η κραυγή της πεταλούδας – κωστής γκιμοσούλης

η_κραυγή_της_πεταλούδας

 

Ο συνδυασμός της αφέλειας της παιδικής γραφής με το στοχασμό πάνω σε ζητήματα ύπαρξης, συνύπαρξης και ανυπαρξίας, βρίσκει την καλύτερη εφαρμογή της στην τελευταία συλλογή διηγημάτων του Κωστή Γκιμοσούλη, «Η κραυγή της πεταλούδας». Αυτά τα στοιχεία φαίνεται να αποτελούν πια την επιλογή του τρόπου γραφής του συγγραφέα, που μοιάζει να προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ μιας λογοτεχνίας που βαδίζει στα χνάρια τού Τζακ Κέρουακ (δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω) και στα βήματα του μιας διηγηματογραφίας καταφανώς επηρεασμένης απ’ το σύγχρονο, παγκόσμιο και underground γίγνεσθαι αναφορικά με το ρυθμό και τη θεματολογία.

Οι δυο βάρκες στις οποίες πατά ο Γκιμοσούλης εμπεριέχουν το μαγικό ρεαλισμό, τον ωμό ρεαλισμό καθώς και την ημερολογιακή καταγραφή. Απέχει πολύ ολόκληρη η συλλογή απ’ το να μοιάζει θεματικά ενιαία, παρ’ όλη την περί του αντιθέτου αναφορά στο οπισθόφυλλο. Αν κάτι μπορεί να ενώσει τις ιστορίες αυτές, είναι μάλλον το ύφος και όχι ο σκοπός. Και ίσως η αίσθηση του αδύνατου που διατρέχει τις ιστορίες, κάτι που υποδηλώνεται εξάλλου ήδη από τον τίτλο της συλλογής.

Οι λογοτεχνικές μεταφορές που χρησιμοποιούνται (άγγελος ή εραστής; – όνειρο ή πραγματικότητα; – τυφλός ή όχι φωτογράφος;), σε αντιδιαστολή με μια ανάγκη επαναπροσδιορισμού τής γραφής (αντιθέσεις, αδιαφορία μπροστά στο φαντεζί, αυτοκτονίες και μεταζωές), λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη το ξεκάθαρο παραμυθητικό στοιχείο (ένας Φρανκεστάιν εγκαθίσταται στο σπίτι κάποιου που τον κάνει υπηρέτη του), υποδηλώνουν μια αμηχανία μπροστά στο σύντομο λόγο που απαιτεί η διηγηματογραφία και που έχει ως πρώτο της μέλημα η γραφή «του δρόμου». Οι κοφτές φράσεις και οι κοφτές ιστορίες (κομμένες μοιάζουν κάποιες φορές), σε τούτη τη συλλογή φαίνεται να γέρνουν προς την ποιητική αφαιρετικότητα παρά στην πεζογραφική ολιγάρκεια. Κάτι που μπορεί να δικαιολογηθεί απ’ τον ισομερή «διχασμό» του Γκιμοσούλη ανάμεσα στην ποίηση και την πεζογραφία, με τις οποίες ασχολείται σταθερά τα τελευταία είκοσι πέντε περίπου χρόνια.

Σε πλήρη αντίθεση, για παράδειγμα, με τον Κώστα Κατσουλάρη στο «Μικρό δακτύλιο» και σε πλήρη συνάφεια με τη Μαρία Γαβαλά στα «Κορίτσια της πλατείας», η «Κραυγή της πεταλούδας» βάζει σε δεύτερη μοίρα τον τόπο, που λειτουργεί μέσα στο κείμενο περισσότερο ως έννοια και ιδέα παρά ως οδοδείκτης και πηγή έμπνευσης. Αυτό αποτελεί ίσως και το βασικό προτέρημα του Γκιμοσούλη σε τούτη τη συλλογή: απευθύνεται στον άνθρωπο πέρα από γεωγραφικές τοποθετήσεις και στεγανά, μακριά από οποιαδήποτε επιρροή από τόπους και χώρους. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι σε αντίθετη περίπτωση τα πράγματα καθίστανται αρνητικά κι απορριπτέα’ η πραγμάτευση αυτών των ζητημάτων, του χώρου και του τόπου δηλαδή, απαιτεί αφενός την πλήρη έλλειψη συναισθηματικής φόρτισης, και, αφετέρου, επιτάσσει την απόλυτη αποφυγή σοβινιστικού χαρακτήρα της αφήγησης. Η λογοτεχνία πρέπει να ’χει χαρακτήρα πανανθρώπινο (κάτι που αν συνειδητοποιούσε η γαλλική λογοτεχνία, θα απέφευγε ενδεχομένως το σύγχρονο θάνατό της).

