βίλα κομπρέ – αλέξης σταμάτης

 

Το μυστήριο του θανάτου ή το μυστήριο της ζωής; Η μετάβαση από το ψέμα ή η μετάβαση σ’ αυτό; Η αλήθεια δεν είναι αυτό που βλέπουμε ή, τελικά, δεν μπορούμε να δούμε αυτό που είναι αλήθεια, πριν – τουλάχιστον – βρεθούμε στα βάθη του ψέματος. Ερωτήματα, πεποιθήσεις, δόγματα, μυστήριο, ρεαλισμός, είναι τα βασικά συστατικά στοιχεία του τελευταίου μυθιστορήματος του Αλέξη Σταμάτη, «Βίλα Κομπρέ». Το μότο “Τίποτε από εμένα δε φαίνεται” του Άμλετ του Σαίξπηρ, που μοιάζει να είναι το “σύνθημα” του Σταμάτη σ’ αυτό το μυθιστόρημα, και το κεντρικό σημείο του χτισίματος των χαρακτήρων και της ιστορίας του. Μέχρι αποδείξεως, βεβαίως, του αντιθέτου.

Όλα στο μυθιστόρημα φαίνεται να έχουν γραφεί για ένα βασικό λόγο: για την πραγμάτευση της έννοιας και της ουσίας τού θανάτου, που όμως δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς την ταυτόχρονη έρευνα της έννοιας της ζωής. Παρόλο, βέβαια, που η «παράταση» της ύπαρξης του ήρωα στο μάταιο τούτο κόσμο είναι το σημαίνον διακύβευμα του Σταμάτη, ωστόσο η ανυπαρξία αποτελεί τον εννοιακό πρωταγωνιστή.

Ένας νέος, ο Θάνος, λίγο πριν τα τριάντα, χάνει τον πατέρα του, τον Πολύβιο, που υπήρξε νεκροθάφτης και που φωτογράφιζε τους νεκρούς λίγο πριν τους θάψει. Όταν ο Πολύβιος πεθαίνει, αφήνει, εκτός από κάποια χρήματα, ένα μυστηριώδες φθαρμένο γράμμα και μια φωτογραφία στον Θάνο. Εκεί ξεκινά η ιστορία και το ξετύλιγμα των θεωρητικών και εν πολλοίς ποιητικών αναζητήσεων του Αλέξη Σταμάτη, μέσω του Θάνου βέβαια.

Σιγά-σιγά, ο Θάνος περνά από τη χωρίς νόημα και σχεδόν καταστραμμένη ζωή του (σχόλιο για τις σημερινές, ίσως, γενιές στην Ελλάδα) στην εμπλοκή του στη ζωή της Βίλας Κομπρέ, μιας έπαυλης στα βόρεια προάστια των Αθηνών, όπου βρίσκεται η αρχή του νήματος της ιστορίας, που σε κάποιο σημείο έχει την αίσθηση ότι είναι δική του, αλλά λανθάνει μέχρις εσχάτων. Τουλάχιστον, όμως, επιτυγχάνει να ζήσει, με νόημα πια, τη δική του ζωή.

Στην ιστορία συμπεριλαμβάνεται σε όλο αυτό το γαϊτανάκι παράλληλων ιστοριών ένα μεγάλο κομμάτι της εξέλιξής της στην Αφρική, και συγκεκριμένα στο Καμερούν. Ο Σταμάτης δε χρησιμοποιεί τη χώρα αυτή ως ένα όχημα σχολιασμού της σημερινής ή ιστορικής της κατάστασης, πολιτικής ή κοινωνικής, όπως έκανε η Σώτη Τριανταφύλλου στο «Λίγο από το αίμα σου» (Πατάκης 2008), αλλά περισσότερο ως αυτό που μας έχει συνηθίσει και σε προηγούμενα βιβλία του: στη χρήση τόπων, προσώπων, ιδεών και εικόνων στο πλαίσιο της οικοδόμησης μιας ποιητικής αναζήτησης και μεταφυσικής ανησυχίας που θέλει τον αναγνώστη να συμμετέχει, ίσως, κατά το δοκούν.

