η εφεύρεση της σκιάς – κωνσταντίνος δ. τζαμιώτης

 

Ο Ισίδωρος Γεωργίου είναι ένας φέρελπις νέος, άρτι αφιχθείς απ’ το Παρίσι, όπου έδρεψε δάφνες σπουδάζοντας ανθρωπολογία και ειδικευόμενος στη νοηματική γλώσσα. Σήμερα, στα 1970, 32 χρόνων, διδάσκει σε μαθητές, γόνους στυλοβατών του καθεστώτος των συνταγματαρχών, καθώς και σε μια σχολή κωφαλάλων. Ξαφνικά, μία ωραία πρωία τού γίνεται πρόταση απ’ τον Γεώργιο Κοντόσταβλο, πατέρα μιας μαθήτριάς του που είναι -παράλληλα- ερωτευμένη με τον καθηγητή της, ο οποίος του προτείνει μια πάρα πολύ σημαντική θέση: ν’ αναλάβει το δελτίο ειδήσεων στη νοηματική γλώσσα στη νεοσύστατη κρατική τηλεόραση. Αυτή είναι η ευκαιρία της ζωής του, αλλά -εκ του αποτελέσματος- και πηγή δεινών ταυτόχρονα. Απ’ αυτό το σημείο και μετά, ο Ισίδωρος Γεωργίου γίνεται διασημότητα, celebrity, για να το πούμε έτσι, της εποχής, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Όταν, όμως, αποφασίζει να πάρει πρωτοβουλίες, από ματαιοδοξία και μόνο, και ν’ αναπαραγάγει τις ειδήσεις που εκφωνεί η Κατερίνα Μίγα, με την οποία είναι τσιμπημένος, καταπώς εκείνος νομίζει ότι είναι αλήθεια και όχι όπως τα παρουσιάζει η προπαγανδιστική τηλεόραση των συνταγματαρχών, ξεκινούν τα μεγάλα του προβλήματα.

Ένα γαϊτανάκι από παρακολουθήσεις, απαγωγές, ανακρίσεις και ξυλοφόρτωμα ξεκινά απ’ όλες τις πλευρές: απ’ το επίσημο καθεστώς, απ’ αυτούς που ετοιμάζουν το δεύτερο πραξικόπημα του 1973, τον Ιωαννίδη και τους συν αυτώ, καθώς κι από εξτρεμιστικές οργανώσεις που θέλουν ν’ ανατρέψουν το σύμπαν! Όλοι νομίζουν ότι ο Ισίδωρος Γεωργίου εξυπηρετεί τα συμφέροντα της άλλης πλευράς. Κυκεώνας κανονικός. Αυτός, ωστόσο, εξυπηρετεί μόνο τα δικά του συμφέροντα ή, καλύτερα, τη δική του άμετρη φιλοδοξία και ματαιοδοξία, κάτι που αποδεικνύεται κι απ’ όλες τις άλλες του πράξεις: φιλίες με υψηλά ιστάμενους, με το εγχώριο τζετ σετ, καθώς και «έρωτες» της μιας νύχτας, μέχρι που φτάνει και να πλαγιάσει με τη μόλις δεκαέξι χρονών κωφάλαλη κόρη του ευεργέτη του, την οποία και «καταφέρνει» ν’ αφήσει έγκυο.

Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης δημιουργεί ένα μυθιστόρημα για το πώς και το πόσο η εξουσία και η αναγνώριση μπορούν ν’ αλλοιώσουν και να φθείρουν απολύτως αισθητά ένα χαρακτήρα καταρχήν στιβαρό και αμετακίνητο. Μ’ όλα όσα εξελίσσονται στην «Εφεύρεση της σκιάς», ο συγγραφέας καταφέρνει, με τη γνώριμη, εν πολλοίς ακαδημαϊκή, γραφή του, να συνθέσει ένα έργο που, κατά τρόπο λιτό και χωρίς ανούσιες περικοκλάδες (μιλούν σχεδόν αποκλειστικά οι εικόνες κι όχι οι συναισθηματικά φορτισμένες λέξεις – δεν υπάρχουν τέτοιες), αφηγείται και το κεντρικό του διακύβευμα: την εξουσία και τα παραφερνάλιά της.

Η «Εφεύρεση της σκιάς» είναι ένα μυθιστόρημα με διάσπαρτα τα γνώριμα χαρακτηριστικά της γραφής του Τζαμιώτη. Η δομή του (κάθε κεφάλαιο ή ενότητα κεφαλαίου αποτελούν μία και μόνη παράγραφο), η γλώσσα του (σταθερή και χωρίς εξάρσεις, δουλεμένη σε υψηλό βαθμό), η ιστορία (γραμμικής εξέλιξης), η αφηγηματική τεχνική (τριτοπρόσωπη αυστηρά, ακόμη και στους διαλόγους –κάτι που λίγες φορές χρησιμοποιεί ο συγγραφέας), καθώς και κάποιες επιλογές-πυροτεχνήματα (τα επινοημένα, όπως ο ίδιος δηλώνει, εθνολογικά στοιχεία φυλών του Αμαζονίου, της Αφρικής ή της Βόρειας Αμερικής), καθιστούν το μυθιστόρημά του πολυσύνθετο, αφενός, πολυεπίπεδο, αφετέρου, αλλά, τελικά, εύκολο να το παρακολουθήσει κανείς καθ’ όλη την πορεία του προς την ολοκλήρωση.

Στα επιμέρους στοιχεία του, χαρακτηριστικό παράδειγμα των αφηγηματικών επιλογών και των διαθέσεων του Τζαμιώτη, είναι ότι ο ήρωας, ο Ισίδωρος Γεωργίου, είναι πάντοτε αργοπορημένος σε οποιοδήποτε ραντεβού του, υποδηλώνοντας έτσι μιαν αφέλεια, καθώς κι έναν έμφυτο ωχαδερφισμό, παρ’ όλες τις σπουδαίες ευκαιρίες που του δίνονται, και που, κατά κανόνα, θα ’πρεπε να ’ναι προσεκτικότερος. Και κάτι ακόμη: αυτή η ολιγωρία του, η εύκολη αντιμετώπιση των πραγμάτων, εντείνουν την καλοσχηματισμένη άποψη ότι όποιος θεωρεί, δικαίως ή αδίκως, εαυτόν απαραίτητο στους άλλους, τότε, πολύ συχνά, πιστεύει ότι μπορεί να φέρεται όπως του καπνίσει. Ακόμη ένα στοιχείο δηλαδή της άμετρης ματαιοδοξίας αλλά και της ελαφράδας των ανθρώπων που συναναστρέφονται την ίδια την εξουσία, έστω κι αν πηγάζει απ’ τους ίδιους, που θα περίμενε κανείς να ’ναι προσεκτικότεροι μ’ αυτήν.

Η επιλογή τού Τζαμιώτη να εξηγεί και να νομιμοποιεί τις θεωρητικές του αναζητήσεις, καθώς κι αυτές του ήρωά του, μ’ αναφορές σ’ εθνολογικά στοιχεία (έστω κι επινοημένα) φυλών που ζουν πρωτόγονα ή που έχουν ήδη εξαφανιστεί, υποδηλώνει, μάλλον εύκολα, τη σύγκριση που προσπαθεί να κάνει με τις αναπτυγμένες (εντός ή εκτός εισαγωγικών) κοινωνίες. Ο αναγνώστης εύλογα αναρωτιέται κατά πόσο έχουμε ή δεν έχουμε απομακρυνθεί απ’ το να κρίνουμε και να ενεργούμε με γνώμονα το ένστικτο, κάτι που αναφανδόν συνέβαινε σε τέτοιες φυλές. Δηλαδή, μήπως τελικά, στο ζήτημα της επιβίωσης, της όποιας επιβίωσης, αυτό το μέτρο και το μέσο με το οποίο ο άνθρωπος κρίνει πώς πρέπει να πράξει, είναι οι πρωτογενείς του λειτουργίες και όχι η λογική, με την οποία, τελικά, έχει ενταχθεί σε μιαν οργανωμένη κοινωνία; Μήπως, τελικά, η εξουσία για να διατηρηθεί χρειάζεται ένστικτο και όχι λογική, πράγμα που δεν τη διαχωρίζει από πρωτόγονες πρακτικές; Απορία ψάλτου, βηξ…

