Στο φως του δειλινού – Έντνα Ο’Μπράιεν

της Ν.Β. (blog guest)

 

ΡΟΘ: Ωστόσο  η  προσπάθεια της συγγραφής δεν εμπεριέχει τις ίδιες δυσκολίες,
ανεξάρτητα από το φύλο;
 
Ο’ ΜΠΡΑΪΕΝ: Αναμφίβολα. Εκεί δεν υπάρχει καμία διαφορά. Κι εσείς, όπως εγώ,
προσπαθείτε να φτιάξετε κάτι από το τίποτα και το άγχος είναι το ίδιο δυσβάσταχτο.
Η  περιγραφή του Φλωμπέρ για το δωμάτιο του που αντηχεί από κατάρες και κραυγές αγωνίας
ισχύει για το δωμάτιο οποιουδήποτε συγγραφέα. Ωστόσο αμφιβάλλω αν θα καλωσορίζαμε μία άλλη ζωή.
Υπάρχει ένα στοιχείο στωικισμού στο να συνεχίζουμε τον αγώνα ολομόναχοι.
 
Από τις Κουβέντες του Σιναφιού  (Ένας συγγραφέας, οι συνάδελφοί του και η δουλειά τους), του Φίλιπ Ροθ, ΠΟΛΙΣ, 2004
 
Κι ωστόσο η ερώτηση για το φύλο και τη συγγραφή, παραμένει κεντρική, όταν πρόκειται για την Ο’ Μπράιεν, (ιδίως όταν τίθεται από τον Φίλιπ Ροθ, θα έλεγε κανείς, αν ήθελε να το χοντρύνει). Και παρ’ όλο που η συνέντευξη κλείνει «συναινετικά», έχει λίγο παραπάνω ειπωθεί ότι «ενώ ο Τζόυς, στους Δουβλινέζους και στο Πορτραίτο του Καλλιτέχνη σε Νεαρή Ηλικία, ήταν ο πρώτος Ιρλανδός καθολικός που κατέστησε αναγνωρίσιμα την εμπειρία και το περιβάλλον του, ο κόσμος της Νόρας Μπάρνακλ (της πρώην καμαριέρας που έγινε η σύζυγος του Τζόυς), έπρεπε να περιμένει τη λογοτεχνία της Έντνα Ο’ Μπράιεν».

Γιατί το φύλο στην Ο’ Μπράιεν, δεν κατέχει μόνο το ρόλο θέματος.  (Εξάλλου, τίποτα πιο αναμενόμενο: η πιο αυτονόητη επιλογή του συγγραφέα να μην είναι η παρενδυσία. Κι όταν αυτή προκύπτει να είναι γιατί υπάρχει απόλυτα συγκεκριμένος λόγος και στόχος, για να μην ξεχνάμε και το ποιος είναι η Μαντάμ Μποβαρύ, κατά τον κάτοικο του παραπάνω δωματίου…).
Το φύλο, το άλλο εδώ φύλο, είναι έτσι κι αλλιώς ο απόλυτος ρυθμιστής της γλώσσας. Η δε γραφή, ο τόπος, που το φύλλο αυτό συλλαβίζει και εξιστορεί  τον εαυτό του.
 
Για μια ακόμα φορά στην λογοτεχνία της Ο’ Μπράιεν, όλες οι εμμονές της παρούσες, σαν πάντα ζωτικές: Η Ιρλανδία φυσικά, παράδεισος, που μόνο σα χαμένος μπορεί να νοηθεί. Η Ιρλανδία που έχει εγκατασταθεί στη γλώσσα και την ψυχή και ανταγωνίζεται το μυαλό και τη βούληση, σα σημάδι γενετήσιο και μαζί αγκαλιά ασφυκτική. Αυτή η Ιρλανδία, που η Ο’ Μπράιεν, όπως και τόσοι άλλοι ιρλανδοί συγγραφείς (αρχής γενομένης από τους Τζόυς και Μπέκετ), επέλεξε να εγκαταλείψει. Εδώ όμως, περισσότερο από ποτέ, πριν καν την αρχή, από τη θέση κιόλας της αφιέρωσης: Για τη μητέρα μου και τη γη της…

