μέγας κηπουρός – ευτυχία παναγιώτου

το χέρι που κράταγε σφιχτά το αίμα μου ήταν ωραίος
 νεκροθάφτης.
μου έδωσε ένα μαχαίρι κάτω απ’ το χώμα να εξολοθρεύω
 σκουλήκια.
κι έπειτα από ένα ταξίδι αιματηρό, έμαθα πως ποτέ δεν θα
 πεθάνω.
γιατί δεν θα ‘σαι δω μπροστά μου να κρατάς, ψυχοπομπός,
μια νόθα αναγγελία του θανάτου.

_*_*_

Δε θα ‘ναι. Κι ίσως το πάλλευκο του θάνατου το χρώμα να μυρίζει
ομορφιές και πόθους. Μαχαίρια άκοπα, σαν τα βιβλία τα παλιά που
κάποτε, και κάποτε-κάποτε, μαζεύουμε κάτω από δέντρα και
τα μυρίζουμε. Οι άνθρωποι.

_*_*_

Consider
a girl who keeps slipping off,
arms limp as old carrots,
into the hypnotist’s trance,
into a spirit world
speaking with the gift of tongues.

_*_*_

είμαι ο πόνος που γίνεται πλήγμα σε κάθε λέξη.
τρυπάω τα δόντια μου ν’ αρθρωθώ’ συνέχεια ματώνω.
με βία γεννιέμαι, ύπαρξη που απαγορεύεται.

_*_*_

Και χρόνος σαν γίνεται ο πόνος, μόνος σαν γίνεται ο χρόνος, πόνος ο μόνος.
Κανείς δε μιλά. Κανείς δε μένει μόνος. Με μια ορμή, μεμιάς η ορμή, σαν χάνεται
σε βάθη [όχι, στην επιφάνεια τη φωτεινή τη βλέπω να χάνεται] με βία
αναδεύει λέξεις κι αναφιλητά, σπαθιά κρυμμένα στις ζωές’ παράλληλα δε ζούμε.
Οι άνθρωποι.

_*_*_

Well, death’s been here
for a long time –
it has a hell of a lot
to do with hell
and suspicion of the eye
and the religious objects
and how I mourned them
when they were made obscene
by my dwarf-heart’s doodle

_*_*_

προχθές κάποιος αλήτης με είπε αθώο κοριτσάκι
και πήγα σπίτι ψάχνοντας για κάποιο χάπι,
από την τόση ειρωνεία, μαμά, για να κοιμάμαι.
τρώω λίγο’ στον ύπνο μου κυκλοφορούν φαντάσματα.
όμως, αγόρασα αδιάβροχο για τις καινούργιες μπόρες.

_*_*_

I have done it again.
One year in every ten
I manage it –

a sort of walking miracle, my skin
Bright as a Nazi lampshade,
My right foot

A paperweight,
My face a featureless, fine
Jew linen.

_*_*_

ξεγεννάω άλλο ένα όνειρο, μορφή Εφιάλτη,
και ράβω τα ίχνη σου έκτακτα σ΄ ένα στομάχι κενό.
πώς μ’ αδειάζει ο πόνος στο πάτωμα;
είναι σαν να ‘χω φύγει.

ποτέ το πρόσωπό μου δεν θα μείνει καθαρό.

_*_*_

Ας είναι. Ο πόλεμος δε μένει πια εδώ. Στη θάλασσα κοντά, σιωπές κι εκεί παρά τα γέλια,
λίγες γραμμές, ίσιες φορές-φορές, τα καταφέρνεις, να ομορφαίνουν λέξεις άλλων.
Δεν είναι ακόμα η ώρα. Ούτε ακόμη. Μόνο να βλέπεις προς το φως που έρχεται, μ’ ορμή κι αυτό,
και φέρνει μαζί του χώμα. Οι άνθρωποι. Αυτοί.