Ο Γκιμοσούλης στην «Κραυγή της πεταλούδας» έχω την αίσθηση ότι απέφυγε να χτίσει χαρακτήρες, να αποδομήσει τις ιστορίες του αναδημιουργώντας τες ως λογοτεχνική ύπαρξη, αλλά επέμεινε στην καταγραφή ιδεών και εννοιών. Ο συγγραφέας κάνει μια ήρεμη άσκηση ύφους κλείνοντας το μάτι στον αναγνώστη, θέλοντας ξεκάθαρα να του μιλήσει για την επαναφορά στο σύγχρονο προσκήνιο μιας σύντομης και κοφτής λογοτεχνικής έκφρασης, η οποία αποζητά να καθαρίσει απ’ τις εξαντλητικές περιγραφές και τις ηθικολόγες εξάρσεις, προτείνοντας την ελευθερία και τον αναχωρητισμό απ’ το καθημερινό, ως μέσο αλλαγής μιας ζωής γεμάτης συμβιβασμούς.

Αυτό που δεν κατάφερε ξεκάθαρα, ωστόσο, είναι να προτείνει το νέο κόσμο που επαγγέλλονται οι ήρωες-ιδέες του, αφήνοντάς μας με την αίσθηση της γένεσης ενός νέου συμβιβασμού μέσα απ’ τις στάχτες τού άρτι γκρεμισθέντος.

Η ζωή μπορεί να περνά και να χάνεται, ο θάνατος, όμως, παραμένει, όχι ως αντικειμενικότητα βέβαια, αλλά ως δαμόκλειος σπάθη πάνω απ’ τα κεφάλια όλων μας, όσοι δήθεν δρέπουμε δάφνες απ’ τους κεκαλυμμένους καθημερινούς θανάτους.

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος]

[Ο Κωστής Γκιμοσούλης εξέδωσε πρώτη φορά ποίηση το 1983 («Ο ξυλοκόπος πυρετός») κι έκτοτε έχουν κυκλοφορήσει πέντε ποιητικά βιβλία. Το 1988 εξέδωσε το πρώτο του πεζό («Στάχτη στα μάτια») με άλλα οκτώ (διηγήματα και μυθιστορήματα) να ακολουθούν. Έχει επίσης εκδώσει το 2000 το «Μαύρο Χρυσό» όπου έχει εντάξει ποιήματα, πεζά και ζωγραφιές]

14 thoughts on “η κραυγή της πεταλούδας – κωστής γκιμοσούλης

  1. Πολύ καλή η παρουσίαση σου στον Γκιμοσούλη. Σκέφτομαι απλά ό,τι ο υπερρεαλιστικός αυτός τίτλος του βιβλίου του αποτελεί μετάφραση ακριβώς της φράσης του Jim Morrison “The scream of the butterfly” από το έπος των Doors “When the music’s over”. Καλημερίζω!

  2. Καλημέρα! Δε θα ήταν απίθανο να ‘ναι ο τίτλος παρμένος από το συγκεκριμένο τραγούδι. Ή ίσως κι απ’ το ομότιτλο των Acid Bath… Αν και το τελυταίο δε μου φαίνεται και πολύ εύλογο…

    Ωραία η συνειρμική παρατήρηση!
    Χαίρετε!

  3. Δημήτρη μου, καλημέρα!!!
    Επιτέλους χωρίς βροχή…
    Πέρασα να ευχηθώ καλό σ/κ… ξεκούραστο και δημιουργικό (όσο γίνεται, αφού διάβασα το σχόλιο του Παράξενου ελκυστή στο προηγούμενο ποστ περί αλκοολιάδας ) … Πρέπει να οργανωθούμε μια φορά να ενώσουμε το τουρνούα ταμπού (δικό μας) με την ουισκιάλε (δικό σας). Ιδανικά με συζητήσεις λογοτεχνικού και μουσικού περιεχομένου… A mixed bag…. Φαντάσου μόνο τα συμπεράσματα.

    Καλημέρες γελαστές.

  4. πράγματι πολύ καλή παρουσίαση,
    ο Γκιμοσούλης μου αρέσει και προμηθεύομαι τα βιβλία του
    σχεδόν πριν “κυκλοφορήσουν”,
    ο “Μαύρος Χρυσός” μου άρεσε ιδιαίτερα, αλλά και “το θηρίο είναι παντού”,
    και τα ποιητικά του τα ξεχωρίζω,
    και η προσπάθεια που έκανε με το “βρέχει φως” ήταν καλή,
    από την “κραυγή της πεταλούδας” ξεχώρισα το “Κατμαντού” και το “χαμένο ύφασμα” αλλά θα το διαβάσω πολλές φορές ακόμη…

    καλό βράδυ και χαιρετισμούς σας στέλνω

  5. “Εξομολόγηση σε ένα Κολομβιανό σκύλο” ακριβώς το προηγούμενο βιβλίο του Γκιμοσούλη μου άρεσε πολύ, ήταν η εμπειρία του από ένα συνέδριο ποίησης στην Κολομβία. Φευγάτο, road movie/country movie να το αποκαλέσω. Απλό, σκεπτόμενο.
    Το συνιστώ στους ποιητικίζοντες bloggers.

