσία απ’ αυτήν εδώ;»
[Απόσπασμα από το βιβλίο]

Το γυναικείο πτώμα που βρέθηκε σε μια μονή του Αγίου Όρους είναι το αφηγηματικό όχημα του μυθιστορήματος του Κώστα Ακρίβου, που, χρησιμοποιώντας ο ίδιος ο συγγραφέας διάφορες τεχνικές και τεχνάσματα, οδηγεί τον αναγνώστη σε μια βαθιά εκδρομή στο «Περιβόλι της Παναγίας». Μετά από εννέα μονογραφίες, ο Ακρίβος φαίνεται να ακολουθεί μια εξελικτική πορεία γραφής που καθίσταται διακριτή, μπαίνοντας στο «παιχνίδι» μια λογοτεχνίας που απολλύει τις νοηματικές ακροβασίες και τις αφηγηματικές καρκινοβασίες, έστω και κατά το μεγαλύτερο μέρος της και όχι απολύτως.

Η ακραία αυτή καταγραφή στην ιστορία του Ακρίβου αποτελεί μόνο το εφαλτήριο για όσα διαμείβονται σε ολόκληρο το «Πανδαιμόνιο». Ο άνομος έρωτας του μοναχού Νήφωνα με την κοπέλα, τη Δόμνα, την οποία γνωρίζει μεσοπέλαγα εν μέσω ψαρέματος, το ερωτικό δέσιμο μεταξύ τους καθώς και η γέννα των διδύμων, καρπός της κοιλίας τής Δόμνας σπαρμένος απ’ τον Νήφωνα, καθώς και η σύμπραξη του γέροντα Γεδεών, του πνευματικού του μοναχού και αμετακίνητου νοσταλγού της Βασιλεύουσας Κωνσταντινούπολης (πάλι με χρόνια, με καιρούς…), είναι τα κεντρικά σημεία του μυθιστορήματος του Ακρίβου.

Αυτός, ωστόσο, είναι ο ένας πυρήνας στο «Πανδαιμόνιο».

Ο δεύτερος και ίσως, τελικά, σημαντικότερος συνίσταται στον πόθο και το παθιασμένο απωθημένο του ανθρώπου. Είναι ό,τι οι άπαξ και διαπαντός εγκλωβισμένοι (με ή χωρίς εισαγωγικά) της ζωής, έχουν μεν αφήσει πίσω τους αμετάκλητα, ωστόσο αυτό τους κατατρύχει ακόμα και μέσα στον άβατο πύργο που έχουν αποφασίσει να κλειστούν.

Οι ποιητικές εξάρσεις που συναντούνται διάσπαρτα στο «Πανδαιμόνιο» έχουν να κάνουν με αυτό ακριβώς το γεγονός: τη σφοδρή επιθυμία. Φαίνεται ότι ο Ακρίβος έχει διαπιστώσει, κατά τη συγγραφική του πορεία, ότι η χρήση διαφορετικών αφηγηματικών τεχνικών είναι σε θέση και ίσως τελεί υπό την υποχρέωση να εξυπηρετεί το σύνολο ενός κειμένου, υπό την έννοια της ολοκλήρωσής του όσον αφορά, αυστηρά ή όχι, το σώμα του κειμένου αλλά και της ιστορίας που αυτό εξελίσσει.

Ο συγγραφέας έχει καταφέρει μ’ αυτό το μυθιστόρημα να δημιουργήσει ένα σύνολο ηρώων (με πιο παραγνωρισμένο απ’ όλους τον ηγούμενο που αποτελεί έναν υπερ-σπουδαγμένο στην Αμερική χαρακτήρα που αποφάσισε να αναχωρήσει απ’ την τρέχουσα ζωή και να αφιερωθεί στο Θεό) που ο καθένας εξυπηρετεί με τα ιδιαίτερα και μη συγκεχυμένα χαρακτηριστικά του την ιστορία που κρατούμε στα χέρια μας. Το παιχνίδι με τη γλώσσα και τις συνεχώς εναλλασσόμενες φωνές που απαντώνται στο «Πανδαιμόνιο», ο Ακρίβος καταργεί, αφενός, την έννοια της μονότονης αφήγησης του παντογνώστη συγγραφέα, και, αφετέρου, επιδεικνύει μια ικανότητα καταγραφής εσωτερικής ή εξωτερικής αφήγησης που δεν εγκαταλείπει τον αναγνώστη είτε στους γνωστούς ακαδημαϊσμούς είτε στις μη λογοτεχνικές αφηγήσεις που καταντούν απλές και ακατέργαστες παραθέσεις γεγονότων που συναντά κανείς σε πολλά νεοελληνικά μυθιστορήματα είτε στις εξαντλητικές αναφορές σε μοναχούς, ίντριγκες και ανατροπές που είχαμε συναντήσει στο «Όνομα του Ρόδου» του Ουμπέρτο Έκο.