_*_*_

                                                     

All night I’ve held your hand,
as if you had
a fourth time faced the kingdom of the mad –
its hackneyed speech, it’s homicidal eye –
and dragged me home alive…

_*_*_

ντρέπομαι μικρή να υποφέρω τόσο.
αν είναι ο πόνος των μικρών ελάχιστος
θέλω ένα τίποτα να γίνω
θέλω το τίποτα – φωνάζω
τόσο, που μια μέρα θα κοπώ επιτέλους
απ’ τα τεντωμένα μου λαρύγγια.
άλαλο έμβρυο θα επιστρέψω σε σένα.

_*_*_

But then, love is where our summer
was.

_*_*_

                                                   

μπερδεμένες περιπτώσεις οι λέξεις μου.
έχουν μια εμμονή να σκάβουν σε εντόσθια
και μετά, σαν να ‘χουνε δει κανένα φάντασμα,
τρομάζουν απ’ τα πράγματα οι λέξεις,
μοιάζει με άρρωστο παραμύθι όπου
στον τρόμο της όρασης η ψυχή είναι πάντα αθώα,
κυκλοφορώ ξυπόλητη στο στιβαρό σου μπράτσο
δρασκελώντας αρτηρίες:
κοκκινίζω εύκολα δίχως συνέπειες.

_*_*_

It’s lovely just here now in the midst of night:
cool. I take back some of my imprecations,
some. I turn the fan off.
The twenty score people who count on me for tomorrow
probably will be satisfied. Maybe I will.
The summer has been rough,

I’ve booked our passage to a greener scene
and there my soul is earning.

_*_*_

Θέλω να γράψω ένα ποίημα
για την πρώτη φορά που βρέθηκα γυμνή
χωρίς να ‘μαι πια μικρή
για τα μάτια του άντρα
πώς μέτραγαν τις ατέλειές μου
πριν τις ξεπεράσουν
για τα δάχτυλα που ακολουθούσαν τα μάτια
για τον πρώτο πόνο, το πρώτο άνθος
όταν άνοιξε μες στο σκοτάδι που με χάιδευε σαν φως
για τα ρούχα, τόσο ενοχλητικά μετά
για τα φαγητά που ξύπναγαν πια
μιαν άλλη πείνα.
Θέλω να γράψω ένα ποίημα
για την πρώτη φορά…
Αλλ’ ούτ’ η ψυχή μου τη γεύση αυτή
δεν έχει συγκρατήσει.

_*_*_

Γαλάζιος είναι ο ορίζοντας
στον τόπο των ονείρων
Κι εκεί μήτε εγώ μήτε εσείς
Κι εκεί μήτε ο θνητός μήτε αθάνατος
Παρά μονάχα οι οσμές του αέναου χωροχρόνου

Μες σε χειμώνες και μελαγχολικά πρωινά Σαββάτου
με σύρματα τηλεφωνικά περιελιγμένος
με σιωπές που ο βόμβος των ονείρων μου φανερώνεται αληθής
τρισάγιος κι αμνήμων έρπομαι.

_*_*_

μου αρέσει να κοιτώ τις σκέψεις μου σαν χάνονται
στο διάστημα ορφανές και
ξαναβρίσκονται στο στόμα άλλων,
τις κινήσεις σαν μιμούνται αγριανθρώπων και
επιστρέφουν σε μένα ξένες.

ωραίες σαν το κεφάλι μου – εκσφενδονίζεται
συνένοχο.

                                                

 

_*_*_*_*_*_*_*_*_

Με τη σειρά, διαβάζουμε στο post:

  1. Ευτυχία Παναγιώτου, per funeral, “μέγας κηπουρός”
  2. Δημήτρης Αθηνάκης, άτιτλο
  3. Anne Sexton, Briar Rose (Sleeping Beauty), “Transformations”
  4. Ευτυχία Παναγιώτου, ενδοφλέβια, “μέγας κηπουρός”
  5. Δημήτρης Αθηνάκης, άτιτλο
  6. Anne Sexton, Live, “Live or Die”
  7. Ευτυχία Παναγιώτου, σύλβια, “μέγας κηπουρός”
  8. Sylvia Plath, Lady Lazarus, “Ariel”
  9. Ευτυχία Παναγιώτου, τόκος, “μέγας κηπουρός”
10. Δημήτρης Αθηνάκης, άτιτλο
11. Robert Lowell, Man and Wife, “Life Studies”
12. Ευτυχία Παναγιώτου, καρδιογράφημα, “μέγας κηπουρός”
13. Anne Sexton, Loving the killer, “Love Poems”
14. Ευτυχία Παναγιώτου, l’ opera aperta, “μέγας κηπουρός”
15. John Berryman, 274, “The Dream Songs”
16. Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, ΙΙΙ, “Στον ουρανό τού τίποτα με ελάχιστα”
17. Γιάννης Αντιόχου, Χωροχρόνος, “Ανήλικης Νυκτός Παρίστιον Δέρμα”
18. Ευτυχία Παναγιώτου, το κεφάλι μου σύμπαν ολόκληρο, “μέγας κηπουρός”

 

28 thoughts on “μέγας κηπουρός – ευτυχία παναγιώτου

  1. Τι θες να πω; Ότι μου είπες να τσακιστώ από το χωριό μου να βρω κανένα καλώδιο να συνδεθώ με αυτές τις λέξεις; Οι λέξεις είναι η δουλειά μας φυσικά. Είναι πολλές γιατί τα πράγματα είναι λίγα… Οι άνθρωποι σπάνιοι, και σαν τους βρεις δεν μπορείς να τους εγκαταλείψεις γιατί είσαι στερημένη από ανθρωπιά και διψάς για ότι η ρημάδα η ζωή σου χρωστάει. Τι θες να πω; Ότι μετά από περιπέτειες και ψυχοβγαλτικές υπερβάσεις, έπειτα από την πάλη -που ποτέ δεν τελειώνει βέβαια, αλλά γίνεται με περισσότερη πείρα- με τον εαυτό μας και τα γεγονότα της fragmnented reality, αρχίζω ξανά να ελπίζω πως δεν θα είναι τα 30 ή τα 35, ούτε τα 40 ή τα 45 [άσε τι λένε οι γραμμές του μικρού ορίζοντά μου ώρες ώρες] αλλά κάτι που θα συμβεί αργότερα; Μπορεί και να ήταν καλοκαίρι, μπορεί και να γίνει καλοκαίρι. Μπορεί αυτές οι παράδοξες συμπτώσεις με τους ανθρώπους και τα κείμενα που μας φέρνουν κοντά να είναι ένα καλοστημένο παιχνίδι το οποίο πρέπει απλώς να ζήσουμε. Τι να πω; Πως κάθομαι στο πλέον ντεκατάνς μέρος [μπορεί και να είμαι η μόνη γυναίκα εδώ] και κλαίω σαν κοριτσάκι που του χάρισαν μια κορδέλα να βάλει αστεράκι στα απεριποίητά του μαλλιά; Να πω ότι ο πόνος μου είναι από τα γεννοφάσκια τόσο μεγάλος που δεν χωράει σε τούτο το σώμα; Πως θέλω να χτυπήσω αυτή την ανεστραμμένη γυάλα και να φυτέψω λουλούδια; Δεν ξέρω τι θα πω. Ο μέγας κηπουρός, παρά την απειρία του, είναι ένα προστάδιο. Νοσταλγώ το μέλλον.
    Είναι όλα πιθανά; Ελπίζω σε αυτή την πομπή που οργάνωσες, των Αμερικανών και των Ελλήνων της μεγαλόχαρης θανατομανίας. Είναι όλα πιθανά σαν οι λέξεις ταξιδεύουν, σαν οι χειρονομίες και τα στόματα πληθαίνουν.
    Ας κόψουμε όλοι μαζί την κορδέλα να διαβεί ο Δήμαρχος, όπως έγραψε η Σέξτον Εκείνη τη Μέρα.
    Ούτως ή άλλως ό,τι είναι να ‘ρθει θενά ‘ρθεί, αλλιώς θα προσπεράσει. Στο μεσοδιάστημα ας σκοτώσουμε το χρόνο μας με νόημα.

    Υποκλίνομαι.

