Στήλη Blogs στο περιοδικό (.poema..)

 

Η ποίηση. Το χέρι. Η οθόνη. Το Διαδίκτυο. Οι ποιητές. Οι αναγνώστες. Μυστικά αλλά όχι ψέματα.
Κάπου στο ηλεκτρονικό σύμπαν φωλιάζουν φωνές φωνασκούσες. Ψάχνουν να βρεθούν μ’ ένα(ν) Αλλο που κανείς δεν ξέρει ποιο(ς) να ‘ναι. Ή σχεδόν κανείς.

Εδώ. Λίγη ακόμη ποίηση. Ενα ακόμη χέρι. Μια ακόμη οθόνη, αναγνωστική τούτη τη φορά. Το Διαδίκτυο. Δικό τους και δικό μας. Οι θεατές. Οι σχολιαστές. Φανερά κι αληθινά. Εδώ είμαστε.

Βρίσκουμε αυτά που έχουν εφευρεθεί.
Το (.poema..) αγαπά την ποίηση – γι’ αυτήν υπάρχει – καθ’ οιονδήποτε τρόπο.
Ανακαλύπτουμε, λοιπόν, τούτες τις φωλιασμένες φωνές του διαδικτυακού σύμπαντος και τις “τοποθετούμε” εδώ- φανερά και φωναχτά.

Γιατί κάτι πάντοτε υπάρχει που δεν το ξέρουμε ακόμη.
Καιρός να το μάθουμε.
Σιγά σιγά θα ανακαλύψουμε τούτες φωνές. Επιμένω. Φωνές.
Φωνάξτε.

δ.α.

 

[Με το περιοδικό ποίησης (.poema..) εγκαινιάσαμε σήμερα μια καινούργια στήλη, στην οποία σε τακτά χρονικά διαστήματα θα δημοσιεύουμε ποιητικές φωνές που θ’ ανακαλύπτουμε στο σύμπαν του διαδικτύου, με σκοπό ν’ ακουστούν, όσο γίνεται περισσότερο.

Σιγά-σιγά, λοιπόν…

Όλα για την ποίηση…]

EcoFilms Festival της Ρόδου – περιοδικό www.e-poema.eu

 

Η ποίηση σε κίνηση – ΤΕΙ Γραφιστικής και ηλεκτρονικό περιοδικό για την ποίηση (.poema..)

EΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ (φουαγιέ, Σάββατο 28 Ιουνίου 2008, 17.00, 40΄)

Η οπτικοποίηση του ποιητικού λόγου ξεκίνησε σαν άσκηση στο μάθημα «Γραφιστική Κινηματογράφου» του τμήματος Γραφιστικής του Τ.Ε.Ι. Αθήνας πριν από μερικά χρόνια.

Αρχικός στόχος της άσκησης, ήταν να βοηθήσει τους σπουδαστές να αναπτύξουν ένα ισχυρό ερμηνευτικό κριτήριο μέσα από την επαφή με την ποίηση, αλλά και να ανακαλύψουν ένα καινούργιο τρόπο έκφρασης, μέσο του συνδυασμού της ποίησης με την κινούμενη εικόνα και την ψηφιακή τεχνολογία.

Από την αρχή σκοπός μας ήταν και είναι η παραγωγή αξιόλογου έργου, με την μορφή μικρών σε διάρκεια βίντεο, έργου άξιου να παρουσιαστεί και έξω από τα στενά όρια του εκπαιδευτικού ιδρύματος.

Το μάθημα «Γραφιστική Κινηματογράφου» προσφέρεται τα δύο τελευταία εξάμηνα σπουδών του τμήματος Γραφιστικής.Κάθε εξάμηνο δίδεται στους σπουδαστές ένας στίχος ή ένα απόσπασμα από ένα ποίημα και τους ζητείται να το οπτικοποιήσουν.

Στη συνέχεια, αφού πρώτα γίνει μια εισαγωγή στην κινηματογραφική γλώσσα, τις δυνατότητες της ψηφιακής τεχνολογίας, και αφού οι σπουδαστές ερευνήσουν διεξοδικά το θέμα που τους δόθηκε, προχωρούν στη δημιουργία ενός μικρού video διάρκειας όχι μεγαλύτερης του ενάμιση λεπτού, με αφορμή το ποίημα.

Σημειώνεται εδώ ότι δίνεται απόλυτη ελευθερία στους σπουδαστές, τόσο όσον αφορά τις τεχνικές οπτικοποίησης που μπορούν να χρησιμοποιήσουν, όσο και στον τρόπο που θα ερμηνεύσουν το ποίημα.

Μοναδική υποχρέωση των σπουδαστών είναι να εμφανίζεται ο στίχος στο βίντεο με την μορφή τυπογραφικών στοιχείων ή με άλλο τρόπο «γραμμένων» λέξεων.

Αποτιμώντας την εμπειρία που αποκομίσαμε από την οπτικοποίηση του ποιητικού λόγου ως εκπαιδευτική άσκηση, τα συμπεράσματα που βγαίνουν είναι παραπάνω από θετικά.Από εκπαιδευτική άποψη οι σπουδαστές, μέσα από την επαφή με την ποίηση, βρίσκουν μια διέξοδο για πειραματισμό και αναλυτική προσέγγιση του έργου τους πολύτιμη για την εξέλιξή τους ως καλλιτέχνες.

