[χαρμόσυνα νέα] – [Ophelia unedited]

 Sir_John_Everett_Millais_Ophelia

Σ’ ἕνα δειλινὸ ὁ κόσμος φάνηκε νὰ πιάνεται ἀπ’ τὶς ἐκδορὲς

μιᾶς κάποιας ἐπιστροφῆς

 -κανεὶς δὲ μίλησε-

μόνο, ἔτσι, ἁπλόχερα καὶ θρυψαλλιασμένα, χόρτασε τὸ μάτι μας βροχὴ

βροχὴ κατάρας καὶ λυγμοὺς

Sir_John_Everett_Millais_Ophelia

-τὸ φῶς ἀγέρωχο ὅπως πάντα-

θύμα στὸ βωμὸ ἑνὸς φευγιοῦ ἀσήκωτου, μιᾶς παραμάνας λύπης

ἐσὺ καὶ τὸ σαράκι τοῦ φερέλπιδος αἰσθήματος

τῆς αἰσιοδοξίας ἀπαύγασμα

[συνάντησις ἐπώδυνος ἡ ἐναρμόνιση μὲ τὶς πληγὲς

-κάθε πρωὶ μπέρδευα καληνύχτες-

σωστὴ ἡ ἐλεγεία τοῦ κακοῦ ἐνόσῳ ἀπορρίπτεις τοὺς χρησμοὺς]

ποιὸς ἤθελε συμπόνια

ποιὸς ἔβαλε τὸ χάρτη σου πιὸ πάνω ἀπ’ τὰ ταξίδια

ἐσένα πού σοῦ χάρισαν τὰ χθὲς ὅλου τοῦ κόσμου

Sir_John_Everett_Millais_Ophelia

[φωνὲς καὶ ἀστεῖες θεοφάνειες κατέκλυσαν τοὺς πόνους,

σὲ μια στιγμὴ τὸ σπέρμα μάτωσε στὸ κύλισμα τοῦ κραδασμοῦ τῶν βράχων]

*   *   * 

ἀναστημένοι φίλοι ἀπὸ τὸ χθὲς μὲ κοίταξαν στὰ μάτια

καὶ ἀποφάνθηκαν πὼς ὁ καιρὸς χωράει καὶ τοὺς δυο μας

-οἰκτρὴ ἀξιολόγηση γιὰ τὰ νερὰ τοῦ ἅδη-

*   *   * 

[κι οἱ ποιητὲς κοιτοῦν κομματιασμένοι τοὺς λεροὺς καημοὺς τῶν ἡφαιστείων]

Sir_John_Everett_Millais_Ophelia