Η Ιρλανδία λοιπόν, παρούσα πάντα, αλλά και αναδιπλασιασμένη, με όλο το εύρος των συμφραζομένων της, από τη γη έως τη μητέρα, σ’ ένα βιβλίο που το θέμα του είναι η δύσκολη σχέση μάνας-κόρης (και όχι μόνο γονιού-παιδιού), η κόρη είναι η συγγραφέας, αφού η πεζογραφία είναι, όπως λέει η Ο’Μπράιεν, ότι έλεγε ο Τζόυς, μια «φανταστική αυτοβιογραφία» (συνέντευξη στον Ηλία Μαγκλίνη, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 13/01/08).
 
Με το άνοιγμα της αφήγησης, η πρόζα της Ο’Μπράιεν, σαφώς αναγνωρίσιμη, συντιθέμενη από απτά και γήινα υλικά, (ιδίως που στα πρώτα κεφάλαια, ο λόγος είναι τής ή για την Ντίλι), επιβάλλει περισσότερο από μια σχέση, ένα τρισδιάστατο σχήμα: Ντίλι-σπίτι-γη. Η Ντίλι «συνομιλεί» με κάθε γωνιά του σπιτιού της  και της γης της, αφήνοντας κάθε γωνιά του σπιτιού και της γης της να της αντιγυρίσει παρελθόν και εικόνες, καθώς τα αποχαιρετά για να μπει στο νοσοκομείο.  Για τα επόμενα κεφάλαια, η απλών υλικών αυτή καθηλωτική πρόζα, θ’ αφηγηθεί την κάθοδο της Ντίλι στον δικό της «βόρβορο του τρόμου», όσο η αρρώστια αποκτά πρόσωπο και μάλιστα τρομακτικό, όσο το σώμα της παραδίνεται σε γιατρούς και νοσοκόμους, να το ψάξουν, να το ανοίξουν, να το τρυπήσουν κι όσο η ιστορία της θα «σκίζεται από μέσα της», όσο δηλαδή το μυαλό της θα διατρέχει έτσι κι αλλιώς τη ζωή της. Όλο και πιο ανίσχυρη η Ντίλι, όλο και πιο παραδομένη, περιμένει την Ελενόρα, που «τη φαντάζεται πέρα στην Αγγλία, με τα ράφια τα βιβλία μέχρι το ταβάνι και τα άσπρα λουλούδια, συνήθως κρίνους, μέσα σε μια στάμνα από κασσίτερο, αμέριμνη, αδιάφορη για τούτη την ικεσία». Την Ελενόρα, που θα δώσει όλο το χρόνο στην Ντίλι και να θυμηθεί και να φοβηθεί, γιατί θ’ αργήσει πραγματικά κι όταν τελικά θα έρθει, δεν θα ‘ναι για πολύ.  Έτσι στο μεταξύ, η Ντίλι θα ‘χει θυμηθεί στιγμές και διάρκειες, αλλά η μνήμη της θα επιμείνει στα χρόνια πριν από το γάμο της και στην περιπέτεια της δικής της φυγής: σκηνές από το Μπρούκλιν των αρχών του αιώνα, η Ντίλι, τότε που ήταν «λεπτή και νέα», οικιακή βοηθός στο σπίτι διαπρεπούς Ιρλανδού και της συζύγου του, η Ντίλι σε γιορτή στο Κόνι Άιλαντ και μια άγνωστη «άγρια ευτυχία», η Ντίλι κι ένας έρωτας, η Ντίλι και η άδικη, άδοξη ματαίωση. Τέλος, η Ντίλι και η επιστροφή και μετά πάντα η Ντίλι, που ξεμπέρδεψε έγκαιρα με τους έρωτες και οι έρωτες έγιναν κάτι «για το οποίο πάτησες πόδι αποφασιστικά», όπως θα της γράψει η Ελενόρα σ’ ένα από τα γράμματα που δεν γράφει για να στείλει…

