βίλα κομπρέ – αλέξης σταμάτης

 

Το μυστήριο του θανάτου ή το μυστήριο της ζωής; Η μετάβαση από το ψέμα ή η μετάβαση σ’ αυτό; Η αλήθεια δεν είναι αυτό που βλέπουμε ή, τελικά, δεν μπορούμε να δούμε αυτό που είναι αλήθεια, πριν – τουλάχιστον – βρεθούμε στα βάθη του ψέματος. Ερωτήματα, πεποιθήσεις, δόγματα, μυστήριο, ρεαλισμός, είναι τα βασικά συστατικά στοιχεία του τελευταίου μυθιστορήματος του Αλέξη Σταμάτη, «Βίλα Κομπρέ». Το μότο “Τίποτε από εμένα δε φαίνεται” του Άμλετ του Σαίξπηρ, που μοιάζει να είναι το “σύνθημα” του Σταμάτη σ’ αυτό το μυθιστόρημα, και το κεντρικό σημείο του χτισίματος των χαρακτήρων και της ιστορίας του. Μέχρι αποδείξεως, βεβαίως, του αντιθέτου.

Όλα στο μυθιστόρημα φαίνεται να έχουν γραφεί για ένα βασικό λόγο: για την πραγμάτευση της έννοιας και της ουσίας τού θανάτου, που όμως δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς την ταυτόχρονη έρευνα της έννοιας της ζωής. Παρόλο, βέβαια, που η «παράταση» της ύπαρξης του ήρωα στο μάταιο τούτο κόσμο είναι το σημαίνον διακύβευμα του Σταμάτη, ωστόσο η ανυπαρξία αποτελεί τον εννοιακό πρωταγωνιστή.

Ένας νέος, ο Θάνος, λίγο πριν τα τριάντα, χάνει τον πατέρα του, τον Πολύβιο, που υπήρξε νεκροθάφτης και που φωτογράφιζε τους νεκρούς λίγο πριν τους θάψει. Όταν ο Πολύβιος πεθαίνει, αφήνει, εκτός από κάποια χρήματα, ένα μυστηριώδες φθαρμένο γράμμα και μια φωτογραφία στον Θάνο. Εκεί ξεκινά η ιστορία και το ξετύλιγμα των θεωρητικών και εν πολλοίς ποιητικών αναζητήσεων του Αλέξη Σταμάτη, μέσω του Θάνου βέβαια.

Σιγά-σιγά, ο Θάνος περνά από τη χωρίς νόημα και σχεδόν καταστραμμένη ζωή του (σχόλιο για τις σημερινές, ίσως, γενιές στην Ελλάδα) στην εμπλοκή του στη ζωή της Βίλας Κομπρέ, μιας έπαυλης στα βόρεια προάστια των Αθηνών, όπου βρίσκεται η αρχή του νήματος της ιστορίας, που σε κάποιο σημείο έχει την αίσθηση ότι είναι δική του, αλλά λανθάνει μέχρις εσχάτων. Τουλάχιστον, όμως, επιτυγχάνει να ζήσει, με νόημα πια, τη δική του ζωή.

Στην ιστορία συμπεριλαμβάνεται σε όλο αυτό το γαϊτανάκι παράλληλων ιστοριών ένα μεγάλο κομμάτι της εξέλιξής της στην Αφρική, και συγκεκριμένα στο Καμερούν. Ο Σταμάτης δε χρησιμοποιεί τη χώρα αυτή ως ένα όχημα σχολιασμού της σημερινής ή ιστορικής της κατάστασης, πολιτικής ή κοινωνικής, όπως έκανε η Σώτη Τριανταφύλλου στο «Λίγο από το αίμα σου» (Πατάκης 2008), αλλά περισσότερο ως αυτό που μας έχει συνηθίσει και σε προηγούμενα βιβλία του: στη χρήση τόπων, προσώπων, ιδεών και εικόνων στο πλαίσιο της οικοδόμησης μιας ποιητικής αναζήτησης και μεταφυσικής ανησυχίας που θέλει τον αναγνώστη να συμμετέχει, ίσως, κατά το δοκούν.

Κοντολογίς, ο Θάνος, ο ήρωας, με το να χάνεται και το να χώνεται στα βάθη της μυστηριώδους ζούγκλας αναζητώντας το πρόσωπο-κλειδί στην ιστορία, είναι, αφενός, σαν να συνεχίζει το μυστήριο της σύντομης επαφής του στη Βίλα Κομπρέ των Αθηνών, και, αφετέρου, επεκτείνει τη ζωή του σε μεταφυσικές έννοιες στην προσπάθειά του να βρει το νόημα της ζωής του και ίσως την αρχή της, αποσκοπώντας πάντοτε στην αποσαφήνιση του νοήματος που τον κρατά στη ζωή.

Ο πατέρας τού Θάνου, ο Πολύβιος, ο νεκροθάφτης που συνηθίζει να κρατά φωτογραφίες, θυμίζει έντονα δύο χαρακτήρες απ’ την «Τρομπέτα» της Τζάκι Κέι (μτφ. Κ. Ματσούκας, Μελάνι 2007), το νεκροθάφτη και το ληξίαρχο, όπου είχαν μια «ιδιαίτερη» σχέση με τους νεκρούς και τους συγγενείς τους, προσπαθώντας, έστω και εν θανάτω, να τους κατανοήσουν και να τους εντάξουν σ’ ένα πλαίσιο που είχαν δημιουργήσει στο δικό τους, ενδεχομένως μόνο σ’ αυτό, μυαλό. Από την άλλη, η Εσθαλία-Μιρέλλα, η οικονόμος της Βίλας Κομπρέ, που απελευθερώνεται με τη βοήθεια του Θάνου και πάει να ζήσει μαζί του την «αληθινή ζωή», καθώς και η διασαλευμένη της σχέση με την εκπεσούσα ιδιοκτήτρια της Βίλας, φέρνει στο μυαλό τη σχέση, τηρουμένων πάντα των αναλογιών, της Αντουανέτ Κόσγουεϊ με το σύζυγό της, κύριο Ρότσεστερ, στην «Πλατιά θάλασσα των Σαργάσσων» της Τζην Ρυς (μτφ. Αρ. Μαντόγλου, Μελάνι 2007). Η τελευταία, βέβαια, σχέση που αναφέρεται, θα μπορούσε κάλλιστα να αναχθεί και στη σχέση που έχει αναπτύξει ο Θάνος με την ίδια τη ζωή και, κατ’ επέκταση εν προκειμένω, με το θάνατο∙ μια σχέση που, στην ουσία της «Βίλας Κομπρέ» του Αλέξη Σταμάτη, μπορεί και να μην υπάρχει τελικά κατ’ απόλυτο τρόπο.

