[άτιτλο]

Ποιος με φώναξε;
Ποιος είδε από μέσα μου
με τα ίδια μου τα μάτια
τα χέρια μου να χύνονται στο χώμα και να αδικούν.
Σε είδα κι εσένα
σα χώμα και σα γη λασπωμένη
και σα σελήνη άδικη.
Μ’ ένα χέρι τώρα πια
πιάνω τα μωρά μου
αυτά που γέννησα εχθές
και
μόνος πάω
και
μόνος λέω
πως αν ποτέ αυτά τα παιδιά μεγαλώσουν
εγώ
εγώ
εγώ
θα μείνω με το κεφάλι μου κλειστό σε χώρο ξένο
που δε θα τον γνωρίζω
κι εσύ
κι εσύ
κι εσύ
θα βροντοφωνάζεις μέσ’ απ’ το κεφάλι μου
πως
εσύ
εσύ
εσύ
χωράς και άλλους τόπους
μπορείς κι άλλα παιδιά να γεννήσεις
κι άλλα
κι άλλα
κι άλλα
να φέρεις σ’ αυτό τον κόσμο
που
εγώ
εγώ
εγώ
προσπαθώ να χωρέσω απ’ την πόρτα
κι εσύ
κι εσύ
κι εσύ
να στρώσεις το κρεβάτι.

Μην ακούς τι λένε τα ραδιόφωνα.
Άσε μας να γεννάμε μωρά και να χαρίζουμε χαμόγελα
σ’ όλους εκείνους τους άμοιρους από ευθύνες.
Εμείς γεννάμε
δε μεγαλώνουμε.

Γι’ αυτό δεν είμαστε μάνες.

***

Η φωτογραφία από εδώ

Advertisements

Emptying Town – Nick Flynn

Θέλω να σβήσω τα ίχνη σου
απ’ τους τοίχους μου. Κάθε μαξιλάρι
είναι γεμάτο απ’ τις δικαιολογίες σου. Οι οιωνοί

πλημμυρίζουν το πεζοδρόμιο κάτω απ’ το παράθυρό μου: μια γυναίκα
φορώντας καπέλο από πάρτι, κρατώντας σφιχτά
ένα ελαστικό μπαλόνι. Σκιές

σέρνονται αργά μέσα στην άσφαλτο, κάποιος ουρλιάζει “Σταματήστε!”
κι εγώ κλείνω τα μάτια μου. Δεν μπορώ να κοιτάζω

αυτή την πόλη ν’ αδειάζει αργά, αφήνοντάς με
κρεμασμένο ανάμεσα στα “καλό ταξίδι”, σαν πάμπολλα ρούχα
απλωμένα, με τ’ άσπρο μαντίλι

κολλημένο στο λαιμό μου. Θυμάσαι πώς ο Χριστός

ξεσκίζει ανοίγοντας το πουκάμισό του
για να μας δείξει την καρδιά του, ολόκληρη φλεγόμενη κι αγκαθωτή,
θυμάσαι τον τρόπο που τη δείχνει. Φοβάμαι ότι ο τρόπος που θα μου λείψεις

θα ‘ναι αυτός ο προφανής.

Έχω ένα φίλο που όλοι με προειδοποιούν
ότι είναι επικίνδυνος, κρύβει
ματωμένες εικόνες του Χριστού
γύρω γύρω στο σπίτι μου, για να τις βρίσκω εγώ

όταν επιστρέφω· ο Χριστός
πίσω απ’ την πόρτα του ερμάριου, ο Χριστός κολλημένος

στον καθρέφτη. Θέλει να με σώσει
αλλά διαφωνούμε από τι. Η δική μου κόλαση
είναι κάποιος που ξεσκίζει ανοίγοντας το πουκάμισό του

και λέει, Κοίτα τι έχω κάνει εγώ για σένα…

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

Invitation to Miss Marianne Moore – Elizabeth Bishop

Αυτό το ποίημα διαβάζεται με το “δίδυμό” του… Μ’ αυτό δηλαδή.