Ωστόσο, αυτό που παρατηρείται στα βιβλία του Τζαμιώτη και που δε φαίνεται να εξελίσσεται προς διαφορετική κατεύθυνση, είναι η ιδιότυπη λογοτεχνικότητά του. Εξηγούμαι: ενώ, απ’ τη μια, παρατηρείται μια διάχυτη διάθεση (μετα)μοντερνιστικής γραφής και δόμησης του κειμένου του, απ’ την άλλη, διατηρεί ο συγγραφέας μια θεωρητική κι ακαδημαϊκή αποστασιοποίηση απ’ αυτό, γεγονός που κάποιες φορές αδικεί το ίδιο το έργο, υπό την έννοια ότι το καθιστά ξέχωρο απ’ το χέρι που το έγραψε. Μοιάζει, λοιπόν, η «Εφεύρεση της σκιάς», μ’ αυτόν το σουρεαλιστικό τίτλο που γι’ άλλα σε προδιαθέτει, να φτάνει σε μερικά σημεία ν’ αποτελεί βάσανο για το συγγραφέα, και κατ’ επέκταση για τον αναγνώστη, σε τούτη την αδιάκοπη προσπάθεια να συνθέσει ένα μυθιστόρημα που να ’ναι, αρχικά, απομακρυσμένο απ’ όποιο συναισθηματισμό, και απ’ την άλλη, να προκαλεί συναισθήματα έντονα, ωστόσο, φορές-φορές, χωρίς να μπορεί ο αναγνώστης να τα κάνει δικά του, και άρα να ταυτιστεί με κάποιον ήρωα, με κάποια κατάσταση, με κάποιο γεγονός, με κάποια στιγμή της ιστορίας. Χαρακτηριστικό, βέβαια, και άλλων βιβλίων του Τζαμιώτη, όπως «Ο βαθμός δυσκολίας»  (Ίνδικτος 2004) ή η «Παραβολή» (Καστανιώτης 2006).

Αυτό, όμως, που προκαλεί εντύπωση είναι ότι, σ’ αντίθεση μ’ άλλους ομοτέχνους του, ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης αποφεύγει αναμφίβολα να κάνει τους ήρωές του φερέφωνα των απόψεών του κι έτσι να τους καταστήσει κακέκτυπα και αστείες καρικατούρες ενός συγγραφικού «εγώ» που επιβάλλεται χωρίς δεύτερη κουβέντα και σκέψη σ’ όποια λέξη κι αν γεννήσει. Παρ’ όλες, δηλαδή, τις ενστάσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω, ο Ισίδωρος Γεωργίου στην «Εφεύρεση της σκιάς», για ν’ αναφέρουμε ένα μόνο παράδειγμα, είναι ένας χαρακτήρας που σε καμία περίπτωση δε φέρει το «βάρος» αυτού που τον δημιούργησε, κατά τρόπο ενοχλητικό και υπερφίαλο, όπως συχνά στην εγχώρια λογοτεχνία συναντούμε.

Η «Εφεύρεση της σκιάς» πετυχαίνει, μ’ όσα προκύπτουν απ’ τα παραπάνω, να σκιαγραφήσει την εξουσία και όσους είναι πεινασμένοι γι’ αυτήν. Αποτυπώνει και συμπεραίνει ευθύβολα ότι η εξουσία δεν είναι ένα γενικό, εξωανθρώπινο στοιχείο που κατακεραυνώνει και υποτάσσει όλους όσοι εμπλέκονται μ’ αυτήν.

Η εξουσία είναι μία και, απ’ όπου κι αν προέρχεται, όπου κι αν κατευθύνεται, η δήθεν εφηβική της ακμή κρύβει από κάτω τόνους «ενήλικου» και καλοβαλμένου αίματος. Σ’ οποιαδήποτε μορφή. Και εποχή. Α, και χρώμα ή απόχρωση…

[Ο Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης γεννήθηκε στη Λάρισα το 1970. Δούλεψε ως αρθρογράφος σ’ εφημερίδες και περιοδικά. Προηγούμενα βιβλία του: «Παραβολή» (Καστανιώτης 2006), «Ο βαθμός δυσκολίας» (Ίνδικτος 2006), «Βαθύ πηγάδι» (Ίνδικτος 2003) και «Η συνάντηση» (Ίνδικτος 2002). Διηγήματά του δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά και ανθολογίες. Το πρώτο του θεατρικό έργο «Ουδέτερη ζώνη» απέσπασε Κρατικό Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου θεατρικού συγγραφέα (2004). Το έργο του «Μια εξαιρετικά απλή δουλειά» παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του φεστιβάλ «Θεατρικό Αναλόγιο 2007». Με το ίδιο έργο εκπροσώπησε την Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Ανθολογία Θεάτρου του Ινστιτούτου Salvatore Quasimodo of Budapest, που κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 2007]

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη]

Στο φως του δειλινού – Έντνα Ο’Μπράιεν

της Ν.Β. (blog guest)

 

ΡΟΘ: Ωστόσο  η  προσπάθεια της συγγραφής δεν εμπεριέχει τις ίδιες δυσκολίες,
ανεξάρτητα από το φύλο;
 
Ο’ ΜΠΡΑΪΕΝ: Αναμφίβολα. Εκεί δεν υπάρχει καμία διαφορά. Κι εσείς, όπως εγώ,
προσπαθείτε να φτιάξετε κάτι από το τίποτα και το άγχος είναι το ίδιο δυσβάσταχτο.
Η  περιγραφή του Φλωμπέρ για το δωμάτιο του που αντηχεί από κατάρες και κραυγές αγωνίας
ισχύει για το δωμάτιο οποιουδήποτε συγγραφέα. Ωστόσο αμφιβάλλω αν θα καλωσορίζαμε μία άλλη ζωή.
Υπάρχει ένα στοιχείο στωικισμού στο να συνεχίζουμε τον αγώνα ολομόναχοι.
 
Από τις Κουβέντες του Σιναφιού  (Ένας συγγραφέας, οι συνάδελφοί του και η δουλειά τους), του Φίλιπ Ροθ, ΠΟΛΙΣ, 2004
 
Κι ωστόσο η ερώτηση για το φύλο και τη συγγραφή, παραμένει κεντρική, όταν πρόκειται για την Ο’ Μπράιεν, (ιδίως όταν τίθεται από τον Φίλιπ Ροθ, θα έλεγε κανείς, αν ήθελε να το χοντρύνει). Και παρ’ όλο που η συνέντευξη κλείνει «συναινετικά», έχει λίγο παραπάνω ειπωθεί ότι «ενώ ο Τζόυς, στους Δουβλινέζους και στο Πορτραίτο του Καλλιτέχνη σε Νεαρή Ηλικία, ήταν ο πρώτος Ιρλανδός καθολικός που κατέστησε αναγνωρίσιμα την εμπειρία και το περιβάλλον του, ο κόσμος της Νόρας Μπάρνακλ (της πρώην καμαριέρας που έγινε η σύζυγος του Τζόυς), έπρεπε να περιμένει τη λογοτεχνία της Έντνα Ο’ Μπράιεν».

Γιατί το φύλο στην Ο’ Μπράιεν, δεν κατέχει μόνο το ρόλο θέματος.  (Εξάλλου, τίποτα πιο αναμενόμενο: η πιο αυτονόητη επιλογή του συγγραφέα να μην είναι η παρενδυσία. Κι όταν αυτή προκύπτει να είναι γιατί υπάρχει απόλυτα συγκεκριμένος λόγος και στόχος, για να μην ξεχνάμε και το ποιος είναι η Μαντάμ Μποβαρύ, κατά τον κάτοικο του παραπάνω δωματίου…).
Το φύλο, το άλλο εδώ φύλο, είναι έτσι κι αλλιώς ο απόλυτος ρυθμιστής της γλώσσας. Η δε γραφή, ο τόπος, που το φύλλο αυτό συλλαβίζει και εξιστορεί  τον εαυτό του.
 
Για μια ακόμα φορά στην λογοτεχνία της Ο’ Μπράιεν, όλες οι εμμονές της παρούσες, σαν πάντα ζωτικές: Η Ιρλανδία φυσικά, παράδεισος, που μόνο σα χαμένος μπορεί να νοηθεί. Η Ιρλανδία που έχει εγκατασταθεί στη γλώσσα και την ψυχή και ανταγωνίζεται το μυαλό και τη βούληση, σα σημάδι γενετήσιο και μαζί αγκαλιά ασφυκτική. Αυτή η Ιρλανδία, που η Ο’ Μπράιεν, όπως και τόσοι άλλοι ιρλανδοί συγγραφείς (αρχής γενομένης από τους Τζόυς και Μπέκετ), επέλεξε να εγκαταλείψει. Εδώ όμως, περισσότερο από ποτέ, πριν καν την αρχή, από τη θέση κιόλας της αφιέρωσης: Για τη μητέρα μου και τη γη της…

Η Ιρλανδία λοιπόν, παρούσα πάντα, αλλά και αναδιπλασιασμένη, με όλο το εύρος των συμφραζομένων της, από τη γη έως τη μητέρα, σ’ ένα βιβλίο που το θέμα του είναι η δύσκολη σχέση μάνας-κόρης (και όχι μόνο γονιού-παιδιού), η κόρη είναι η συγγραφέας, αφού η πεζογραφία είναι, όπως λέει η Ο’Μπράιεν, ότι έλεγε ο Τζόυς, μια «φανταστική αυτοβιογραφία» (συνέντευξη στον Ηλία Μαγκλίνη, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 13/01/08).
 