Γιατί τα γράμματα είναι η αποκλειστικότητα της Ντίλι. Όσα βράδια τόσα χρόνια, τόσα περίπου γράμματα: «Πολυαγαπημένη Ελενόρα,
Έχασα την ισορροπία μου χτες σε μια σκάλα και παραλίγο να φάω τα μούτρα μου. Έβαφα ένα ταβάνι για όταν θα ‘ρθεις. Ξέρω ότι σου αρέσουν τα όμορφα ταβάνια. Είπες για ένα ταβάνι στο Βατικανό, που το έφτιαξε ένας μάστορας με πολλούς εργάτες. Έχεις ταξιδέψει μακριά αλλά δεν ξεχνάς πως έχεις μία μάνα…
Αχ να ‘ταν παιχνίδι η ζωή, δεν είναι όμως. Τα κέικ πάντα μου πετύχαιναν παλιά, τώρα όμως όχι πια….»

Και πάλι: «Πολυαγαπημένη Ελενόρα….
Ξέχασα να σου πω ότι υπάρχουνε για σένα δύο κέικ στο ταχυδρομείο, το ένα σκέτο φιάσκο, το άλλο εφεδρικό. Έχεις τόσο λίγο χρόνο για ψήσιμο, και να θυμάσαι πως μπορείς να βράσεις στον ατμό κομμάτια του χαλασμένου σε ώρα ανάγκης. Δεν βγαίνεις ποτέ από το μυαλό μου…»
Και αλλού: «Αγαπητή Ελενόρα…
Μ’ αρέσει να μαθαίνω μικρά νέα: είναι αντίκα η μαύρη δαντελένια τουαλέτα που φορούσες εκείνο το βράδυ; Ελπίζω να τα καταφέρεις και να ΄ρθεις γρήγορα…»
Εμφατική και νευραλγική η χρήση των γραμμάτων (δεδομένης και της παραδοχής της Ο’ Μπράιεν ότι σαν πρώτη ύλη γι αυτά έχει χρησιμοποιήσει γράμματα της δικής της μητέρας προς την ίδια), όχι μόνο επιτρέπουν  αδιάκριτες ματιές στη συγγραφική κουζίνα, αλλά λειτουργούν και σα νεύματα ή κλεισίματα του ματιού ως προς την καταγωγή της γραφής της, καθώς είναι πιο έκδηλος και απλούστερα δοσμένος από ποτέ εδώ, ο τρόπος της να φανερώνει την εσωτερική κραυγή, μιλώντας για το εφήμερο, το αβαρές ή το τετριμμένο: 
Τα γράμματα της Ντίλι, μια καθημερινή εξιστόρηση οικιακής έγνοιας και ρουτίνας, εναλλάξ με αναχρονιστικές μητρικές συμβολές και την ίδια στιγμή ανόθευτη και πεντακάθαρη η μιλιά της Ντίλι, η ανάγκη της Ντίλι, η Ντίλι η ίδια και ο πεισματικός της τρόπος να συντηρεί τις γέφυρες με την κόρη της, ν’ αδυνατεί να δικαιολογήσει την απόσταση, να εθελοτυφλεί στις διαφορές τους,
«Τα γράμματα της μάνας μου, ορμητικά και απερίσκεπτα, επιεική και ανελέητα…» ,
θα τα προλογίσει η Ελενόρα σ’ ένα από τα καταληκτικά κεφάλαια, πριν τα βγάλει από το κουτί και τα παραθέσει και πάλι: «Αγαπητή Ελενόρα
Χίλια ευχαριστώ για όσα κάνεις για μένα και είθε το Νέο Έτος να σου φέρει ό,τι καλύτερο, να θυμάσαι όμως ότι η αγάπη είναι μια σαχλαμάρα, η μόνη αληθινή αγάπη είναι ανάμεσα στη μάνα και στο παιδί της. Όλοι εκείνοι οι πίνακες που φτιάχνουν οι Ιταλοί με μανάδες να κρατάνε τα βρέφη τους και οι άγγελοι από πάνω τους, σαν εκείνο τον όμορφο στο παρεκκλήσι στο Λίμερικ, δε μπορεί να λένε ψέματα. Δεν χρειάζεται να σου το πω, θα το ξέρεις από μόνη σου, οι άντρες νομίζουν πως πέντε λίρες φτάνουνε για ολόκληρη τη χρονιά.»
Τα γράμματα της μάνας της δεν θα σταματούν να μιλούν για ομοιότητες, δεν θα σταματούν να προσφέρουν και να ικετεύουν, αλλά κυρίως δεν θα σταματούν να της λένε πόσο μακριά δεν έχει φύγει, ή δεν είχε λόγο για να φύγει.
 