Το κράμα ρεαλισμού και ο ποιητικού στοχασμού του συγγραφέα, γνώριμα στοιχεία ήδη από προηγούμενα βιβλία του, επιτυγχάνονται μεν να αποδοθούν ικανοποιητικά, ωστόσο οι εξαντλητικές περιγραφές και η συνεχής χρήση συμβολισμών μπορεί να κάνουν το μυθιστόρημα άνισο σε κάποια του σημεία. Δηλαδή, ο Θάνος που συμβολίζει το θάνατο, ο νεκροθάφτης πατέρας του, που προτυπώνει τη σχέση με το θάνατο, η Εσθαλία-Μιρέλλα που δηλώνει τη μετάβαση απ’ το θάνατο στη ζωή, και η Αφρική η οποία υπονοεί τη γέφυρα μεταξύ ζώντος και τεθνεώτος, αποτελούν απλά πραγματολογικά τεχνάσματα και συνήθεις συμβολισμούς, που βρίσκουν την πηγή τους στα ρεαλιστικά, αφενός, και συμβολικά, αφετέρου, μυθιστορήματα του 19ου αιώνα. Αν θέλαμε να βρούμε παρόμοιες αναφορές στις προκείμενες έννοιες, δύο μυθιστορήματα, το «Καθένας» του Φίλιπ Ροθ (μτφ. Αχ. Κυριακίδης, Πόλις 2006) και το «Περί θανάτου» του ανιαρού Ζοζέ Σαμαράγκου (μτφ. Αθ. Ψυλλιά, Καστανιώτης 2007), αλλά μόνο ως προς το υπό πραγμάτευση θέμα και όχι ως προς τον τρόπο που αυτό γίνεται.

Πάντως, ο συγγραφέας κινείται άνετα στο σύγχρονο χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας, σ’ ένα πλαίσιο που προσπαθεί να δημιουργήσει χώρο έκφρασης των καθημερινών αγωνιών του σύγχρονου ανθρώπου, κάτι που συναντούμε στους συνομήλικους ομότεχνούς του, όπως είναι ο Θανάσης Χειμωνάς, ο Λένος Χρηστίδης, ο Κώστας Κατσουλάρης ή ο Δημήτρης Σωτάκης, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ο καθένας, αλλά με τις ίδιες ωσμώσεις απ’ το παρόν που ζουν και συμμετέχουν ενεργά.

Ο Αλέξης Σταμάτης έχει κυκλοφορήσει ένα μυθιστόρημα που παλαντζάρει ανάμεσα στο ποιητικό και το πεζογραφικό του “εγώ”. Το στοιχείο αυτό μπορεί να δημιουργεί φορές-φορές ένα ευανάγνωστο από πολλές απόψεις αποτέλεσμα, εντούτοις δημιουργεί μια σύγχυση στον αναγνώστη αναφορικά με την ενότητα και την ισορροπία του βιβλίου. Με λίγα λόγια, φαίνεται σε διάσπαρτα σημεία της «Βίλας Κομπρέ» ότι ο Σταμάτης δεν κατάφερε με απόλυτη επιτυχία να παντρέψει τις δύο προαναφερθείσες “ταυτότητες”, πράγμα που ίσως καταδεικνύει αυτό που παρατηρείται συχνά τελευταία στην ελληνική λογοτεχνία: την έξαρση του ποιητικού μυθιστορήματος, που συχνά, ευτυχώς όχι πάντα, δεν έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα μιας πεζογραφικής προσπάθειας προσπαθώντας να συνδυάσει το συναισθηματικό και λεξιλάγνο λόγο και την αντίστοιχη σκέψη, με τη μυθιστορηματική βάση και πλοκή.

“Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν. Μετά δε τούτο κρίσις.” [Προς Εβραίους 9.27]

 

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη]

[Περισσότερα για το έργο και τη ζωή του Αλέξη Σταμάτη, μπορείτε να βρείτε στις σελίδες της Δ. Κ. Βιβλιοθήκης Σερρών, στη στήλη «Πρόσωπα», καθώς και να ανατρέξετε στο προσωπικό του blog και σε μια συνέντευξη που μου είχε παραχωρήσει]

Το μάταιο χθες – Isaac Rosa

Της Ν.Β. (blog guest)

 

Ένα μυθιστόρημα που αυτοσχολιάζεται, αποκαθηλώνοντας τις συμβάσεις του σε κάθε γύρισμα του κεφαλαίου, ίσως δεν χρειάζεται παραπέρα σχολιασμό. Ίσως να μην αφήνει πολλά να σχολιαστούν, πέρα από την ανάδειξη του τρόπου, του «μηχανισμού» ή του τεχνάσματος, αλλά και πάλι, όχι. Γιατί κι εκεί το κείμενο έχει προλάβει κι έχει σηκώσει ένα προς ένα τα πέπλα. Έχει επίσης προνοήσει να καλύψει και τα νώτα του: «Χωλαίνοντας, χωρίς ρυθμό, το μυθιστόρημα προχώρησε με άνισες δρασκελιές πέταξε άχρηστα υλικά στα πόδια του αναγνώστη και μίλησε ανοιχτά για μηχανισμούς που συνήθως κρύβονται πίσω από τη μαστοριά του συγγραφέα (ο σκελετός μιας κατασκευής πάντα καλύπτεται με ένα ωραίο παραπέτασμα). Τι συμβαίνει λοιπόν; Συγγραφική ανεπάρκεια; Προφανώς ναι».

Σκεφτόμαστε ήδη, ότι μιλάμε περισσότερο για κείμενο, που αναζητά αλλά και εμπαίζει την μυθιστορηματική του ιδιότητα, την ίδια στιγμή που εντατικά, επίμονα και ειρωνικά, υπονομεύει τόσο τους τρόπους και τις προθέσεις της, όσο και την νομιμότητά της –τελικά τον ίδιο το σκοπό της ύπαρξης του. Μιλάμε δηλαδή για το είδος εκείνο που προϋποθέτει όλες τις προηγούμενες «δομημένες» αφηγήσεις, αυτές με το σφιχτοπλεγμένο «παραπέτασμα». Που ακριβώς επειδή τις προϋποθέτει και όντας προγραμματικά και όσο του επιβάλλει ο αυτοσεβασμός του, ριψοκίνδυνο, δεν έχει παρά να αφηγηθεί την αγωνία. Αλλά και πάλι, ούτε….