Χαρακτηριστικό είναι το φάσμα των γλωσσικών τύπων που χρησιμοποιεί ο Ακρίβος και που εκτείνεται από το λόγο των μηνυμάτων που ανταλλάσσουν οι έφηβοι σήμερα μέσω του κινητού τους και τις δημοσιοϋπαλληλικές κοινοτοπίες έως τα υπέρμετρα ποιητικά σπαράγματα και τις αναλύσεις περί τέχνης και τα συναφή.

Κατά την εξέλιξη του κειμένου, ο αναγνώστης προς το τέλος του βιβλίου έρχεται αντιμέτωπος με το αναπάντεχο. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης έχει κανείς την αίσθηση ότι το σημαίνον κέντρο του «Πανδαιμόνιου» βρίσκεται στο γυναικείο πτώμα που βρίσκεται στο Άγιο Όρος με έναν γέροντα ενώπιόν του, όπως και όλη την ιστορία που βρίσκεται πίσω απ’ αυτό το γεγονός, ενώ στις τελευταίες σελίδες ανακαλύπτει ότι όλα έχουν οδηγηθεί πέρα από το χέρι και τη σκέψη του συγγραφέα, με αυτόν, τελικά, να έχει αυτοκαταργηθεί αφού αφήνει την ιστορία να υπάρχει μόνη της, πράγμα που αποδεικνύεται από το τελευταίο, παράδοξο είναι η αλήθεια, κεφάλαιο του μυθιστορήματος.

Το «Πανδαιμόνιο» απέφυγε να γίνει ένα μυθιστόρημα ιδεών με ήρωες-φερέφωνα, με μανιφέστα υπέρ της μιας ή της άλλης άποψης, αναφορικά με το «τι» και το «πώς» του Αγίου Όρους ως πνευματικής, εντέλει, οντότητας, και των αγιορειτών μοναχών ως ανθρώπων με πάθη. Το μυθιστόρημα αυτό είναι ένα λογοτεχνικό, εξάπαντος, κείμενο για τον ίδιο τον άνθρωπο και τον εσωτερικό του πόλεμο.

Στο «μ.Χ.» του Βασίλη Αλεξάκη, ένα μυθιστόρημα που είχε πάλι να κάνει με τον Άθω, βλέπει κανείς την απλή καταγραφή ιδεών που αποδίδονται σε ήρωες που αδυνατούν να τις στηρίξουν, όχι ως εν γένει υπάρξεις αλλά ως αφηγηματικοί χαρακτήρες. Όπως, επίσης, ενώ στο «Πανδαιμόνιο» το Άγιο Όρος παρουσιάζεται ως φόβος και «όριο» των ίδιων των μοναχών, στο «μ.Χ.» παρουσιάζεται ως φόβος και «όριο» ενός ολόκληρου έθνους. Επιπρόσθετα, ο Αλεξάκης, αφενός, αρνείται να παραθέσει την άποψη της αντίπερα όχθης –τουλάχιστον διακριτά-, ο Ακρίβος, αφετέρου, μοιάζει να καταφέρνει να ισορροπήσει μεταξύ των άκρων αντιθέτων.

Συν τοις άλλοις, στην «Αγιογραφία» του Νίκου Παναγιωτόπουλου ο αναγνώστης διακρίνει ξεκάθαρα την έννοια της πίστης και του συμφέροντος, της σύνδεσης του προσωπικού με το γενικό ή του εσωτερικού με το εξωτερικό συμβαίνον. Στο «Πανδαιμόνιο» αυτό θεωρείται μάλλον δεδομένο εξ αρχής και καθίσταται σαφές απ’ τις πρώτες κιόλας σελίδες. Ενώ ο Παναγιωτόπουλος αναλύει λεπτομερώς τη σύγκρουση της αληθούς θρησκευτικής πίστης, ο Ακρίβος παρουσιάζεται να μην το διαπραγματεύεται για σχεδόν κανέναν απ’ τους ήρωές του.

