μι’ αγκαλιά ρούχα [το δίλημμα είναι “πλυντήριο ή τηλέφωνο”]

 

Άπλωνε τα ρούχα με μανταλάκια, πλαστικά όχι ξύλινα, κάθε μέρα σχεδόν, στην άκρη του μπαλκονιού. Το σπίτι της κάπου στους πρόποδες ενός λόφου. Τα τηλέφωνα χτυπούσαν όλη μέρα κι εκείνη, κουνιστή λυγιστή, έτρεχε να τα προλάβει. Σχεδόν πάντα έκαναν λάθος. «Συγγνώμη, έχετε πάρει λάθος». Αυτή ήταν η φράση που ’λεγε περισσότερες φορές τη μέρα.

Το πρωί δεν ήθελε να δει κανέναν. Έβαζε πλυντήριο και, όταν τέλειωνε, κράταγε τα ρούχα αγκαλιά, βρεγμένα και μυρωδάτα όπως ήταν, και τα ’φερνε μια βόλτα ένα γύρω στο σπίτι. Μετά,  η γνωστή διαδικασία. Άπλωμα, τηλεφωνήματα. Κάνα φαγητό γι’ αλλαγή και τίποτε χτυπήματα σε μια πανάρχαια γραφομηχανή που δεν είχε πια μελάνη. Η μελάνη, και η κόκκινη και η μαύρη, είχε τελειώσει προ πολλού. Δεν την άλλαζε για να μη βλέπει τις λέξεις της γραμμένες μ’ άλλο γραφικό χαρακτήρα απ’ τον προσωπικό της. Όταν στέγνωναν τα ρούχα, πάντα αυτά, ήταν πια ήσυχη. Μπορούσε ν’ απαντάει στα τηλέφωνα χωρίς άγχος και, κυρίως, χωρίς να τη νοιάζει αν ήταν λάθος κλήση ή λάθος άνθρωπος. Ή ο κατάλληλος άνθρωπος την ακατάλληλη στιγμή.

Μια μέρα, αποφάσισε ότι έπρεπε να κάνει κι αυτή ένα τηλεφώνημα. Κάπου. Οπουδήποτε. Κάθισε, λοιπόν, και φυλλομέτρησε τον τηλεφωνικό της κατάλογο. Το καρνέ της, για να ’μαστε ακριβείς. Ξεκίνησε από το Α∙ δεν της άρεσε τίποτε. Το ίδιο και στο Β και στο Γ. Στο Δ, στάθηκε για μια στιγμή, αλλά και πάλι τίποτε. Πέρασε όλη την αλφαβήτα και την ξαναπήρε απ’ την αρχή. «Δεν μπορεί. Κάποιος θα υπάρχει». Κανείς. Εκείνη την ώρα, χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσε. «Παρακαλώ;» Καμιά απάντηση. «Ποιος είναι, παρακαλώ;» Τίποτε. Κατεβάζει τ’ ακουστικό. Και το ξανασηκώνει. Και το ξανακατεβάζει. Τ’ αφήνει κατεβασμένο. «Δε θα με πάρει ξανά κανείς, αν πρώτα δε βρω εγώ κάποιον να του τηλεφωνήσω».

Πέρασαν μέρες έτσι. Δε βγήκε απ’ το σπίτι καθόλου. Μόνο έπλενε, αγκάλιαζε τα φρεσκοπλυμένα ρούχα και τ’ άπλωνε. Ούτε έτρωγε. Ούτε σκούπιζε. Μόνο καμιά φορά πατούσε κάνα πλήκτρο στην παλιά, στην παμπάλαια, γραφομηχανή. Το τηλέφωνο ακόμα κατεβασμένο.

Βδομάδες μετά, συνειδητοποίησε ότι δεν την είχε αναζητήσει κανείς. Κανείς δεν είχε καν χτυπήσει την πόρτα της για να δει αν της συμβαίνει κάτι. Μέχρι που… Μέχρι που αποφάσισε να μπει η ίδια στο πλυντήριο. Κρύφτηκε κει μέσα για μήνες. Έτρωγε τ’ άλατα που ’χαν κολλήσει στον κάδο, κάτι κλωστές που ’χαν μείνει κάπου εκεί, κι έπινε λίγο απ’ όσο απορρυπαντικό είχε μείνει. Τα βράδια, πριν κοιμηθεί, έγλειφε λίγο απ’ το μαλακτικό και κοιμόταν ήσυχη.

