αγιογραφία – νίκος παναγιωτόπουλος

αγιογραφία_νίκος_παναγιωτόπουλος

«Αν αφαιρέσουμε τη θρησκεία, τι θα βάλουμε στη θέση της; Τι θα προσφέρουμε στους ασθενείς, στους απελπισμένους, σε όλους εκείνους για τους οποίους ο Θεός είναι ο μοναδικός τους φίλος;»
[Richard Dawkins, Η περί θεού αυταπάτη, εκδ. Κάτοπτρο]

 

Μετά το πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα «Το γονίδιο της αμφιβολίας» (Πόλις 1999), ο Νίκος Παναγιωτόπουλος επέστρεψε το 2003 με την «Αγιογραφία». Συνηθισμένος ο συγγραφέας στην πραγμάτευση βασικών θεωρητικών και ψυχολογικών ζητημάτων στα βιβλία του, σ’ αυτό το μυθιστόρημα καταπιάνεται με τη θρησκευτική πίστη ως συλλογικό μύθο ή συλλογική, εντέλει, φρεναπάτη.

Στην Αρκαδία, καλοκαίρι του 1940, σ’ ένα χωριό ονόματι Θερμό, ένα ολόκληρο χωριό εξεγείρεται και λιντσάρει τον Ιωάννη Ορφανό, τον οποίο προηγουμένως έχει άτυπα ανακηρύξει άγιο και προστάτη του τόπου. Ο Ορφανός είχε βρεθεί σε μια παράγκα από μια κακοποιημένη από το σύζυγό της γυναίκα, να κοιμάται πάνω σε κάτι κόκαλα, που όλοι πίστεψαν ότι είναι του Δαμασκηνού, σημάδι ευλογίας προς το παρατημένο απ’ την Εκκλησία χωριό, αφού μύριζαν λιβάνι. Η γυναίκα αυτή πήρε το παιδί στο σπίτι της, αφού δεν είχε καταφέρει να κάνει δικά της παιδιά, και, παρ’ όλη τη βιαιότητα του άντρα της, προσπάθησε να το μεγαλώσει. Μάταια, όμως, γιατί τελικά πέθανε από τους ξυλοδαρμούς, κάτι που θα πάθαινε και ο μέλλων άγιος, αν ο επίτροπος του χωριού δεν τον έπαιρνε στο σπίτι του. Από κει και πέρα ξεκινά το γαϊτανάκι της «αγιοποίησης». Λόγω πολλών συμπτώσεων και συμπτωμάτων, ο Ορφανός ανακηρύσσεται άγιος από τους χωρικούς και του παραχωρούνται πολλά προνόμια. Οι κάτοικοι του Θερμού προστρέχουν σ’ αυτόν ζητώντας πλήρη άφεση αμαρτιών και εξομολογούμενοι τα κρίματά τους. Ώσπου, κάποια στιγμή, εξαιτίας οικονομικών συμφερόντων, όπως και εξαιτίας της δίψας για εξουσία, ο άγιος δε θεωρείται, δικαιολογημένα εκ των υστέρων, και τόσο άγιος…

Όλο το μυθιστόρημα είναι γραμμένο σε μορφή επιστολών που στέλνει, στην εποχή μας, ένας ηλικιωμένος πια που είχε βρει όμως τον Ορφανό κάπου παρατημένο και αιμόφυρτο, κυνηγημένο απ’ τους πάλαι ποτέ πιστούς του. Ήταν εκείνη τη στιγμή που ο Ορφανός εξομολογήθηκε όλη την αλήθεια στον δεκαοχτάχρονο τότε νεαρό. Αυτές οι επιστολές απευθύνονται στον Μητροπολίτη Αρκαδίας ο οποίος και έχει αναλάβει όλα αυτά τα χρόνια τη διαλεύκανση της υπόθεσης του «αγίου».