Ωστόσο, έχει κανείς την αίσθηση ότι ο συγγραφέας προσπαθώντας επιπλέον να διατηρήσει ένα ιδιαίτερο στιλ μεταμοντέρνας γλώσσας και δομής –σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν προηγούμενα-, και να προσδώσει, μεταξύ άλλων, ένα τόνο, απ’ τη μια, της συνάφειας με την παράδοση των «βλάσφημων μυθιστορημάτων» (βλέπε τη ροΐδεια «Πάπισσα Ιωάννα») και, απ’ την άλλη, ένα κυκεώνα σατανικών συμπτώσεων και, μαζί, αστυνομικής δομικής και αφηγηματικής υφής, κάπου φαίνεται να χάνει την ισορροπία μεταξύ όσων θέλει να πει και όσων καταφέρνει να αποδώσει, πάντοτε αναφορικά με την ίδια την ιστορία και με την εξέλιξή της.

Κοντολογίς, ενώ δύσκολα μπορείς κανείς να αρνηθεί ότι ο συγγραφέας περνά επιτυχώς και διεξοδικά απ’ τον έξω στον έσω κόσμο του Αγίου Όρους και των μοναχών και των λαϊκών που κινούνται, παντί τρόπω, γύρω από αυτό, την ίδια στιγμή δεν μπορεί να αγνοήσει ότι προς την κορύφωση του μυθιστορήματος ο Ακρίβος μοιάζει να βιάζεται να ολοκληρώσει την ιστορία του αφήνοντας στη μέση στοιχεία που κατά την ανάγνωση του μυθιστορήματος φάνηκε να παίζουν σημαίνοντα ρόλο. Αυτά όλα (π.χ. το παντελώς παρεξηγημένο «προφητικό» χειρόγραφο) προσπαθεί να τα συνοψίσει μέσα στις μόλις οκτώ τελευταίες σελίδες που, ανάμεσα στα άλλα, δίνει και το συγγραφικό του στίγμα, σχετικά με το πώς «βλέπει» τη θέση του συγγραφέα έναντι του έργου του.

Συνοψίζοντας, ο Κώστας Ακρίβος με το «Πανδαιμόνιο» συνεχίζει τη λογοτεχνική παράδοση που θέλει τον συγγραφέα να κρύβεται πίσω από τις κουρτίνες των σελίδων του, αλλά που, τελικά, θέλει τον αναγνώστη να βυθίζεται σιγά-σιγά, κατά τρόπο μεθοδικό και ανοδικό, στις διαφορετικές υπάρξεις που διατρέχουν το κείμενο που κρατά στα χέρια του, μπαίνοντας μπροστά χωρίς ποτέ να χάνει αυτή την πρωτοκαθεδρία.

Γιατί μπορεί να μην έχει σημασία τι θέλει να πει ο συγγραφέας, αλλά μόνον τι κατάφερε ν’ ακούσει ο αναγνώστης, ωστόσο η λογοτεχνία δεν πρέπει να πάψει ποτέ να εκπαιδεύει τα παιδιά της…

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο]

[Για περισσότερες πληροφορίες για την εργοβιογραφία του Κώστα Ακρίβου μπορεί κανείς να ανατρέξει στις σελίδες της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Σερρών, στην κατηγορία «Πρόσωπα»]

αγιογραφία – νίκος παναγιωτόπουλος

αγιογραφία_νίκος_παναγιωτόπουλος

«Αν αφαιρέσουμε τη θρησκεία, τι θα βάλουμε στη θέση της; Τι θα προσφέρουμε στους ασθενείς, στους απελπισμένους, σε όλους εκείνους για τους οποίους ο Θεός είναι ο μοναδικός τους φίλος;»
[Richard Dawkins, Η περί θεού αυταπάτη, εκδ. Κάτοπτρο]

 

Μετά το πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα «Το γονίδιο της αμφιβολίας» (Πόλις 1999), ο Νίκος Παναγιωτόπουλος επέστρεψε το 2003 με την «Αγιογραφία». Συνηθισμένος ο συγγραφέας στην πραγμάτευση βασικών θεωρητικών και ψυχολογικών ζητημάτων στα βιβλία του, σ’ αυτό το μυθιστόρημα καταπιάνεται με τη θρησκευτική πίστη ως συλλογικό μύθο ή συλλογική, εντέλει, φρεναπάτη.