Έτσι η Ελενόρα θ’ απαντά σ’ αυτά συγκαταβατικά ή καθόλου, όσο κι αν έχει ιδιαίτερη σχέση με τις λέξεις, ή μάλλον κυρίως γι’ αυτό.

Γιατί η Ελενόρα είναι, εννοείται συγγραφέας και το πρώτο που μαθαίνουμε γι αυτήν, όταν από τη μέση και μετά έρχεται στην αφήγηση η ώρα της, είναι πως: «η λογοτεχνία ήταν ένας δρόμος που οδηγούσε είτε έξω από τη ζωή είτε μέσα στη ζωή και ποτέ δεν ήταν σίγουρη ποιο από τα δύο ίσχυε, παρά μόνο πως σ’ αυτό το δρόμο είχε υποταχτεί.» Στο περισσότερο βιογραφικό από τα κεφάλαια, στις «Σκηνές από ένα γάμο», η Ο’Μπράιεν θα εξιστορήσει, σε μικρές και πάντα ιμπρεσσιονιστικά δοσμένες σκηνές, τη φυγή της Ε. και τη γέννησή της σαν συγγραφέα: ένας έρωτας κι ένας γάμος που την πήρε πρώτα μακριά από το σπίτι και τη μάνα της, μετά μακριά από τον εαυτό της, για να την σπρώξει τελικά σε μια δεύτερη φυγή, στην ατέρμονη αναζήτηση λέξεων και ερώτων. Ένας άντρας τυραννισμένος και τυραννικός, ένα μεγάλο σπίτι κι ένα δωματιάκι έξω από την κουζίνα, όπου η Ελενόρα καθόταν κι «αναρωτιόταν ξανά και ξανά ποια ιστορία ήταν η ομορφότερη –που σημαίνει, έπρεπε να παραδεχτεί, η πιο καταθλιπτική», αυτή του Χανς Κάστροπ, ή εκείνη της Έμα Μποβαρύ. «Ποιο ήταν το χειρότερο; Και τα δύο ήταν χειρότερα. Ο πόλεμος έκανε στον Χανς Κάστροπ αυτό που έκανε μια ραγισμένη καρδιά στη Έμα Μποβαρύ.» Μια μη ιάσιμη μοναξιά που θα της βάλει το μολύβι στο χέρι και μετά η μητρότητα, που όσο και αν τη φέρει κοντύτερα στη Ντίλι («οι ωδίνες σου αναμείχθηκαν με τις δικές μου» -λόγια που θα της πει σε γράμματα που δεν θα της στείλει), δεν θα καταπραΰνει ούτε την αγωνία ούτε την επιθυμία. Και τελικά το πρώτο βιβλίο, ένα βιβλίο «βλάσφημο» -ευθεία αναφορά στο Country Girls, το πρώτο βιβλίο της Ο’Μπράιεν, που έκανε τη μάνα της και τους συγγενείς της πίσω στο σπίτι να ντραπούν, και τον παπά της ενορίας της να καλέσει από άμβωνος τους πιστούς να κάψουν τα αντίτυπά τους -πρώτο σε σειρά τίτλων της που απαγορεύτηκαν κατά καιρούς στην Ιρλανδία. Και πάντως η δέσμευση στην συγγραφή και η κατάφαση στη ρευστή και δύσκολη συνθήκη της  ταραγμένης συνείδησης: «οι κήποι της δεν ήταν γαλάζιοι, το δάσος της ήταν πράσινο και ακόμα περισσότερο από τις νεροποντές, ενώ τα νυκτόβια λεπιδόπτερα έτρωγαν τις πανάκριβες πτυχές των κουρτινών της κρεβατοκάμαρας, κάτι για το οποίο της έκανε εκείνος παρατήρηση, θορυβημένος από μια γυναίκα που κρατούσε τόσο άσχημα το νοικοκυριό».  