Η «απελευθέρωση» αυτή είναι ευεργετική και σε προσωπικό επίπεδο αφού οι σπουδαστές ανακαλύπτουν δεξιότητες και ενδιαφέροντα που σε πολλές περιπτώσεις δεν γνώριζαν καν πως είχαν.

Από την πλευρά των διδασκόντων, η εμπειρία υπήρξε πολύτιμη όχι μόνο γιατί ο καθηγητής είναι σε κάθε περίπτωση μέτοχος της γοητευτικής αυτής «ανακαλυπτικής» διαδικασίας που περνάνε οι σπουδαστές, αλλά και γιατί μέσα από την συγκεκριμένη άσκηση μας δίνεται η δυνατότητα να χρησιμοποιήσουμε την ποίηση για εκπαιδευτικούς σκοπούς.

Σαν αποτέλεσμα διαπιστώσαμε με χαρά ότι ένα μεγάλο ποσοστό των δημιουργιών των σπουδαστών μπορούν να σταθούν σαν αυτόνομο, αξιόλογο καλλιτεχνικό έργο, και όχι μόνο σαν μια απλή σπουδαστική άσκηση.

Στο δεύτερο τεύχος του διαδικτυακού περιοδικού για την ποίηση (.poema..), δόθηκε για πρώτη φορά η ευκαιρία στους σπουδαστές του τμήματός μας να παρουσιάσουν την δουλειά τους στο ευρύ κοινό, «ανεβάζοντας» σε κάθε τεύχος του περιοδικού μια επιλογή από 4-5 βίντεο.

Η μεγάλη επιτυχία που είχε αυτό το εγχείρημα, μας οδήγησε και στο φεστιβάλ Εcofilms, στο οποίο παρουσιάζεται για πρώτη φορά το σύνολο των εργασιών, δηλαδή και τα 18 σπουδαστικά video.

Κλείνουμε ευχαριστώντας τον Βασίλη Ρούβαλη, συντάκτη του διαδικτυακού περιοδικού (.poema..) και την Λουκία Ρικάκη, καλλιτεχνική διευθύντρια του φεστιβάλ Ecofilms, για την φιλοξενία, και ελπίζουμε να βρείτε και εσείς ενδιαφέρουσα αυτή την παρουσίαση.

Στέλιος Πολυχρονάκης

ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ: www.ecofilms.gr/popup2005gr.asp?Year=2008&reqid=TR-02

μπριγιόλ – δημήτρης χατζόπουλος

 

Η εξέταση με μικροσκόπιο ενός εφήβου που βήμα-βήμα ανακαλύπτει τη σεξουαλική του ταυτότητα και βυθίζεται όλο και περισσότερο σ’ έναν έρωτα που προκύπτει μετά από αυτήν, είναι το κέντρο της ιστορίας του «Μπριγιόλ». Ο Δημήτρης Χατζόπουλος, με μια νοσταλγική όσο και ρομαντική διάθεση, διηγείται μια ιστορία  γραμμική που η εξέλιξή της μοιάζει να εξυπηρετεί ένα και μόνο σκοπό: την ελευθερία απ’ οποιοδήποτε μονομανές πάθος.

Ο Δημήτρης, δευτερότοκος γιος μιας μικροαστικής οικογένειας της Πάτρας, με όλα τα μικροαστικά κατάλοιπα που μπορεί κανείς να έχει κατά νου, περνά μια ιδιάζουσα όσο και τραχεία εφηβεία, μ’ έναν πατέρα απόντα, μια μάνα καταπιεστική κι έναν αδερφό που όλοι ασχολούνται μ’ αυτόν. Γνωρίζει, όμως, τον Δημήτρη, ένα χρόνο μικρότερό του, στο σχολείο, και από κει ξεκινούν όλα. Ένας ματαιωμένος έρωτας μεταξύ των δύο αγοριών καθώς και μια ψυχική παράνοια βρίσκουν χώρο κι εγκαθίστανται στην ψυχή του πρώτου Δημήτρη και τον ακολουθούν μέχρι τη λήξη των σχολικών χρόνων καθώς και τα πανεπιστημιακά χρόνια στην Αθήνα. Μέχρι, εν τέλει, την αποκοπή από όλα όσα κατέτρυχαν τους χαρακτήρες, είτε μέσω της αναχώρησης (ο δεύτερος Δημήτρης περνά κάποιο χρόνο στο Άγιο Όρος) είτε μέσω της πλήρους παραίτησης και εκ αναγέννησης που τολμά ο πρώτος Δημήτρης.

Ο μόνος λόγος που μπορώ να φανταστώ ότι ο Χατζόπουλος χρησιμοποίησε δύο ίδια ονόματα για τους ήρωές του, είναι γιατί ήθελε, μ’ έναν προφανή συμβολισμό να καταδείξει το αντικαθρέφτισμα του ενός χαρακτήρα στον άλλο. Με λίγα λόγια, χρησιμοποίησε αυτό το τέχνασμα προκειμένου να μπορέσει μ’ αυτό να δηλώσει ότι αυτό που χαρακτηριζόταν ως έλλειψη στον έναν Δημήτρη, μπορούσε να βρει το συμπλήρωμά του στον άλλον. Σοφόν το σαφές.