Η «Αγιογραφία» είναι μία ξεκάθαρη κατάθεση του Παναγιωτόπουλου για το θέμα της θρησκευτικής πίστης και πώς αυτή μπορεί να επηρεάσει, ή μάλλον να κατακλύσει, τις ζωές των ανθρώπων. Όχι απαραίτητα και αποκλειστικά από πνευματικής και ψυχολογικής πλευράς, αλλά κυρίως από οικονομικής και από πλευράς δίψας για εξουσία.

Το ζήτημα της πίστης, οποιασδήποτε μορφής, είναι απ’ τα καίρια θέματα που ερευνώνται συνεχώς υπό διάφορα πρίσματα, αφού, καταπώς φαίνεται, εδώ εδράζεται το κέντρο του ανθρώπου. Και αυτό είναι το βασικό ερώτημα, αλλά και τελικά απάντηση, που καταθέτει ο Παναγιωτόπουλος, λαμβάνοντας θέση απέναντι στη μανία που οδηγεί τους ανθρώπους στις απάτες, τις αυταπάτες και τους μύθους που χτίζουν με σκοπό το ζην αλλά κυρίως το ευ ζην. Και ίσως το δεύτερο να είναι το κυρίαρχο ζητούμενο.

Το 2007 κυκλοφόρησε η «Περί θεού αυταπάτη» του διάσημου εξελικτικού βιολόγου Richard Dawkins (εκδ. Κάτοπτρο) το οποίο φαίνεται να αποτελεί το θεωρητικό ταίρι του Παναγιωτόπουλου. Σ’ αυτό το βιβλίο, ο κορυφαίος διανοητής προσπαθεί να θεμελιώσει την πολεμική του εναντίον της έννοιας του θεού υπό πολλές μορφές. Με τον Dawkins ο Παναγιωτόπουλος φαίνεται να έχουν ακόμα μία εκλεκτική συγγένεια: ο καθηγητής του πανεπιστημίου της Οξφόρδης έχει εκδώσει, μεταξύ άλλων, το «Εγωιστικό γονίδιο» θυμίζοντάς μας το «Γονίδιο της αμφιβολίας» του Παναγιωτόπουλου, που έχει να κάνει με εύρημα ενός αμερικανού βιολόγου!

Εντύπωση προκαλεί η γλώσσα του μυθιστορήματος. Είναι έτσι δοσμένη, συντακτικά και ορθογραφικά, όπως ένας σημερινός εξηντάρης, με μια κάποια εκπαίδευση, θα χρησιμοποιούσε. Αυτό εντάσσεται στα πολύ θετικά του βιβλίου και του ίδιου του Παναγιωτόπουλου, που δεν αφήνει στιγμή να πιστέψει ο αναγνώστης ότι το κείμενο είναι γραμμένο από κάποιο νέο της εποχής μας, κάτι που στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, σπάνια το συναντά κανείς, αφού φαίνεται ότι πολλές φορές καταθέτουν ήρωες που η γλώσσα τους δε συμβαδίζει ούτε με το υπόβαθρο αλλά ούτε και με την εποχή των ηρώων τους. Αυτό είναι και ένα ζήτημα που φαίνεται στο εξαιρετικό τελευταίο κομμάτι του μυθιστορήματος να (αυτό)σαρκάζει ο συγγραφέας της «Αγιογραφίας».

Γεμάτος από πολύ σημαντικά στοιχεία αφηγηματικής τεχνικής, ο Παναγιωτόπουλος κατάφερε να μας θυμίσει το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου, και ως προς τη μορφή της «Αγιογραφίας» αλλά και ως προς τη γλώσσα, η οποία έχει συνδυάσει επιτυχώς τη δημοτική με την καθαρεύουσα, τον διανοούμενο λόγο με την λαϊκά προφορική γραφή, την ειρωνεία με την αυτοαναφορικότητα, το γενικό με το ειδικό. Και κάπου στο βάθος του μυθιστορήματος υπάρχει η επιρροή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και, ακόμα περισσότερο, τα γεγονότα του Εμφυλίου που και πάλι, έχω την αίσθηση, ότι χρησιμοποιούνται για να δείξουν συμβολικά τον εσωτερικό διχασμό των ανθρώπων.