  2. Μου είπαν κάποια στιγμή να τραγουδήσω…μα ποιος ανόητος μπορεί να επιβάλει στις φωνητικές μου χορδές το ρυθμό…παρ’ όλα αυτά προσπάθησα…αυτό που βγήκε από εκεί μέσα ήταν ένας οχετός φωνηέντων, που κατέληξαν σαν ερωτική κραυγή κάποιου προϊστορικού ζώου…οι υπότιτλοι από κάτω έγραφαν: «έχω ανάγκη από…» . Κάποιο χέρι μου έκλεισε το στόμα ερμητικά…οι υπότιτλοι έπεσαν στα πατώματα…οι ανάγκες μου αποφάσισαν να πάνε να ψωνίσουν από το παζάρι…και έμεινα εκεί με τα σημάδια από κάτι δάκτυλα στα χείλια μου, με τη γεύση χώματος στο στόμα μου και τα αφτιά μου να έχουν αυτοκτονήσει από τις κραυγές…τι να κάνω…σώπασα…δεν μπορώ να μιλήσω τη χωμάτινη γλώσσα με τα δακτυλικά μου χείλια…συγχωρέστε με λοιπόν, δεν θα ξανατραγουδήσω…και όποιος δει τις ανάγκες μου, σας παρακαλώ να τις πει να γυρίσουν πίσω…τα παζάρια τελείωσαν!!!
    Σαν συμπλήρωμα των παραπάνω σκέψεων…Συνυποκλίνομαι…

  3. Τι να πεις;
    Τι θα πεις;
    Θα πεις [να πεις] εκείνα τα λίγα.
    Λιγότερα του κηπουρού. Περισσότερα του μεγάλου.

    Εγώ τι να πω;
    Ε;

  4. Κλότσησέ μας, Eyblogia, κλότσησέ μας.
    Ξέρουμε, ή μαθαίνουμε, να ξυπνάμε…

    ____________________________

    [Ρε παιδιά, τι όμορφα είναι αυτά που διαβάζω και ακούω από σας σήμερα…; Ουφ…]

  5. Δημήτρηηηηηη!

    Εντελώς φιλικά σου λέω ότι θα τις κόψω τις επισκέψεις στο μπλογκ σου. Δεν μπορώ εγώ χρυσέ μου να έρχομαι εδώ και να γίνομαι καστανόχωμα για τα λουλούδια!

    Εντάξει… είμαι μαζόχα! Γνωστό παλαιόθεν!

    Φιλί!

  6. Κάθε Κυριακή πρωί ακούω έναν τύπο να φωνάζει εδώ γύρω: “Καστανόχωμα, κοκκινόχωμα”. Όλη την ώρα. Πάει κι έρχεται. Λες να σε φέρει μαζί του καμιά μέρα;

    Σε καμιά σακουλίτσα, έτσι που σ’ αρέσουν τα δύσκολα εσένα!!!

    Γεια σου, Dana μου!

  7. Πώς τα καταφέρνεις πάντα εσύ, μόνο εσύ και λίγοι ακόμη να με ξεκολάς από το χώμα χωρίς χνάρια!
    Βγάζω τα παπούτσια και τρέχω, μυρίζει γύρω ζωή, ακούω φωνούλες…χτυπάει το τηλέφωνο και γυρίζω πίσω…θα ξανατρέξω όμως στο δρόμο…

  8. θα αγορασω το βιβλιο συντομα. Μ’αρεσε η απρουσιαση σου. Γενικα ολη σου η αναρτηση..
    επισης Δημήτρη έχετε πρόσκληση απο μένα, περισσοτερες πληροφοριες στο μπλογκ μου! καλημερα

  9. ποιητική η νέα εβδομάδα λοιπόν… έτσι όμορφα όπως την ‘ξεκίνησες’ να συνεχίσει Δημήτρη

  10. Καλησπέρα Δημήτρη!
    και εδώ μια από τα ίδια – πετρουλόχωμα, ή αλλιώς χαλικάκι 3Α, από αυτο που βάζουν στα παρκάκια… Τα λέμε πέμπτη λοιπόν