Από το Μπρούκλυν, πάνω απ’ τη Γέφυρα του Μπρούκλυν, αυτό το υπέροχο πρωινό,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.
Μες σ’ ένα σύννεφο από εύφλεκτα ωχρά χημικά,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας,
στ’ αστραπιαίο στριφογύρισμα των χιλιάδων μικρών γαλάζιων τυμπάνων
βυθιζόμενη έξω απ’ το συννεφιασμένο ουρανό
πάνω απ’ τη θαμποβόλα αποβάθρα του υδάτινου καταφυγίου,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.

Σφυρίχτρες, εμβλήματα και καπνός ξεσπούν. Τα πλοία
κάνουν σινιάλο εγκάρδια με χιλιάδες σημαίες
που ανυψώνονται και πέφτουν σαν πουλιά ολόγυρα απ’ το λιμάνι.
Εισαγωγή: δυο ποτάμια με σεβασμό κουβαλούν
αμέτρητες μικρές διάφανες μέδουσες
σε βιτρώ κατασκευές που σέρνονται σ’ ασημένιες αλυσίδες.
Η μάχη είναι ακίνδυνη· ο καιρός είναι κανονισμένος.
Τα κύματα τρέχουν κατά στοίχους αυτό το υπέροχο πρωινό.
Ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.

Ελάτε με τη μυτερή άκρη καθενός απ’ τα μαύρα παπούτσια
αφήνοντας πίσω ένα ζαφειρένιο ισχυρό φως,
με μια μαύρη κάπα γεμάτη φτερά πεταλούδων κι ευφυολογήματα,
μ’ ένας θεός ξέρει πόσους αγγέλους όλους να πετούν
πάνω στο φαρδύ μαύρο γείσο του καπέλου σας,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.

Κουβαλώντας ένα μουσικό ανήκουστο άβακα,
μιαν αμυδρά επικριτική συνοφρύωση, και μπλε κορδέλες,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.
Εγκλήματα κι ουρανοξύστες αχνοφέγγουν στην παλίρροια· το Μανχάταν
είναι ολόκληρο πλημμυρισμένο με ηθική αυτό το υπέροχο πρωινό,
οπότε ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.

Καβαλικεύοντας τον ουρανό μ’ έμφυτο ηρωισμό,
πάνω απ’ τ’ ατυχήματα, πάνω απ’ τις μοχθηρές ταινίες,
τα ταξί και τις αδικίες γενικά,
την ώρα που οι κόρνες αντηχούν στα όμορφα αυτιά σας
που ταυτόχρονα ακούν
μιαν απαλή πρωτάκουστη μουσική, που εναρμονίζεται με το ελάφι,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.

Γι’ αυτόν που τ’ άγρια μουσεία θα υποταχτούν
σαν καλότροπα αρσενικά πουλιά του παραδείσου,
γι’ αυτόν που τα ευάρεστα λιοντάρια κείτονται εν αναμονή
στα σκαλιά της Δημόσιας Βιβλιοθήκης,
ανυπόμονα να σηκωθούν και ν’ ακολουθήσουν μέσ’ απ’ τις πύλες
μέχρι πάνω στ’ αναγνωστήρια,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.
Μπορούμε να καθίσουμε και να κλάψουμε· μπορούμε να πάμε για ψώνια,
ή να παίξουμε με μισή καρδιά ένα παιχνίδι που θα ‘μαστε για πάντα λάθος
μ’ έναν ανεκτίμητο σωρό από γλωσσάρια,
ή μπορούμε γενναία να θρηνήσουμε, αλλά σας παρακαλώ,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.

Με αυστηρά συστήματα από αρνητικές συγκρίσεις
που σκοτεινιάζουν και πεθαίνουν γύρω σας,
με γραμματική που ξάφνου γυρνά και φέγγει
σαν σμήνη από θαλασσοπούλια που πετούν,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.