Με το άνοιγμα της αφήγησης, η πρόζα της Ο’Μπράιεν, σαφώς αναγνωρίσιμη, συντιθέμενη από απτά και γήινα υλικά, (ιδίως που στα πρώτα κεφάλαια, ο λόγος είναι τής ή για την Ντίλι), επιβάλλει περισσότερο από μια σχέση, ένα τρισδιάστατο σχήμα: Ντίλι-σπίτι-γη. Η Ντίλι «συνομιλεί» με κάθε γωνιά του σπιτιού της  και της γης της, αφήνοντας κάθε γωνιά του σπιτιού και της γης της να της αντιγυρίσει παρελθόν και εικόνες, καθώς τα αποχαιρετά για να μπει στο νοσοκομείο.  Για τα επόμενα κεφάλαια, η απλών υλικών αυτή καθηλωτική πρόζα, θ’ αφηγηθεί την κάθοδο της Ντίλι στον δικό της «βόρβορο του τρόμου», όσο η αρρώστια αποκτά πρόσωπο και μάλιστα τρομακτικό, όσο το σώμα της παραδίνεται σε γιατρούς και νοσοκόμους, να το ψάξουν, να το ανοίξουν, να το τρυπήσουν κι όσο η ιστορία της θα «σκίζεται από μέσα της», όσο δηλαδή το μυαλό της θα διατρέχει έτσι κι αλλιώς τη ζωή της. Όλο και πιο ανίσχυρη η Ντίλι, όλο και πιο παραδομένη, περιμένει την Ελενόρα, που «τη φαντάζεται πέρα στην Αγγλία, με τα ράφια τα βιβλία μέχρι το ταβάνι και τα άσπρα λουλούδια, συνήθως κρίνους, μέσα σε μια στάμνα από κασσίτερο, αμέριμνη, αδιάφορη για τούτη την ικεσία». Την Ελενόρα, που θα δώσει όλο το χρόνο στην Ντίλι και να θυμηθεί και να φοβηθεί, γιατί θ’ αργήσει πραγματικά κι όταν τελικά θα έρθει, δεν θα ‘ναι για πολύ.  Έτσι στο μεταξύ, η Ντίλι θα ‘χει θυμηθεί στιγμές και διάρκειες, αλλά η μνήμη της θα επιμείνει στα χρόνια πριν από το γάμο της και στην περιπέτεια της δικής της φυγής: σκηνές από το Μπρούκλιν των αρχών του αιώνα, η Ντίλι, τότε που ήταν «λεπτή και νέα», οικιακή βοηθός στο σπίτι διαπρεπούς Ιρλανδού και της συζύγου του, η Ντίλι σε γιορτή στο Κόνι Άιλαντ και μια άγνωστη «άγρια ευτυχία», η Ντίλι κι ένας έρωτας, η Ντίλι και η άδικη, άδοξη ματαίωση. Τέλος, η Ντίλι και η επιστροφή και μετά πάντα η Ντίλι, που ξεμπέρδεψε έγκαιρα με τους έρωτες και οι έρωτες έγιναν κάτι «για το οποίο πάτησες πόδι αποφασιστικά», όπως θα της γράψει η Ελενόρα σ’ ένα από τα γράμματα που δεν γράφει για να στείλει…

Γιατί τα γράμματα είναι η αποκλειστικότητα της Ντίλι. Όσα βράδια τόσα χρόνια, τόσα περίπου γράμματα: «Πολυαγαπημένη Ελενόρα,
Έχασα την ισορροπία μου χτες σε μια σκάλα και παραλίγο να φάω τα μούτρα μου. Έβαφα ένα ταβάνι για όταν θα ‘ρθεις. Ξέρω ότι σου αρέσουν τα όμορφα ταβάνια. Είπες για ένα ταβάνι στο Βατικανό, που το έφτιαξε ένας μάστορας με πολλούς εργάτες. Έχεις ταξιδέψει μακριά αλλά δεν ξεχνάς πως έχεις μία μάνα…
Αχ να ‘ταν παιχνίδι η ζωή, δεν είναι όμως. Τα κέικ πάντα μου πετύχαιναν παλιά, τώρα όμως όχι πια….»

Και πάλι: «Πολυαγαπημένη Ελενόρα….
Ξέχασα να σου πω ότι υπάρχουνε για σένα δύο κέικ στο ταχυδρομείο, το ένα σκέτο φιάσκο, το άλλο εφεδρικό. Έχεις τόσο λίγο χρόνο για ψήσιμο, και να θυμάσαι πως μπορείς να βράσεις στον ατμό κομμάτια του χαλασμένου σε ώρα ανάγκης. Δεν βγαίνεις ποτέ από το μυαλό μου…»
Και αλλού: «Αγαπητή Ελενόρα…
Μ’ αρέσει να μαθαίνω μικρά νέα: είναι αντίκα η μαύρη δαντελένια τουαλέτα που φορούσες εκείνο το βράδυ; Ελπίζω να τα καταφέρεις και να ΄ρθεις γρήγορα…»
Εμφατική και νευραλγική η χρήση των γραμμάτων (δεδομένης και της παραδοχής της Ο’ Μπράιεν ότι σαν πρώτη ύλη γι αυτά έχει χρησιμοποιήσει γράμματα της δικής της μητέρας προς την ίδια), όχι μόνο επιτρέπουν  αδιάκριτες ματιές στη συγγραφική κουζίνα, αλλά λειτουργούν και σα νεύματα ή κλεισίματα του ματιού ως προς την καταγωγή της γραφής της, καθώς είναι πιο έκδηλος και απλούστερα δοσμένος από ποτέ εδώ, ο τρόπος της να φανερώνει την εσωτερική κραυγή, μιλώντας για το εφήμερο, το αβαρές ή το τετριμμένο: 
Τα γράμματα της Ντίλι, μια καθημερινή εξιστόρηση οικιακής έγνοιας και ρουτίνας, εναλλάξ με αναχρονιστικές μητρικές συμβολές και την ίδια στιγμή ανόθευτη και πεντακάθαρη η μιλιά της Ντίλι, η ανάγκη της Ντίλι, η Ντίλι η ίδια και ο πεισματικός της τρόπος να συντηρεί τις γέφυρες με την κόρη της, ν’ αδυνατεί να δικαιολογήσει την απόσταση, να εθελοτυφλεί στις διαφορές τους,
«Τα γράμματα της μάνας μου, ορμητικά και απερίσκεπτα, επιεική και ανελέητα…» ,
θα τα προλογίσει η Ελενόρα σ’ ένα από τα καταληκτικά κεφάλαια, πριν τα βγάλει από το κουτί και τα παραθέσει και πάλι: «Αγαπητή Ελενόρα
Χίλια ευχαριστώ για όσα κάνεις για μένα και είθε το Νέο Έτος να σου φέρει ό,τι καλύτερο, να θυμάσαι όμως ότι η αγάπη είναι μια σαχλαμάρα, η μόνη αληθινή αγάπη είναι ανάμεσα στη μάνα και στο παιδί της. Όλοι εκείνοι οι πίνακες που φτιάχνουν οι Ιταλοί με μανάδες να κρατάνε τα βρέφη τους και οι άγγελοι από πάνω τους, σαν εκείνο τον όμορφο στο παρεκκλήσι στο Λίμερικ, δε μπορεί να λένε ψέματα. Δεν χρειάζεται να σου το πω, θα το ξέρεις από μόνη σου, οι άντρες νομίζουν πως πέντε λίρες φτάνουνε για ολόκληρη τη χρονιά.»
Τα γράμματα της μάνας της δεν θα σταματούν να μιλούν για ομοιότητες, δεν θα σταματούν να προσφέρουν και να ικετεύουν, αλλά κυρίως δεν θα σταματούν να της λένε πόσο μακριά δεν έχει φύγει, ή δεν είχε λόγο για να φύγει.
 
Έτσι η Ελενόρα θ’ απαντά σ’ αυτά συγκαταβατικά ή καθόλου, όσο κι αν έχει ιδιαίτερη σχέση με τις λέξεις, ή μάλλον κυρίως γι’ αυτό.

