[άτιτλο]

Ποιος με φώναξε;
Ποιος είδε από μέσα μου
με τα ίδια μου τα μάτια
τα χέρια μου να χύνονται στο χώμα και να αδικούν.
Σε είδα κι εσένα
σα χώμα και σα γη λασπωμένη
και σα σελήνη άδικη.
Μ’ ένα χέρι τώρα πια
πιάνω τα μωρά μου
αυτά που γέννησα εχθές
και
μόνος πάω
και
μόνος λέω
πως αν ποτέ αυτά τα παιδιά μεγαλώσουν
εγώ
εγώ
εγώ
θα μείνω με το κεφάλι μου κλειστό σε χώρο ξένο
που δε θα τον γνωρίζω
κι εσύ
κι εσύ
κι εσύ
θα βροντοφωνάζεις μέσ’ απ’ το κεφάλι μου
πως
εσύ
εσύ
εσύ
χωράς και άλλους τόπους
μπορείς κι άλλα παιδιά να γεννήσεις
κι άλλα
κι άλλα
κι άλλα
να φέρεις σ’ αυτό τον κόσμο
που
εγώ
εγώ
εγώ
προσπαθώ να χωρέσω απ’ την πόρτα
κι εσύ
κι εσύ
κι εσύ
να στρώσεις το κρεβάτι.

Μην ακούς τι λένε τα ραδιόφωνα.
Άσε μας να γεννάμε μωρά και να χαρίζουμε χαμόγελα
σ’ όλους εκείνους τους άμοιρους από ευθύνες.
Εμείς γεννάμε
δε μεγαλώνουμε.

Γι’ αυτό δεν είμαστε μάνες.

***

Η φωτογραφία από εδώ