Ελάτε σαν φως στον άσπρο συννεφιασμένο ουρανό,
ελάτε σαν της μιας ημέρας τον κομήτη
μ’ ένα μακρύ ανέφελο συρμό από λέξεις,
από το Μπρούκλυν, πάνω απ’ τη Γέφυρα του Μπρούκλυν, αυτό το υπέροχο πρωινό,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

Laura (Riding) Jackson – 4 ποιήματα & μια εισαγωγή

Incarnations

Μην αρνείσαι,
Μην αρνείσαι, το πράγμα μέσ’ απ’ το πράγμα.
Μην αρνείσαι μες στην καινούργια έπαρση
Την παλιά, αυθεντική σκόνη.

Από ποιον τάφο, από ποιο παρελθόν σάρκας και κόκαλου
Ονειρεύομαι, Ονειρεύομαι ότι ξαπλώνω
Κάτω απ’ την τυχερή κατάρα,
Μαγεμένη, ζωντανή, λησμονώντας τα πρώτα…
Ο θάνατος δε δίνει ούτε μια στιγμή θύμησης λες

Από φόβο, σαν τ’ άγαλμα που είναι καλά μετασχηματισμένη πέτρα,
Εγώ κόκκο τον κόκκο ανακαλώ την αυθεντική τη σκόνη
Και, κοιτάζοντας πίσω την κλίμακα της μνήμης, μένω να λέω:
Αυτό δεν ήμουνα ποτέ εγώ.

Life-size is too large

Στο μικροσκόπιο της ελάχιστης σκέψης
(Για να ‘χω χώρο αρκετό να σκέφτομαι)
Είπα, “Καθρέφτη-μέγκενη, πιστό σφίξιμο,
Σπάσε, γίνε μεγάλος όπως εγώ”.

Μετά άκουσα μικρά φυλλαράκια να θροΐζουν μες στ’ αυτιά μου
Κι έναν μικρό άνεμο σαν θρόισμα των φύλλων
Το μυαλό μου χωμένο σε μιαν άκρη του μυαλού μου,
Όπου ο άνεμος πάνω από χώμα άδειο έγινε ρεύμα
Κι ένας τεράστιος νάνος πετάχτηκε και τίποτα δεν πήρε.

Grace

Αυτή η στάση και αυτός ο τρόπος έκφρασης
Όχι ότι αισθανόμουν καλόβολα μέσα τους
Αλλά ότι έχω έναν τρόμο
Κι έτσι στέκομαι αρκετά ευθυτενής –
Από φόβο, πρέπει να καθίσω και, συνομιλώντας με τη σάρκα μου, να φάω,
Πνίγομαι μ’ ένα κομμάτι της δικής μου γλώσσας.

And I

Κι εγώ,
Κι εγώ ρωτώ,
Πόσον καιρό κρατά αυτή η τιμωρία;
Μήπως δε δείχνω τον εαυτό μου με κάθε τρόπο
Για να ‘μαι χαρούμενη σ’ όλ’ αυτά που οι πιο πολλοί ρημάζουν;

Όταν έχω μεγαλώσει μέσα σ’ όλες αυτές τις ηδονές,
Τότε η συνήθεια και η διακριτικότητα
Μπορούν να μοιάζουν αγνωμοσύνη.

Όμως τώρα, σε τι είμαι αμελής;
Μέσα σε τι προκρίνω
Το βέλτιον απ’ το χείρον;

Θα σου πω.
Είναι ένα επιπόλαιο λάθος μ’ αυτήν:
Το να ‘ναι ήπια μες στην αλλοφροσύνη μου.
Και “Αγαπημένη” τη λένε,
Και την τιμωρία κυνηγώ μόνη μου
Καθώς εκείνη τεντώνεται πίσω για να χαμογελάσει,
Αφήνοντας την κολακεία να την κατακλύσει –
Θαρρείς και κυνηγούσα την ατίμωση κι όχι την αληθινή αγάπη.

Μα τώρα πώς μπορεί να είμαι μισητή
Μιας κι η αληθινή αγάπη είναι όλο μου το είναι;
Θα σου πω.
Η μανία θα φυτρώσει μες στην ηρεμία
Όπως εγώ φυτρώνω μέσα της
Και, χαμογελώντας πάντα,
Μοιάζει ακύμαντη στο θανατερό τους πάλεμα,
Έχοντας πρώτα φανεί ακύμαντη στο δικό μου.