Γιατί η Ελενόρα είναι, εννοείται συγγραφέας και το πρώτο που μαθαίνουμε γι αυτήν, όταν από τη μέση και μετά έρχεται στην αφήγηση η ώρα της, είναι πως: «η λογοτεχνία ήταν ένας δρόμος που οδηγούσε είτε έξω από τη ζωή είτε μέσα στη ζωή και ποτέ δεν ήταν σίγουρη ποιο από τα δύο ίσχυε, παρά μόνο πως σ’ αυτό το δρόμο είχε υποταχτεί.» Στο περισσότερο βιογραφικό από τα κεφάλαια, στις «Σκηνές από ένα γάμο», η Ο’Μπράιεν θα εξιστορήσει, σε μικρές και πάντα ιμπρεσσιονιστικά δοσμένες σκηνές, τη φυγή της Ε. και τη γέννησή της σαν συγγραφέα: ένας έρωτας κι ένας γάμος που την πήρε πρώτα μακριά από το σπίτι και τη μάνα της, μετά μακριά από τον εαυτό της, για να την σπρώξει τελικά σε μια δεύτερη φυγή, στην ατέρμονη αναζήτηση λέξεων και ερώτων. Ένας άντρας τυραννισμένος και τυραννικός, ένα μεγάλο σπίτι κι ένα δωματιάκι έξω από την κουζίνα, όπου η Ελενόρα καθόταν κι «αναρωτιόταν ξανά και ξανά ποια ιστορία ήταν η ομορφότερη –που σημαίνει, έπρεπε να παραδεχτεί, η πιο καταθλιπτική», αυτή του Χανς Κάστροπ, ή εκείνη της Έμα Μποβαρύ. «Ποιο ήταν το χειρότερο; Και τα δύο ήταν χειρότερα. Ο πόλεμος έκανε στον Χανς Κάστροπ αυτό που έκανε μια ραγισμένη καρδιά στη Έμα Μποβαρύ.» Μια μη ιάσιμη μοναξιά που θα της βάλει το μολύβι στο χέρι και μετά η μητρότητα, που όσο και αν τη φέρει κοντύτερα στη Ντίλι («οι ωδίνες σου αναμείχθηκαν με τις δικές μου» -λόγια που θα της πει σε γράμματα που δεν θα της στείλει), δεν θα καταπραΰνει ούτε την αγωνία ούτε την επιθυμία. Και τελικά το πρώτο βιβλίο, ένα βιβλίο «βλάσφημο» -ευθεία αναφορά στο Country Girls, το πρώτο βιβλίο της Ο’Μπράιεν, που έκανε τη μάνα της και τους συγγενείς της πίσω στο σπίτι να ντραπούν, και τον παπά της ενορίας της να καλέσει από άμβωνος τους πιστούς να κάψουν τα αντίτυπά τους -πρώτο σε σειρά τίτλων της που απαγορεύτηκαν κατά καιρούς στην Ιρλανδία. Και πάντως η δέσμευση στην συγγραφή και η κατάφαση στη ρευστή και δύσκολη συνθήκη της  ταραγμένης συνείδησης: «οι κήποι της δεν ήταν γαλάζιοι, το δάσος της ήταν πράσινο και ακόμα περισσότερο από τις νεροποντές, ενώ τα νυκτόβια λεπιδόπτερα έτρωγαν τις πανάκριβες πτυχές των κουρτινών της κρεβατοκάμαρας, κάτι για το οποίο της έκανε εκείνος παρατήρηση, θορυβημένος από μια γυναίκα που κρατούσε τόσο άσχημα το νοικοκυριό».  Οι λέξεις θα είναι το σύμπαν που η Ελενόρα θα κατοικήσει και θα διασχίσει με προορισμό την επαναφορά στον εαυτό και την αποκαλυπτική εμπειρία, πάντα ανεξοικείωτη με τους οικογενειακούς της ρόλους («μια απατεώνισσα που συνέχιζε να ζει την κρυφή, ανατρεπτική ζωή της») και το στοιχειώδες, την γειωμένη επικράτεια της Ντίλι. Έτσι απατεώνισσα απέναντι στην αδιαμφισβήτητη και ορμητική αλήθεια της μάνας της, η Ελενόρα θα χάνει τον τόνο της στις απευθείας συνομιλίες τους. Στα γράμματα ή στις συναντήσεις τους δεν θα καταφέρνει παρά να καταφεύγει πότε στη συγκατάβαση, πότε στις μισές αλήθειες, πότε στη σιωπή, ,την ίδια στιγμή που της είναι ξεκάθαρο από την αρχή, από την ώρα που πιάνει το μολύβι, ότι «η μάνα της έμπαινε σε οτιδήποτε κι αν έγραφε»,. Το να μιλήσει πραγματικά στην Ντίλι είναι επικίνδυνο και για τις δύο, όπως ήδη ξέρει προτού καν γράψει: «για να γίνει αυτό, πρέπει να γυρίσω πίσω, πίσω σ’ εκείνη την ειλικρίνεια που μπορεί να οδηγήσει στο φόνο». Έτσι μένει η γραφή, τα γράμματα που δεν θα στέλνει και κυρίως το ημερολόγιο, για να διατρέξει η Ε. όλες τις δαιδαλώδεις διαδρομές από το οδυνηρό, ανεξίτηλο δέσιμο, την γεμάτη συμπόνια αγάπη, μέχρι την οργισμένη, ζωτική ανάγκη για εναντίωση. Μένει το ημερολόγιο –όλο μια συνομιλία με την Ντίλι, για να αρθρώσει η Ε. τη φωνή της, ν’ αφεθεί στην τόσο επικίνδυνη ειλικρίνεια και να μπορέσει να πει: «Έχεις πάρει απόφαση να με πνίξεις. Ναι, εσύ είσαι…και κανείς άλλος. Πιστεύω πραγματικά πως παύω ν’ ανασαίνω προς στιγμήν, γιατί ακόμα και στην άνανδρη ηλιθιότητά μου προτιμώ να πεθάνω εγώ από μόνη μου, παρά να μου επιβάλλεις εσύ να πεθάνω», ή να πει: «Ανάμεσά μας εκείνη η βεντέτα του αίματος, ο δεσμός του αίματος, η μνήμη του αίματος. Πώς να το ξέρω; Δεν ξέρω. Ξέρω. Γνωστό είναι αυτό που ξέρουμε πριν από το λόγο. Στο όριο των δυνάμεών σου, έρημη, έρημη όπως είναι μονάχα οι ετοιμοθάνατοι. Μόνο που δεν έγινε όπως το είχες σχεδιάσει. Ελάχιστα γίνονται όπως τα σχεδιάζουμε. Σε φαντάζομαι να γυρίζεις σπίτι με τα πόδια, να φουσκώνει η μοναξιά, αίμα να κυλάει στο μπούτια σου, στα πόδια σου, πηχτές μάζες από δαύτο, και οι σταγόνες εδώ κι εκεί να πιτσιλάνε το ξερό χορτάρι. Η Γεσθημανή σου. Πατέρα, μητέρα συγχωρήστε μας, ου γαρ οίδαμε τι ποιούμε».
 
Το ημερολόγιο θα το διαβάσει και η Ντίλι, αφού η Ελενόρα απερίσκεπτα θα  το ξεχάσει στο νοσοκομείο, λίγο πριν φύγει βιαστικά για να συναντήσει έναν άντρα που την περιμένει, αγνοώντας πως βλέπει τη μάνα της για τελευταία φορά. Και δεν είναι το μόνο που δεν θα πάει κατ’ ευχήν στην εξέλιξη της πλοκής, αφού ούτε η αναμονή, ούτε η ικεσία της Ντίλι θα αξιωθούν αίσιο τέλος. Και η Ντίλι θα φύγει πριν η Ελενόρα επιστρέψει, πριν της πει όσα εκ΄ των υστέρων συνειδητοποιεί ότι θα ‘θελε…
 