Στην Αρκαδία, καλοκαίρι του 1940, σ’ ένα χωριό ονόματι Θερμό, ένα ολόκληρο χωριό εξεγείρεται και λιντσάρει τον Ιωάννη Ορφανό, τον οποίο προηγουμένως έχει άτυπα ανακηρύξει άγιο και προστάτη του τόπου. Ο Ορφανός είχε βρεθεί σε μια παράγκα από μια κακοποιημένη από το σύζυγό της γυναίκα, να κοιμάται πάνω σε κάτι κόκαλα, που όλοι πίστεψαν ότι είναι του Δαμασκηνού, σημάδι ευλογίας προς το παρατημένο απ’ την Εκκλησία χωριό, αφού μύριζαν λιβάνι. Η γυναίκα αυτή πήρε το παιδί στο σπίτι της, αφού δεν είχε καταφέρει να κάνει δικά της παιδιά, και, παρ’ όλη τη βιαιότητα του άντρα της, προσπάθησε να το μεγαλώσει. Μάταια, όμως, γιατί τελικά πέθανε από τους ξυλοδαρμούς, κάτι που θα πάθαινε και ο μέλλων άγιος, αν ο επίτροπος του χωριού δεν τον έπαιρνε στο σπίτι του. Από κει και πέρα ξεκινά το γαϊτανάκι της «αγιοποίησης». Λόγω πολλών συμπτώσεων και συμπτωμάτων, ο Ορφανός ανακηρύσσεται άγιος από τους χωρικούς και του παραχωρούνται πολλά προνόμια. Οι κάτοικοι του Θερμού προστρέχουν σ’ αυτόν ζητώντας πλήρη άφεση αμαρτιών και εξομολογούμενοι τα κρίματά τους. Ώσπου, κάποια στιγμή, εξαιτίας οικονομικών συμφερόντων, όπως και εξαιτίας της δίψας για εξουσία, ο άγιος δε θεωρείται, δικαιολογημένα εκ των υστέρων, και τόσο άγιος…

Όλο το μυθιστόρημα είναι γραμμένο σε μορφή επιστολών που στέλνει, στην εποχή μας, ένας ηλικιωμένος πια που είχε βρει όμως τον Ορφανό κάπου παρατημένο και αιμόφυρτο, κυνηγημένο απ’ τους πάλαι ποτέ πιστούς του. Ήταν εκείνη τη στιγμή που ο Ορφανός εξομολογήθηκε όλη την αλήθεια στον δεκαοχτάχρονο τότε νεαρό. Αυτές οι επιστολές απευθύνονται στον Μητροπολίτη Αρκαδίας ο οποίος και έχει αναλάβει όλα αυτά τα χρόνια τη διαλεύκανση της υπόθεσης του «αγίου».

Η «Αγιογραφία» είναι μία ξεκάθαρη κατάθεση του Παναγιωτόπουλου για το θέμα της θρησκευτικής πίστης και πώς αυτή μπορεί να επηρεάσει, ή μάλλον να κατακλύσει, τις ζωές των ανθρώπων. Όχι απαραίτητα και αποκλειστικά από πνευματικής και ψυχολογικής πλευράς, αλλά κυρίως από οικονομικής και από πλευράς δίψας για εξουσία.

Το ζήτημα της πίστης, οποιασδήποτε μορφής, είναι απ’ τα καίρια θέματα που ερευνώνται συνεχώς υπό διάφορα πρίσματα, αφού, καταπώς φαίνεται, εδώ εδράζεται το κέντρο του ανθρώπου. Και αυτό είναι το βασικό ερώτημα, αλλά και τελικά απάντηση, που καταθέτει ο Παναγιωτόπουλος, λαμβάνοντας θέση απέναντι στη μανία που οδηγεί τους ανθρώπους στις απάτες, τις αυταπάτες και τους μύθους που χτίζουν με σκοπό το ζην αλλά κυρίως το ευ ζην. Και ίσως το δεύτερο να είναι το κυρίαρχο ζητούμενο.

Το 2007 κυκλοφόρησε η «Περί θεού αυταπάτη» του διάσημου εξελικτικού βιολόγου Richard Dawkins (εκδ. Κάτοπτρο) το οποίο φαίνεται να αποτελεί το θεωρητικό ταίρι του Παναγιωτόπουλου. Σ’ αυτό το βιβλίο, ο κορυφαίος διανοητής προσπαθεί να θεμελιώσει την πολεμική του εναντίον της έννοιας του θεού υπό πολλές μορφές. Με τον Dawkins ο Παναγιωτόπουλος φαίνεται να έχουν ακόμα μία εκλεκτική συγγένεια: ο καθηγητής του πανεπιστημίου της Οξφόρδης έχει εκδώσει, μεταξύ άλλων, το «Εγωιστικό γονίδιο» θυμίζοντάς μας το «Γονίδιο της αμφιβολίας» του Παναγιωτόπουλου, που έχει να κάνει με εύρημα ενός αμερικανού βιολόγου!