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

*  *  *  *  *  *  *  *  *  *  *  *  *  *

Η «άλλη» Λώρα

Του Χρήστου ΧΡΥΣΟΠΟΥΛΟΥ

(απόσπασμα από την επικείμενη έκδοση της “Λονδρέζικης μέρας της Λώρας Τζάκσον”  του Χρήστου Χρυσόπουλου από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην “Αυγή” της 10/08/08 στο ένθετο “Αναγνώσεις“)

Το 1994 κυκλοφόρησε ένας τόμος με τα ποιήματα μιας μάλλον αποσιωπημένης Αμερικανίδας ποιήτριας που λεγόταν Λώρα Τζάκσον. Στην εισαγωγή του βιβλίου, ο συγγραφέας Ρόμπερτ Νάυ έγραψε: «Όταν καταλήξουμε στην οριστική ιστορία της αγγλικής ποίησης του εικοστού αιώνα, τα ποιήματα της Λώρας Τζάκσον –μαζί με την ιστορία που τα συνοδεύει– θα αποδειχτούν πολυτιμότερα από οτιδήποτε άλλο».

Όταν γράφτηκαν αυτά τα λόγια, η Λώρα είχε πεθάνει ήδη από το 1991 σε ηλικία ενενήντα ετών. Τη μέρα του θανάτου της οι “Τάιμς” του Λονδίνου δημοσίευσαν το παρακάτω σημείωμα: «Η Λώρα Ράιντινγκ Τζάκσον ήταν μια τραγική φιγούρα και από τις πιο προικισμένες γυναίκες αυτού του αιώνα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η λογοτεχνική κριτική και η ιστορία θα πρέπει να αναμετρηθούν με το μοναδικό της επίτευγμα».

Η Λώρα έφυγε σιωπηλά, αφήνοντας πίσω της μια πολύτιμη παρακαταθήκη, γνωστή σε λίγους εκλεκτούς. Ο Τζων Άσμπερυ έλεγε εμφατικά ότι το βιβλίο της “Πρόοδος των ιστοριών” είναι «ένα από τα σπουδαιότερα έργα πεζογραφίας του εικοστού αιώνα». Κι όμως, το έργο της Λώρας παρέμεινε σχεδόν απόκρυφο, διατηρώντας ανέπαφο τον μυητικό χαρακτήρα που έχουν τα έργα της υψηλής λογοτεχνίας.

Η ζωή της ήταν μια σειρά από ρήξεις που κομμάτιασαν βάναυσα τη βιογραφία της, θαρρείς, με απανωτές μαχαιριές. Η πρώτη μαχαιριά δόθηκε όταν αποφάσισε να φύγει από τη Νέα Υόρκη. Έζησε έναν μακροχρόνιο, παράνομο, ερωτικό δεσμό με τον Άγγλο ποιητή Ρόμπερτ Γκρέηβς, που όμως έληξε δραματικά με μια σκανδαλώδη, διπλή απόπειρα αυτοκτονίας στο Λονδίνο του Μεσοπολέμου.

Η επόμενη μαχαιριά ήρθε με το ξέσπασμα του πολέμου. Το 1941 η Λώρα Τζάκσον απαρνήθηκε την τέχνη της. Δημοσίευσε την πιο διάσημη αποκήρυξη στην ιστορία της αμερικανικής ποίησης και αποσύρθηκε στη σιωπή για τριάντα ολόκληρα χρόνια. Βρήκε καταφύγιο σε ένα ράντσο της Φλόριντα και για το υπόλοιπο της ζωής της αφιερώθηκε σε ένα ογκώδες φιλοσοφικό δοκίμιο για την ποίηση.