Όσον αφορά τώρα την ίδια την ιστορία, η ένσταση που μπορεί να εγερθεί σχετίζεται με το χτίσιμο των χαρακτήρων. Μοιάζει ο συγγραφέας τού «Μπριγιόλ» με μια ευκολία και εξ απαλών ονύχων να περιγράφει όλα τα πρόσωπα με μια διάθεση παραίτησης, ομοιαζόντων εν πολλοίς αντιδράσεων και επίπεδων σκέψεων. Αυτό, κατά κανόνα, στη λογοτεχνία δεν αποτελεί καταρχήν πρόβλημα. Ωστόσο, πολλές φορές καταδεικνύει μια εμμονή σε κλισέ χαρακτήρες που δεν ξεπερνούν το κοινώς λεγόμενον ούτε, φυσικά, τον κοινό νου.

Κοντολογίς, ο Χατζόπουλος έχει αποφασίσει να αναπαραγάγει χωρίς έντονη προσωπική πινελιά τα πρότυπα που ισχύουν και που ο περισσότερος κόσμος έχει στο μυαλό του για τους ομοφυλόφιλους, άντρες ή γυναίκες, οδηγώντας τον αναγνώστη να σκεφτεί, με τον τρόπο που έχει επιλέξει να χτίσει το μυθιστόρημά του, ότι η ανακάλυψη της σεξουαλικής ταυτότητας του καθενός και της καθεμιάς μας, τείνει να γίνει εξ αιτίας και εξ ανάγκης αποκλειστικά του καταπιεστικού ευρύτερου οικογενειακού περιβάλλοντος. Κάτι που αποτελεί, μεταξύ άλλων, μονομέρεια. Εντούτοις, θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι μια οπτική που ο συγγραφέας επέλεξε να παρουσιάσει.

Ωστόσο, το «Μπριγιόλ» τολμά να μιλήσει για ένα θέμα με εξομολογητική διάθεση και με μια χροιά που αγγίζει τα όρια της προσωπικής μαρτυρίας. Είναι ένα κείμενο που δεν μπλοφάρει και στα σίγουρα δεν έχει γραφτεί για να πει μιαν ιστορία «απ’ έξω» ή «απ’ τα κάτω». Ο Χατζόπουλος, με λίγα λόγια, συνθέτει μιαν αφήγηση που δεν κρύβεται πίσω από κανένα δάχτυλο, που δε φοβάται καθόλου να θέσει επί τάπητος θέματα που αφορούν την ταυτότητα, τον έξω και το μέσα κόσμο που διατηρείται, κατά κανόνα, στο πλαίσιο του απόλυτου ρεαλισμού χωρίς ούτε μια στάλα πέρα απ’ την περιβάλλουσα πραγματικότητα. Κάτι που, φαινομενικά, δεν ήταν, επιπλέον, καν στις προθέσεις του συγγραφέα.

Βέβαια, κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει ότι παρά την ερωτική σχέση και σχέση πάθους μεταξύ των δύο ομόφυλων εφήβων, το «Μπριγιόλ» δεν επικεντρώνεται σ’ αυτό, παρότι φαντάζει να ήθελε να πετύχει το αντίθετο. Όπως προαναφέρθηκε, τολμά να μιλήσει, απ’ την άλλη όμως, δεν προχωρά εις βάθος στις όποιες «ιδιαιτερότητες» θα μπορούσε κανείς να βρει, κάνοντας, έτσι, το μυθιστόρημα μιαν ακόμη ερωτική ιστορία, φυσιολογική και καθημερινή. Αυτό αποτελεί αρετή για το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, μιας και τάσσει το πλαίσιο των αφηγηματικών του προθέσεων στην υπερπήδηση, την απονοηματοδότηση και τη διαγραφή εννοιών όπως «ιδιαίτερος», «ιδιαιτερότητα» κ.λπ., αποφεύγοντας, έτσι, το σκληροπυρηνικό ή συνδικαλιστικό μανιφεστάρισμα της μιας ή της άλλης πλευράς.

Όλα, όμως, εξαντλούνται εκεί. Δεν πρέπει ο αναγνώστης να περιμένει αποκαλύψεις, λογοτεχνικές ή ενδοκειμενικές, δεν πρέπει να αναμένει στοχασμούς εις βάθος. Μπορεί, όμως, να αναλογιστεί επιτέλους, ότι, δυστυχώς, για κάποιους καλλιτέχνες οποιασδήποτε μορφής τέχνης, ο ομοφυλόφιλος ερωτισμός δεν εντοπίζεται πάντα μεταξύ συγγραφέων, ηθοποιών, διανοουμένων ή όποιων άλλων εστέτ χαρακτήρων.

Ο ερωτισμός, αφενός, είναι ένας και, αφετέρου, ανήκει σε όλους.

Ας το δεχτούμε.