Γνωστή παλιά ιστορία και πάντως ιστορία που την έκβασή της ούτε και η συγγραφέας σέβεται ιδιαιτέρως: “fuck the plot”, όπως χαρακτηριστικά θα απαντήσει, σε ερώτηση σχετική με την γραφή της, (Τhe art of fiction no. 82, The Paris Review- Interviews). Όχι μόνο γιατί η ιστορία, η όποια ιστορία δεν έχει παρά να είναι γνωστή και παλιά και αενάως επαναλαμβανόμενη, αλλά και γιατί η ιστορία ή το storytelling ποτέ δεν ήταν στα ζητούμενα της. Η αντικειμενικότητα του γεγονότος περιορίζει τη σημασία του κι εκείνο που φαντάζει σαν πιο ουσιαστικό, είναι η υποκειμενική και συναισθηματική του πρόσληψη. Στην αφήγησή της το γεγονός θα συμβαίνει μόνο μέσα από την πρόσληψή του, από το αποτύπωμα που θα αφήνει στη φαντασία και το συναίσθημα, από τον τρόπο που θα το αντιλαμβάνεται το γεμάτο ανάγκη βλέμμα. Έτσι, περισσότερο από το να το αφηγηθεί, θα αποδώσει το δυσεπίλυτο της σχέσης, χτίζοντας με τις λέξεις τις διαφορετικές φωνές και επιθυμίες. Η Ντίλι (τα γράμματα, η ικεσία) και η Ελενόρα (το ημερολόγιο, η σύγκρουση), είναι περισσότερο οι λέξεις τους, το ύφος τους, ο τρόπος που αφηγούνται τον εαυτό τους και την επιθυμία τους, παρά η δράση, η ιστορία ή η βιογραφία τους. Μια, ούτε λόγος, καθαρά ιδιοσυγκρασιακή ματιά που γίνεται ύφος, μία φορτισμένη συναισθηματικά γραφή.  Είναι όμως και το σημείο που η Ο’ Μπράιεν συνομιλεί με τους μοντερνιστές δασκάλους της κι ακόμα περισσότερο αυτό, όπου επιχειρεί και στηρίζει τον λόγο του φύλου στην γραφή της. Έτσι ο συναισθηματισμός για τον οποίο συχνά κατηγορείται, είναι εκ των πραγμάτων από τις βασικές προδιαγραφές του ύφους της κι ας μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για έναν συναισθηματισμό με ανύπαρκτο ροζ, αλλά πολύ βαθύ, αιμάτινο κόκκινο, έναν συναισθηματισμό ακόμα, που αξιώνει και επιτυγχάνει συναισθηματική κατά βάση ανταπόκριση. Ούτε αιτιάσεις, ούτε επεξηγήσεις, ούτε λύσεις παρέχονται. Ανασύρονται απλώς κομμάτια από σκοτεινά βάθη: όλη η αγάπη είναι εδώ, μαζί με την αδυναμία και την ανικανότητα για ανταπόκριση. Όλη η ενοχή επίσης. Τα δυσεπίλυτα θα μείνουν ως έχουν και το αίσιο τέλος αναβάλλεται. Απλώς θα προκύψει το βιβλίο σαν το τέλος της ιστορίας, και όπως το μικρό καταληκτικό κεφάλαιο (περιγραφή μιας μικρής φευγαλέας στιγμής), θα δοθεί ως –και προφανώς είναι, η μόνη απάντηση. Έτσι κι αλλιώς, η γραφή είναι αυτή που θα αναλάβει να πει όσα δεν έχουν μπορέσει να ειπωθούν, έτσι κι αλλιώς η πεζογραφία είναι και «μια φανταστική αυτοβιογραφία».

 

[μετάφραση Σοφία Σκουλικάρη]

 

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο]

Day – Α. Λ. Κέννεντυ

 

Μετάφραση:  ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ
Σελίδες:        472
ISBN:            978-960-518-335-6
Τιμή:            24,00€

Εκδόσεις Ίνδικτος
 
Ο Άλφρεντ Ντέι ήθελε το δικό του πόλεμο. Στη δίνη του βρήκε το σκοπό της ζωής του ως πυροβολητής σʼ ένα βομβαρδιστικό Lancaster∙ ανακάλυψε την άγρια, σκοτεινή όψη της φιλίας στο πλήρωμά του και, πάνω απʼ όλα, ανακάλυψε την Τζόις, τη γυναίκα που αγάπησε. Όμως όλα τούτα έχουν πια τελειώσει – ο πόλεμος τα ρούφηξε όλα. Ίσως ρούφηξε κι αυτόν. Τώρα, στα 1949, δουλεύοντας ως κομπάρσος σε πολεμική ταινία που αντηχεί τις αληθινές του εμπειρίες, ο Ντέι αρχίζει να θυμάται αυτά που θα προτιμούσε να ξεχάσει…

«Μια γυναίκα που γεννήθηκε το 1965 και γράφει μυθιστόρημα για έναν πυροβολητή της Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, χρειάζεται ταλέντο για να δώσει σάρκα και οστά στην ιστορία, όπως και ψυχική δύναμη και παλικαριά. Η οπτική της για το τι προκαλεί ο πόλεμος στον άνθρωπο, βρίσκεται στην ίδια μοίρα με τη θηριώδη οργή […] η αφηγηματική της δεινότητα είναι εκπληκτική».

[GUARDIAN]

«Το Day είναι κάτι παραπάνω από μυθιστόρημα, είναι μια καταβύθιση στη δυσκολία τού να ζεις».

[IRISH TIMES]

«Ένα συγκλονιστικό ανάγνωσμα».

[DAILY MAIL]

 

Μεταφραστικά  Ύστερα

«Οι ευχές είναι τα όνειρα που κάνουμε όταν είμαστε ξύπνιοι».

Ο Άλφρεντ Ντέι είναι μόνος. Περπατά, περπατά εις το δάσος όταν η Τζόις δεν είναι κει κι όταν το πλήρωμά του έχει αποδεκατιστεί∙ πριν να ολοκληρώσει τις τριάντα αποστολές που του είχαν ανατεθεί. Βρετανική Αεροπορία. Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Έχει τελειώσει προ πολλού, αλλά ο Άλφρεντ επιμένει να επαναφέρει στη μνήμη του όλα όσα βίωσε στο πετσί του –στην κυριολεξία. Παραληρηματικά. Ειδικά τώρα που επιστρέφει στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου είχε πιαστεί αιχμάλωτος πολέμου, τώρα πια ως κομπάρσος σε μια ταινία που αναβιώνει εκείνες τις στιγμές. Και είναι πια άλλος.

Ο Άλφρεντ είχε βάλει μερικούς σκοπούς στη διάρκεια της ζωής του∙ να καταταγεί στην Αεροπορία, να μείνει για πάντα ένα με το πλήρωμά του, να κατακτήσει την Τζόις -που γνώρισε εν τω μεταξύ-, και να σκοτώσει τον πατέρα του που ασκούσε βία στη μητέρα του. Τελικά, κατάφερε μόνον το πρώτο και το τελευταίο∙ μόνον το θανατικό κομμάτι της ζωής του.

Ο Άλφρεντ Ντέι κουβαλούσε το θάνατο από γεννησιμιού του.

Ο Μόλλοϋ, ο Πλάκροουζ, ο Μπάσταρδος Χάνσον, ο Μάιλς, ο Τόρρινγκτον, ο Κυβερνήτης – και μετά ο Παρκς, όταν ο Πλάκροουζ φεύγει γι’ άλλους κόσμους. Το πλήρωμά του. Η οικογένεια που ο Άλφρεντ ποτέ δεν είχε. Και που ποτέ -μάλλον- δεν απέκτησε. Είχε και τον Άιβορ ως alter ego. Η Τζόις ήταν το ego τού κόσμου. Του δικού του κόσμου.

Ο Άλφρεντ Nτέι κουβαλούσε το ego των άλλων από γεννησιμιού του.

Αυτά.

*  *  *

Η Άλισον Λουίζ Κέννεντυ δεν είναι εύκολη συγγραφέας. Είναι σίγουρα η σημαντικότερη σύγχρονη Σκοτσέζα και μια απ’ τις σπουδαιότερες Βρετανίδες τής εποχής μας. Έχει μεταφραστεί άλλες τρεις φορές στα ελληνικά: από την Μαρία Καμπύλη (Αρχέγονη Ευτυχία – εκδ. Οδυσσέας) και απ’ την Αλεξάνδρα Κονταξάκη (Ανεξίτηλες πράξεις & Παράδεισος, εκδ. Εστία).

Και τώρα απ’ τον υποφαινόμενο.

Και παραφράζοντας αυτά που διαβάζαμε στο «Μετάξι» του Αλεσσάντρο Μπαρίκκο:
«Ίσως είναι καλό να διευκρινίσουμε πως πρόκειται για μια ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, για να μην περιμένει κανείς κινητά, πλυντήρια και ψυχαναλυτές. Δεν υπάρχουν. Μια άλλη φορά ίσως…»

 

Δημήτρης Αθηνάκης

 

Απόσπασμα απ’ το μυθιστόρημα που δημοσιεύτηκε στη Lifo

 στο φύλλο τής 10/07/08

 

Προσγειώνεσαι μ’ έναν τρόπο που δεν πολυνιώθεις και τ’ αλεξίπτωτο σ’ ακολουθεί σαν ένα υγρό δέρμα, σαν το σάβανό σου, και καταπίνεις νερό, αλλά όλα είναι αλλόκοτα – τα πόδια σου δε λειτουργούν, δεν καταλαβαίνουν τίποτε απ’ το νερό που βρίσκεσαι μέσα του – και τα χέρια σου πιάστηκαν για μια στιγμή σ’ ετούτο το μαλακό πράμα, το ζεστό – πριν να καταλάβεις καλά σε τι κατάσταση βρίσκεσαι και πού βρίσκεσαι κι ότι έχεις την Τζόις για να ’σαι ακόμα ζωντανός, ίσως και τίποτε άλλο, αλλά αυτή αρκεί – κι εσύ σέρνεις και σέρνεις και σέρνεις τ’ αλεξίπτωτο απ’ την πλάτη σου, το κεφάλι σου, αλλά συνάμα στέκεσαι, τα δάχτυλα των ποδιών σου έχουν βυθιστεί σε μια κρεμώδη λάσπη –σχεδόν– μια και το νερό εδώ σε φτάνει μέχρι το στέρνο και τώρα είσαι λεύτερος, ανοιχτός, και βρέχει – μια κρύα κι όμορφα λεπτή βροχή πέφτει πάνω σου, αποκαθαίρει το πρόσωπό σου, κι αυτό το χλιαρό νερό που ’σαι μέσα του κλεισμένος, που μπορείς να το διαπεράσεις –ζωντανός– ένας άντρας ζωντανός που ’χει πέσει από ’να αεροπλάνο και δεν έχει πεθάνει – σπρώχνεις προς τα κάτω τ’ αλεξίπτωτο, το βυθίζεις όσο περισσότερο μπορείς – και παλεύεις να βγεις στη στεριά απ’ αυτή τη λιμνοθάλασσα που ’ναι ολόλαμπρη με τις ριπές του ήλιου, π’ αστράφτει καθώς βουλιάζει στους μηρούς σου και μετά στα γόνατά σου.