Ας το πάρουμε όμως από την αρχή, αφού από την αρχή τίθενται όλα: και τα ζητούμενα και οι όροι. Ζητούμενο πρώτο -τι άλλο- η ιστορία. Μια μικρή ιστορία, επιλεγμένη στην τύχη μέσα από τις αράδες των αρχείων. Ήρωες της, δύο ονόματα με σκοτεινά σημεία στη βιογραφία τους: Ο Χούλιο Ντένις, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης στη δεκαετία του ΄60, που εκτοπίστηκε στο Παρίσι, για λόγους που παραμένουν αδιευκρίνιστοι: «Λάθος της αστυνομίας, καμουφλαρισμένη κατάδοση ή παράνομη πολιτική δράση που τελικά αποκαλύπτεται;». Η βιογραφία του Ντένις, ανοιχτή και πρόσφορη στη μυθοπλαστική  φαντασία. Ακόμα ένας άλλος, κάποιος Αντρέ Σάντεθ: επιφανές και αμφιλεγόμενο μέλος του φοιτητικού κινήματος, που σε σχέση με την τύχη του, υπάρχουν «κενά ενημέρωσης».

Οι τύχες των Ντένις και Σάντεθ διασταυρώνονται, καθώς πριν από τον εκτοπισμό του ενός και τη σύλληψη του άλλου, έχει προηγηθεί δίωρη, κεκλεισμένων των θυρών συνάντηση στο γραφείο του Ντένις, «παρ’ όλο που δεν τους συνέδεε καμιά ιδιαίτερη σχέση καθηγητή φοιτητή». Ποια η σχέση της συνάντησης αυτής με τα όσα ακολούθησαν; Σύμπτωση ή όχι; Και είναι η μυθοπλαστική πρόθεση σε θέση να συμπεριλάβει τις συμπτώσεις, ή οφείλει να τεκμηριώσει νομοτέλεια και άρα ερμηνεία, προκειμένου να αφηγηθεί την ιστορία; Αυτή τη μικρή «περιφρονημένη ιστορία», που αν όμως ειπωθεί σωστά, ενδέχεται, από περίπτωση ν’ αναχθεί σε πορτρέτο εποχής, ζοφερής και τραυματικής, να διεκδικήσει την παραδειγματικότητά της και τελικά και μόνον έτσι την νομιμοποίησή της: ν’ αφηγηθεί την μεγάλη ιστορία, αυτή των χρόνων της δικτατορίας του Φράνκο, ιστορία που στοιχειώνει τις μνήμες και φέρει τις πληγές. Ώστε από περιττή και περασμένη στα ψιλά, να γίνει απαραίτητη. Μόνον όμως έτσι.

Και ακριβώς γι αυτό, ζητούμενο δεύτερο: το στοίχημα της αφήγησης, Επιτακτικότερο αυτό, λόγω της περιβάλλουσας συνθήκης, η οποία, δηλώνεται από την εναρκτήρια κιόλας φράση: «Στις σελίδες ενός βιβλίου…». Αυτονόητο ή όχι, δεν θα μας επιτραπεί στιγμή να ξεχάσουμε πως βρισκόμαστε εδώ και πως γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, απ’ τον μηχανισμό και την εντιμότητα της αφήγησης θα κριθούν όσα είναι να κριθούν: το είδος και το βάθος της πληγής, η ένταση του πόνου, ο τραχύς βηματισμός της ιστορίας και τελικά η σύσταση της αλήθειας. Της αλήθειας, που πλέον κάθε έντιμη αφήγηση ξέρει: δεν είναι μία ούτε μεγάλη, αλλά πολλές, μικρές και σχετικές. Μιας αλήθειας ακόμα, που μπορεί να μην είναι καν συνώνυμο της πραγματικότητας των ιστορικών, τολμά, η τέτοιων απαιτήσεων αφήγηση, να υποστηρίξει. «Ας καταλάβουμε επιτέλους πως η πραγματικότητα, αυτή που τόσο πιστά μεταφέρουν οι ιστορικοί μας, στήνει αφηγηματικές γέφυρες τεράστιας δυναμικής, τις οποίες εκθειάζουν οι κριτικοί και οι θεωρητικοί μας…και προτιμά ο σοφός μέσος αναγνώστης και το εξίσου σοφό σώμα των εκδοτών».

Η σχετικότητα και η ρευστότητα στη σύστασή της ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν ακυρώνουν την αναγκαιότητά της, κατά συνέπεια η αφήγηση που θα τη διαχειριστεί οφείλει να μην κάνει παραχωρήσεις και να μην ενδώσει πουθενά: σε καμία μυθοπλαστική ευκολία, σε κανένα δραματουργικό γοητευτικό κλισέ. Οφείλει να έχει υπ’ όψιν της ότι διασχίζει ένα χώρο ναρκοθετημένο από κοινοτοπίες, από αφηγηματικούς τρόπους ήδη δοκιμασμένους, σωρεία προηγούμενων συγκινησιακά φορτισμένων αφηγήσεων, που έχουν πιθανώς «οριστικώς εξαντλήσει –μέσα από μια μορφή κορεσμού- τις δυνατότητες του προφανώς περιορισμένου ρεπερτορίου σχημάτων που διαθέτουμε προκειμένου να απεικονίσουμε την περίοδο που είναι γνωστή ως φρανκισμός». Αναπόφευκτη, τελικά η σε πρώτο πλάνο διαρκής  παρουσία του αφηγηματικού στοιχήματος, αναπόφευκτος και ο σφιχτός του εναγκαλισμός με το θέμα του. Αναπόφευκτα στήνει η τέτοιων καταβολών αφήγηση λοιπόν κι έναν ακόμα ήρωα: τον συγγραφέα.