Εντύπωση προκαλεί η γλώσσα του μυθιστορήματος. Είναι έτσι δοσμένη, συντακτικά και ορθογραφικά, όπως ένας σημερινός εξηντάρης, με μια κάποια εκπαίδευση, θα χρησιμοποιούσε. Αυτό εντάσσεται στα πολύ θετικά του βιβλίου και του ίδιου του Παναγιωτόπουλου, που δεν αφήνει στιγμή να πιστέψει ο αναγνώστης ότι το κείμενο είναι γραμμένο από κάποιο νέο της εποχής μας, κάτι που στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, σπάνια το συναντά κανείς, αφού φαίνεται ότι πολλές φορές καταθέτουν ήρωες που η γλώσσα τους δε συμβαδίζει ούτε με το υπόβαθρο αλλά ούτε και με την εποχή των ηρώων τους. Αυτό είναι και ένα ζήτημα που φαίνεται στο εξαιρετικό τελευταίο κομμάτι του μυθιστορήματος να (αυτό)σαρκάζει ο συγγραφέας της «Αγιογραφίας».

Γεμάτος από πολύ σημαντικά στοιχεία αφηγηματικής τεχνικής, ο Παναγιωτόπουλος κατάφερε να μας θυμίσει το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου, και ως προς τη μορφή της «Αγιογραφίας» αλλά και ως προς τη γλώσσα, η οποία έχει συνδυάσει επιτυχώς τη δημοτική με την καθαρεύουσα, τον διανοούμενο λόγο με την λαϊκά προφορική γραφή, την ειρωνεία με την αυτοαναφορικότητα, το γενικό με το ειδικό. Και κάπου στο βάθος του μυθιστορήματος υπάρχει η επιρροή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και, ακόμα περισσότερο, τα γεγονότα του Εμφυλίου που και πάλι, έχω την αίσθηση, ότι χρησιμοποιούνται για να δείξουν συμβολικά τον εσωτερικό διχασμό των ανθρώπων.

Ωστόσο, η ιστορία η ίδια, κατά την εξέλιξή της, μπορεί αφενός να περνά απ’ τη θεωρητική αναζήτηση στην ιδιωτική, ας πούμε, καταγραφή, αφετέρου σε διάσπαρτα σημεία του κειμένου η ίδια η ιστορία κουράζει τον αναγνώστη απ’ τις συνεχείς επαναλήψεις όχι των γεγονότων αλλά της ουσίας τους. Αυτό συνέβη, μάλλον, στην προσπάθεια του συγγραφέα να καλύψει εξ ολοκλήρου το θέμα του. Από την άλλη, στην προσπάθειά του να καλύψει ένα ευρύ φάσμα περιπτώσεων, ο Παναγιωτόπουλος εξαντλεί του ήρωές του στα ένστικτά τους, αφήνοντάς τους έτσι ανολοκλήρωτους.

Τέλος, η «Αγιογραφία» είναι το ξεγύμνωμα των ανθρώπων που παλεύουν να βρουν τη δύναμή τους μέσα σε άλλους ανθρώπους, αποθεώνοντάς τους μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου. Αυτό από τη μια είναι βολικό, γιατί στην ενδεχόμενη αποτυχία η μεταβίβαση ευθυνών που λαμβάνει χώρα οδηγεί στην εξάλειψη της αυτοκριτικής κάτι που δε βοηθά κανέναν.

Εξάλλου, κανείς δεν έχει δικαίωμα να γίνεται βαρίδι στα πόδια κανενός, πόσο μάλλον μια μέρα να γυρίσει, ως βαρίδι, και να τον χτυπήσει κατακούτελα…

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις]

[Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1963. Σπούδασε τεχνολόγος μηχανικός. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται επαγγελματικά με το σενάριο. Έχει εκδώσει τα βιβλία: «Η ενοχή των υλικών» (Πόλις 1997), «Ο Ζίγκι απ’ το Μόρφαν – Το ημερολόγιο ενός εξωγήινου» (Πόλις 1998) και το «Γονίδιο της αμφιβολίας» (Πόλις 1999)]