Κοντολογίς, ο Θάνος, ο ήρωας, με το να χάνεται και το να χώνεται στα βάθη της μυστηριώδους ζούγκλας αναζητώντας το πρόσωπο-κλειδί στην ιστορία, είναι, αφενός, σαν να συνεχίζει το μυστήριο της σύντομης επαφής του στη Βίλα Κομπρέ των Αθηνών, και, αφετέρου, επεκτείνει τη ζωή του σε μεταφυσικές έννοιες στην προσπάθειά του να βρει το νόημα της ζωής του και ίσως την αρχή της, αποσκοπώντας πάντοτε στην αποσαφήνιση του νοήματος που τον κρατά στη ζωή.

Ο πατέρας τού Θάνου, ο Πολύβιος, ο νεκροθάφτης που συνηθίζει να κρατά φωτογραφίες, θυμίζει έντονα δύο χαρακτήρες απ’ την «Τρομπέτα» της Τζάκι Κέι (μτφ. Κ. Ματσούκας, Μελάνι 2007), το νεκροθάφτη και το ληξίαρχο, όπου είχαν μια «ιδιαίτερη» σχέση με τους νεκρούς και τους συγγενείς τους, προσπαθώντας, έστω και εν θανάτω, να τους κατανοήσουν και να τους εντάξουν σ’ ένα πλαίσιο που είχαν δημιουργήσει στο δικό τους, ενδεχομένως μόνο σ’ αυτό, μυαλό. Από την άλλη, η Εσθαλία-Μιρέλλα, η οικονόμος της Βίλας Κομπρέ, που απελευθερώνεται με τη βοήθεια του Θάνου και πάει να ζήσει μαζί του την «αληθινή ζωή», καθώς και η διασαλευμένη της σχέση με την εκπεσούσα ιδιοκτήτρια της Βίλας, φέρνει στο μυαλό τη σχέση, τηρουμένων πάντα των αναλογιών, της Αντουανέτ Κόσγουεϊ με το σύζυγό της, κύριο Ρότσεστερ, στην «Πλατιά θάλασσα των Σαργάσσων» της Τζην Ρυς (μτφ. Αρ. Μαντόγλου, Μελάνι 2007). Η τελευταία, βέβαια, σχέση που αναφέρεται, θα μπορούσε κάλλιστα να αναχθεί και στη σχέση που έχει αναπτύξει ο Θάνος με την ίδια τη ζωή και, κατ’ επέκταση εν προκειμένω, με το θάνατο∙ μια σχέση που, στην ουσία της «Βίλας Κομπρέ» του Αλέξη Σταμάτη, μπορεί και να μην υπάρχει τελικά κατ’ απόλυτο τρόπο.

Το κράμα ρεαλισμού και ο ποιητικού στοχασμού του συγγραφέα, γνώριμα στοιχεία ήδη από προηγούμενα βιβλία του, επιτυγχάνονται μεν να αποδοθούν ικανοποιητικά, ωστόσο οι εξαντλητικές περιγραφές και η συνεχής χρήση συμβολισμών μπορεί να κάνουν το μυθιστόρημα άνισο σε κάποια του σημεία. Δηλαδή, ο Θάνος που συμβολίζει το θάνατο, ο νεκροθάφτης πατέρας του, που προτυπώνει τη σχέση με το θάνατο, η Εσθαλία-Μιρέλλα που δηλώνει τη μετάβαση απ’ το θάνατο στη ζωή, και η Αφρική η οποία υπονοεί τη γέφυρα μεταξύ ζώντος και τεθνεώτος, αποτελούν απλά πραγματολογικά τεχνάσματα και συνήθεις συμβολισμούς, που βρίσκουν την πηγή τους στα ρεαλιστικά, αφενός, και συμβολικά, αφετέρου, μυθιστορήματα του 19ου αιώνα. Αν θέλαμε να βρούμε παρόμοιες αναφορές στις προκείμενες έννοιες, δύο μυθιστορήματα, το «Καθένας» του Φίλιπ Ροθ (μτφ. Αχ. Κυριακίδης, Πόλις 2006) και το «Περί θανάτου» του ανιαρού Ζοζέ Σαμαράγκου (μτφ. Αθ. Ψυλλιά, Καστανιώτης 2007), αλλά μόνο ως προς το υπό πραγμάτευση θέμα και όχι ως προς τον τρόπο που αυτό γίνεται.