Το “Λογικό Νόημα” (Rational Meaning) έμεινε ημιτελές. Εκδόθηκε δύο χρόνια μετά τον θάνατό της. Ως εκείνη τη στιγμή είχε έκταση εξακοσίων σελίδων. Όταν ο κόσμος είδε για πρώτη φορά το κείμενο που κράτησε τη Λώρα Τζάκσον ζωντανή ως τα βαθιά γεράματα, αντίκρισε ένα “Tractatus” για την ποίηση. Ο Τσαρλς Μπερνστάιν έγραψε: «Κανείς άλλος Αμερικανός ή Ευρωπαίος ποιητής αυτού του αιώνα δεν έχει αποτυπώσει με τόση εμβρίθεια τον βαθύτερο ανταγωνισμό ανάμεσα στην αλήθεια και στην ποίηση».

Η Λώρα ζούσε κάθε στιγμή με κάποια διαφορετική εκδοχή του εαυτού της. Λες και φοβόταν να αντικρίσει το οριστικό πρόσωπο της ύπαρξής της. Έλεγε ότι όλες οι παγίδες ξεκινούν με τη λέξη «εσύ». Η διαρκής αγωνία της Λώρας Τζάκσον ήταν απέναντι σ’ αυτή την «άλλη» Λώρα.

“Οι άνθρωποι πρέπει να διαθέτουν ελεύθερο πνεύμα και σώμα, και για να είναι ελεύθεροι στο πνεύμα, πρέπει να διαθέτουν κάθε φορά τη δυνατότητα να πηγαίνουν με τη θέλησή τους πέρα από αυτό που θεωρούν κατακτημένο δικαίωμα. Η επιτυχία κρίνεται πάντοτε απέναντι στα υψηλότερα εμπόδια. Όμως η ελευθερία, που είναι ταυτόχρονα και μια μορφή τρέλας, που δεν γνωρίζει τη γαλήνη, αλλά μόνο τη διαρκή αναταραχή της σκέψης, δεν είναι παρά απελπισία. Ακολουθήστε τον δρόμο που έχετε πάρει μέχρι τέλους.”

Αυτή είναι μία από τις ιστορίες της «άλλης» Λώρας.

*  *  *  *  *  *  *  *

η ρόζα στη μέση – μαρία σούμπερτ

 

Στο σαρκαστικό μυθιστόρημα της Μαρίας Σούμπερτ, «Η Ρόζα στη μέση», μέχρι και ο τίτλος έχει το ίδιο χαρακτηριστικό: η ιστορία με τον τίτλο «Ρόζα» βρίσκεται στη μέση του βιβλίου. Η νεαρή συγγραφέας στο καινούργιο της έργο καταπιάστηκε με έναν τρόπο ρυθμικό και φρέσκο με τα αδιέξοδα του συγγραφέα, με το γνωστό writer’s block. Το πρόσωπο που διατρέχει όλες τις ιστορίες της σπονδυλωτής «Ρόζας στη μέση» είναι ένας νέος εν δυνάμει συγγραφέας που του ζητήθηκε να γράψει ένα πρωτότυπο και πολύ δυνατό έργο.

Από τη στιγμή εκείνη κι έπειτα, δεν μπόρεσε ποτέ να γράψει ούτε λέξη παρ’ όλες τις φιλότιμες και όχι μόνο προσπάθειές του. Πέρασε μέσα από χίλια κύματα, από χίλιες δυο ανέξοδες και σουρεάλ καταστάσεις που πολλές φορές, ως αναγνώστης, ένιωθες ότι «αυτά δε γίνονται». Κι όμως. Στη «Ρόζα στη μέση» η Μαρία Σούμπερτ τα κατάφερε, παρ’ όλα τα επιμέρους θέματα που ανέκυψαν κατά την εξέλιξη του μυθιστορήματος. Φίλοι απ’ το παρελθόν που επαναφέρουν νουάρ γεγονότα, ζωή στο περιθώριο με ό,τι αυτό συνεπάγεται, θάνατοι συγγενικών προσώπων, έρωτες με περαστικές γυναίκες-ξωτικά, αυτοκτονίες, μαύρη μαγεία και δολοφονίες στο όνομά της, καθημερινότητα, ρουτίνα, είναι μερικά απ’ όλα αυτά που ο νέος εν δυνάμει συγγραφέας τής Σούμπερτ διήλθε προκειμένου να βρει ένα «πάτημα», ένα κίνητρο, μια κάποια ιδέα για να γράψει. Τελικά, τα καταφέρνει. Όμως όχι χωρίς το απαραίτητο τίμημα. Αλλά αυτό που μοιάζει να είναι το απόλυτο διακύβευμα είναι το χαρτί να πάψει να είναι λευκό, άγραφο.