Ο συγγραφέας, σε τρίτο πρόσωπο στη σκηνή του κειμένου και αυτός, με το φως του προβολέα πάνω του, εκθέτει την αδυναμία του, ακριβώς πριν προειδοποιήσει για την παντοδυναμία του, πειραματίζεται με δυνητικές αφηγήσεις, ενορχηστρώνει μια διαδοχή φωνών και πλευρών (οι φοιτητές, οι καθηγητές, οι αντιφρονούντες, οι καθεστωτικοί και οι άλλοι, που κινούνται στην «ήρεμη ουδέτερη ζώνη»), δοκιμάζει σχήματα, δομώντας και αποδομώντας τους αφηγηματικούς του δρόμους, θέτοντας πάλι και πάλι ερωτήματα, πάντα ανυποχώρητος και θα ‘λεγε κανείς, έως θανάτου σοβαρός. Κι όμως όχι. Δεδομένου ότι, σαν γνώστης όλων των ιστοριών και όλων των χρήσεων, μακράν απέχει του να νιώθει αθώος και άρα σοβαρός. Σαν γνώστης των μυθοπλαστικών τρόπων, κύριος και μαζί υποκείμενο της αφήγησής του, είναι εξ’ ορισμού φορέας πλάγιου, ειρωνικού βλέμματος. Έχει εξ’ ορισμού αποδεχτεί ότι στη μυθοπλαστική συνθήκη, μόνο η ειρωνεία είναι σε θέση να μην εφησυχάζει, να μην αποσιωπά τους κινδύνους, να υπαινίσσεται την κινούμενη άμμο και τους αντικατοπτρισμούς που καλύπτουν την απόσταση από τον συγγραφέα μέχρι τις αλήθειες του, να καταφάσκει στην αμφισημία, σαν εγγενές συστατικό της όποιας αφήγησης και  της όποιας ιστορίας.

Μετά τις τόσες επικαλύψεις των αφηγήσεων, μόνο αυτή είναι σε θέση να προσεγγίσει με τον δέοντα σεβασμό θέματα πάντα παλιά και φθαρμένα, επαναφέροντας το ξάφνιασμα και το ρίγος της αναγνώρισης που οφείλει η όποια αλήθεια να προκαλεί, αποδίδοντας τελικά την «σοβαρότητά» του στο σοβαρό. Καμία ειρωνεία, μοιάζει ακόμα να προϋποθέτει ο Rosa, δεν είναι αντάξια της εμβέλειας και του ονόματος της, αν δεν στρέφεται πρώτα στον εαυτό της. Στο υποκείμενο που την εκφέρει. Εξ’ ου κι επιφυλάσσει στον ήρωα-συγγραφέα του την ειρωνικότερη μεταχείριση. Σ’ αυτόν και στα εργαλεία του, δηλαδή τη μυθοπλασία. Το κατεξοχήν έτσι κι αλλιώς πεδίο της ειρωνικής ματιάς, που εδώ θα μπει και στο στόχαστρό της: «Σε αυτό το σημείο της ιστορίας μας οι αφηγηματικές συμβάσεις μας καλούν να πραγματοποιήσουμε άλλη μια άσκηση αναδρομής στη βιογραφία του ήρωά μας… Ας μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στο αγαπημένο σημείο των μυθιστοριογράφων, εκείνο που προσφέρει τις περισσότερες ευκαιρίες για να λάμψει το ταλέντο τους, το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του μυθιστορήματος, που ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο, χαρακτηρίζεται συνήθως από μία τάση υπερβολής. Στη σύνθεσης της βιογραφίας του Χούλιο Ντένις μπορούμε να επιδείξουμε τη συγγραφική μας δεινότητα σε δύο πεδία: της μορφής και του περιεχομένου… Αλλά η ευκαιρία για μια πραγματική επίδειξη δεξιοτεχνίας βρίσκεται στη ουσία, στο περιεχόμενο του αφηγήματος: Είναι ο αιώνιος πειρασμός να μετατρέψουμε τον ήρωα σε μάρτυρα και μαρτυρία ταυτόχρονα… Αρκεί να έχει κανείς στοιχειώδεις  γνώσεις ισπανικής ιστορίας για να μαντέψει το τεράστιο μυθιστορηματικό κοίτασμα που μας περιμένει. Μια μυθοπλασία που δεν θα ψυχαγωγεί μόνο, αλλά και θα διδάσκει».

Ωστόσο, και αφού θα έχει εκθέσει και εξαντλήσει τα σχήματά του και τις γωνίες λήψης του, ο ήρωας-συγγραφέας, θα παραδοθεί τελικά και στη μυθοπλασία, αποδίδοντάς της και την τιμή: Ας μη μας διαφύγει, ότι στην κατάληξη του 32ου κεφαλαίου (σελ.243), και αφού έχει μόλις πραγματοποιήσει μια «άσκηση αναδρομής» στη βιογραφία του Ντένις, θα «ενδώσει» τελικά και θα αναγγείλει: «Κυρίες και κύριοι, εδώ κάνουμε μυθοπλασία, χαλαρώστε κι απολαύστε την». Έτσι στο αμέσως επόμενο, ενδίδοντας στους ευερέθιστους και δημιουργικούς δέκτες του μυθοπλαστικού τρόπου, θα παρακολουθήσει από υπερβολικά κοντά, τα βήματα του Χούλιο Ντένις, το τελευταίο απόγευμα πριν τη σύλληψή του. Θα γίνει, για να ακριβολογήσουμε,  οι ίδιες οι αισθήσεις του Ντένις, ακόμα κι αυτές που θα μπορούσε να έχει και δεν είχε. Κι θα ‘ναι εδώ, που θα υπαινιχθεί κάποιες αλήθειες και κάποιες συνδέσεις. Όσες απ’ αυτές, μόνο έτσι μπορούν να ειπωθούν, γιατί κάποιες άλλες –ανεβάζοντας ακόμα περισσότερο την ένταση του ειρωνικού του τόνου- θα τις παραχωρήσει σε μία «αλλότρια» αφήγηση, αυτή ενός αστυνομικού, υπερασπιστή των ανακριτικών τακτικών του καθεστώτος, που θεωρεί υπερβολές και συναισθηματισμούς, τα όσα προηγήθηκαν.