Πάντως, ο συγγραφέας κινείται άνετα στο σύγχρονο χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας, σ’ ένα πλαίσιο που προσπαθεί να δημιουργήσει χώρο έκφρασης των καθημερινών αγωνιών του σύγχρονου ανθρώπου, κάτι που συναντούμε στους συνομήλικους ομότεχνούς του, όπως είναι ο Θανάσης Χειμωνάς, ο Λένος Χρηστίδης, ο Κώστας Κατσουλάρης ή ο Δημήτρης Σωτάκης, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ο καθένας, αλλά με τις ίδιες ωσμώσεις απ’ το παρόν που ζουν και συμμετέχουν ενεργά.

Ο Αλέξης Σταμάτης έχει κυκλοφορήσει ένα μυθιστόρημα που παλαντζάρει ανάμεσα στο ποιητικό και το πεζογραφικό του “εγώ”. Το στοιχείο αυτό μπορεί να δημιουργεί φορές-φορές ένα ευανάγνωστο από πολλές απόψεις αποτέλεσμα, εντούτοις δημιουργεί μια σύγχυση στον αναγνώστη αναφορικά με την ενότητα και την ισορροπία του βιβλίου. Με λίγα λόγια, φαίνεται σε διάσπαρτα σημεία της «Βίλας Κομπρέ» ότι ο Σταμάτης δεν κατάφερε με απόλυτη επιτυχία να παντρέψει τις δύο προαναφερθείσες “ταυτότητες”, πράγμα που ίσως καταδεικνύει αυτό που παρατηρείται συχνά τελευταία στην ελληνική λογοτεχνία: την έξαρση του ποιητικού μυθιστορήματος, που συχνά, ευτυχώς όχι πάντα, δεν έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα μιας πεζογραφικής προσπάθειας προσπαθώντας να συνδυάσει το συναισθηματικό και λεξιλάγνο λόγο και την αντίστοιχη σκέψη, με τη μυθιστορηματική βάση και πλοκή.

“Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν. Μετά δε τούτο κρίσις.” [Προς Εβραίους 9.27]

 

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη]

[Περισσότερα για το έργο και τη ζωή του Αλέξη Σταμάτη, μπορείτε να βρείτε στις σελίδες της Δ. Κ. Βιβλιοθήκης Σερρών, στη στήλη «Πρόσωπα», καθώς και να ανατρέξετε στο προσωπικό του blog και σε μια συνέντευξη που μου είχε παραχωρήσει]

20 thoughts on “βίλα κομπρέ – αλέξης σταμάτης

  1. 5 logoi gia tous opoious to V.K den einai kalo vivlio.

    H glwssa einai epitideumeni kai pseutiki, se kapoia simeia kalodoulemeni se alla oxi.

    H anaptuxi ki i exelixi tou kentrikou xaraktira sxedon anuparkti.

    Oloi oi xaraktires einai akraia stereotupikoi, opws i Agni, xanthomallousa parthena, o ftwxos plin timios neos pou tin swzei apo tin adiexodi zwi tis, k.l.p

    To trito meros pou ektulissetai stin Afriki moiazei asundeto, proxeirogrammeno, gemato klise ki o suggrafeas to xrisimopoiei gia na vgei apo to adiexodo kai gia na dimiourgisei entasi kai kinitikotita, epixeirwntas na kapupsei to keno tis sxedon anyparktis eswteris exelixis tou Thanou. H prospatheia tou na mimithei tin ‘Kardia
    tou skotadiou’ tou Conrad, an kai ginetai amesws antilipti prokalei mono gelio.