Έβλεπε όνειρα. Ήταν, λέει, φόρεμα που πλενόταν κάθε μέρα, για χρόνια, και το κρεμούσαν στον ήλιο για ώρες. Το βράδυ το μάζευαν μέσα και ξανά την άλλη μέρα απ’ την αρχή. Ήταν ένα μαύρο φόρεμα με κάτι δαντέλες στα μανίκια και κάτι φραμπαλάδες στα τελειώματα. Πλενόταν στους 30 βαθμούς χωρίς μαλακτικό. Μια μέρα, λέει, φυσούσε πολύ. Εκείνη, κρεμασμένη στην απλώστρα, πήγαινε πέρα δώθε με μανία και της άρεσε. Δεν ήθελε να ’ρθει το βράδυ και να την πάνε μέσα. Ήθελε να μείνει στον αέρα να πηγαινοέρχεται χωρίς σταματημό. Μαύρη σημαία ενός αέρα τεθνεώτος.

Όταν ξυπνούσε, όταν τ’ όνειρο τελείωνε, άνοιγε την πόρτα του πλυντηρίου κι έστηνε αυτί για ν’ ακούσει αν χτυπούσε το τηλέφωνο. Είχε ξεχάσει ότι ήταν κατεβασμένο. Μπορεί και να της το ’χαν κόψει. Με μια χαιρέκακη αγαλλίαση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, επέστρεφε στον κάδο της κι έξυνε λίγο απ’ τ’ απορρυπαντικό που ’χε πια ξεραθεί.

Τα χρόνια περνούσαν και περνούσαν. Ο πρόσφατος σεισμός μετακίνησε το πλυντήριο από τη θέση του και τ’ οδήγησε κάποια μέτρα δεξιότερα. Εκείνη δεν ήξερε πώς έγινε αυτό, όταν ξύπνησε ένα πρωί και είδε άλλη εικόνα μπροστά της. Σκέφτηκε ότι ήρθαν και την πήραν. Ότι κάπου αλλού είχε πια μεταφερθεί.

Μ’ αυτή τη σκέψη στο μυαλό της, έβγαλε δειλά το χέρι της έξω, ψηλάφισε το καλώδιο και το ’βαλε στην πρίζα. Έβαλε το πρόγραμμα χωρίς πρόπλυση και έκλεισε την πόρτα.

[δε συνεχίζεται]

 

 

Big Sleep – Looking for a girl with a washing machine

I’m looking for a girl
with a washing machine
and a room that’s cool and shady

I’m looking for a girl
with a shower and bath
come on, baby, don’t look at me like that

I’m looking for a girl
with a washing machine
I ain’t saying
I ain’t saying I’m dirty
and I ain’t saying I’m clean

oooh oooh

I’m looking for a girl
with a washing machine
and a room that’s cool and shady

I’m looking for a girl
without plans for the night
I ain’t saying I’m lonely
but I could use some company

I’m looking for a girl
with a washing machine
I ain’t saying
I ain’t saying I’m dirty
and I ain’t saying I’m clean

oooh oooh

I bet you’ve got a washing machine
I bet you ain’t got nothing at do
but I’m just a boy who came into town
I won’t let you down

oooh oooh

 

η φωτογραφία από εδώ

16 thoughts on “μι’ αγκαλιά ρούχα [το δίλημμα είναι “πλυντήριο ή τηλέφωνο”]

  1. το διάβασα αυτό ακούγοντας άλλο τραγούδι στο player (she smiles-matisse) απ’αυτο που έχεις αναρτήσει
    ωραία ιστορία
    και ας μη συνεχίζεται (πως άλλωστε?)
    καλή εβδομάδα

  2. Δεν σε ξαναδιαβάζω Δημήτρη! Αρνούμαι να σε ξαναδιαβάσω!