Ο  τριαντατετράχρονος Issac Rosa, άρχισε ν’ αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, αφού οι αιματοβαμμένες ιστορίες της δικτατορίας του Φράνκο είχαν πάρει τέλος. Ωστόσο ανατράφηκε, όπως όλοι της γενιάς του με τις αφηγήσεις –προφορικές και γραπτές, που οι ιστορίες αυτές άφησαν πίσω τους. Και ακόμα περισσότερο, με τις σιωπές, τα βλέμματα, τους τρόπους που αποκρυσταλλώνει ο χρόνιος φόβος. Αρχίζει να γράφει αφού έχουν ειπωθεί όλα, αλλά προφανώς ενόσω το διακύβευμα της σχέσης με την ιστορική μνήμη παραμένει ανοιχτό, για ένα λαό και μια χώρα, που θα ‘θελε πολλά να ξεχάσει από το παρελθόν της. «Άρρωστοι όλοι από μια ανίατη ασθένεια, αποθαρρυμένοι όλοι, όλοι σακατεμένοι. Πώς να επαναφέρει κανείς την ειρήνη, την αίσθηση πληρότητας, την ηρεμία μέσα στις καρδιές; Θλιμμένε λαέ, θλιμμένη πατρίδα, ποιο είδος ψυχανάλυσης θα μπορούσε να σε γιατρέψει;…Θα αλλάξεις άραγε μια μέρα;  Ίσως ναι (μονολογούσες), όταν τα κόκαλά σου (τα δικά σου) θα λιπάνουν το χώμα σου…(ω πατρίδα) κι άλλοι άντρες καλύτεροι (σήμερα ακόμα μικρά παιδιά) θα κατευνάσουν με την προσφορά τους την ανεκπλήρωτη επιθυμία που καταδυναστεύει τη μοίρα σου. Αν πέθαινες εσύ (έλεγες μέσα σου), σε ποιόν θα ‘πεφτε ο κλήρος να τα διηγηθεί;» αναρωτιόταν σαράντα χρόνια πριν ο Χουάν Γκοϊτισόλο, προφητεύοντας το είδος της πληγής που η γενιά του θα παρέδιδε στις επόμενες. Κι αν για τον «προπάτορα» Γκοϊτισόλο, παιδί της εποχής του ασφυκτικού φόβου, το ζητούμενο στο εμβληματικό «Στοιχεία Ταυτότητας» (ΚΕΔΡΟΣ 2006), ήταν να ανατάμει όλο αυτό το αίσθημα της ντροπής, όλο το βαθύ ρίζωμα της ενοχής και τη μοιραία συνακόλουθη επιθυμία ακύρωσης της ταυτότητας, για τον Rosa, που θα κρατήσει άξια την σκυτάλη, το αίτημα δεν θα μπορούσε παρά να είναι διαφορετικό: η διαχείριση της μνήμης ως απαραίτητης προϋπόθεσης ανασύστασης μιας ταυτότητας, δεν μπορεί πλέον να διέλθει από ευθείες και ασφαλείς διαδρομές, καθώς αδιαμεσολάβητη οδός δεν υπάρχει.

Κατά συνέπεια μια περισσότερο δομημένη και τελεσίδικη αφήγηση παρεκκλίνει του στόχου, εθελοτυφλώντας στην κρισιμότητά του και τελικά προδίδοντάς τον. Ο αποδομητικός δρόμος, καίτοι ολισθηρός, προκύπτει αναπόφευκτος, πόσο μάλλον που ο Rosa, υποβάλλοντας δραστικά όση κατάφαση ή ερμηνεία είναι διαθέσιμη, θα κερδίσει όλα τα στοιχήματα,  για να μας παραδώσει άρτιο αυτό που απ’ την αρχή υποσχέθηκε: «ένα μυθιστόρημα, τελικά ένα μυθιστόρημα», για τις πληγές της ιστορίας, αλλά και για τις στρατηγικές της γραφής. Έως του σημείου ν’ αναγκαστεί να παραδεχτεί, ακόμα και αυτός, ο διαβολέας της αφηγηματικής σαγήνης και άρα ολοκλήρωσης, πως «Το πιθανότερο είναι ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια ομολογία αδυναμίας, το έσχατο μέσο αποδόμησης κάποιου που δεν ξέρει, δεν μπορεί ή δεν θέλει να οικοδομήσει αλλά τελικά -στην τελευταία σελίδα- διαπιστώνει απελπισμένος πως δεν υπάρχει άλλη λύση, πως πάντα καταλήγουμε οικοδομώντας κάτι».

[μτφ. Κυριάκος Φιλιππίδης]

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις]

For John, Who Begs Me Not To Enquire Further – Anne Sexton

 

Όχι ότι ήταν όμορφο,
αλλ’ ότι, στο τέλος, υπήρχε
μια συγκεκριμένη αίσθηση τάξης εκεί•
κάτι που ν’ αξίζει να μάθω
σ’ αυτό το στενόχωρο ημερολόγιο του μυαλού μου,
στους κοινόχρηστους χώρους του ασύλου
όπου ο ραγισμένος καθρέφτης
ή ο ίδιος ο εγωιστής μου θάνατος
μ’ ανάγκασαν να υποκύψω.
Κι αν δοκίμαζα
κάτι άλλο να σου δώσω,
κάτι έξω από μένα,
δε θα καταλάβαινες
ότι το χειρότερο κομμάτι καθενός
μπορεί, στο τέλος, να ’ναι
μια σύμπτωση ελπίδας.
Χτύπησα το ίδιο μου το κεφάλι•
ήταν γυαλί, γυάλα ανεστραμμένη.
Ένα ελάχιστο πραγματάκι,
όσος είσαι, να ’ναι μια γυάλα όλο κι όλο.
Στην αρχή, ήταν ολόδικό μου.
Μετά, ήταν κάτι πέρα από μένα•
ήταν εσύ, ή το σπίτι σου
ή η κουζίνα σου.
Κι αν γυρίσεις να φύγεις μακριά
γιατί δεν υπάρχει τίποτε εδώ να μάθεις
θα κρατήσω την άτεχνή μου γυάλα,
μ’ όλα τα σπασμέν’ αστέρια της να λάμπουν
σαν ένα μπερδεμένο ψέμα,
και θα δέσω ένα καινούργιο δέρμα γύρω της
θαρρείς πορτοκάλι να ’ντυνα
ή έναν ήλιο παράξενο.
Όχι ότι ήταν όμορφο,
αλλά ότι βρήκα μια κάποια τάξη εκεί.
Εκεί θα πρέπει να υπάρχει κάτι μοναδικό
για κάποιον
σ’ αυτού του είδους την ελπίδα.
Αυτό ’ναι κάτι που ποτέ δε θα ’βρισκα
σε μέρος ομορφότερο, αγαπητέ μου,
παρόλο που ο φόβος σου είναι σαν του καθενός το φόβο,
σαν ένα αόρατο πέπλο σ’ όλους μας ανάμεσα…
και κάποιες φορές μοναχικά,
στην κουζίνα μου, στην κουζίνα σου,
μες στο πρόσωπό μου, μες στο πρόσωπό σου.