    H V.K. fernei sto nou tainies kai vivlia pou exoume idi dei kai diavasei. Den exei kati kainourio kai endiaferon na prosferei stous anagnwstes akoma kai se autous pou areskontsi stin anagnwsi xortastikwn peripeteiwn. Akoma kai se auto apotygxanei to en logw vivlio afou einai kourastiko, vareto, gemato upervolikes perigrafes kai xwris kentro varous.

    Na prosthesw oti lanthasmena grafete pws o Stamatis, poy exei gennithei to 1960,
    einai sunomilikos tou Swtaki kai tou Xeimwna oi opoioi an den apatwmai einai gyrw sta 35. Dikaiologimeni i sygxysi sas afou tha perimene kaneis oti o S. exontas pisw tou tosa vivlia kai plidiazontas ta 50 tha eprepe kai na grafei kalutera kai to koino tou na sevetai perissotero.

  2. Sotiris70, πέρα από τους υπερβολικούς σας χαρακτηρισμούς, στους οποίους δε θα σταθώ αφού μπορείτε να έχετε τη γνώμη σας καταπώς εσείς νομίζετε, κάνω μερικές μόνο παρατηρήσεις επί του σχολίου σας.

    Ο ήρωας δεν είναι καθόλου φτωχός και καθόλου τίμιος, αφού, αφενός, κληρονόμησε κοσμήματα και μετρητά από τον πατέρα του, αλλά και έκανε παρέα και συμμετείχε σε πράξεις, έτσι ή αλλιώς, του υποκόσμου.

    Η ξανθομαλλούσα είναι μεν αγνή και παρθένα, όπως αναφέρετε, ωστόσο είναι έτσι εξ ανάγκης και συνηθείας, μην έχοντας γνωρίσει τίποτε απολύτως στη ζωή της, πέρα απ’ την Βίλα-μαυσωλείο.

    Να μην προσθέσετε ότι γράφω λανθασμένα ότι ο Σταμάτης ανήκει ηλικιακά στην ίδια ομάδα με τον Σωτάκη και τον Χειμωνά, πρώτον, γιατί δεν ισχύει η εξήγησή σας για τη σύγχυσή μου (sic), δεύτερον, η δεκαετής διαφορά δεν “αλλάζει” λογοτεχνική γενιά, και, τρίτον, περισσότερη σημασία έχει η εμφάνιση στα γράμματα, αφενός, και οι ωσμώσεις και οι αναφορές, όπως λέω και στο κείμενο, αφετέρου, οι οποίες εν πολλοίς έχουν κοινή βάση, αν μη τι άλλο.

    Κατά τα άλλα, περί ορέξεως…

    Σας ευχαριστώ για το πέρασμα από δω.
    Καλησπέρα.

  3. Κύριε Αθηνάκη,

    με αφορμή την πρόσφατη ανάγνωση του τελυταίου πονήματος του κ. Σταμάτη, θα ήθελα να πω ότι :

    .-Η μίξη ποιητικής γραφής και καθεαυτής πεζογραφικής
    γραφής δεν κουράζει, φρονώ, το μέσο αναγνώστη, διότι η
    πρώτη δίδεται σε λογική ποσότητα (ας μου επιτραπεί η
    έκφραση αυτή). Έχοντας, μάλιστα, διαβάσει σχετικά
    πρόσφατα το “ΒΙΟ ΤΟΥ ΙΣΜΑΗΛ ΦΕΡΙΚ ΠΑΣΑ” της Ρέας
    Γαλανάκη, όπου ο ποιητικός λόγος έχει την αποκλειστικό-
    τητα, θα ήθελα να πω ότι εδώ ο ποιητικός λόγος του κ.
    Σταμάτη δεν κουράζει ιδιαίτερα.
    .- Ο Θάνος είναι τίμιος, αφού ο πατέρας του τον οδηγεί,
    ώστε να αναζητήσει και να ανεύρει τα κοσμήματα, ενώ οι
    παρέες του δεν τον οδήγησαν παρά περιστασιακά σε κάποιες
    παράνομες πράξεις, όπως τότε, που ανήκε σε μια ομάδα
    αναρχικών. Φτωχός ήταν σίγουρα, πριν του αφήσει ο
    πατέρας του τα λεφτά και τα κοσμήματα. Και σίγουρα ήταν
    φτωχός σε συναισθήματα απέναντι σε όλους. Ο χαρακτήρας
    του πλουτίζει όσο προχωρά η πλοκή του βιβλίου και νομίζω
    ότι ο κ. Σταμάτης τον σκιαγραφεί επαρκώς.
    .- Η συνήθεια του Πολύβιου να φωτογραφίζει τους νεκρούς
    μου θύμισε την ταινία “ΟΙ ΑΛΛΟΙ” του Αλεχάντρο
    Αμενάμπαρ, όπου τα παιδιά της Νικόλ Κίντμαν ανακαλύπτουν
    ανάλογες φωτογραφίες.