    Γιατί καλέ μου άνθρωπε, γιατί; Τι σου έχουμε κάνει; Δεν σου άρεσε που έγραφες τις ωραίες σου κριτικές; Τις ωραίες σου παρουσιάσεις; Τι θες και γράφεις τέτοια κείμενα;

    Ουφ!

    Αλήθεια… πόσες φορές σου έχω πει ότι δεν θα σε ξαναδιαβάσω;;; Είμαι μαζόχα όμως…

    Σ’ ευχαριστώ και σου στέλνω ένα μεγάλο φιλί και μια μεγάλη αγκαλιά!

    Dana

  3. Μήπως οι ωραίες ιστορίες δε συνεχίζονται γενικά, Νίκο μου…;
    Απορία ψάλτου: βηξ!

    Matisse αγαπημένοι. Όπως και οι Kaizer Chiefs, άλλωστε. Ε;

    Καλημέρα και καλή εβδομάδα.

  4. Μ’ αρέσουν οι μαζόχες… Εμπνέουν εμπιστοσύνη! Δε θα σε προδώσουν ποτέ: Έρχονται πάντα να πάρουν κάτι απ’ τις κακές σου στιγμές :-)

    Γεια σου, Ντανούλα μου!
    Την αγάπη μου, όπως πάντα!

  5. Κάπου κάπου κι εγώ, ανηψιέ, ανοίγω το καρνέ με τα αγαπημένα του υπολογιστή. Και σταματάω στο Δ. Και ποτέ δε μετανιώνω… Αν και την ζηλεύω την ηρωίδα που έχει ένα σπίτι τόσο γυαλιστερό, τόσο στρογγυλό, που μοιάζει σαν προσομοιωτή ταξιδιού στο διάστημα ή στην άβυσσο. Που βάζεις την πρίζα και γεμίζει με νερό… Συγχώρεσέ με που έχω χαθεί. Θα με βρω και θα ξανάρχομαι, συχνά, όπως παλιά (και με ωραία σοκολατάκια).

  6. Να, καμιά φορά ανοίγεις ένα καρνέ, περνάς τα γράμματα, τα ξαναπερνάς, και ξανά απ’ την αρχή, και βλέπεις ότι, τελικά, θείε, πολλούς ανθρώπους μπορείς να τους συναντήσεις σε πολλά “γράμματα”. Στο “p”, στο “θ”, και σε κανένα κάπου εκεί γύρω.

    Να μην πω πάλι τα ίδια. Ή, μάλλον, να τα πω: δε χάθηκες, δε χάθηκα, δε χαθήκαμε. Τριγυρνάμε μέσα κι έξω στα νέρα. Καμιά φορά συνδυάζονται με πρίζες. Άσ’ τα να ‘ναι.

    Τα σοκολατάκια στο ψυγείο! Το βράδυ, στα κρυφά, να τρώμε ένα πού και πού…

    Σ’ ευχαριστώ, θείε Pil…

  7. η στροβιλιζόμενη δούκισσα ας τηλεφωνούσε στο πληντύριο…ain’t saying i’m dirty ain’t saying i’m clean! σε χαίρομαι και σε φιλώ!

  8. οι καλύτερες ιστορίες είναι εκείνες που συνεχίζονται μέσα μας, εντός κι εκτός πλυντηρίου [σε λίγα χρόνια θα τρεφόμαστε με μπαταρίες πάντως]… imagistic και παράδοξο, πολλά γίνονται τελικά σε ένα μηχάνημα, αυτό του μυαλού! εννοείται πως δεν ακούω πια, βλέπω.

  9. Αχ τι γλυκούλι ηταν αυτό; πολύ μου άρεσε!

    Μου θυμησες λιγο το φιλο Salvador (ξερατά online).

    Οπότε,,, ωραίο το έμεσμά σας αγαπητέ!

    Υ.Γ. Άσχετο, σου χω πει ποτέ ότι ειδα καποτε τον τραγουδιστη των Big Sleep στην Κοζάνη σε live unplugged? Μην ξύνεσαι, έχει έλληνα μανατζερ…

  10. …α, όχι, φταίνε, φταίνε… Γιατί ο δικός τους γιαλός είναι στραβός, όχι το δικό σου αρμένισμα. Μη λέμε κι ό,τι θέλουμε, ε; ;-)

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s