Ωστόσο, η ιστορία η ίδια, κατά την εξέλιξή της, μπορεί αφενός να περνά απ’ τη θεωρητική αναζήτηση στην ιδιωτική, ας πούμε, καταγραφή, αφετέρου σε διάσπαρτα σημεία του κειμένου η ίδια η ιστορία κουράζει τον αναγνώστη απ’ τις συνεχείς επαναλήψεις όχι των γεγονότων αλλά της ουσίας τους. Αυτό συνέβη, μάλλον, στην προσπάθεια του συγγραφέα να καλύψει εξ ολοκλήρου το θέμα του. Από την άλλη, στην προσπάθειά του να καλύψει ένα ευρύ φάσμα περιπτώσεων, ο Παναγιωτόπουλος εξαντλεί του ήρωές του στα ένστικτά τους, αφήνοντάς τους έτσι ανολοκλήρωτους.

Τέλος, η «Αγιογραφία» είναι το ξεγύμνωμα των ανθρώπων που παλεύουν να βρουν τη δύναμή τους μέσα σε άλλους ανθρώπους, αποθεώνοντάς τους μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου. Αυτό από τη μια είναι βολικό, γιατί στην ενδεχόμενη αποτυχία η μεταβίβαση ευθυνών που λαμβάνει χώρα οδηγεί στην εξάλειψη της αυτοκριτικής κάτι που δε βοηθά κανέναν.

Εξάλλου, κανείς δεν έχει δικαίωμα να γίνεται βαρίδι στα πόδια κανενός, πόσο μάλλον μια μέρα να γυρίσει, ως βαρίδι, και να τον χτυπήσει κατακούτελα…

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις]

[Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1963. Σπούδασε τεχνολόγος μηχανικός. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται επαγγελματικά με το σενάριο. Έχει εκδώσει τα βιβλία: «Η ενοχή των υλικών» (Πόλις 1997), «Ο Ζίγκι απ’ το Μόρφαν – Το ημερολόγιο ενός εξωγήινου» (Πόλις 1998) και το «Γονίδιο της αμφιβολίας» (Πόλις 1999)]

26 thoughts on “αγιογραφία – νίκος παναγιωτόπουλος

  1. Αν δε το χει πάρει το μάτι σου τσέκαρε το “τι πιστευει αυτός που δεν πιστεύει” του Έκο. Θα σου αρέσει, είμαι βέβαιος.

  2. Παράξενε Ελκυστά μου, καπνός είναι και πάει, αλλά αφήνει μια μυρωδιά στους τοίχους, τις κουρτίνες, τα έπιπλα…

  3. αν γνωριζα προσωπικά ποτέ τον Παναγιωτόπουλο, θα του πρότεινα να ασχοληθεί με το κινηματογράφο. γιατί είναι καταπληκτικός στο να φτιάχνει εικόνες, να τις ζωντανεύει, να αλλάζει τοπία και να σφίγγει τα γεγονότα. αλλά και γιατί ταξιδεύει τον αναγνώστη σε σημεία άγνωστα -πάντα στο “γονίδιο” οραματιζόμουν τον Τέντ Χιούζ για ένα περίεργο λόγο, να πρωταγωνιστεί, σχεδόν τον έβλεπα- και τέλος γιατί με την “αμφιβολια”, αυτοσκηνοθέτησε το λογοτεχνικό του μέλλον. το παρόν δεν το διάβασα, σχετικά με το θέμα και μόνο, -πολύ εύστοχο νομιζω για την ελληνική κοινωνία που αγιοποιεί και ρίχνει στα τάρταρα τους ήρωές της- θα προσθέσω, ότι ίσως “δεν υπάρχουν άγιοι, ούτε και άγγελοι σου λέω”, κατά το λαικό άσμα, εκτός από ανάγκες για αγίους, και ανάγκες για αγιοποίηση. η συνέχεια επί της οθόνης… (αν δεν κάνω λάθος, κάποιο έργο του έγινε όντως ταινία)