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εμπειρία Εκδοτική]

[Ο Δημήτρης Χατζόπουλος είναι εδώ και πολλά χρόνια ραδιοφωνικός παραγωγός. Το «Μπριγιόλ» είναι το πρώτο του βιβλίο]

Ιστορίες Ψυχοθεραπείας

 

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ:  P. Collier, M. Mcphee, F. Prose, J. Baumbach, C. Baxter, J. Gorman, B. Lawrence, S. Barthelme

ΕΠΙΛΟΓΗ / ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:  ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

ISBN:   978-960-6781-26-1
ΣΧΗΜΑ:   20,5 x 13,2 εκ.
ΣΕΛΙΔΕΣ:  204
ΤΙΜΗ:   14,50 €
ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: ΙΟΥΝΙΟΣ 2008

Εκδόσεις Μελάνι

 

Peter Collier, Μεταβίβαση  Martha McPhee, Ο ευγενής κύριος  Francine Prose, Φανταστικά προβλήματα   *  Jonathan Baumbach, Η ψυχοπαθολογία της καθημερινής ζωής   Charles Baxter, Το σοκ της ευτυχίας *  James Gorman, Τρελός για σένα Barbara Lawrence, Ο ασθενής  Steven Barthelme, Ο καλός Σαμαρείτης

Εισαγωγή του Μεταφραστή

Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι άρρωστοι.
Ωστόσο, λίγοι μόνο γνωρίζουν ότι αυτό είναι κάτι
για το οποίο θα έπρεπε να είναι περήφανοι.
Αυτοί είναι οι ψυχαναλυτές.
Karl Kraus (1874-1936)

Πώς μπορεί ο θάνατος ενός χάμστερ, ενός πατέρα ή ενός παιδιού να οδηγήσουν στο “ντιβάνι” ακριβώς με την ίδια ένταση; Πώς γίνεται οι “ασθενείς” να πάρουν τη θέση των γιατρών ή οι γιατροί να ξαπλώσουν στο “ντιβάνι”; Επιτρέπεται ένας “ψυχοθεραπευτής” να κρύβει ένα ρεβόλβερ στο συρτάρι του; Κι αν ναι, πότε θα το χρησιμοποιήσει; Μπορεί ένας ψυχοθεραπευτής να γίνει “θεός” στα μάτια τριών μικρών κοριτσιών;

Η ψυχανάλυση πριν από λίγα χρόνια γιόρτασε τα εκατοστά της γενέθλια με έναν ωραιότατο επιστημονικό καυγά μεταξύ αυτών που την υπηρετούν. Το 2006, λοιπόν, εκδόθηκε στην ελληνική γλώσσα, σχεδόν ταυτόχρονα με τη γαλλική έκδοση, η Μαύρη Βίβλος της Ψυχανάλυσης με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο “Ζώντας καλύτερα χωρίς τον Φρόιντ” (εκδ. Ελληνικά Γράμματα, μτφ. Δροσούλα Τσαρμακλή), ένα συλλογικό έργο σαράντα ειδικών διαφόρων εθνικοτήτων, που δημιούργησε πολύ θόρυβο και δίχασε σε όλη την Ευρώπη τους ψυχιάτρους και τους ψυχολόγους.

Λίγα χρόνια πριν, όμως, κάποιοι Αμερικανοί συγγραφείς είχαν αποφασίσει να ξεκινήσουν δειλά δειλά μία κριτική έναντι της όψιμης μόδας του “καναπέ”. Έτσι, κάθισαν κι έγραψαν,  ξεχωριστά ο ένας απ’ τον άλλο, μικρές ιστορίες που δημοσιεύτηκαν διάσπαρτα σε έντυπα ή σε συλλογές. Μερικές από αυτές, λοιπόν, έχουν συγκεντρωθεί στο βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας.

Οι Ιστορίες Ψυχοθεραπείας αναψηλαφούν και ανασύρουν στην επιφάνεια το πρόσωπο του ψυχαναλυτή και του ψυχαναλυόμενου, όπως αυτό διαγράφεται σε διάφορες εκφάνσεις του. Το πρόσωπό αυτό δεν είναι απαραίτητα αυτό που έχουμε όλοι ως εικόνα σχηματίσει στο μυαλό μας. Και εδώ κρύβεται το μυστικό των Ιστοριών Ψυχοθεραπείας.

Ψυχαναλυτές με προβλήματα ψυχικά, ψυχαναλυτές-σχιζοφρενείς, ψυχαλυτές-δολοφόνοι, ψυχαναλυτές-ψυχαναλυτές. Απ’ την άλλη, ψυχαναλυόμενοι σε ανάγκη, ψυχαναλυόμενοι από συνήθεια, ψυχαναλυόμενοι από περιέργεια, ψυχαναλυόμενοι από βαριεστιμάρα. Όλοι αυτοί παρελαύνουν περιπαθώς απ’ τα διηγήματα που έχουν συγκεντρωθεί σ’ αυτό το βιβλίο και προσπαθούν να βγουν στην επιφάνεια και να μιλήσουν στον αναγνώστη όχι γι’ αυτά που έχουν “πάθει”, αλλά για όλα εκείνα που νομίζουν ότι έχουν πάθει. Και οι ψυχαναλυτές βρίσκονται στο δρόμο των ψυχαναλυόμενων όχι μόνο για να τους βοηθήσουν, αλλά -παράλληλα- για να βοηθηθούν. Παντί τρόπω.