  4. Αγαπητέ περιούσιε, σωστές οι παρατηρήσεις σας. Χαίρομαι γι’ αυτές.
    Διαφωνώ, ησύχως ωστόσο, με την τιμιότητα του Θάνου, έτσι όπως τη θέτετε, μια και θεωρώ ότι τα πάντα, ακόμη κι όσα έκανε “εν τιμιότητι”, τα έκανε “για την πάρτη του”, αν μου επιστρέπετε.

    Βέβαια, “Οι Άλλοι” δε μου ήρθαν καθόλου στο μυαλό’ σας ευχαριστώ για την υπενθύμιση!

    Πάω τώρα να ρίξω μια ματιά στο ιστολόγιό σας.
    Καλώς ήρθατε και εις το επανιδείν, ελπίζω.

  5. καλημερα τεκνον μου!το βιβλιο δεν το διαβασα ακομα αλλα μιας και το προτεινεις θα του ριξω ενα βλεφαρο!

  6. Ο Σταμάτης πάντως δεν γράφει “λογοτεχνία δωματίου” (βλ.Βραβεία Διαβάζω), είναι συγγραφέας αφηγηματικός με δομή, πλοκή, χαρακτήρες.
    Θεωρώ την κριτική σου πολύ διεισδυτική και με διαφορετική ματιά-επιτέλους!

  7. Αν η Τόνι Μόρισον είναι θεία σας, δεν της μεταφέρετε τους χαιρετισμούς μου, όπου κι αν βρίσκεται;

    Ο Σταμάτης δε γράφει “λογοτεχνία δωματίου”, όπως λέτε, κι έχετε απόλυτο δίκιο.
    Ευτυχώς που υπάρχουν κι οι συγγραφείς (πεζογράφοι και ποιητές) που βγάζουν τις λέξεις τους στο δρόμο.
    Εκεί που κρύβονται και φανερώνονται όλα, στο κάτω-κάτω της γραφής.
    Στα δωμάτια μόνο κρυφές γωνιές έχουν μείνει. Χωρίς φως. Δίχως.

    Τα σέβη μου, τα σέβη μου!
    Σας ευχαριστώ.

  8. Κι όμως, αγαπητέ μου, τον νέο αέρα στην πεζογραφία τον φέρνουν συνήθως όσοι γράφουν ‘λογοτεχνία δωματίου΄ κι όχι όσοι αναπαράγουν το πρότυπο εκθέσεων που διδαχτήκαμε στο γυμνάσιο. Να προσθέσω ότι κάθε συγγραφέας έχει τους αναγνώστες που του αξίζουν – και το αντίστροφο – κι αυτή είναι η ουσία…Αφού τόσο απολαμβάνετε τη δουλειά του Σταμάτη σας εύχομαι να τον απολαύσετε και στο μέλλον σε πολλά πανομοιότυπα βιβλία του… δρόμου!

  9. Αγαπητέ white cat, οι συγγραφείς έχουν τους αναγνώστες τους, τους κριτικούς τους, τους φίλους τους, τις φίλες τους, τη μαμά τους, τον μπαμπά τους και όποιον άλλο (δηλαδή τα κινητά τον Γερμανό τους).

    Έχετε, δε, υπόψη σας ότι η παρατήρηση ενός κόσμου, δε σημαίνει αυτόχρημα και την συμμετοχή του σ’ αυτόν.