Οι λέξεις θα είναι το σύμπαν που η Ελενόρα θα κατοικήσει και θα διασχίσει με προορισμό την επαναφορά στον εαυτό και την αποκαλυπτική εμπειρία, πάντα ανεξοικείωτη με τους οικογενειακούς της ρόλους («μια απατεώνισσα που συνέχιζε να ζει την κρυφή, ανατρεπτική ζωή της») και το στοιχειώδες, την γειωμένη επικράτεια της Ντίλι. Έτσι απατεώνισσα απέναντι στην αδιαμφισβήτητη και ορμητική αλήθεια της μάνας της, η Ελενόρα θα χάνει τον τόνο της στις απευθείας συνομιλίες τους. Στα γράμματα ή στις συναντήσεις τους δεν θα καταφέρνει παρά να καταφεύγει πότε στη συγκατάβαση, πότε στις μισές αλήθειες, πότε στη σιωπή, ,την ίδια στιγμή που της είναι ξεκάθαρο από την αρχή, από την ώρα που πιάνει το μολύβι, ότι «η μάνα της έμπαινε σε οτιδήποτε κι αν έγραφε»,. Το να μιλήσει πραγματικά στην Ντίλι είναι επικίνδυνο και για τις δύο, όπως ήδη ξέρει προτού καν γράψει: «για να γίνει αυτό, πρέπει να γυρίσω πίσω, πίσω σ’ εκείνη την ειλικρίνεια που μπορεί να οδηγήσει στο φόνο». Έτσι μένει η γραφή, τα γράμματα που δεν θα στέλνει και κυρίως το ημερολόγιο, για να διατρέξει η Ε. όλες τις δαιδαλώδεις διαδρομές από το οδυνηρό, ανεξίτηλο δέσιμο, την γεμάτη συμπόνια αγάπη, μέχρι την οργισμένη, ζωτική ανάγκη για εναντίωση. Μένει το ημερολόγιο –όλο μια συνομιλία με την Ντίλι, για να αρθρώσει η Ε. τη φωνή της, ν’ αφεθεί στην τόσο επικίνδυνη ειλικρίνεια και να μπορέσει να πει: «Έχεις πάρει απόφαση να με πνίξεις. Ναι, εσύ είσαι…και κανείς άλλος. Πιστεύω πραγματικά πως παύω ν’ ανασαίνω προς στιγμήν, γιατί ακόμα και στην άνανδρη ηλιθιότητά μου προτιμώ να πεθάνω εγώ από μόνη μου, παρά να μου επιβάλλεις εσύ να πεθάνω», ή να πει: «Ανάμεσά μας εκείνη η βεντέτα του αίματος, ο δεσμός του αίματος, η μνήμη του αίματος. Πώς να το ξέρω; Δεν ξέρω. Ξέρω. Γνωστό είναι αυτό που ξέρουμε πριν από το λόγο. Στο όριο των δυνάμεών σου, έρημη, έρημη όπως είναι μονάχα οι ετοιμοθάνατοι. Μόνο που δεν έγινε όπως το είχες σχεδιάσει. Ελάχιστα γίνονται όπως τα σχεδιάζουμε. Σε φαντάζομαι να γυρίζεις σπίτι με τα πόδια, να φουσκώνει η μοναξιά, αίμα να κυλάει στο μπούτια σου, στα πόδια σου, πηχτές μάζες από δαύτο, και οι σταγόνες εδώ κι εκεί να πιτσιλάνε το ξερό χορτάρι. Η Γεσθημανή σου. Πατέρα, μητέρα συγχωρήστε μας, ου γαρ οίδαμε τι ποιούμε».
 