  6. Χρύσα, καλημέρα (πια)!
    Επιτέλους, με βροχή! [Πύρινος θιασώτης της εγώ…)
    Η ουισκάλε ήταν απολύτως γευστική και, την ίδια στιγμή, απολύτως ακατανόητη για μένα! Είμαι ανεπίδεκτος με τη διαφορά τής διπλής απόσταξης και της διπλής ωρίμανσης σε βαρέλια με…κάτι για 19 χρόνια και σε βαρέλια…με κάτι άλλο για 2 χρόνια που παράγουν ένα ουίσκι που, τελικά, έχει σημασία να το πιεις και να το μυρίσεις αφού, έτσι μου είπαν, το ζεστάνεις μέσω του ποτηριού με τα δάχτυλα και το μυρίσεις για αρκετή ώρα… Προσπάθησα να συγκεντρωθώ, αλλά, τελικά, μου έμειναν οι συγκλονιστικές γεύσεις (καπνιστές τις χαρακτήρισαν) και μια σχετικά ζωηρή συζήτηση που έμεινε μετέωρη…

    Νομίζω ότι στο ταμπού θα τα πάω καλύτερα!
    Εκτός κι αν παίξουμε με ουίσκι!

    Πολλά φιλιά!

  7. Φαίδρα, σ’ ευχαριστώ για όσα καλά λες.
    Τα “ταξιδιωτικά” διηγήματα της συλλογής νομίζω ότι ξεχώριζαν.
    Είσαι ενημερωμένη πολύ για τον Γκιμοσούλη, βλέπω!

    Να είσαι καλά.
    Χαιρετισμούς κι από εμάς!

  8. Ανιψιά της Πλαθ, εσείς, με τέτοια θεία, τι άλλο θα μας προτείνατε;!
    Σας ευχαριστούμε για την προτροπή και σας ευχόμαστε μια όμορφη Κυριακή.
    Και μακριά απ’ την κουζίνα. Έχετε κακά προηγούμενα στο σόι!!!

  9. Καλημέρα Δημήτρη.

    Για κάποιον λόγο σταμάτησα εδώ και καιρό να διαβάζω ελληνική λογοτεχνία. Μου αρέσει και στο Blog σου βρίσκω αφορμές να το αναγνωρίσω αυτό και να το αλλάξω.

    Χάρηκα επίσης που σε γνώρισα από κοντά. Η συζήτηση ελπίζω να έχει την ευκαιρία να συνεχιστεί μια άλλη φορά. Ήταν πολύ ενδιαφέρουσα!

  10. Καλημέρα κι από εδώ!
    Ακούω από αρκετό κόσμο ότι έχει σταματήσει να διαβάζει ελληνική λογοτεχνία, κάτι που πρέπει να προβληματίσει όλους όσοι εμπλέκονται… Δε μου φαίνεται μόδα της εποχής, μιας και κρατάει χρόνια.
    Ωστόσο, μπορεί κανείς ν’ ανακαλύψει πολλά κείμενα (πεζογραφικά, ποιητικά, θεωρητικά κ.λπ.) ελλήνων συγγραφέων που αξίζουν τον κόπο και, πολλές φορές, μπορούν να αποτελέσουν διαχρονικά αναγνώσματα και δεν αναφέρομαι, βέβαια, μόνο στους κλασικούς πια συγγραφείς. [Με αφορμή το τρέχον συμπόσιο για τον Καραγάτση, τον οποίο “ξαναανακαλύπτουν” οι νεοελληνιστές και άλλοι]

    Σε άλλο σχόλιο, λίγο παραπάνω, έγραψα για το πόσο ανεπίδεκτος μαθήσεως είμαι στα ουίσκι! Εσύ, δε, είσαι Master κανονικός!

    Όσο για τη συζήτηση, ζωηρή και ανατρεπτική πολλές φορές, έμεινε μετέωρη περισσότερο ως παρακαταθήκη γι’ αυτά που έπονται της πρώτης συνάντησης! Κι ελπίζω μέχρι τότε να ξέρω να ξεχωρίζω τα καπνιστά ουίσκι απ’ τα άλλα (που δε θυμάμαι το χαρακτηρισμό τους!!!) και να ξέρω τι μου γίνεται! :-)

    Σ’ ευχαριστώ για την επίσκεψη, Υποκριτά Αναγνώστα του Μπωντλαίρ!
    Εις το (διαδικτυακό και όχι μόνο) επανιδείν!

    [Σήμερα αέρας και ήλιος…]

  11. Μίλησα με φίλο ποιητή που συμμετείχε στην βραδιά για την Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης. Μου είπε πολύ καλά λόγια για σένα. Δεν είχα καμιά αμφιβολία. ((-:

  12. Παναγιώτη, σ’ ευχαριστώ ειλικρινά [όπως και τον φίλο σου] για τα πολύ ενθαρρυντικά λόγια…

    Πολλούς χαιρετισμούς!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s