  4. Ο Παναγιωτόπουλος ασχολείται ήδη για αρκετά χρόνια με το σενάριο όπως αναφέρεται και στο μικρό c.v. του στο τέλος του ποστ. Σημαντικό που το εντοπίζεις, Μαρία, αυτό για τις εικόνες και τα συνεχώς εναλλασσόμενα τοπία. Βέβαια, στην “Αγιογραφία” μιλά περισσότερο για την εσωτερική εικονοποιία, παρά για την κινηματογραφική προέκταση της αφήγησης.
    Αυτό για τον Χιουζ και το “Γονίδιο” δεν το είχα σκεφτεί. Είχα βάλει στη θέση του πολλούς νεοέλληνες συγγραφείς, αυτούς που δίνουν μάχη, ανεξάρτητα απ’ το αποτέλεσμα.

    Οι άγγελοι, οι άγιοι, όπως και οι βάρβαροι παλαιόθεν, την έχουν κάνει γι’ αλλού. Δεν ξέρω μόνο αν τους διώξαμε ή μας βαρέθηκαν…

  5. Εχω πολύ καιρό να διαβάσω βιβλίο σύγχρονου Έλληνα λογοτέχνη .Οι τελευταίες μου απόπειρες με είχαν απογοητεύσει . Η θαυμάσια και πλήρως κατατοπιστική παρουσίαση – κριτική σου ενεργοποίησε το “γονίδιο της περιέργειας” μέσα μου και αποφάσισα να το πάρω .

  6. Ναυτίλε, σ’ ευχαριστώ για τα όμορφα λόγια σου… Ειλικρινά.
    Αν το διαβάσεις, με χαρά θα περιμένω τη δική σου κριτική, τη δική σου ματιά. Και μπορούμε, με αφορμή όλα αυτά, να ξανανοίξουμε το θέμα. Άλλωστε, έχω την αίσθηση ότι υπάρχει η εξής “τριλογία” του θέματος της πίστης και της θρησκείας: Αλεξάκης – Παναγιωτόπουλος – Ακρίβος (που “ετοιμάζεται”…!).

    Να είσαι καλά.

  7. Διαβάζω αυτήν την περίοδο το Μ.χ του Αλεξάκη το οποίο δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, όπως και τα περισσότερα πολυδιαφημισμένα βιβλία άλλωστε. Το περίμενα πιο καταγγελτικό παρά κουτσομπολίστικο. Δεν με ενδιαφέρει αν οι μοναχοί τρώνε αυγά ή κυνηγούν γυναίκες στη Θεσσαλονίκη, με εμδιαφέρει όμως η σύγκρουση πίστης και νεωτερικοτητας (ή ελληνικότητας αν προτιμάτε) η οποία στο Μ.χ δεν αναδεικνύεται όπως ίσως επεδίωκε ο συγγραφέας. Το βιβλίο του Παναγιωτόπουλου φαίνεται ενδιαφέρον.

  8. Νεζερίτη, χαίρομαι που περάσατε. Δεν έχω επί της ουσίας διαφωνίες. Μπορούμε να ξεκινήσουμε μία δια-blog-ική κουβέντα, αν θέλετε, ο Ναυτίλος φαίνεται κι αυτός διατεθειμένος αν δεν κάνω λάθος, για το ζήτημα αυτό, εξ αφορμής των βιβλίων που προανέφερα.
    Η σύγκρουση πίστης και νεωτερικότητας, ορθοδοξίας, ελληνικότητας κ.λπ., είναι, στα σίγουρα, μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση που μπορεί να οδηγήσει σε παράθεση απόψεων που να καταδεικνύουν τι στην πραγματικότητα σκέφτεται ο καθένας και η καθεμιά μας σε τούτο το ζήτημα.

    Επιφυλάσσομαι και θα χαρώ πολύ.
    Να είστε καλά.