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

[αυτόγραφον]

Για το: http://autographcollectors.blogspot.com/

 

Η Κοπρόγατα μου ζήτησε να παίξω σ’ αυτό το παιχνίδι κι εγώ ανταποκρίθηκα.

Πρόκειται για την πρωτότυπη συλλογή ιδιόχειρων σημειωμάτων από bloggers και αναγνώστες τους και οι οδηγίες έχουν ως εξής:

1. Γράψε (με το χέρι)

2. Σκάναρε (ή φωτογράφισε)
3. Πόσταρε.
4. Ειδοποίησε! Απαραίτητα στο τέλος του ποστ γράψε: για το http://autographcollectors.blogspot.com/
5. Προσκάλεσε άλλους 5 ή και περισσότερους bloggers να συμμετέχουν.

Με τη σειρά, λοιπόν, καλώ ν’ ανταποκριθούν ιδιογράφως και ιδιοχείρως οι:

sexton

duchamp

Παράξενος Ελκυστής

Πετρούλα

ALittleWhisper

Dana Semitecolo

Εύα Εξάρχου

Μαρία Ι.

μέγας κηπουρός – ευτυχία παναγιώτου

το χέρι που κράταγε σφιχτά το αίμα μου ήταν ωραίος
 νεκροθάφτης.
μου έδωσε ένα μαχαίρι κάτω απ’ το χώμα να εξολοθρεύω
 σκουλήκια.
κι έπειτα από ένα ταξίδι αιματηρό, έμαθα πως ποτέ δεν θα
 πεθάνω.
γιατί δεν θα ‘σαι δω μπροστά μου να κρατάς, ψυχοπομπός,
μια νόθα αναγγελία του θανάτου.

_*_*_

Δε θα ‘ναι. Κι ίσως το πάλλευκο του θάνατου το χρώμα να μυρίζει
ομορφιές και πόθους. Μαχαίρια άκοπα, σαν τα βιβλία τα παλιά που
κάποτε, και κάποτε-κάποτε, μαζεύουμε κάτω από δέντρα και
τα μυρίζουμε. Οι άνθρωποι.

_*_*_

Consider
a girl who keeps slipping off,
arms limp as old carrots,
into the hypnotist’s trance,
into a spirit world
speaking with the gift of tongues.

_*_*_

είμαι ο πόνος που γίνεται πλήγμα σε κάθε λέξη.
τρυπάω τα δόντια μου ν’ αρθρωθώ’ συνέχεια ματώνω.
με βία γεννιέμαι, ύπαρξη που απαγορεύεται.

_*_*_

Και χρόνος σαν γίνεται ο πόνος, μόνος σαν γίνεται ο χρόνος, πόνος ο μόνος.
Κανείς δε μιλά. Κανείς δε μένει μόνος. Με μια ορμή, μεμιάς η ορμή, σαν χάνεται
σε βάθη [όχι, στην επιφάνεια τη φωτεινή τη βλέπω να χάνεται] με βία
αναδεύει λέξεις κι αναφιλητά, σπαθιά κρυμμένα στις ζωές’ παράλληλα δε ζούμε.
Οι άνθρωποι.

_*_*_

Well, death’s been here
for a long time –
it has a hell of a lot
to do with hell
and suspicion of the eye
and the religious objects
and how I mourned them
when they were made obscene
by my dwarf-heart’s doodle

_*_*_

προχθές κάποιος αλήτης με είπε αθώο κοριτσάκι
και πήγα σπίτι ψάχνοντας για κάποιο χάπι,
από την τόση ειρωνεία, μαμά, για να κοιμάμαι.
τρώω λίγο’ στον ύπνο μου κυκλοφορούν φαντάσματα.
όμως, αγόρασα αδιάβροχο για τις καινούργιες μπόρες.

_*_*_

I have done it again.
One year in every ten
I manage it –

a sort of walking miracle, my skin
Bright as a Nazi lampshade,
My right foot

A paperweight,
My face a featureless, fine
Jew linen.

_*_*_

ξεγεννάω άλλο ένα όνειρο, μορφή Εφιάλτη,
και ράβω τα ίχνη σου έκτακτα σ΄ ένα στομάχι κενό.
πώς μ’ αδειάζει ο πόνος στο πάτωμα;
είναι σαν να ‘χω φύγει.

ποτέ το πρόσωπό μου δεν θα μείνει καθαρό.

_*_*_

Ας είναι. Ο πόλεμος δε μένει πια εδώ. Στη θάλασσα κοντά, σιωπές κι εκεί παρά τα γέλια,
λίγες γραμμές, ίσιες φορές-φορές, τα καταφέρνεις, να ομορφαίνουν λέξεις άλλων.
Δεν είναι ακόμα η ώρα. Ούτε ακόμη. Μόνο να βλέπεις προς το φως που έρχεται, μ’ ορμή κι αυτό,
και φέρνει μαζί του χώμα. Οι άνθρωποι. Αυτοί.

_*_*_

                                                     

All night I’ve held your hand,
as if you had
a fourth time faced the kingdom of the mad –
its hackneyed speech, it’s homicidal eye –
and dragged me home alive…

_*_*_

ντρέπομαι μικρή να υποφέρω τόσο.
αν είναι ο πόνος των μικρών ελάχιστος
θέλω ένα τίποτα να γίνω
θέλω το τίποτα – φωνάζω
τόσο, που μια μέρα θα κοπώ επιτέλους
απ’ τα τεντωμένα μου λαρύγγια.
άλαλο έμβρυο θα επιστρέψω σε σένα.

_*_*_

But then, love is where our summer
was.

_*_*_

                                                   

μπερδεμένες περιπτώσεις οι λέξεις μου.
έχουν μια εμμονή να σκάβουν σε εντόσθια
και μετά, σαν να ‘χουνε δει κανένα φάντασμα,
τρομάζουν απ’ τα πράγματα οι λέξεις,
μοιάζει με άρρωστο παραμύθι όπου
στον τρόμο της όρασης η ψυχή είναι πάντα αθώα,
κυκλοφορώ ξυπόλητη στο στιβαρό σου μπράτσο
δρασκελώντας αρτηρίες:
κοκκινίζω εύκολα δίχως συνέπειες.