Το ημερολόγιο θα το διαβάσει και η Ντίλι, αφού η Ελενόρα απερίσκεπτα θα  το ξεχάσει στο νοσοκομείο, λίγο πριν φύγει βιαστικά για να συναντήσει έναν άντρα που την περιμένει, αγνοώντας πως βλέπει τη μάνα της για τελευταία φορά. Και δεν είναι το μόνο που δεν θα πάει κατ’ ευχήν στην εξέλιξη της πλοκής, αφού ούτε η αναμονή, ούτε η ικεσία της Ντίλι θα αξιωθούν αίσιο τέλος. Και η Ντίλι θα φύγει πριν η Ελενόρα επιστρέψει, πριν της πει όσα εκ΄ των υστέρων συνειδητοποιεί ότι θα ‘θελε…
 
Γνωστή παλιά ιστορία και πάντως ιστορία που την έκβασή της ούτε και η συγγραφέας σέβεται ιδιαιτέρως: “fuck the plot”, όπως χαρακτηριστικά θα απαντήσει, σε ερώτηση σχετική με την γραφή της, (Τhe art of fiction no. 82, The Paris Review- Interviews). Όχι μόνο γιατί η ιστορία, η όποια ιστορία δεν έχει παρά να είναι γνωστή και παλιά και αενάως επαναλαμβανόμενη, αλλά και γιατί η ιστορία ή το storytelling ποτέ δεν ήταν στα ζητούμενα της. Η αντικειμενικότητα του γεγονότος περιορίζει τη σημασία του κι εκείνο που φαντάζει σαν πιο ουσιαστικό, είναι η υποκειμενική και συναισθηματική του πρόσληψη. Στην αφήγησή της το γεγονός θα συμβαίνει μόνο μέσα από την πρόσληψή του, από το αποτύπωμα που θα αφήνει στη φαντασία και το συναίσθημα, από τον τρόπο που θα το αντιλαμβάνεται το γεμάτο ανάγκη βλέμμα. Έτσι, περισσότερο από το να το αφηγηθεί, θα αποδώσει το δυσεπίλυτο της σχέσης, χτίζοντας με τις λέξεις τις διαφορετικές φωνές και επιθυμίες. Η Ντίλι (τα γράμματα, η ικεσία) και η Ελενόρα (το ημερολόγιο, η σύγκρουση), είναι περισσότερο οι λέξεις τους, το ύφος τους, ο τρόπος που αφηγούνται τον εαυτό τους και την επιθυμία τους, παρά η δράση, η ιστορία ή η βιογραφία τους. Μια, ούτε λόγος, καθαρά ιδιοσυγκρασιακή ματιά που γίνεται ύφος, μία φορτισμένη συναισθηματικά γραφή.  Είναι όμως και το σημείο που η Ο’ Μπράιεν συνομιλεί με τους μοντερνιστές δασκάλους της κι ακόμα περισσότερο αυτό, όπου επιχειρεί και στηρίζει τον λόγο του φύλου στην γραφή της. Έτσι ο συναισθηματισμός για τον οποίο συχνά κατηγορείται, είναι εκ των πραγμάτων από τις βασικές προδιαγραφές του ύφους της κι ας μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για έναν συναισθηματισμό με ανύπαρκτο ροζ, αλλά πολύ βαθύ, αιμάτινο κόκκινο, έναν συναισθηματισμό ακόμα, που αξιώνει και επιτυγχάνει συναισθηματική κατά βάση ανταπόκριση. Ούτε αιτιάσεις, ούτε επεξηγήσεις, ούτε λύσεις παρέχονται. Ανασύρονται απλώς κομμάτια από σκοτεινά βάθη: όλη η αγάπη είναι εδώ, μαζί με την αδυναμία και την ανικανότητα για ανταπόκριση. Όλη η ενοχή επίσης. Τα δυσεπίλυτα θα μείνουν ως έχουν και το αίσιο τέλος αναβάλλεται. Απλώς θα προκύψει το βιβλίο σαν το τέλος της ιστορίας, και όπως το μικρό καταληκτικό κεφάλαιο (περιγραφή μιας μικρής φευγαλέας στιγμής), θα δοθεί ως –και προφανώς είναι, η μόνη απάντηση. Έτσι κι αλλιώς, η γραφή είναι αυτή που θα αναλάβει να πει όσα δεν έχουν μπορέσει να ειπωθούν, έτσι κι αλλιώς η πεζογραφία είναι και «μια φανταστική αυτοβιογραφία».