  11. Πρώτα θυμάμαι λέξεις. Ύστερα αρχίζω να θυμάμαι εμένα. Θυμάμαι που διέσχιζα την ύλη. Μέσα σε μια λέξη ταξίδευα και διέσχιζα ό,τι υπάρχει. Τότε, κουρασμένη κάποιο μεσημέρι, αποκοιμήθηκα στην προστατευτική σκιά της μήτρας. Καιρό μετά γεννήθηκα. Από τότε ζω διαρκώς μες στον ίλιγγο. Με παίρνουν οι λέξεις ψηλά, μακριά. Κι αίφνης μ’ αφήνουν. Εκεί. Στο πουθενά. Μετέωρη. Μακριά απ’ τον κόσμο μου, μακριά απ’ τον κόσμο. Είμαι πυκνή τώρα. Πώς να διασχίσω; Είναι αλλού η βαρύτητα. Πώς να γυρίσω;
    Αποφάσισα να τις ξεγελάσω την άλλη φορά. Βρήκα ένα τέχνασμα. Έφτιαξα μια παγίδα. Μια παράξενη κάψουλα. Έμπαινε η λέξη περίεργη μέσα κι αυτοστιγμεί εγώ σφιχτά την έκλεινα. Στο τέλος της μέρας έθαβα στον κήπο τις κάψουλες με τις λέξεις σχεδόν λιπόθυμες, σχεδόν νεκρές. Πήγαινα έτσι ήσυχη για ύπνο κάθε βράδυ. Πέρασε το καυτό καλοκαίρι. Η φθινοπωρινή ψύχρα. Η παγωνιά του χειμώνα.
    Την άνοιξη, ήρθε ο ίλιγγος πάλι, με την δροσερή αύρα, την αρωματισμένη απ’ τους ανθούς αυτού του κήπου που με περιβάλλει.

  12. Λέξη-λέξη το ένα δίνει τη σκυτάλη στο άλλο!
    πολύ ωραίο post Δημήτρη, το διαβάζω και το ξαναδιαβάζω
    Την καλησπέρα μου

  13. Μέσα στη βροχή, πρωινή βραδινή, ποιος νοιάζεται, Δήμητρα;
    Το νερό είναι πάντα το νερό είναι πάντα το νερό είναι πάντα το νερό…

    Είναι πάντα το νερό…

  14. Με την πρώτη ευκαιρία, θα συμμετάσχω στο παιχνίδι, αγαπητή μου κοπρόγατα!
    Με τέτοιο νικ, πώς να σας πει κανείς όχι; :-)

    Σας ευχαριστώ για το ενδιαφέρον και την πρόσκληση!
    Καλημέρα…

  15. Συνεχίζει, Νίκο, άλλοτε έτσι άλλοτε αλλιώς.
    Βδομάδα είναι θα περάσει, θα πάει, θα ‘ρθει άλλη, κι ό,τι βρέξει ας κατεβάσει…
    Τώρα που (ξανα)βρέχει, επιτέλους…

    Να είσαι καλά!

  16. Πετρούλα μου, την Πέμπτη με χαρά και με εκπλήξεις!
    Να έρθεις ολόκληρη… Με τα χαλίκια…
    Θα φέρω κι εγώ τα δικά μου. Και θα κάνουμε κύμα και βουνό!

    Καλημέρα…

  17. Και θα γεννηθούν κι άλλες κι άλλες κι άλλες.
    Αν μπορέσουν κι αν προλάβουν.
    Όπου κι όταν, Αλέξανδρε.

    Όπου κι όταν…
    Να είσαι καλά.
    Σ’ ευχαριστώ.

  18. Αχ! Δημήτρη ωραία παρουσίαση
    Οι λέξεις απογειώνουν και αιχμαλωτίζουν…
    ποτέ το τοπίο δεν είναι διαυγές
    Αγώνας ταχύτητας κι όποιος αντέξει!!