Δεν είμαστε, φυσικά, σε θέση να ξέρουμε αν η ίδια η συγγραφέας πέρασε απ’ αυτό το στάδιο του μπλοκαρίσματος κι ούτε έχει, τελικά, και καμιά σημασία. Σίγουρα, όμως, μπόρεσε ν’ αποτυπώσει, με τον  έναν ή τον άλλον τρόπο, αυτό ακριβώς που ακούγεται ένθεν κακείθεν: «Δεν μπορώ να γράψω ούτε λέξη». Με στοιχεία θα μπορούσε κανείς να πει δανεισμένα από τη σύγχρονη γαλλική λογοτεχνία -που αναβιώνει μέσα σ’ όλα με αυτοαναφορικά, σαρκαστικά και με γρήγορους ρυθμούς λογοτεχνικά κείμενα- (βλ. χαρακτηριστικά: Εμμανουέλ Πιερρά, «Η βιομηχανία του σεξ και του τηγανητού ψαριού», μτφ. Νατάσσα Χασιώτη, εκδ. Άγρα 2008, και Ζαν Εσενόζ, «Οι ψηλές ξανθιές», μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Πόλις 2002), αλλά, παράλληλα, και από τους γνωστούς τόνους του Κώστα Μουρσελά ή ακροθιγώς του Παύλου Μάτεσι, η συγγραφέας απεικονίζει με μια χαοτική, αφενός, και ζωηρή, αφετέρου, διάθεση όλη τη διαδικασία συγγραφής ενός βιβλίου, όταν ο συγγραφέας του έχει χάσει τη γη κάτω απ’ τα πόδια του, με βασικό αρχή, παρ’ όλ’ αυτά, τον ίδιο τον άνθρωπο εν γένει, πέρα από κατηγοριοποιήσεις.

Ο διαρκής ειρωνικός τόνος σε συνδυασμό με μια ιδιότυπη λογοτεχνικότητα κοφτού και λιτού λόγου, καθώς και με μια δόση σεμνού και μαζί ανεπεξέργαστου υπερρεαλισμού, η Μαρία Σούμπερτ με τη «Ρόζα στη μέση» δημιουργεί ένα κείμενο που σφύζει από μαύρο χιούμορ. Το παιχνίδι που έχει αποφασίσει να κάνει με τον ήρωά της είναι εξαρχής διαγεγραμμένο και δε μοιάζει σ’ ολόκληρο το μυθιστόρημα να υποχωρεί σε αυτό ούτε για λίγο. Ωστόσο, στις σελίδες του βιβλίου αυτό που κανείς θα ήθελε να δει είναι και ένα έλεος προς τον πρωταγωνιστή, που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι πρόσωπο υπαρκτό. Κι αυτό όχι βέβαια για τη διατήρηση της όποιας ισορροπίας, αλλά περισσότερο γιατί αυτή η μονομανία μοιάζει αμήχανα στο τέλος να προσπαθεί αφ’ εαυτής να εξισορροπηθεί χωρίς το επιθυμητό για όλους μας αποτέλεσμα. Κοντολογίς, εφόσον φαίνεται ότι τελειώνοντας θέλησε η συγγραφέας να δικαιώσει τρόπον τινά τον ήρωά της, αυτό θα έπρεπε ίσως να χτιστεί διαφορετικά, δίνοντας ίσως εν τω μεταξύ κάποια στοιχεία που θα ολοκλήρωναν την απεικόνισή του ως όντος που γράφει και ζει.