 

[μετάφραση Σοφία Σκουλικάρη]

 

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο]

3 thoughts on “Στο φως του δειλινού – Έντνα Ο’Μπράιεν

  1. Μέ γύρισες πολλά χρόνια πίσω καί μόνο μέ τήν ἀναφορά στήν Ο’ Μπράϊαν. Τή διάβαζα ἀνελλιπως… Ἡ παρουσίαση τοῦ βιβλίου της ἀπό σένα ἐξαιρετική. Ἀλλά αὐτό εἶναι τό σύνηθες στά κείμενά σου. Μέ παρακινεῖς νά τήν ξαναδιαβάσω. Κι ὅπως συμπεραίνω ἀπό τά γραφόμενά σου, πρέπει κι ἡ γραφή της νά ‘χει ὡριμάσει, νά ‘χει ἀλλάξει σέ σχέση μέ τά παλιά. Ἴσως νά ‘χει κιόλας βρεῖ καί μιά παραπάνω δύναμη ἀπό κείνη πού ἤδη διέθετε. Καλές ἑπόμενες παρουσιάσεις.

  2. να ενα αληθινο κειμενο για τη δυναμη και την αξια των λεξεων. ενα κειμενο αυτοαναφορικο. η λογοτεχνια για τη λογοτεχνια. ποσα και ποσα δεν εχουν γραφτει για τις λεξεις και την προσληψη τους! ποσο διαφορετικα αντιλαμβανονται δυο ανθρωποι τις ιδιες λεξεις; κ ποσες χορδες αγγιζουν λιγες απλες φρασεις; ομορφα νοηματα κ σχεσεις.. σχεση μανασ και κορησ γραμματα, ημερολογιο και φυσικα η ιρλανδια!! παντα με γοητευε η ιρλανδια με ολους τους ηρωες τησ. απο το Ντιλον του Χιγγινγσ με τα τρελα του κατορθωματα ωσ τον οδυσεα του τζοισ. παντου μεσα στα βιβλια αλλα εμφανιζεται μια ιρλανδια γεματη φωσ παραδοση και νοσταλγια.. αλλα νομιζω πωσ ειπα ηδη αρκετα.. ελπιζω να τα καταφερω να διαβασω συντομα το βιβλιο.. εισ το επανιδειν λοιπον

  3. Έχεις δίκιο Νατάσα, με κάπως τέτοια διάθεση το άνοιξα κι εγώ.
    Περιμένοντας ίσως έναν αναχρονισμό…που όμως δεν προέκυψε.
    Αντ’ αυτού προέκυψε –παρ’ όλο που οι συντεταγμένες της γραφής της
    δεν έχουν αλλάξει μέσα στα χρόνια- μια αναπάντεχη ανταπόκριση δική μου,πολύ προσωπική, πολύ ιδιωτική. Και το κείμενο ήταν ένας τρόπος να το ψάξω κάπως αυτό.
    Η τέτοια «πρόσληψη», Ελένη επίσης, είναι ωραία χαρά.
    Τα λέμε…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s