  19. Αχ! Δημήτρη ωραία παρουσίαση
    Οι λέξεις απογειώνουν και αιχμαλωτίζουν…
    ποτέ το τοπίο δεν είναι διαυγές
    Αγώνας ταχύτητας κι όποιος αντέξει!!

  20. …ο φόβος γυμνός
    ουρανός όπως γέρνω κεφάλι
    σε άδειο μπουκάλι
    να συναντήσω θεό
    όταν υπάρχει
    κάτω από σκεπάσματα
    κλίνης ασμάτων
    επιπόλαια επιστρέφεις
    με λουλούδια υποτακτικών
    να ανεβάσεις τον ορίζοντα
    γκρεμίζοντας σάπιο χάδι
    αυτό το βράδυ
    όνειρο
    σε άδειο μπουκάλι…

  21. Γλυκειέ μου ποιητή, μετά απ’ αυτά που είπαμε χτες ήρθε ένα “αγγελάκι” μες στη νύχτα και μου ψυθίρισε το ποιήμα της και μας το χαρίζω.

    Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΕΙΨΗΣ

    Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου.
    Ό,τι μου λείπει με προστατεύει
    από κείνο που θα χάσω
    όλες οι ικανότητές μου
    που ξεράθηκαν στο αφρόντιστο χωράφι
    με προφυλάσσουν από κινήσεις
    άκαρπες, ανούσιες στο κενό.
    Ό,τι μου λείπει με διδάσκει
    ό,τι μου ‘χει απομείνει με αποπροσανατολίζει
    γιατί μου δείχνει εικόνες από το παρελθόν
    σα να ‘ταν υποσχέσεις για το μέλλον.
    Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ

  22. No surprises

    (Stereogum Presents OKX, A Tribute To OK Computer)

    A heart that’s full up like a landfill
    A job that slowly kills you
    Bruises that won’t heal
    You look so tired, unhappy
    Bring down the government
    They don’t, they don’t speak for us
    I’ll take the quiet life
    A handshake of carbon monoxide

    No alarms and no surprises
    No alarms and no surprises
    No alarms and no surprises

    Silent
    Silent

    This is my final fit
    My final belly-ache with
    No alarms and no surprises
    No alarms and no surprises
    No alarms and no surprises, please

    Such a pretty house, such a pretty garden
    No alarms and no surprises
    No alarms and no surprises
    No alarms and no surprises, please

    Ευχαριστώ τον GreekGayLolita, για το τραγούδι που αφιέρωσε πιο πάνω – παραθέτω τους στίχους, ως μανιακή των λέξεων… Επέλεξε προφανώς τη γυναικεία ερμηνεία… της Marissa Nadler. Η τραγουδίστρια γεννήθηκε στην πατρίδα της Σέξτον, τη Μασαχουσέτη. Αν όλα αυτά είναι τυχαία, τυχαίο δεν είναι που τα ψάχνουμε…

    Ωραία όλα τα παραπάνω σχόλια. Τι μικρή λέξη το “ωραία”. Δεν είναι αυτό. Είναι που οι λέξεις γεννάνε λέξεις, είναι που η σκυταλοδρομία δεν τελειώνει, είναι αυτό το χέρι που δίνεται σε άλλο χέρι για να δοθεί αλλού, είναι και που όλα απλώς ταξιδεύουν. Ας γίνουμε γέφυρες…

    Γιατί όταν βγάζω την ομπρέλα μου από την τσάντα, έρχεται πάντα η βροχή.

    Ευχαριστώ (τρις)

    Ευτυχία

    Υγρ.: Η μόνη μου ένσταση είναι για το μέγεθος των φωτογραφιών…

  23. Έχω μείνει άφωνος με τα σχόλια-ποιήματα όλων σας…
    Σας ευχαριστώ για όλα τούτα τα όμορφα!
    Έκσταση!

    Ευτυχία, σ’ ευχαριστώ κι εσένα για τα ποιήματά σου…
    Και όχι μόνο.

    Το βράδυ θα είμαστε όλοι εκεί!
    Εννοείται!

    Πολλά-πολλά φιλιά σε όλους και όλες!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s