_*_*_

It’s lovely just here now in the midst of night:
cool. I take back some of my imprecations,
some. I turn the fan off.
The twenty score people who count on me for tomorrow
probably will be satisfied. Maybe I will.
The summer has been rough,

I’ve booked our passage to a greener scene
and there my soul is earning.

_*_*_

Θέλω να γράψω ένα ποίημα
για την πρώτη φορά που βρέθηκα γυμνή
χωρίς να ‘μαι πια μικρή
για τα μάτια του άντρα
πώς μέτραγαν τις ατέλειές μου
πριν τις ξεπεράσουν
για τα δάχτυλα που ακολουθούσαν τα μάτια
για τον πρώτο πόνο, το πρώτο άνθος
όταν άνοιξε μες στο σκοτάδι που με χάιδευε σαν φως
για τα ρούχα, τόσο ενοχλητικά μετά
για τα φαγητά που ξύπναγαν πια
μιαν άλλη πείνα.
Θέλω να γράψω ένα ποίημα
για την πρώτη φορά…
Αλλ’ ούτ’ η ψυχή μου τη γεύση αυτή
δεν έχει συγκρατήσει.

_*_*_

Γαλάζιος είναι ο ορίζοντας
στον τόπο των ονείρων
Κι εκεί μήτε εγώ μήτε εσείς
Κι εκεί μήτε ο θνητός μήτε αθάνατος
Παρά μονάχα οι οσμές του αέναου χωροχρόνου

Μες σε χειμώνες και μελαγχολικά πρωινά Σαββάτου
με σύρματα τηλεφωνικά περιελιγμένος
με σιωπές που ο βόμβος των ονείρων μου φανερώνεται αληθής
τρισάγιος κι αμνήμων έρπομαι.

_*_*_

μου αρέσει να κοιτώ τις σκέψεις μου σαν χάνονται
στο διάστημα ορφανές και
ξαναβρίσκονται στο στόμα άλλων,
τις κινήσεις σαν μιμούνται αγριανθρώπων και
επιστρέφουν σε μένα ξένες.

ωραίες σαν το κεφάλι μου – εκσφενδονίζεται
συνένοχο.

                                                

 

_*_*_*_*_*_*_*_*_

Με τη σειρά, διαβάζουμε στο post:

  1. Ευτυχία Παναγιώτου, per funeral, “μέγας κηπουρός”
  2. Δημήτρης Αθηνάκης, άτιτλο
  3. Anne Sexton, Briar Rose (Sleeping Beauty), “Transformations”
  4. Ευτυχία Παναγιώτου, ενδοφλέβια, “μέγας κηπουρός”
  5. Δημήτρης Αθηνάκης, άτιτλο
  6. Anne Sexton, Live, “Live or Die”
  7. Ευτυχία Παναγιώτου, σύλβια, “μέγας κηπουρός”
  8. Sylvia Plath, Lady Lazarus, “Ariel”
  9. Ευτυχία Παναγιώτου, τόκος, “μέγας κηπουρός”
10. Δημήτρης Αθηνάκης, άτιτλο
11. Robert Lowell, Man and Wife, “Life Studies”
12. Ευτυχία Παναγιώτου, καρδιογράφημα, “μέγας κηπουρός”
13. Anne Sexton, Loving the killer, “Love Poems”
14. Ευτυχία Παναγιώτου, l’ opera aperta, “μέγας κηπουρός”
15. John Berryman, 274, “The Dream Songs”
16. Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, ΙΙΙ, “Στον ουρανό τού τίποτα με ελάχιστα”
17. Γιάννης Αντιόχου, Χωροχρόνος, “Ανήλικης Νυκτός Παρίστιον Δέρμα”
18. Ευτυχία Παναγιώτου, το κεφάλι μου σύμπαν ολόκληρο, “μέγας κηπουρός”

 

η μαρία των μογγόλων – μαριάννα κορομηλά

Η «Κουζίνα του Ιστορικού» μπορεί να μαγειρέψει και να σερβίρει λογοτεχνία. Στην ομώνυμη σειρά των εκδόσεων Πατάκη, με επιμέλεια του Μισέλ Φάις, έχει ενταχθεί και το τελευταίο έργο της ιστορικού, μεταξύ άλλων, Μαριάννας Κορομηλά, «Η Μαρία των Μογγόλων».

Με άξονα τη διήγηση της ιστορίας μιας από τις Μαρίες του Βυζαντίου –που δόθηκε ως «προίκα» θα ’λεγε κανείς στη μογγολική αυλή-, η συγγραφέας, γνωστή απ’ τις ιδιαίτερες ραδιοφωνικές της εκπομπές, ξετυλίγει με τρόπο ξεκάθαρα λογοτεχνικό ένα ολόκληρο σύμπαν• το δικό της. Εξομολογείται την πορεία της ως ανθρώπου και επιστήμονα, την αγάπη της για το Βυζάντιο και εν γένει την Ανατολή, τις κοινωνιολογικές, φιλοσοφικές και φεμινιστικές, ίσως, ανησυχίες της.

Εν είδει ημερολογιακής καταγραφής, με σκέψεις και θέσεις δοσμένες κατά έναν τρόπο βαθύτατα εξομολογητικό, η Μαριάννα Κορομηλά, με μια εστέτ –μπορεί και λόγω καταγωγής- διάθεση επεξεργασίας των ιδεών της, παραδίδει ένα κείμενο που μπορεί άνετα να χαρακτηριστεί λογοτεχνικό, παρότι δε συνιστά κάποιο απ’ τα διακριτά του είδη.

Η Μαρία Κομνηνή Παλαιολογίνα, ιστορικό πρόσωπο των μέσων του 13ου αιώνα, κόρη του Μιχαήλ Η’ του Παλαιολόγου, είναι μια άλλη θυσιασμένη κόρη, μια ακόμη Ιφιγένεια, στο βωμό της ευόδωσης της εξωτερικής, και τελικά εσωτερικής, πολιτικής ενός κράτους που, από τότε, είχε αρχίσει να χάνει την παλαιά του αίγλη, είχε αρχίσει να παίρνει τον ανεπίστροφο κατήφορο που οδήγησε στην πλήρη παράδοση στην τουρκική κυριαρχία.