Δεν είναι και τόσο δύσκολο να συνεχίσεις να διασχίζεις με τα πόδια κατά μήκος αυτό το κανάλι – μικρά πουλιά που κελαηδούν φεύγοντας μακριά από σένα, αλλά καμιά άλλη ταραχή, καμιά φωνή, κανένας συναγερμός. Σε κάποιο σημείο το κανάλι ξεραίνεται και γίνεται κάτι σαν λαστιχένιο χώμα και μετά υπάρχουν θάμνοι και δέντρα, μυρίζουν πεύκο – τόσο σποραδικά για να σε κρύψουν. 

Συνεχίζεις να περπατάς και να σου ένας μικρός δρόμος να περάσεις απέναντι και να τρέξεις προς την άλλη πλευρά μέχρι που βρέθηκες σε χορτάρι – απαίσια σκληρό πράμα που σε πονά στα πόδια, κι έτσι, προχωράς σ’ ένα μονοπάτι και γίνεται όλο και πιο φωτεινή η μέρα – καθόλου σπίτια, καμιά ένδειξη καταφυγίου, αλλά αυτό ίσως και να ’ναι καλό – κανένας ένα γύρω, σιωπηλή ακινησία, ωστόσο υπάρχει μια αργυρένια λάμψη παντού που κάνει το κεφάλι σου να πονά – πονάς πολύ – αλλά εξακολουθείς να προχωράς – άμμος τώρα, φιλικότερη – και συνεχίζεις, βρίσκεσαι σ’ αμμόλοφους – ήχος απ’ τον ωκεανό σε πλησιάζει καθώς και ριπές τ’ ανέμου, τα υπολείμματα της καταιγίδας σ’ εγκαταλείπουν καθώς η βροχή σβήνει σιγά-σιγά και να ετούτη η υπέροχη μυρωδιά τριαντάφυλλων και τίποτε άλλο, κι αυτό σε πονά, ωστόσο πέφτεις με τα μούτρα σ’ αυτήν – κι η μαυρίλα που ’ρχεται όταν κοιτάς και τώρα πρέπει να κοιμηθείς, στ’ αλήθεια έχεις την ανάγκη να κοιμηθείς.

Κι όταν ξυπνάς εμφανίζεται κάτι σαν ο ίδιος ο παράδεισος εκεί μαζί σου.

Ανέφελος ουρανός και ζέστη κι η μυρουδιά απ’ της μητέρας σου τον κήπο –τόσο πολλά τριαντάφυλλα– και μια ήσυχη φουσκοθαλασσιά έρχεται και φεύγει κάπου στην άκρη της πάλλευκης άμμου που πάνω της ξαπλώνεις.

Αγριοτριανταφυλλιές.

Κι ένα μικρό μπλε λουλουδάκι δίπλα στο πρόσωπό σου, αναρριγεί.

Είναι τόσο άνετα εδώ.

Εκτός για τον ώμο και τα πόδια σου.

Και θα ’χουν καταλάβει πια, πίσω στο στρατόπεδο – ότι έχεις αργήσει τόσο πολύ για να ’σαι κάτι άλλο από νεκρός.

Και συνειδητοποιείς ότι είσαι διψασμένος, γεύση χώματος κι αλατιού στο στόμα σου.

Και στριφογυρνάς έτσι, που σου προκαλεί αυτόν το μακρύ, τραβηγμένο πόνο και σηκώνεις τα μάτια σου κι αντικρίζεις τρία πρόσωπα, τρεις άντρες να στέκονται από πάνω σου, με πηλήκια κυριλέ βαλμένα και μουστάκια-αλφάδι – σου φέρνει στο μυαλό μια ταινία, μια κωμική όπερα ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων – φανταχτερές μπότες και κομψά βαριά πανωφόρια.

Γαμημένοι Γερμαναράδες, βεβαίως-βεβαίως.

Καταλαβαίνεις. Ό,τι κι αν κάνουν, δεν μπορούν να σ’ αιφνιδιάσουν: πάντα θα το ξέρεις.

Dulag Luft: αυτό πρέπει να ’ναι το μέρος που σ’ οδηγήσανε, αλλά δε νομίζεις ότι είσαι κει. Αυτό δε θα γινόταν σ’ ένα τέτοιο μέρος. Δε σου λένε πού είσαι και δεν μπορείς να καταλάβεις. Υπάρχει μόνο αυτό το δωμάτιο κι ακόμη ένα.

Δεν έχεις πει σε κανέναν ότι έχεις χάσει το σκουφάκι σου, εκείνο που σου ’χε κάνει η Τζόις και δεν υπάρχει χρόνος να το κλάψεις. Υπάρχει μόνο αυτό το δωμάτιο κι ακόμη ένα.

Λένε ότι δεν είσαι τρομοκράτης αεροπόρος – γιατί κανείς δεν άκουσε τ’ αεροπλάνο σου – γιατί κανείς δεν το ’δε – γιατί κανείς δε βρήκε τ’ αλεξίπτωτό σου – γιατί δε φοράς ολόκληρη τη στολή σου – γιατί περίμεναν κάποιον που δεν είναι τρομοκράτης αεροπόρος κι αυτό που περιμένουν πρέπει να ’ναι το σωστό. Κάτι που σημαίνει απλώς ότι είναι ηλίθιοι, αλλά δεν μπορείς να τους το πεις κατάμουτρα. Δε σκέφτονται ότι είσαι στ’ αλήθεια αεροπόρος και δεν πιστεύουν τ’ όνομά σου ή τον αριθμό μητρώου σου ή το βαθμό σου. Τους τα λες και τα τρία, για καλό και για κακό. Όποτε κι αν σε ρωτούν. Ό,τι κι αν σε ρωτούν. Αλλά δεν τους κάνεις να σταματήσουν να πιστεύουν ότι είσαι κάτι άλλο, κάτι λάθος.

Πήρε πολύ καιρό να βρεθείς εδώ κι οι άνθρωποι δεν ήταν ευγενικοί και ποτέ δε σε πίστεψαν, κι έτσι, μένεις εδώ – πίσω σ’ αυτό που καταλαβαίνεις. Υπάρχει μόνο αυτό το δωμάτιο κι ακόμη ένα.

Πάντα έπεφτα έξω. Και τίποτε περισσότερο δεν άρεσε στον πατέρα μου απ’ τους τρόπους που θα μπορούσα να πέσω έξω: να λέω πράματα που δεν έπρεπε, να φαίνομαι αστείος, να κάνω σαν χαζός, να κάνω σαν βλάκας – έγινα από τέτοια υλικά, ώστε να πέφτω συνέχεια έξω. Και το βγάζεις αυτό, και το βγάζεις από ’να παιδί, γαμώτο, το μειώνεις μέχρι να το νιώσει ώς τα μπούνια και το χτυπάς στο δόξα πατρί.

ελληνικά εγκλήματα 1 & 2 – συλλογικό [επιμ. Ανταίος Χρυσοστομίδης]

                  

 

Είναι, καταρχήν, ενδιαφέρον να βλέπεις να εκδίδονται συλλογές διηγημάτων που αποτελούνται, όχι εν προκειμένω, απ’ το ίδιο χέρι, αλλά απ’ την αφρόκρεμα της εγχώριας λογοτεχνίας, όσον αφορά, κάθε φορά, ένα συγκεκριμένο «θέμα». Κάτι αντίστοιχο συνέβη και με τους δύο τόμους αστυνομικής λογοτεχνίας των εκδόσεων Καστανιώτη, που επιμελήθηκε ο Ανταίος Χρυσοστομίδης. Τα «Ελληνικά Εγκλήματα» και τα «Ελληνικά Εγκλήματα 2» είναι δημιουργημένα πάνω σε μια αντίστοιχη συλλογή αστυνομικών ιστοριών που κυκλοφόρησε λίγα χρόνια πριν στην Ιταλία και που μεταφράστηκε απ’ τον Ανταίο Χρυσοστομίδη στα ελληνικά, πάλι απ’ τις εκδόσεις Καστανιώτη, υπό τον τίτλο «Εγκλήματα».