Έτσι, το πρόσωπο του ψυχαναλυτή μπαίνει στο μικροσκόπιο των συγγραφέων των Ιστοριών Ψυχοθεραπείας. Το είδος αυτού του “μικροσκοπίου” αποτέλεσε και το βασικό κριτήριο επιλογής των διηγημάτων που ακολουθούν, που δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια διάθεση να δούμε και κάποιες σαρκαστικές, χιουμοριστικές, σοβαροφανείς ή σοβαρές εικόνες απ’ τη σχέση των ψυχαναλυόμενων με τους ψυχοθεραπευτές τους αλλά και του καθενός από αυτούς με τον εαυτό του. Όπως, επίσης, ένα ακόμη κριτήριο επιλογής είναι και ότι οι ήρωες όλων αυτών των ιστοριών, αν τελικά δεν είναι το ίδιο πρόσωπο, σίγουρα, τότε, κάποτε θα έχουν συναντηθεί. Μέσα τους ή έξω τους…

Οι ιστορίες δεν αποτελούν κριτική στη ψυχοθεραπευτική διαδικασία. Αποτελούν, ίσως, ένα μικρό σχόλιο απέναντι στην αναζήτηση του νοήματος της ζωής, με οποιονδήποτε τρόπο, έχοντας κυρίως ένα πράγμα στο κέντρο αυτής της αναζήτησης: μπορεί να φτάνουμε στο κατώφλι ενός “ντιβανιού” αλλά μήπως, τελικά, εκτός από την αλήθεια που κρύβεται κάπου εκεί έξω, υπάρχει και η αλήθεια που κρύβεται “εκεί μέσα”; Αυτό είναι οι Ιστορίες Ψυχοθεραπείας: η αναζήτηση αυτού του “μέσα” έστω κι αν το μυστικό του κρύβεται σε ένα άδειο κουτάκι γιαουρτιού με φρούτα ή στη διαρκή εσωτερική και εξωτερική διερεύνηση της μύτης μας που μεγαλώνει ή της αντίληψής μας που μικραίνει.

 

Δημήτρης Αθηνάκης

Ιανουάριος 2008

[…] Υπέροχα! Αλλά ξέρετε τι νομίζω; Ότι ο μικρός Άνταμ είναι ένας μεγάλος βραχνάς με το να παρεμβάλλεται στη διασκέδαση του μπαμπά και της μαμάς κατ’ αυτό τον τρόπο. Για όνομα του Θεού! Και επανέρχεται αυτό σήμερα μ’ αυτές τις επαναλήψεις αυτολύπησης. Προσπαθώντας ακόμα να χρησιμοποιήσετε άσχημα όνειρα ως δικαιολογία για να μπείτε στο κρεβάτι με τους γονείς σας και να αγκαλιαστείτε με θαλπωρή μέσα σε όλο αυτό το ερωτικό ξάναμμα, όπου μπορεί να τους κάνετε να πεταχτούν πάνω με τα παγωμένα σας πόδια. Σωστός διαολάκος!»
 «Δεν σας καταλαβαίνω». Ο Άνταμ ένιωθε να τον κατακλύζει ο θυμός. «Είστε ηθοποιός ή κάτι τέτοιο; Είναι όλο αυτό κάτι σαν stand-up comedy; Η φωτογραφία του Φρόιντ εκεί έξω είναι κάτι σαν αστείο;» Ο Φουέντες έγειρε μπροστά. «Θα ήμουν χαρούμενος να καθίσω αναπαυτικά, να κοιτάξω βαθύτερα, να μη βγάλω άχνα, να είμαι συλλογισμένος και να το παίζω Φρόιντ, αν είχατε περίπου δεκαπέντε χιλιάδες δολάρια και δυο χρόνια να χαραμίσετε. Σκέφτηκα, κοιτάζοντάς σας, ότι είσαστε ένας φτωχός φοιτητής. Ωστόσο, αν έχετε κρυφούς πόρους παρακαλώ να μου το πείτε. Τίποτε δεν θα μου άρεσε περισσότερο απ’ αυτές τις μακροχρόνιες σχέσεις γιατρού-ασθενούς. Όπως λέει και το παλιό ρητό: έχεις τα λεφτά, έχω το χρόνο, γλυκιά μου. Θα ήμουν χαρούμενος να κάνω λίγη αληθινή ψυχανάλυση αν είστε έτοιμος. Διαθέτω ακριβώς ό,τι χρειάζεστε»
. […]

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ
ΤΟΥ PETER COLLIER

 

*  *  *

 

Ευχαριστίες στους: Πόπη Γκανά, Θεόδωρο Γρηγοριάδη, Σοφία Γρηγοριάδου, Εύα Στάμου, Σώτη Τριανταφύλλου

η πεταλούδα του ίνσενμπορν – κυριάκος ρόκος

 

Ο γνωστός γλύπτης Κυριάκος Ρόκος πρόσφατα εξέδωσε μια συλλογή ιστοριών που συνεχίζουν το λογοτεχνικό του μοτίβο της ομφαλοσκόπησης. «Η πεταλούδα του Ίνσενμπορν», με τον υπότιτλο «Και άλλες ιστορίες», είναι μια διαρκής αναδρομή στο παρελθόν του καλλιτέχνη, με στοιχεία του παρόντος, όπως αυτό φαίνεται να έχει διαμορφωθεί μέσα από όλα όσα έχει βιώσει. Το «Ίνσενμπορν», για την ιστορία, αναφέρεται μάλλον στο ομώνυμο χωριό του Λουξεμβούργου, καθώς και η αναφορά στην πεταλούδα, παραπέμπει στον Κήπο με τις Πεταλούδες στην ιδια χώρα. Ωστόσο, η πεταλούδα μοιάζει να αποτελεί αφορμή του συγγραφέα για να μιλήσει για τα κίνητρα του ξετυλίγματος των ιστοριών του παρελθόντος του.