  9. Καλημέρα. Χαίρομαι για την προθυμία σας. Μόλις αναρτηθεί και το τρίτο “τμήμα” των βιβλίων που ανέφερα (το “Πανδαιμόνιο” δηλαδή, τις επόμενες μέρες), μπορούμε να ξεκινήσουμε…
    Σας ευχαριστώ.

  10. Εξαιρετικό το κείμενό σου για άλλη μια φορά. Ο τρόπος που προβάλεις το πόνημα του καλού συγγραφέα δημιουργεί σύνδρομα ενοχής σε μένα τον βιβλιόφιλο (και αγοραστή) αν δεν το έχω στη κατοχή μου.

    και έχεις (στην συγκεκριμένη περίπτωση) δίκιο.
    :)

  11. είναι πράγματι ωραίο να βλέπεις διαφορετικούς τρόπους αφήγησης από τον καθιερωμένο. είναι σα να είναι σκηνοθετημένο το βιβλίο…πολύ όμορφη παρουσίαση!

  12. Στράτο, καλή σου μέρα. Μην ανησυχείς για τίποτα, αφού, έτσι κι αλλιώς, μια ζωή δε φτάνει για να διαβάσουμε αυτά που θέλουμε! ;-)

    Να είσαι καλά! Σ’ ευχαριστώ.

  13. Εσύ, Πετρούλα μου, που είσαι και αρχιτέκτονας, έχεις κι ένα λόγο παραπάνω να δημιουργείς ανάλογα σκηνικά διαβάζοντας, φαντάζομαι! Διαφορετικοί τρόποι αφήγησης, υπέροχοι τρόποι πρόσληψης! :-)

    Καλή σου μέρα!

  14. Αγαπητέ Δημήτρη,
    δεν ξέρω αν “δικαιούμαι να ομιλώ”, που λένε, αλλά για έναν συγγραφέα είναι τουλάχιστον συγκινητική η πάρλα για τα πονήματά του… Πόσο μάλλον όταν γίνεται με αφορμή μια κριτική ανάγνωση σαν τη δική σου.
    Επίτρεψέ μου να σε ευχαριστήσω θερμά -αν μη τι άλλο- για τα links με τον Dawkins (έχεις δίκιο και για το “Εγωιστικό Γονίδιο”) και τον Αλεξάνδρου… Έχουν και οι δυο τη θέση τους στο προσωπικό μου εικονοστάσι…
    Εύχομαι σε όλους σας καλά διαβάσματα…

  15. Κύριε Παναγιωτόπουλε,
    αν δε δικαιούται ο συγγραφέας να μιλήσει για το έργο του, τότε εμείς, οι άλλοι, απλώς μιλούμε επί προσωπικού χωρίς τη δυνατότητα να επιβεβαιωθεί ή να διαψευστεί ο λόγος μας.

    Σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια και, πάνω απ’ όλα, για την επίσκεψή σας.

    Καλά και πολλά γραψίματα.
    Να είστε καλά.

  16. Εγώ, ο ανάγωγος,
    πήρα αυτομάτως το θάρρος κι αμόλησα ένα “αγαπητέ Δημήτρη”…
    Εσύ το “κύριε” τι το ‘θελες; Είναι σαν να τρως πόρτα σε blog λόγω ηλικίας… Απαγορεύεται η είσοδος σε όσους έχουν γεννηθεί προ του 1980 -πόσο μάλλον για τους προ του 70…
    Θα τα ξαναπούμε, όμως, είπε το επίμονο πουρό…

  17. Εγώ, ο ανάγωγος,
    πήρα αυτομάτως το θάρρος κι αμόλησα ένα “κύριε Παναγιωτόπουλε”…
    Εσύ το “επίμονο πουρό” τι το ‘θελες; Είναι σαν να τρως πόρτα σε συγγραφέα λόγω ηλικίας… Απαγορεύεται ο πληθυντικός σε όσους έχουν γεννηθεί μετά το 1980 – πόσο μάλλον για τους μετά το 90…
    Θα τα ξαναπούμε, όμως, είπε το επίμονο (κη)πουρό…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s