    Όπως, επίσης, όταν διαβάζουμε κάτι, το διαβάζουμε απ’ άκρου εις άκρον.
    Κι όχι ό,τι βγάζει το google μόνο…

    Σας χαιρετώ από το δρόμο. Από hot spot κάπου στην Αθήνα.
    Στα δωμάτια έχει ζέστη.

  10. Να πω στην λευκή γατούλα ότι με τον όρο “λογοτεχνία δωματίου” εννοώ αυτάρεσκες λογοτεχνικές κατασκευές που αποβλέπουν στον ναρκισσισμό των συγγραφεών τους και όχι στην διαπραγμάτευση μύθων και χαρακτήρων.
    Το μυθιστόρημα εκ γενετής είναι του δρόμου, είναι είδος “βλαμμένο”, θέλει αίμα, θέλει σπέρμα, αλητεία, δεν είναι ασκήσεις ξεπερασμένης γραφής.
    Προτιμώ το δρόμο λοιπόν από τη λογομούχλα που αδιαφορεί για την κοινωνία και τους ανθρώπους της.

  11. είναι γνωστή η στιχομυθία ανάμεσα στον Πικάσο και τον Ελύτη, για τα ταξίδια στο χώρο, τα ταξίδια του μυαλού και το ταξίδι διά της τέχνης. Όπου ο ζωγράφος, απευθυνόμενος στον ποιητή, έλεγε ότι μέσα από το ατελιέ πραγματοποιούσε τις πιο μεγάλες περιπλανήσεις (σε αντίθεση με τους σύγχρονούς του, που “συνέλεγαν χιλιόμετρα” για να επιδείξουν εκκεντρισμό και στίγμα που θα τους διαφοροποιούσε από τη μπουρζουαζία). αναζητήστε το quote στα Ανοιχτά Χαρτιά.

    αν ήταν έτσι οι ταξιδιωτικοί πράκτορες θάτανε και λογοτέχνες
    κι ο Ελύτης, live your myth in Greece

  12. Ας επαναλάβω κι ας προσθέσω: η παρατήρηση ενός κόσμου, δε σημαίνει αυτόχρημα και τη συμμετοχή του σ’ αυτόν. Ωστόσο, η συμμετοχή σ’ αυτόν, προϋποθέτει την παρατήρησή του.

    Όσο για τον Ελύτη, έζησε κι αυτός το μύθο του…
    Στην Ελλάδα και αλλού.

    Για τους ταξιδιωτικούς πράκτορες δεν ξέρω.
    Η Μαριάννα Κορομηλά, πάντως, ως ξεναγός τα συνδύασε μια χαρά! Και παραπάνω…

  13. αυτό που εννοώ είναι ότι για να πλαστεί ένας μύθος ή ένας χαρακτήρας, για να ζωντανέψει μια ατμόσφαιρα, σημασία δεν έχει ο τόπος του παρατηρητή, ούτε και η συμμετοχή, αλλά το εύρος και το βάθος της ματιάς του. ή η ανάγκη να συμπλακεί ο τόπος, ο χρόνος και ο ψυχισμός, ο αλλότριος, με τη δική του ουσία. ή η ευλυγισία να μπαίνει σε άλλες θέσεις. και αναφέρομαι στις διακρίσεις του αλωνιού και του σαλονιού, που μου φαίνονται λιγο τεχνητοί.

    εξ ου και τα παραδείγματα
    κατά τα άλλα, κι εγώ επιμένω ότι ούτε ο Ελύτης ούτε η Κορομηλά, συνέγραψαν εξ αιτίας των εξωτερικών τους μετακίνησεων, αν δεν είχαν ανοίξει ο καθένας το αντίστοιχο λαγούμι της διαδρομής, μέχρι να συναντήσουν τους “προορισμούς”.