Ο Κυριάκος Ρόκος με το γνωστό του ύφος, ευθύ, σαρκαστικό, αυτοσαρκαστικό και πικρόχολο πολλές φορές, διατρέχει πολλά κομμάτια της ζωής του εδώ ή στο Παρίσι, με μοναδικό, όπως όλα δείχνουν, σκοπό: την κριτική του ματιά στο πώς το σήμερα υπάρχει, όσον αφορά και την τέχνη και την πολιτική. Βέβαια, στη συλλογή παρουσιάζονται θραύσματα καταβύθισης σ’ έναν πιο προσωπικό κόσμο, ωστόσο δεν αποτελούν το κεντρικό διακύβευμα του συγγραφέα.

Όλα τα παραπάνω παρατίθενται κατά τρόπο ευθύ και φορές-φορές αδιαπραγμάτευτο, με τη χρήση μιας γλώσσας τέτοιας που επιτάσσουν οι καιροί: ο Ρόκος, μπορεί να μην έχει πλοκή στις ιστορίες του, μπορεί να μη θέλησε ποτέ κάτι τέτοιο, εντούτοις κατάφερε να χρησιμοποιήσει ένα γλωσσικό ύφος που με την απλότητά του να εξυπηρετεί αυτόχρημα και χωρίς αμφιβολία σκέψεις και σπαράγματα ζωής που βυθίζονται σε άλλα επίπεδα.

Η «Πεταλούδα του Ίνσενμπορν» εντάσσεται στο είδος εκείνο της λογοτεχνίας που θυσιάζει τη μυθιστορηματική υπόσταση στο βωμό τής εξομολόγησης και της δημοσιογραφικής ή, συνάμα, εστέτ γραφής. Ο Ρόκος δε φαίνεται να θέλει να αποφύγει ούτε το ένα ούτε το άλλο κι αυτό γιατί, με μια δεύτερη σκέψη, δε θα εξυπηρετήσει το γενικό του σχεδιασμό που δεν είναι άλλος από τον εξορκισμό του προσωπικού του παρελθόντος, τον καθαγιασμό του καθώς και την αναψηλάφηση ενός παρόντος που μοιάζει ο ίδιος να έχει αποκοπεί, εκών άκων.

Το να νιώθεις ξένος με το παρόν που σε περιβάλλει, όπως επίσης εξ ανάγκης να υποτάσσεσαι σ’ αυτό μην έχοντας τη διάθεση να αντισταθείς, οδηγεί, διά του αποτελέσματος εν προκειμένω, σε ένα «εαυτοτικό παραλήρημα» που όχι μόνο κατευθύνει τη σκέψη σε ατραπούς δυσανάλογους της σημασίας των γεγονότων, αλλά -παράλληλα- θάλλει στο εσωτερικό των ίδιων γεγονότων μια παραίτηση για την οποία έχει ο καθένας απευχηθεί ή, ακόμη χειρότερα, παλέψει να διαγράψει.

Και εδώ είναι το σημείο που ο Ρόκος λανθάνει. Η συνεχής αυτοαναφορικότητα με την ταυτόχρονη εξιδανίκευση προσώπων δικών και αλλοτρίων, επιφανών και «αφανών», καταλήγει να αδικεί την ισορροπία ενός λανθάνοντος θυμού και μιας ήρεμης αφαλάτωσης μιας θάλασσας παρελθούσας ανεπιστρεπτί, με έναν τρόπο που αποκλείει τον αναγνώστη από τη συμμετοχή στις λέξεις και τα πράγματα κατά μήκος των ιστοριών.

Κανείς, βέβαια, δεν μπορεί να επιμείνει σ’ αυτό. Όχι, βέβαια, γιατί η έγερση ενστάσεων δεν ωφελεί, αλλά απλώς γιατί αυτή η έγερση καθίσταται περιττή όταν, από τη μια, παρουσιάζει μια γραφή τόσο ερμητικά κλεισμένη στον εαυτό της, ενώ, από την άλλη, οδηγεί, με τη γλώσσα όπως προαναφέρθηκε, σε ήσυχα μονοπάτια.

Το να ξορκίζεις το παρελθόν σου, μπορεί να μη βοηθά κανέναν. Το να το επαναφέρεις, όμως, σε ένα παρόν που θέλεις κι αυτό να το ξορκίσεις, μπορεί να σημαίνει φόβο για το μέλλον, αν όχι μιαν επαναστατημένη ανησυχία γι’ αυτούς που θα το χειριστούν.