Ασφαλώς, αυτό που μας μένει έτσι κι αλλιώς στο τέλος είναι η επιτυχημένη προσπάθεια της Σούμπερτ να συνδέσει τη γραφή με τη ζωή και το καθημερινό, με όλα τα επιμέρους που αναφέραμε πιο πάνω. Το γνωστό «πρώτα ζω και μετά γράφω» μπορεί να μην είναι αυτό που πάντοτε ισχύει ή που πάντοτε πρέπει να ισχύει, ωστόσο ο «δρόμος» που λέγαμε παλαιότερα έχει πάντοτε τη σημασία του. Και πάντοτε έχει σημασία να ξέρεις πώς θα τον χρησιμοποιήσεις προς όφελος δικό σου και της όποιας σου τέχνης.

Αν δεν πάθεις, δε θα μάθεις…

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι]

[Η Μαρία Σούμπερτ γεννήθηκε το 1979 στο Μόναχο της Γερμανίας. Βιβλία της: «Τα πράσινα, τα καστανά και τα μαύρα μάτια», εκδ. Πόλις 1999, και «Club Κυλικείο», εκδ. Κέδρος 2003. Διηγήματά της εμφανίζονται κατά καιρούς σε λογοτεχνικά περιοδικά όπως το «Να ένα μήλο», «(δε)κατα», «Μανδραγόρας».]

And Ut Pictura Poesis Is Her Name – John Ashbery

Δεν μπορείς να το ξαναπείς έτσι πια.
Αν σκοτίζεσαι για την ομορφιά πρέπει να
Βγεις στην ανοιχτή θέα, στο σαφές,
Και να ξαποστάσεις εκεί. Βέβαια ό,τι παράξενο κι αν σου συμβεί
Είναι στο παιχνίδι. Το ν’ απαιτείς περισσότερα απ’ αυτό θα ’ταν παράξενο
Εκ μέρους σου, εσένα που ’χεις τόσο πολλούς θιασώτες,
Ανθρώπους που σε θαυμάζουν κι επιθυμούν
Να κάνουν πράματα για σένα, αλλά σκέφτεσαι
Ότι δεν είναι σωστό, που αν στ’ αλήθεια ήξεραν ποιος είσαι…
Αρκετά πια με την αυτοανάλυση. Τώρα,
Σχετικά με το τι να βάλεις στη ζωγραφική τού ποιήματός σου:
Τα λουλούδια είναι πάντοτε όμορφα, ειδικά τ’ αγριοστάφυλα.
Ονόματα αγοριών που κάποτε γνώρισες καθώς και τα έλκηθρά τους,
Οι φωτοβολίδες είναι μια χαρά – υπάρχουν ακόμα;
Υπάρχουν ένα σωρό άλλα πράματα της ίδιας συνομοταξίας
Όπως όλ’ αυτά που ανέφερα. Τώρα πρέπει κανείς
Να βρει μερικές σημαντικές λέξεις, και πολλές χαμηλών τόνων,
Μερικές που ν’ ακούγονται νωθρές. Με πλησίασε
Για ν’ αγοράσει το γραφείο της. Ξαφνικά ο δρόμος γέμισε
Μπανάνες και δαιμονιώδεις θορύβους από γιαπωνέζικα όργανα.
Μονότονες μαρτυρίες σκορπίστηκαν ένα γύρω. Το κεφάλι του
Κλειδώθηκε στο δικό μου. Γίναμε τραμπάλα. Κάτι
Θα πρέπει να γραφτεί για το πόσο αυτό σ’ επηρεάζει
Όταν γράφεις ποίηση:
Η υπέρτατη απλότητα ενός σχεδόν άδειου μυαλού
Που συγκρούεται με τις οργιαστικές, σαν του Ρουσσώ περικοκλάδες απ’ τον πόθο του να μεταδώσει
Κάτι ανάμεσα στις ανάσες, έστω και μόνο για χάρη
Των άλλων και του πόθου τους να σε καταλάβουν και να σ’ εγκαταλείψουν
Γι’ άλλα κέντρα μετάδοσης, έτσι που η κατανόηση
Μπορεί να ξεκινήσει, και κάνοντάς το αυτό ν’ ακυρωθεί.

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

Με μια προσεκτική διόρθωση απ’ τη Μαρία και μ’ ένα ευχαριστώ.

[Η υπογράμμιση στο ποίημα …δική μου]