  14. Κάλλιο αργά παρά ποτέ, αλλά συνειδητοποίησα την παρανόηση:
    Όταν αναφερόμαστε στη “λογοτεχνία δωματίου” ή στη “λογοτεχνία του δρόμου”, κάνουμε αναφορά περισσότερο στη διάκριση μεταξύ εργαστηριακής γραφής και “αλητείας” της γραφής, όπως υποννοείται και στο σχόλιο της ανιψιάς της Τόνι Μόρισον. Δεν έχει να κάνει στα σίγουρα με το πόσα miles bonus έχει κόψει ο κάθε συγγραφέας και με το πόσες φωτογραφίες έχει βγει μπροστά στον Πύργο του Άιφελ ή τους αμμολόφους της Μέσης Ανατολής.

    Απ’ την άλλη, χωρίς να βρίσκεσαι στη ζύμωση του σύγχρονου και του “έξω”, όσο λαγούμι κι αν διαθέτεις, μέχρι ένα σημείο μπορείς να φτάσεις. Ο Πικάσο, εξάλλου, αναγκάστηκε ν’ αλλάξει χώρα για να διευρύνει το ισπανικώς καταπιεσμένο του λαγούμι. Όπως και τόσοι άλλοι. Αλλιώς κανένας Φράνκο δε θα ενοχλούσε κανέναν, κανένας συνταγματάρχης δε θα ‘χε καμιά επιρροή, αν το “έξω” δεν επηρέαζε το “μέσα”. Θυμήθηκα και τον μακαριστό που είπε όταν ρωτήθηκε για τη συμμετοχή του στη χούντα: “Εγώ δεν ξέρω. Σπούδαζα”. [χάριν αστεϊσμού αυτό!]

    Ο Ελύτης και η Κορομηλά, μιας και αναφέρθηκαν, δε συνέγραψαν εξαιτίας των εξωτερικών τους μετακινήσεων, ωστόσο ζυμώθηκαν και ζυμώθηκαν και ζυμώθηκαν μ’ ανθρώπους και τόπους. Μέσα κι έξω.

    * * *

    “Πολλών δ’ ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω” [από το προοίμιο της Οδύσσειας]

  15. υπάρχει ένα βιβλίο του Γιώργου Ιωάννου, η “Καταπακτή”, που περιγράφει πληρέστερα και λογοτεχνικά, αυτήν την συνθήκη που προσπάθησα να περιγράψω. Προτίθεμαι έτσι κι αλλιώς να αναρτήσω, ένα από τα διηγήματα. Γραμμένο σε μια εποχή που αυτές οι κατηγοριοποιήσεις δεν υπήρχαν ακόμα,ούτε είχαν γίνει trendy. Δεν αναφέρομαι στη “βίλλα”, ούτε και εκφέρω άποψη, ούτε σε κάποιο ειδικά σχόλιο, γιατί δεν έχω διαβάσει το βιβλίο. Γενικά, είναι όλα αυτά.

  16. ine to pio iperoxo vivlio pou diavasa tous telefteous 3 mines. sinarpastiko… ksipnisa to proi 2 meres meta pou to agorasa k ipa na to diavaso..afto itan den mporousa na to ksekolliso ..to diavaza gia 5 ores me kratouse se agonia kathe fora pou alaza selida trelenomoun …tha to kratiso stin korifi tou prosopikou mou katologou

    kirie stamati sixaritiria …

  17. Μου άρεσε πάρα πολύ το βιβλίο αυτό… Δημιουργεί μια μοναδική ατμόσφαιρα… Θα ήθελα τη γνώμη όσων το έχουν διαβάσει για ένα σημείο που δεν έχω αποσαφηνίσει… Ο πατέρας της Μιρέλας-Εσθαλίας, τον οποίο σκότωσε ο Κωστής, ήταν τελικά αναμεμειγμένος στον φόνο του πρώτου συζύγου της Άλμας? Ή ήταν τελείως αθώος? Εγώ πιστεύω πως ήταν…. Κάπου λέει ότι φαινόταν πως είχε με τον Αλέξανδρο πολύ καλύτερες σχέσεις, ότι είχε αλλάξει, ότι σύχναζε στη βίλα παρόλο το θέμα με την κόρη του.. Τί λέτε?

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s