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη]

[Ο Κυριάκος Ρόκος γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1945. Σπούδασε γλυπτική και με υποτροφία της Ακαδημίας Αθηνών εργάστηκε στο Παρίσι. Έχει κάνει 31 ατομικές εκθέσεις και πολλές ομαδικές και διεθνείς. Από το 1975 γράφει τακτικά στον τύπο. Έχει εκδώσει έξι βιβλία. Σήμερα, είναι καθηγητής πλαστικής στο τμήμα Συντήρησης Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης του Τ.Ε.Ι. Αθηνών]

μι’ αγκαλιά ρούχα [το δίλημμα είναι “πλυντήριο ή τηλέφωνο”]

 

Άπλωνε τα ρούχα με μανταλάκια, πλαστικά όχι ξύλινα, κάθε μέρα σχεδόν, στην άκρη του μπαλκονιού. Το σπίτι της κάπου στους πρόποδες ενός λόφου. Τα τηλέφωνα χτυπούσαν όλη μέρα κι εκείνη, κουνιστή λυγιστή, έτρεχε να τα προλάβει. Σχεδόν πάντα έκαναν λάθος. «Συγγνώμη, έχετε πάρει λάθος». Αυτή ήταν η φράση που ’λεγε περισσότερες φορές τη μέρα.

Το πρωί δεν ήθελε να δει κανέναν. Έβαζε πλυντήριο και, όταν τέλειωνε, κράταγε τα ρούχα αγκαλιά, βρεγμένα και μυρωδάτα όπως ήταν, και τα ’φερνε μια βόλτα ένα γύρω στο σπίτι. Μετά,  η γνωστή διαδικασία. Άπλωμα, τηλεφωνήματα. Κάνα φαγητό γι’ αλλαγή και τίποτε χτυπήματα σε μια πανάρχαια γραφομηχανή που δεν είχε πια μελάνη. Η μελάνη, και η κόκκινη και η μαύρη, είχε τελειώσει προ πολλού. Δεν την άλλαζε για να μη βλέπει τις λέξεις της γραμμένες μ’ άλλο γραφικό χαρακτήρα απ’ τον προσωπικό της. Όταν στέγνωναν τα ρούχα, πάντα αυτά, ήταν πια ήσυχη. Μπορούσε ν’ απαντάει στα τηλέφωνα χωρίς άγχος και, κυρίως, χωρίς να τη νοιάζει αν ήταν λάθος κλήση ή λάθος άνθρωπος. Ή ο κατάλληλος άνθρωπος την ακατάλληλη στιγμή.

Μια μέρα, αποφάσισε ότι έπρεπε να κάνει κι αυτή ένα τηλεφώνημα. Κάπου. Οπουδήποτε. Κάθισε, λοιπόν, και φυλλομέτρησε τον τηλεφωνικό της κατάλογο. Το καρνέ της, για να ’μαστε ακριβείς. Ξεκίνησε από το Α∙ δεν της άρεσε τίποτε. Το ίδιο και στο Β και στο Γ. Στο Δ, στάθηκε για μια στιγμή, αλλά και πάλι τίποτε. Πέρασε όλη την αλφαβήτα και την ξαναπήρε απ’ την αρχή. «Δεν μπορεί. Κάποιος θα υπάρχει». Κανείς. Εκείνη την ώρα, χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσε. «Παρακαλώ;» Καμιά απάντηση. «Ποιος είναι, παρακαλώ;» Τίποτε. Κατεβάζει τ’ ακουστικό. Και το ξανασηκώνει. Και το ξανακατεβάζει. Τ’ αφήνει κατεβασμένο. «Δε θα με πάρει ξανά κανείς, αν πρώτα δε βρω εγώ κάποιον να του τηλεφωνήσω».

Πέρασαν μέρες έτσι. Δε βγήκε απ’ το σπίτι καθόλου. Μόνο έπλενε, αγκάλιαζε τα φρεσκοπλυμένα ρούχα και τ’ άπλωνε. Ούτε έτρωγε. Ούτε σκούπιζε. Μόνο καμιά φορά πατούσε κάνα πλήκτρο στην παλιά, στην παμπάλαια, γραφομηχανή. Το τηλέφωνο ακόμα κατεβασμένο.

Βδομάδες μετά, συνειδητοποίησε ότι δεν την είχε αναζητήσει κανείς. Κανείς δεν είχε καν χτυπήσει την πόρτα της για να δει αν της συμβαίνει κάτι. Μέχρι που… Μέχρι που αποφάσισε να μπει η ίδια στο πλυντήριο. Κρύφτηκε κει μέσα για μήνες. Έτρωγε τ’ άλατα που ’χαν κολλήσει στον κάδο, κάτι κλωστές που ’χαν μείνει κάπου εκεί, κι έπινε λίγο απ’ όσο απορρυπαντικό είχε μείνει. Τα βράδια, πριν κοιμηθεί, έγλειφε λίγο απ’ το μαλακτικό και κοιμόταν ήσυχη.

Έβλεπε όνειρα. Ήταν, λέει, φόρεμα που πλενόταν κάθε μέρα, για χρόνια, και το κρεμούσαν στον ήλιο για ώρες. Το βράδυ το μάζευαν μέσα και ξανά την άλλη μέρα απ’ την αρχή. Ήταν ένα μαύρο φόρεμα με κάτι δαντέλες στα μανίκια και κάτι φραμπαλάδες στα τελειώματα. Πλενόταν στους 30 βαθμούς χωρίς μαλακτικό. Μια μέρα, λέει, φυσούσε πολύ. Εκείνη, κρεμασμένη στην απλώστρα, πήγαινε πέρα δώθε με μανία και της άρεσε. Δεν ήθελε να ’ρθει το βράδυ και να την πάνε μέσα. Ήθελε να μείνει στον αέρα να πηγαινοέρχεται χωρίς σταματημό. Μαύρη σημαία ενός αέρα τεθνεώτος.