Ο πρώτος τόμος, που κυκλοφόρησε το 2007, περιλαμβάνει δέκα αστυνομικές ιστορίες από μαιτρ τού είδους, της παλαιότερης και της νεότερης γενιάς. Αποστολίδης, Δανέλλη, Κακούρη, Κυριακόπουλος, Μαμαλούκας, Μάρκαρης, Μαρτινίδης, Μπράμος, Πολιτοπούλου, Φιλίππου. Απ’ όλα έχει ο μπαξές του. Κοινωνικά θέματα, πολιτικά, φυλετικά, ιστορικά, θρίλερ. Ο κάθε συγγραφέας δίνει το στίγμα του, παρουσιάζει την οπτική του για το αστυνομικό μυθιστόρημα, αλλά και παράλληλα αποδεικνύει πόσο ικανοποιητικά έχει φιλτράρει το παγκόσμιο γίγνεσθαι της αστυνομικής λογοτεχνίας. Ανάλογα πάντοτε με τη γενιά που ανήκει ο κάθε συγγραφέας, αντιλαμβανόμαστε και τον τρόπο που χειρίζεται το υλικό του στο σύντομο λόγο, όπως είναι το διήγημα. Έτσι, άλλο το ύφος και η ατμόσφαιρα του Πέτρου Μάρκαρη και της Αθηνάς Κακούρη, που επιμένουν σε πιο κλασικές φόρμες και θεματολογία, και άλλο βεβαίως του Δημήτρη Μαμαλούκα και του Κώστα Κυριακόπουλου, οι οποίοι ενσωματώνουν στην αφήγησή τους στοιχεία απ’ το απολύτως σύγχρονο γίγνεσθαι με το ανάλογο ύφος.

Ο δεύτερος τόμος, που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2008, περιλαμβάνει δεκατρείς αστυνομικές ιστορίες από ισάριθμους συγγραφείς. Κάποιοι, όπως οι Αποστολίδης, Δανέλλη, Κακούρη, Μάρκαρης, Μαρτινίδης και Φιλίππου, εμφανίζονται και πάλι, ενώ προστίθενται οι Αγαπητός, Γκάκας, Κατσουλάρης, Λύκαρης, Μιχαηλίδης, Μιχαλοπούλου, Πιμπλής. Στον τόμο αυτόν παρουσιάζονται ενδιαφέροντα στοιχεία, μιας κι ο αναγνώστης έχει λιγότερο την αίσθηση του χάσματος μεταξύ των γενεών των συγγραφέων. Ολόφρεσκα θέματα με ολόφρεσκη ματιά απ’ όλους ανεξαιρέτως τους συγγραφείς των «Ελληνικών Εγκλημάτων 2», πράγμα που πιθανότατα να συνέβη μετά το εγχείρημα του πρώτου τόμου.

Μια γενική παρατήρηση είναι η άνθιση της αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα, χωρίς την ίδια στιγμή να υπάρχει παρελθοντικό έρεισμα, εκτός κι αν θεωρήσουμε τον Γιάννη Μαρή το άπαν σύμπαν της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνικής παράδοσης. Φαίνεται ότι ακόμη κι οι συγγραφείς που δεν ασχολούνται κατεξοχήν με το αστυνομικό μυθιστόρημα, για παράδειγμα η Αμάντα Μιχαλοπούλου ή ο Κώστας Κατσουλάρης, μπορούν με μια διακριτή ευχέρεια να αντεπεξέλθουν και σ’ αυτό το είδος.

Σημαντικό, δε, στοιχείο που παρατηρείται εδώ είναι το πώς θέματα όπως η φιλία, οι μοιχεία, ο έρωτας και τα τρίγωνά του, ακόμη και τα «Σεπτεμβριανά» της Κωνσταντινούπολης το 1955 ή το φύλο, μπορούν να ιδωθούν τώρα υπό τη σκοπιά του συγκεκριμένου είδους λογοτεχνίας. Άλλες ιστορίες, βέβαια, το πραγματεύονται το κάθε ζήτημα κατά τρόπο ευφυή (βλ. Μανώλης Πιμπλής και Κώστας Κατσουλάρης – β’ τόμος ή Φίλιππος Φιλίππου – α’ τόμος) και απόλυτα πετυχημένο (βλ. Δημήτρης Μαμαλούκας και Πέτρος Μάρκαρης – α’ τόμος ή Τεύκρος Μιχαηλίδης και Τιτίνα Δανέλλη – β’ τόμος) και άλλες με κάποια, μικρή παρ’ όλ’ αυτά, αδυναμία χειρισμού του πραγματολογικού υλικού τους (βλ. Αμάντα Μιχαλοπούλου και Σέργιος Γκάκας – β’ τόμος). Προφανώς και δε θα μπορούσε να γίνει κι αλλιώς, αφού τόσο πολλά και διαφορετικά «χέρια» υπάρχουν σε κάθε τόμο των «Ελληνικών Εγκλημάτων».

Τέλος, και οι δύο συλλογές επιβεβαιώνουν περίτρανα το επίθετο «Ελληνικά», αφού εξετάζουν με μικροσκόπιο πολλές και διαφορετικές πτυχές της ελληνικής κοινωνίας και του ελληνικού στοιχείου εδώ και στην αλλοδαπή. Το δαιμόνιο ή η αφέλεια, η εξυπνάδα ή η κουτοπονηριά, το δίκαιο ή η αδικία, το τρέχον ή το φουτουριστικό του Έλληνα αναφύονται σε κάθε διήγημα, έτσι που μας κάνει να σκεφτούμε ότι το μέλλον διαγράφεται τουλάχιστον αστείο, με καλή διάθεση πάντα, για όλους μας.

Αν χρειαστούμε, τώρα, την όποια «αστυνομία» (ο Πέτρος Μάρκαρης περιγράφει τα ΜΜΕ ως τη σύγχρονη αστυνομία στο β’ τόμο) να λύνει όλα μας τα προβλήματα, αυτό δεν είναι προφανώς θέμα τής αστυνομικής λογοτεχνίας να το προβλέψει, αλλά -αυτονόητα- ζήτημα της εξέλιξης της κοινωνίας μας.

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη]

The Dream Songs – John Berryman

Όταν πήρα στα χέρια μου τα Dream Songs του John Berryman βεβαιώθηκα για ένα πράγμα: οι ποιητές στους οποίους επανέρχομαι εμμονοληπτικά, που τείνουν στατιστικά να ξεπεράσουν σε ποσοστό άλλους της ίδιας συνομοταξίας των «αγαπημένων», είναι αυτοί της «μεγαλόχαρης θανατομανίας» (όπως υπέροχα είπε η Ε.Π.). Anne Sexton, Sylvia Plath, Hart Crane, John Berryman.

Δεν ξέρω, πόσω μάλλον μ’ ενδιαφέρει, να μάθω με ψυχαναλυτικούρες και τα ρέστα για ποιο λόγο μπορεί αυτό να συμβαίνει. Έχω την υποψία, όμως, ότι επιβεβαιώνομαι (έστω και για μένα μόνο) ότι η ποίηση είναι καταρχήν θρηνωδία, είναι η ρυμούλκηση όλου του πόνου του κόσμου, είναι η κατάποση του θανάτου και το ξέρασμα της ζωής. Δασκάλους έχουμε τους poètes maudit, πάρτε γι’ αρχή τον Rimbaud και τον Baudelaire – τους κλασικούς πια…

*   *  *

Παρακάτω υπάρχει ένα μεταφρασμένο ποίημα του John Berryman απ’ τον υπογράφοντα, γιατί, όπως είπε και μια φίλη αγαπημένη, η μετάφραση είναι μαθητεία στην ποίηση. Κατά τ’ άλλα, εδώ είμαστε, έτσι ή αλλιώς, και τα λέμε.