Η ιστορία της «Μαρίας των Μογγόλων», όμως, η ιστορία ενός ασαφούς και ανολοκλήρωτου από την ιστορική έρευνα προσώπου, είναι εκείνη η μορφή που ποτέ δεν έχασε, παρ’ όλη τη «θυσία» της, τα ιδιαίτερα δυναμικά χαρακτηριστικά της. Και ίσως γι’ αυτό επελέγη απ’ την Κορομηλά ως όχημα των εσωτερικών διεργασιών της «Κουζίνας» της. Η ίδια η συγγραφέας αναφέρει ότι η Μαρία, περί ης ο λόγος, προτυπώνει όλες τις Μαρίες όχι μόνο του Βυζαντίου αλλά και του κόσμου ολόκληρου, που, θυσιασμένες στο βωμό του όποιου συμφέροντος, κατάφεραν να διασώσουν ανέπαφο το χαρακτήρα τους, να διατηρήσουν αλώβητη τη δύναμή τους, αλλά και συνάμα να καταφέρουν με όλα αυτά τα στοιχεία να επηρεάσουν ένα λαό, να κάνουν ένα έθνος να τη λατρέψει.

Η Κορομηλά, έχοντας ήδη δώσει δείγματα του λόγου της, του έντονου και πολλές φορές δογματικού της τρόπου απόδοσης γνώμης, παρουσιάζει εαυτόν ως ένα πρόσωπο που μάχεται καθημερινά με την αλήθεια του, που παλεύει, εκών άκων, με το πάθος, που τελικά δεν προσπαθεί να κατευνάσει, αλλά μάλλον να διατηρήσει άσβεστο και, ίσως, να προσπαθήσει να το κατατάξει στο απαθές παροντικό της περιβάλλον – ιστορικό, κοινωνικό ή άλλο.

Η ανάμειξη εξομολόγησης, επιστήμης, ανησυχίας και στοχασμού στη «Μαρία των Μογγόλων» δεν είναι ένα τσουβάλι που προσπαθεί μέσα του να χωρέσει φύρδην-μίγδην όλο το βιος της συγγραφέως• είναι ένας πάγκος που ομοιόμορφα τοποθετούνται όλα τα ακονισμένα εργαλεία ενός δημιουργού που, απ’ την άλλη, θέλει να τα βάλει με μια σειρά έτσι, ώστε να παρουσιαστούν τέλεια αποδομένα.

Η Μαρία, το πρότυπο –όπως προαναφέρθηκε- κάθε αντίστοιχης Μαρίας, είναι επιπλέον μια κατάθεση εκ μέρους της Κορομηλά σχετικά με την κατανόηση της Ιστορίας. Μαζί με την ηρωίδα, με ό,τι αυτή φέρει μαζί της, η συγγραφέας ακολουθεί δρόμους παράλληλους και από κοινού χτίζονται οι χαρακτήρες του γράφοντος και του γραφομένου.

Η κατανόηση, για την οποία έγινε λόγος μόλις πριν, με όρους άλλοτε επιστημονικούς κι άλλοτε προσωπικής γραφής, οδηγεί τον αναγνώστη σ’ ένα δρόμο ανοιχτού μυαλού ως βασικής προϋπόθεσης απέναντι στο «τότε» και στο «τώρα», σ’ ένα δρόμο επανατοποθέτησης έναντι του Άλλου ως καίριου συστατικού της αντίληψης του Εγώ, και σ’ ένα δρόμο σαφήνειας της γλώσσας των ιδεών ως δραστικής παράθεσης όλων των παραπάνω.

Στη «Μαρία των Μογγόλων» η συγγραφική δεξιότητα και η ευκρίνεια της καταβύθισης στην (προσωπική) αλήθεια των πραγμάτων καταφέρνουν να καταρρίψουν την κατατεθειμένη άποψη περί ασφάλειας των διαφόρων μορφών πορισμάτων, αφού η ανατροπή, η απόλυτη έλλειψη ανασφάλειας και η συνεχής παρουσία της αμφισβήτησης έχει κρυφτεί σε αναχώματα και ερείπια της ιστορίας αλλά και του παρόντος.

Μπορεί κάτω από τα χαλάσματα, κάτω απ’ τη σκόνη που σκεπάζει ένα παρελθόν για πάντα χαμένο, να κρύβεται και να καιροφυλακτεί η οποιασδήποτε μορφής επανάσταση, που –δυστυχώς για κάποιους, ευτυχώς για άλλους- δε θα κρατήσει για πολύ, αφού, τελικά, κατεστημένο κι αυτή θα γίνει. Για να την ακολουθήσει μια άλλη. Πιο σκονισμένη αυτή τη φορά. Και άρα πιο δυνατή.

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη]

[Η Μαριάννα Κορομηλά γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949. Έχει σπουδάσει Ιστορία και Φιλοσοφία στο Παρίσι. Έχει εργαστεί ως ξεναγός, παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών, καθώς και έχει διατελέσει αντιπρόεδρος του Σωματείου Ξεναγών και μέλος της ελληνικής επιτροπής της UNESCO. Είναι ιδρυτικό μέλος του Ινστιτούτου Εναλίων Αρχαιολογικών Ερευνών και της Πολιτιστικής Εταιρείας Πανόραμα. Συνεργάζεται με ελληνικά και ξένα έντυπα. Έχει εκδώσει τα εξής βιβλία: «Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα» (1988, Άγρα 2005), «Τέσσερεις ιστορίες για μία χαμένη πανσέληνο» (1989), «Οι Έλληνες στη Μαύρη Θάλασσα από την εποχή του Χαλκού ως τις αρχές του 20ου αιώνα» (1991), «Η ύστατη αγωνία της βυζαντινής πρωτεύουσας» (1992), «Θρακική Τοπογραφία» (1994), «Ερυθραία, ένας ευλογημένος μικρόκοσμος στην καρδιά της Ιωνίας» (συλλογικό, 1997), «Πόντος – Ανατολία» (Μπρατζιώτης 1989) και «Εν τω σταδίω» (Άγρα 2004). Το 1981 επιμελήθηκε την «Αθηναϊκή Περιπέτεια» των Γεωργίου και Λάμπρου Κορομηλά]