Όταν ξυπνούσε, όταν τ’ όνειρο τελείωνε, άνοιγε την πόρτα του πλυντηρίου κι έστηνε αυτί για ν’ ακούσει αν χτυπούσε το τηλέφωνο. Είχε ξεχάσει ότι ήταν κατεβασμένο. Μπορεί και να της το ’χαν κόψει. Με μια χαιρέκακη αγαλλίαση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, επέστρεφε στον κάδο της κι έξυνε λίγο απ’ τ’ απορρυπαντικό που ’χε πια ξεραθεί.

Τα χρόνια περνούσαν και περνούσαν. Ο πρόσφατος σεισμός μετακίνησε το πλυντήριο από τη θέση του και τ’ οδήγησε κάποια μέτρα δεξιότερα. Εκείνη δεν ήξερε πώς έγινε αυτό, όταν ξύπνησε ένα πρωί και είδε άλλη εικόνα μπροστά της. Σκέφτηκε ότι ήρθαν και την πήραν. Ότι κάπου αλλού είχε πια μεταφερθεί.

Μ’ αυτή τη σκέψη στο μυαλό της, έβγαλε δειλά το χέρι της έξω, ψηλάφισε το καλώδιο και το ’βαλε στην πρίζα. Έβαλε το πρόγραμμα χωρίς πρόπλυση και έκλεισε την πόρτα.

[δε συνεχίζεται]

 

 

Big Sleep – Looking for a girl with a washing machine

I’m looking for a girl
with a washing machine
and a room that’s cool and shady

I’m looking for a girl
with a shower and bath
come on, baby, don’t look at me like that

I’m looking for a girl
with a washing machine
I ain’t saying
I ain’t saying I’m dirty
and I ain’t saying I’m clean

oooh oooh

I’m looking for a girl
with a washing machine
and a room that’s cool and shady

I’m looking for a girl
without plans for the night
I ain’t saying I’m lonely
but I could use some company

I’m looking for a girl
with a washing machine
I ain’t saying
I ain’t saying I’m dirty
and I ain’t saying I’m clean

oooh oooh

I bet you’ve got a washing machine
I bet you ain’t got nothing at do
but I’m just a boy who came into town
I won’t let you down

oooh oooh

 

η φωτογραφία από εδώ

έρως – helmut krausser

 

Μετάφραση: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΜΠΟΡΗ

Επιμέλεια Μετάφρασης: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Σελίδες: 448

ISBN: 978-960-518-333-2

Τιμή: 19,00€

Εκδόσεις Ίνδικτος
 

Ο Αλεξάντερ Φον Μπρύκεν, τις νύχτες των βομβαρδισμών κατά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, γνωρίζει τη Σόφι. Αυτός είναι γόνος μιας οικογένειας εργοστασιαρχών, ο πατέρας του συναναστρέφεται τους μεγάλους του ναζιστικού καθεστώτος. Οι γονείς τής Σόφι εργάζονται στα εργοστάσιά του. Αρχικά, τα παιδιά ένωσε η στενότητα του καταφυγίου των αεροπορικών επιδρομών. Ωστόσο, ένα φιλί από τη Σόφι δίνεται μόνο έναντι χρημάτων. Απʼ την άλλη, ο Αλεξάντερ Φον Μπρύκεν είναι πλούσιος και του έχει μείνει μια ολόκληρη ζωή μπροστά του. Και σʼ ολόκληρη τη ζωή του παρέμεινε απόλυτα παθιασμένος με τη Σόφι.

Το Έρως αφηγείται την ιστορία ενός ανεκπλήρωτου πάθους: Πού τελειώνει η παντοδυναμία, όταν μετατρέπεται σε αδυναμία; Ο Αλεξάντερ Φον Μπρύκεν μπορεί να εκπληρώσει κάθε του επιθυμία, εκτός από μία. Χρησιμοποιεί την περιουσία του για να δημιουργήσει μια άλλη ζωή, – να συντροφεύει και να επηρεάζει. Το Έρως ακολουθεί δύο ανθρώπους σʼ ένα παιχνίδι κρυφτό, διασχίζοντας τη Γερμανία κατά τη μεταπολεμική περίοδο – κι εξιστορεί μία δεκαετή συναρπαστική ιστορία ενός κυνηγού και του αξιολάτρευτου θηράματός του: ένα μυθιστόρημα για την αγάπη και το θάνατο.

 

«Ένα μυθιστόρημα για τα λεπτά όρια μεταξύ αγάπης, πάθους και ψευδαίσθησης, για την ανατομία των εμμονών και, συνάμα, για τον καταστροφικό εικοστό αιώνα. Με το Eros, ο Helmut Krausser έχει γράψει ταυτόχρονα το πιο δυνατό, το πιο ευαίσθητο και το πιο ποιητικό του μυθιστόρημα: Ένα σπουδαίο βιβλίο».
Daniel Kehlmann
Συγγραφέας της Μέτρησης του Κόσμου

«Δεν μπορούμε να περιμένουμε τίποτε περισσότερο από τη λογοτεχνία».
Frankfurter Rundschau