Ο Τζον Μπέρυμαν (1914-1972) είναι ένας από τους ποιητές που ανακάλυψα τον τελευταίο χρόνο, εξαιτίας του ποιητή Γιάννη Αντιόχου. Είχα μέχρι τότε διαβάσει διάσπαρτα διάφορα ποιήματά του, αλλά ποτέ δεν τον είχα μελετήσει όπως του αξίζει. Θεωρείται, μεταξύ άλλων, κι ένας απ’ τους πρωτεργάτες ποιητές της εξομολογητικής ποίησης, μαζί με τον Robert Lowell. Ο Μπέρυμαν χαρακτηρίζεται, στα Dream Songs τουλάχιστον, ως ισάξιος των Cantos τού Πάουντ, όσον αφορά τα δύσβατα μονοπάτια της ερμηνείας των ποιημάτων τους! Τα 385 ποιήματα που περιλαμβάνονται σ’ αυτή τη συλλογή αποτελούν ημερολογιακά σπαράγματα του αμερικανού ποιητή. Ο Μπέρυμαν παραδίδει έναν άλλον τρόπο χτισίματος του μεγάλου ποιήματος (στροφή που παρατηρείται και στη σύγχρονη ελληνική ποίηση) που, όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο, έχει καταφέρει να δημιουργήσει σε αντίθεση με τον T.S. Eliot στα Four Quartets ή τον Hart Crane στο Bridge.

 

274.

Είν’ όμορφα ακριβώς εδώ, τώρα εν τω μέσω της νυκτός:
δροσερά. Ανακαλώ μερικές απ’ τις κατάρες μου,
μερικές. Κλείνω τον ανεμιστήρα.
Οι τέσσερις χιλιάδες άνθρωποι που βασίζονται σε μένα για την επαύριον
μάλλον θα ικανοποιηθούν. Ίσως κι εγώ.
Το καλοκαίρι ήταν δύσκολο,

έκλεισα εισιτήρια για μας για ένα πιο πράσινο τοπίο
κι εκεί η ψυχή μου βρίσκει ανταπόδοση. Το προσβλημένο μου κορμί
αν και ακίνητο βρίσκει ανταπόδοση.
Το υπερφορτωμένο μου μυαλό, μες στις πτυχές του, κρεμιέται ανάμεσα.
Μέχρι που διατηρεί και μιαν ώρα για το κοινό, μια άγνωστη κυρία
πήρε τηλέφωνο σήμερα για να μάθει το πότε.

Θα κάνουμε ό,τι περνά απ’ το χέρι μας για την κυρία και τους εκατοντάδες άλλους
και θα κάνουμε ό,τι περνά απ’  το χέρι μας για τον αγώνα του μυαλού
παρόλο που τα θαλασσαφρισμένα ρυμουλκά
παίρνουν την καρδιά μου ανατολικά, τα χειρόγραφά μου είν’ έτοιμα
να ταξιδέψουν, και ξάφνου όλα μοιάζουν πολύ λογικά
σ’ έναν άντρα που τα χει μαζέψει.

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

La voix de Robert Desnos – Robert Desnos

στον Marcel Duchamp

Τόσο σαν ένα άνθος κι ένα ρεύμα τ’ ανέμου
το χείμαρρο του νερού τις φευγαλέες σκιές
το χαμόγελο που ’ριξε φευγαλέα ματιά στο μεσονύχτι αυτήν την υπέροχη βραδιά
τόσο σαν κάθε χαρά και κάθε λύπη
είναι περασμένα μεσάνυχτα π’ ανασηκώνουν το γυμνό τους κορμί
 πάνω απ’ τα καμπαναριά και απ’ τις λεύκες πάνω
Καλώ να έρθουν εκείνοι που χαθήκαν στα πεδία της μάχης
πανάρχαιους σκελετούς νέες δρύες κομμένες
κομματάκια ύφασμα που σαπίζουν στο χώμα και λινάρι
 που ξεραίνεται στους αγρούς
Καλώ ανεμοστρόβιλους και θύελλες
καταιγίδες τυφώνες κυκλώνες
κύματα της παλίρροιας
σεισμούς
Καλώ τον καπνό των ηφαιστείων και τον καπνό των τσιγάρων
τα δαχτυλίδια του καπνού των πανάκριβων πούρων
Καλώ τους εραστές και τους ερωμένους
Καλώ τους ζώντες και τους τεθνεώτες
Καλώ τυμβωρύχους και φονιάδες
Καλώ δήμιους πιλότους χτίστες αρχιτέκτονες
φονιάδες
Καλώ τη σάρκα
Καλώ αυτήν που αγαπώ
Καλώ αυτήν που αγαπώ
Καλώ αυτήν που αγαπώ
το θριαμβευτικό μεσονύχτι ξετυλίγει τα σατινένια του φτερά
 και κουρνιάζει στο κρεβάτι μου
τα καμπαναριά κι οι λεύκες υποκλίνονται στην επιθυμία μου
τ’ αλλοτινά συντρίβονται τα υστερινά υποκύπτουν
κείνοι που χαθήκαν στα πεδία της μάχης βρέθηκαν στην αναζήτησή μου
οι πανάρχαιοι σκελετοί ξαναγεννιούνται απ’ τη φωνή μου
οι νέες δρύες που κείτονται κομμένες καλύπτονται με φυλλώματα
τα κομματάκια ύφασμα που σαπίζουν στο χώμα και στη γη
 κλείνονται απότομα στον ήχο της φωνής μου σα σημαία ανταρσίας
το λινάρι που ξεραίνεται στους αγρούς ντύνει γυναίκες λατρεμένες
 αυτές που εγώ δε λατρεύω
που έρχονται σε μένα
υποτάσσονται στη φωνή μου, λατρεύοντάς με
οι ανεμοστρόβιλοι περιστρέφονται στο στόμα μου
οι θύελλες αν είναι μπορετό κοκκινίζουν τα χείλη μου
οι καταιγίδες βρυχώνται στα πόδια μου
οι τυφώνες αν είναι μπορετό μ’ αναστατώνουν
παίρνω μεθυσμένα φιλιά απ’ τους κυκλώνες
τα παλιρροιακά κύματα σε θάνατο οδηγούνται μπρος στα πόδια μου
οι σεισμοί δε με ταρακουνούν αλλ’ ολότελα σβήνουν
 στη διαταγή μου
ο καπνός των ηφαιστείων με τυλίγει με τις αναθυμιάσεις του
κι ο καπνός των τσιγάρων μ’ αρωματίζει
και τα δαχτυλίδια του καπνού των πούρων στέμμα μου φοριούνται
έρωτες κι αγάπη τόσον καιρόν κυνηγημένα βρίσκουν καταφύγιο μέσα μου
οι εραστές τη φωνή μου αφουγκράζονται
οι ζώντες κι οι τεθνεώτες μού υποτάσσονται και με χαιρετίζουν
 οι παλιοί παγερά κι οι καινούργιοι με ζέση
οι τυμβωρύχοι εγκαταλείπουν τους τάφους που με κόπο σκάψαν
 και διακηρύσσουν ότι εγώ, μόνο, τη νυχτερινή δουλειά τους θα ορίζω
οι δολοφόνοι μού δίνουν το χέρι
οι δήμιοι επιζητούν την επανάσταση
επιζητούν τη φωνή μου
επιζητούν το όνομά μου
οι πιλότοι απ’ τα μάτια μου καθοδηγούνται
οι χτίστες ακούγοντάς με σε σκοτοδίνη πέφτουν
οι αρχιτέκτονες φεύγουν για την έρημο
οι φονιάδες με μακαρίζουν
η σάρκα τρέμει όταν αναφωνώ

αυτή που αγαπώ δε μ’ ακούει
αυτή που αγαπώ δε μου δίνει σημασία 
αυτή που αγαπώ δεν απαντά.

 

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

Conversation Among the Ruins – Sylvia Plath

 

Μέσ’ απ’ τα προπύλαια του πολυτελούς μου οίκου περνάς αγέρωχα
με την άγρια μανία σου, αναστατώνοντας τα στεφάνια των καρπών
και τα υπέροχα λαούτα και τα παγόνια, σπαράζοντας το δίχτυ
όλης της ευπρέπειας που κρατά καθηλωμένο τον ανεμοστρόβιλο.
Τώρα, η πλούσια διάταξη των τοίχων έχει εκπέσει’ τα κοράκια κραυγάζουν βραχνά
πάνω στα φοβερά συντρίμμια’ στο ψυχρό φως
του θυελλώδους σου ματιού, η μαγεία τρέπεται σε φυγή
σαν τρομαγμένη μάγισσα, εγκαταλείποντας το κάστρο όταν οι μέρες εξουσίας καταρρέουν.

Κομματιασμένοι στύλοι περιορίζουν τη θέα του βράχου’
καθώς ίστασαι ηρωικός με το πανωφόρι και τη γραβάτα σου, εγώ κάθομαι
ήρεμη μες στον ελληνικό μου μανδύα και με την ψυχή μου μια μάζα μπερδεμένη,
ριζωμένη στο σκοτεινό σου βλέμμα, το έργο μοιάζει τώρα τραγωδία:
ποια καταστροφή σφυρηλατήθηκε στο διαλυμένο μας έχειν,
ποια ιεροτελεστία λέξεων μπορεί να ιάσει τον όλεθρο;

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης