τον άλλον [των άλλων]

Κι ήμουν μόνος σε κείνο το φως που πετάχτηκε ξάφνου ένα πρωί.
Δεν ήξερα να πω ποιος το ‘στειλε, δεν ήθελα να ξέρω.
Μόνο πήρα το χέρι μου, τ’ ολόδικό μου χέρι
και
περπάτησα ανάποδα
στα ταβάνια
στις χλομές, στις βρόμικες αλήτικες προσευχές.
Εκείνες που ήθελαν ν’ ανεβούν στο θεό
μα
κόλλησαν σε κείνα τα ταβάνια.
Ήμουν μόνος.
Ήμουν αλάνθαστος καθώς επέστρεφα στο μυαλό μου.
Ήμουν ένα σκουλήκι μεγαλειώδες.
Είχα σάλια για να σέρνομαι
και
σάλια για ν’ αφήνω πίσω μου.
Είχα δυο χέρια κλεμμένα στην κουκούλα μου,
συγγνώμη, στο κουκούλι μου,
και πήγαινα, πήγαινα, πήγαινα, έτρεχα προς το μυαλό μου.
Καμιά φορά φοβόμουν τις μυρωδιές,
αλλά ένα σκουλήκι, που ‘ταν μαζί και μεγαλειώδες,
δεν είχε να φοβάται τίποτα.
Τίποτε πια δε με φοβίζει όμως
που να ‘ναι τελειωτικό.
Έχω το μυαλό μου
και
τον πόλεμο.
Έχω πού και πού κι ένα χέρι να με πιάνει.
Κι αν ζήσει
κι αν πεθάνει
έχω πάντα τον πόλεμο.
Τον δικό μου
και
των άλλων.
Τον δικό μου
και
τον άλλον.

[Και δυο ποτήρια άπλυτα.
Όλη κι όλη μου η περιουσία.
Αυτά τα δυο ποτήρια που ποτέ δε θα πλύνω.
Για να μείνουν εκεί τα στόματα που γνώρισα.
Τα στόματα που μ’ ήπιαν
.]

οχτώ μείον 1 αλήθειες

Ο Αλέξανδρος με κάλεσε να παίξω σ’ αυτό το παιχνίδι με τις εφτά αλήθειες.

Συνεχίζω, λοιπόν, τώρα μ’ αυτές τις αλήθειες, που μπορεί μερικές απ’ αυτές να ‘ναι απλώς της εποχής κι όχι “αιώνιες” – σίγουρα δεν είναι τυχαία επιλεγμένες:

1. Να πίνω (κρύο) νερό απ’ το μπουκάλι. Ίδιο φιλί πολλές φορές.

2. Δύο υπέροχα depon μετά από τρελό μεθύσι. Την άλλη μέρα δεν έχω ποτέ hang-over.

3. Πρωινός καφές και τσιγάρο. Αν τελειώσουν, μπορώ να ξανακοιμηθώ μέχρι κάποιος να μου φέρει!

4. Τα βραδινά τηλεφωνήματα. Εκείνα τα βραδινά τηλεφωνήματα. Αυτά τα βραδινά τηλεφωνήματα.

5. Η Πειραιώς – το βράδυ. Με αυτοκίνητο. Μόνο.

6. Η μεταγραφή ποιημάτων στα ελληνικά – το βράδυ. Λειτουργώ σαν τις νταλίκες: μετά από χιλιόμετρα στο δρόμο, όταν μπουν στη rest area, πρέπει να μείνουν στο ρελαντί για λίγη ώρα. Αλλιώς θα σκάσει η μηχανή.

7. Ένα βλέμμα. Εκείνο το βλέμμα. Αυτό το βλέμμα. Δουλειά μας είναι [και] τα βλέμματα. Όλων.

____________________

Εννοείται, όποιος θέλει συνεχίζει.

____________________

Οι κανόνες λένε τα εξής:

Βάλε Link (σύνδεση) προς το άτομο που σε έκανε tag. Γράψε 7 αλήθειες για σένα στο blog σου, κάποιες κοινές, κάποιες περίεργες. Κάνε tag 7 άτομα στο τέλος της ανάρτησης βάζοντας τα ονόματα τους και links προς το blog τους. Ειδοποίησε τους ότι τους έχεις κάνει tag αφήνοντας σχόλιο στο blog τους.

Ε, κάποιους απ’ αυτούς τους προσπεράσαμε…

Stephanie Norgate & Patience Agbabi [1 + ένα ποιήματα]

ΓΕΝΝΗΣΗ – ΣΤΕΦΑΝΙ ΝΟΡΓΚΕΪΤ

Μια ιστορία που τα παιδιά αρέσκονται ν’ ακούν
μα δεν μπορούν ποτέ να θυμηθούν.
“Γεννήθηκε στις…” ένα βιογραφικό σημείωμα
που δε λέει τίποτε απ’ τη δεκεμβριάτικη μέρα
που η δεκαεξάχρονη μητέρα σου και ο πατέρας σου
παλεύουν με το ψύχος,
βουλώνοντας τα κενά στο σοβά
με της γιαγιάς του το κουρελιασμένο μισοφόρι,
απλώνοντας κασκόλ και παλιές κάλτσες
στις κάτω ρωγμές στις πόρτες,
ανάβοντας το γκάζι που στάζει
αδιάκοπες φλόγες κατά μήκος όλων των τοίχων.

Όταν βγαίνεις στον κόσμο γλιστρώντας,
σ’ ονομάζουν Μυρτιά
για χάρη του αγροτόσπιτου που διαρρέει η φωτιά και η βροχή
την ώρα που η μητέρα σου πλένει
το σώμα της με νερό απ’ την πορσελάνινη στάμνα
και ο πατέρας σου γεμίζει την πίπα του
και ανησυχεί και βήχει
αναλογιζόμενος πόσο στ’ αλήθεια είναι άντρας
τώρα που έχει παιδί. Μα εσύ δεν μπορείς ν’ ανακαλέσεις
τίποτε απ’ όλ’ αυτά: Τη γριά Νταίζη, τη μητριά της μητέρας σου,
να φέρνει σ’ αμηχανία τη μητέρα σου
με μια τσιγγάνικη ευλογία
και μερικά αυγά απ’ τη χήνα.

Πριν απ’ τ’ άλλα έξι παιδιά,
πριν απ’ τα εξήντα-τη-μέρα τσιγάρα Senior Service,
πριν απ’ τ’ άλογα,
ήσουν εσύ κι αυτοί μόνον, και, μετά τη βροχή,
ο χειμωνιάτικος ήλιος λευκαίνει τη γενειάδα του γέρου
αυτήν που καλύπτει το χώρο απ’ την οξιά στο έλατο στην οξιά
ιχνηλατώντας όλον τον απόκρημνο λόφο, και να σου
η μητέρα σου, ματωμένη, τραγουδώντας
με τα ξέπλεκα μακριά της μαλλιά,
έτσι όπως πάντοτε ήθελες να θυμάσαι.

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

ΦΑΕ ΜΕ – ΠΕΪΣΕΝΣ ΑΓΚΜΠΑΜΠΙ

Όταν έκλεισα τα τριάντα, μου έφερε μια τούρτα,
τρία στρώματα κρούστας, σπιτική,
ένα κεράκι για κάθε έξι μου κιλά.

Η κρούστα ήταν λευκή μα τα γράμματα ροζ,
έλεγαν, ΦΑΕ ΜΕ. Κι εγώ έφαγα, έκανα
ό,τι μου είπε. Δεν τη γεύτηκα καν.

Μετά μου ζήτησε να σηκωθώ και να κάνω
ένα γύρο το κρεβάτι έτσι που μπορούσε να βλέπει τη μεγάλη
κοιλιά μου να πηγαίνει πέρα δώθε,  τους γοφούς μου ν’ ανεβοκατεβαίνουν σαν μεγάλο φορτηγό.

Όσο παχύτερη, τόσο το καλύτερο, θα ‘λεγε, μ’ αρέσουν
τα χοντρά κορίτσια, τ’ απαλά κορίτσια, εκείνα που μπορώ να φωλιάσω μέσα τους
με πολλές δίπλες στο πιγούνι, μ’ ένα σωρό κυτταρίτιδα
.

Ήμουν το τζακούζι του. Αλλ’ εκείνος ήταν ο μάγειράς μου,
η μοναδική μου απόλαυση η επίθεση του fast food,
η δική του, να με βλέπει να φουσκώνω σαν απαγορευμένος καρπός.

Το σαρκώδες τροπικό του φρούτο. Το έρημο νησί του μετά από ένα ναυάγιο.
Ή μια αδύναμη φάλαινα σ’ ένα τεράστιο κρεβάτι
ποθώντας ένα κύμα. Ήμουν ένα παλιρροιακό κύμα από σάρκα

πολύ χοντρή για να φύγω, πολύ χοντρή για ν’ αγοράσω ένα λίτρο ολόπαχο γάλα,
πολύ χοντρή για να χρησιμοποιήσω το λίπος σαν μια συναισθηματική ασπίδα,
πολύ χοντρή για ν’ αποκληθώ ευτραφής, γεμάτη θαλπωρή, εύσωμη.

Τη μέρα που έκλεισα τα τριάντα εννιά, τον άφησα να θωπεύσει
το γιγάντιο σαν την υδρόγειο μάγουλό μου. Η σάρκα του, η σάρκα μου έγιναν χείμαρρος.
Είπε, άνοιξε όσο μπορείς, έχυσε ελαιόλαδο στο λαιμό μου.

Σύντομα θα ‘σαι σαράντα… ψιθύρισε, και πώς
θα μπορούσα να μη γυρίσω καταπλακώνοντάς τον. Γύρισα κι εκείνος πνίγηκε
στη σάρκα μου. Έπνιξα τον ήχο της θανατικής του καταδίκης.

Τον άφησα εκεί για έξι ώρες που ένιωσα σαν μια βδομάδα.
Το στόμα του ανεπαίσθητα ανοιχτό, τα μάτια του πρησμένα απ’ την απληστία.
Δεν έμεινε τίποτ’ άλλο φαγώσιμο μες στο σπίτι.

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

[α]πορεία

Άνοιξε το στόμα και πάλεψε να μας καταπιεί.
Δεν το αφήσαμε, όμως, έτσι.
Όχι.
Το στόμα που έγινε χέρι και το χέρι που έγινε δράκος αιμοσταγής
σταμάτησε να βρυχάται μπρος στη μούρη μας.
Τώρα μόνον αέρας και αέρας και αέρας.
Τίποτ’ άλλο.
Κανείς ν’ αλλάξει την πορεία μας.
Ούτε ένα μικρό μικρό αγκαθάκι να καθίσει στο λαιμό μας.
Ελεύθερα τα χέρια μας και τα μάτια μας ζητούν τις ατέλειες.

Διαγωνιζόμαστε για το ποιος θα μαζέψει τις περισσότερες ατέλειες.

Ξεκινήσαμε λίγοι και τώρα είμαστε κι άλλοι και θα γίνουμε χιλιάδες,
πλήθος ατέλειωτο.
Πλίνθος.

Εμείς πάμε, δεν ταξιδεύουμε.

Διαλύονται οι πόλεις -δεν το βλέπεις;- στο πέρασμά μας
και
ένα χέρι δε μένει να χαιρετά, αφού κι αυτό το παίρνουμε μαζί μας.
Όλα.
Όλα.

Ένα δάκρυ όμως να κυλήσει και τρέχουμε να το μαζέψουμε τρεις.
Τέσσερις.
Χίλιοι.

Ας ήταν μόνο δάκρυα πεταμένα χάμω.
Αυτό είναι τα δάκρυα.
Το τέλος του χρόνου.
Ούτε χέρια χρειαζόμαστε πια.

Το στόμα
-ό,τι έχουμε και δεν έχουμε-
το χαρίζουμε μ’ αγάπη,
μ’ όλη μας την αγάπη,
στο δράκο που
θέλει να μας καταπιεί και να μας πάρει και να μας πάει.

Εμάς τους πεθαμένους των νεκρών.

__________

Η φωτογραφία από εδώ

η αρχαία σκουριά – μάρω δούκα

Είναι τουλάχιστον ευτυχές οι νέες γενιές αναγνωστών να έρχονται σ’ επαφή με λογοτεχνικά έργα που όχι μόνο σημάδεψαν την εποχή τους, αλλά ακόμη και σήμερα μιλούν χωρίς να κραυγάζουν, δηλώνουν την παρουσία τους – ως αναγκαιότητα περισσότερο παρά ως ευπώλητα μιας άλλης εποχής. Ένα απ’ αυτά είναι η “Αρχαία Σκουριά” που επανακυκλοφορεί σε μιαν έκδοση αναθεωρημένη από τις εκδόσεις Πατάκη.

Το πρώτο μυθιστόρημα της Μάρως Δούκα (πρωτοεκδόθηκε το 1979) είναι η λογοτεχνική ομφαλοσκόπηση μιας ολόκληρης γενιάς· της γενιάς του Πολυτεχνείου. Με την αδιάκοπη αφήγηση της Μυρσίνης Παναγιώτου ανασυστήνεται στον αναγνώστη μια εποχή (πιθανόν η Μυρσίνη να είναι ο συμβολισμός της ίδιας της εποχής ή ενός σημαντικού κομματιού της), αυτή της δικτατορίας, που όχι μόνο σημάδεψε, αλλά ταυτόχρονα σημαδεύτηκε. Με διαρκές πηγαινέλα στο αφηγηματικό παρόν και παρελθόν (Κατοχή, Εμφύλιος, Ανένδοτος), η ηρωίδα, φοιτήτρια τότε, περιγράφει κατά τρόπο συμπαγή και ευφυή τον έξω και των έσω κόσμο. Βοηθούντων των ιστοριών που ζει η ίδια, οι φίλοι της, η οικογένειά της, καθώς αυτών που έχουν ζήσει τα περιμετρικά της πρόσωπα, η Μάρω Δούκα καταφέρνει μ’ έναν τρόπο περισσότερο από μοντέρνο, αγγίζοντας τα όρια του μεταμοντέρνου, να εντάξει στην “Αρχαία Σκουριά” όλη την …άχρονη γυαλάδα. Και μέσα σ’ όλα να αποδείξει ότι το κάθε “παρόν” δεν προέρχεται εκ παρθενογενέσεως, αλλά αποτελεί σύνδεσμο μιας αλυσίδας ιστορικών γεγονότων. Τίποτε δεν είναι τυχαίο, λοιπόν.

Οργανώσεις, κομματικές συζητήσεις και ντιρεκτίβες, ατέρμονες μαρξιστικές και εν γένει θεωρητικές αναλύσεις, φυλακίσεις, διώξεις, αφ’ ενός, και, αφ’ ετέρου, η παρουσίαση χαρακτήρων-ηρώων όλων των ειδών και των κοινωνικών τάξεων και προελεύσεων· με πρωτοστατούσα την ιδεολόγο (σχεδόν ουτοπίστρια) Μυρσίνη και μια σειρά ομοίων της, όπως επίσης και άλλων πιο “ρεαλιστών” χαρακτήρων, καθώς και καιροσκόπων ή αφελών επίσης, χωρούν μέσα σ’ ένα μυθιστόρημα τόσο πολλά στοιχεία, ώστε ο αναγνώστης έχει σε πολλά σημεία του βιβλίου να σταθεί και να κατανοήσει. Κυρίως, δε, όσον αφορά την ηρωίδα, τις ατραπούς που αυτή διέρχεται στο συναισθηματικό -ερωτικό, φιλικό, οικογενειακό ή άλλο- κόσμο της.

Εντύπωση προκαλεί και η διάθεση της Μάρως Δούκα να ακολουθήσει αυτό το “πηγαινέλα” το βιβλίο της ως συνταίριασμα με τον αλλόκοτο ψυχικό κόσμο της Μυρσίνης, της ηρωίδας, η οποία βεβαίως συμφωνεί και προτυπώνει το αδιάκοπο πισωγύρισμα και την ατελείωτη αναμπουμπούλα της ελληνικής μεταπολεμικής ιστορίας, αλλά και συγκεκριμένα της περιόδου της χούντας. Μεταξύ άλλων, καθόλου δε φαίνεται να είναι τυχαία και η επιλογή των επιστημών που σπουδάζουν οι ήρωες: ιατρική και νομική, κατά κύριο λόγο, μιας και η πρώτη ασχολείται με την “ευταξία” του προσωπικού κόσμου και η δεύτερη με αυτήν του διαπροσωπικού. Όπως και η αρχιτεκτονική: είναι αυτή η επιστήμη που σκοπό έχει, καταρχήν τουλάχιστον, να “βάλει σε τάξη” ζωές ανθρώπων και πόλεων. Βέβαια, η συγγραφέας, ακόμη και για την ιατρική δηλώνει, μέσω της ηρωίδας, πως για να ‘ναι κανείς καλός γιατρός, πρέπει να ‘ναι καλή και η κοινωνία.

Με επιρροές απ’ τον Στρατή Τσίρκα και τον Αντρέα Φραγκιά, ίσως και με μια επαφή με το “Κιβώτιο” του Άρη Αλεξάνδρου, η Μάρω Δούκα παραμένει σύγχρονη και μοντέρνα, υφολογικά και πραγματολογικά, όντας η ίδια περισσότερο προσωπική και εξομολογητική στην πραγμάτευση του υλικού της. Το σημαίνον ζήτημα που προκύπτει βέβαια είναι η ένταξη του βιβλίου στο σήμερα. Το 1979 που εκδόθηκε η “Αρχαία Σκουριά” ήταν, και είναι ακόμα φυσικά, ένα πολιτικό, μεταξύ άλλων, μυθιστόρημα που μιλούσε ακριβώς για την εποχή του. Κάθε υπόνοια “βιαστικής ταφόπλακας” και “όψιμης σφράγισης” της ιστορικής εκείνης περιόδου προφανώς και κρίνεται περιττή εκ του αποτελέσματος του βιβλίου. Με ζωντανή την αίσθηση και τη συγκυρία της χούντας και της μεταπολίτευσης, το μυθιστόρημα της Μάρως Δούκα παραμένει σύγχρονο για την εποχή του και σύγχρονο για σήμερα, αφού μπορούμε να έχουμε στα χέρια μας ένα βιβλίο “εποχής” της εποχής του, μια αναβίωση, δηλαδή, που έρχεται σε αντίθεση με ό,τι κυρίως κυκλοφορεί ως ιστορικό ή πολιτικό μυθιστόρημα τα τελευταία χρόνια, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων στις οποίες έχουμε κατά καιρούς αναφερθεί ή σύντομα θα κάνουμε λόγο γι’ αυτές.

* * *

Μπορεί να τελειώνει το βιβλίο και να μένει κανείς με μιαν αίσθηση “αποτυχίας” ή “παραίτησης”. Έχω την εντύπωση, ωστόσο, ότι η Μάρω Δούκα, στην τραγική αυτή ηρωίδα-εποχή, δηλώνει την επανέναρξη και την ανασύνταξη.

Έτσι επιτέλους χωρούσα σε μια κόλλα χαρτί:

Λοιπόν εγώ, ονομάζομαι Μυρσίνη Παναγιώτου. Γεννήθηκα στο Παρίσι στις 25 του Ιούλη. Κατοικώ οδός Σινώπης 10, μοναχή μου. Ο πατέρας μου δεν κάνει τίποτα, η μητέρα μου έχει πεθάνει. Έχω αγωνιστεί στα χρόνια της δικτατορίας, στην αρχή, ως μέλος του Ρήγα. […] Για τις ικανότητες και τις αδυναμίες μου δεν έχω τι να πω. Και τέλος πάντων πότε νιώθω ένας θεός πότε ένα πλάσμα“.

Γιατί πρέπει κανείς να φτάσει στο μηδέν για να ξαναβρεί το ένα. Και ξανά το μηδέν. Και ξανά το ένα.

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη]

[Η Μάρω Δούκα γεννήθηκε το 1947 στα Χανιά. Από το 1966 ζει στην Αθήνα. Έχει τελειώσει το Ιστορικό και Αρχαιολογικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει τιμηθεί με το Βραβείο “Νίκος Καζαντζάκης” του Δήμου Ηρακλείου για το μυθιστόρημα “Η Αρχαία Σκουριά”, με το Β’ Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας Κώστα Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το μυθιστόρημα “Αθώοι και φταίχτες”. Για το ίδιο μυθιστόρημα τιμήθηκε επίσης με το Βραβείο Balkanika. Διηγήματα και μυθιστορήματά της έχουν μεταφραστεί σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες. Περισσότερα μπορείτε να βρείτε στις σελίδες της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης των Σερρών στη στήλη “Πρόσωπα – Συγγραφέας του Μήνα“.]

ίχνος κραγιόν η νύχτα – νατάσα ζαχαροπούλου

Η αρχική σκέψη, διαβάζοντας τις πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος της Νατάσας Ζαχαροπούλου, είναι ότι πιθανόν να μπλεχτεί  ο αναγνώστης σ’ έναν κυκεώνα απογοητεύσεων και εξάρσεων ερωτικών, όπως τις έχουμε γνωρίσει κατά καιρούς από διάφορα λογοτεχνικά έργα ανάλογου είδους. Συνεχίζοντας την ανάγνωση, αντιλαμβάνεσαι ότι υπάρχουν έντονα ψήγματα μιας λογοτεχνικής προσπάθειας να ξεφύγει ο γράφων και μαζί του ο αναγνώστης από την πεπατημένη.

Η Νατάσα Ζαχαροπούλου, σήμερα 47 ετών, μετά από μία ποιητική συλλογή και δύο συλλογές διηγημάτων, στο “Ίχνος κραγιόν η νύχτα” προσπαθεί να βρει ένα δρόμο για να ισορροπήσει ανάμεσα στον αφαιρετικό λόγο της ποίησης και στον ευρύ, αλλά απαραίτητα μεστό, λόγο της πεζογραφίας. Ως κεντρικό άξονα, λοιπόν, χρησιμοποιεί μία γυναίκα της εποχής μας, απολύτως σύγχρονη και καθημερινή, χωρίς φτιασίδια και περικοκλάδες, και η οποία με τη σειρά της παλεύει να “παλαντζάρει” ανάμεσα στο μηδέν και το ένα, αποκλειστικά – παρ’ όλες τις διακηρύξεις της, το άπειρο μοιάζει είτε να μην την αφορά είτε να μην το έχει πάρει σοβαρά υπ’ όψιν της. Ό,τι και να ισχύει, στα σίγουρα είναι ενσυνείδητο.

Η Μαρολύνα, λοιπόν, δημόσια υπάλληλος, με αυτό που λέμε “κανονική ζωή”, όχι και τόσο ξαφνικά αποφασίζει να τα παρατήσει όλα και να πάρει τη ζωή της απ’ την αρχή. Παρατά τον Νικήτα, σύντροφό της για χρόνια, γνωρίζεται για λίγο με τον Ζυλ, τελικά καταλήγει μ’ ένα τύπο-κλειδί της ιστορίας, τον Ηλία, ο οποίος καταφέρνει μεν να φωτίσει, αυτός περισσότερο απ’ όλους, σκοτεινές πτυχές της Μαρολύνας, ωστόσο και αυτός αποτυγχάνει να γεμίσει το μηδέν της ηρωίδας. Εν τω μεταξύ, παρελαύνουν απ’ το μυθιστόρημα δευτερεύοντες χαρακτήρες, χωρίς την παρουσία των οποίων το κείμενο θα ήταν φτωχότερο. Ο άρρωστος πατέρας, μια φίλη της, η Εύα, που περισσότερο καταλήγει να πιέζει, έτσι μοιάζει στο μυθιστόρημα, παρά ν’ απελευθερώνει την ηρωίδα, ο φίλος της ο Άλκης -συνδυασμός παράδοξος των δύο αυτών ανθρώπων- και διάφοροι άλλοι που παρελαύνουν περιπαθώς ή αναίσθητοι απ’ τη ζωή της Μαρολύνας. Τα ταξίδια και οι τόποι που ταξιδεύει ο αναγνώστης, καταγράφονται περισσότερο ως προσωπική καταβύθιση ξεπερνώντας έτσι την απλή μετάβαση από έναν τόπο σ’ έναν άλλον.

Οδεύοντας προς το τέλος, η συγγραφέας μοιάζει να προσπαθεί να ταρακουνήσει τον αναγνώστη με το δίπολο: θάνατος-(ανα)γέννηση. Με την επιστροφή στο προσκήνιο του Νικήτα, ο οποίος εμπλέκεται σ’ ένα αιματηρό τροχαίο ατύχημα αλλά και με τον καταλυτικό θάνατο του πατέρα της, η Μαρολύνα καταφέρνει μ’ αυτό τον τρόπο να καθαρίσει το τοπίο της και να πάρει τα ηνία της ζωής της απ’ την αρχή.

Ωστόσο, η Νατάσα Ζαχαροπούλου στο “Ίχνος κραγιόν η νύχτα” σε διάσπαρτα σημεία φαίνεται ν’ αδικεί, ας μας επιτραπεί, το συγγραφικό της εαυτό. Ενώ έχει αποφασίσει εξ αρχής να βάλει σε δεύτερη μοίρα την ιστορία και να θέσει ως απόλυτο κυρίαρχο την ψυχική κατάσταση και οδύνη της ηρωίδας της, πού και πού φαίνεται αμήχανη να χειριστεί τις καταστάσεις αντικαθιστώντας τες με περιγραφές που δεν εξυπηρετούν τη συγκεκριμένη εξέλιξη. Αυτό που είναι κατανοητό απολύτως είναι πως η συγγραφέας ξεκινώντας από ένα ποιητικό, ξεκάθαρα, εγώ, στην προσπάθειά της να “πεζογραφήσει”, χάνει το στόχο της. Αλλά αυτό μόνο σε σημεία. Το “Ίχνος κραγιόν η νύχτα” είναι ένα μυθιστόρημα που παλεύει με τον ίδιο του τον εαυτό. Εξηγούμαι: Χωρίς να θυσιάζεται πλήρως στο βωμό των πεζογραφικών συμβάσεων, αναδύεται ποιητικά και αφαιρετικά, ακροπατώντας στην ποιητική αφήγηση και σε μια φωνή που αγωνίζεται να βγει απ’ τα σπλάχνα της ηρωίδας και μαζί της συγγραφέως.

Αυτό που μένει, και αυτό που έχει τελικά σημασία, είναι η λογοτεχνική μα πάνω απ’ όλα ανθρώπινη ορμή της Νατάσας Ζαχαροπούλου και ένας υποφώσκων θυμός που κατακλύζει το “Ίχνος κραγιόν η νύχτα”. Μια, εν ολίγοις, δημιουργική οργή για ανάσα και φως, ένας αγώνας για όσα μένουν ανεκμετάλλευτα στον άνθρωπο, που δεν είναι τίποτε άλλο, παρά εκείνες οι δυνάμεις του που μένουν άφωτος ή ολιγόφωτες, αφού τελικά ο άνθρωπος είναι συνάνθρωπος και δύσκολα μπορεί να βρει εκείνο το χέρι ή το βλέμμα που θα τον φέρει ένα βήμα εμπρός.

Και κάτι ακόμη: οι δογματικές λογοτεχνικές συμβάσεις δημιουργήθηκαν για να τις ξεπερνούμε (όχι όμως να τις προσπερνούμε). Η Νατάσα Ζαχαροπούλου έκανε ένα δειλό, προς ώρας, βήμα προς αυτή την κατεύθυνση με μια εσωτερική αναχαίτιση, ίσως, που της στέρησε το ξετύλιγμα, έτσι φαίνεται, μιας ψυχικής αναζήτησης σε όλο του το εύρος. Ωστόσο, έχω την αίσθηση ότι στη μελλοντική λογοτεχνική της πορεία θα είναι έτοιμη να ρίξει ένα “φάσκελο” παραπάνω σε όσα αισθάνεται ότι αδικούν και μειώνουν ένα γύρω. Εσω- ή εξωλογοτεχνικά (που πάλι λογοτεχνικά θα καταλήξουν – τουλάχιστον στην επεξεργασία τους…).

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ανατολικός]

[Η Νατάσα Ζαχαροπούλου γεννήθηκε το 1961 στη Λειβαδιά. Σπούδασε δημοσιογραφία και εργάζεται ως ασφαλίστρια. Το 1995 κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Λύχνος η ποιητική συλλογή “Να σ’ έχω” και η συλλογή διηγημάτων “Κι ας με ταξιδεύεις όπου”. Το “Ίχνος κραγιόν η νύχτα” είναι το πρώτο της μυθιστόρημα. Ακολούθησε, πάλι απ’ τις εκδόσεις Ανατολικός, η συλλογή διηγημάτων “Όπου ορίζει το φιλί”. Διατηρεί το δικό της blog στη διεύθυνση: http://natashazacharopoulou.blogspot.com%5D

Πιτσιμπούργκο – Σώτη Τριανταφύλλου [Θέατρο Άλεκτον]

Μία ώρα. Τόσο χρειάζεται κανείς για ν’ αναβιώσει μπροστά του εκείνη η ιστορία που βασάνισε γενιές και γενιές Ελλήνων. Όχι’ ανθρώπων. Σκέτο. Αυτή η ιστορία δε σχετίζεται μόνο με την Ελλάδα. Ποιος λαός δεν έχει ξενιτεμένους; Ποιος λαός δεν έχει μετανάστες -gastarbeiters τους λέγαμε κάποτε, όταν έφευγαν στη Γερμανία- που η Αμερική, αυτό το χωνευτήρι των λαών, δεν έχει καταπιεί; Υπό όλες τις έννοιες. Και όχι μόνο στα γεωγραφικά της σύνορα…

Η Νάντια Μουρούζη, συγκλονιστική.

Ο Ζαχαρίας Ρόχας, όπως δεν τον έχετε ξαναδεί.

Κάντε μια βόλτα στον Κεραμεικό και περάστε απ’ το “Άλεκτον”, κάποια Δευτέρα.

Μην περιμένετε λαγούς και πετραχείλια, άρτο και θεάματα.

Ο άρτος έχει φαγωθεί ολόκληρος (ή κρύφτηκε σ’ ένα ντουλάπι γι’ αργότερα – για τις μέρες που θα ‘ρθουν).

Το θέαμα έχει καταποθεί απ’ τον αγώνα. Και ξαναγεννιέται μεγαλύτερο. Πιο ανθρώπινο.

Η μετανάστευση κι ο έρωτας δεν είναι για μεγαλεία.

Είναι γι’ αυτούς που έμαθαν να πονάνε.

Και να ζουν. Μέχρι την τελευταία στιγμή.

——

Κοινωνικό της Σώτης Τριανταφύλλου
Σκηνοθ.: Α. Σωτρίνη. Ερμηνεύουν: Ν. Μουρούζη, Ζ. Ρόχας. Σκην.-κοστ.: Α. Μαχαιριανάκη. Διάρκεια 60′

Ιστορικό, πολιτικό και διαχρονικό κείμενο, το οποίο πραγματεύεται το θέμα της μετανάστευσης των Ελλήνων στις αρχές του 20ού αιώνα

ΑΛΕΚΤΟΝ
Σφακτηρίας 23, Κεραμεικός, 2103422001
Βραδ: Δευτ. 9.30 μ.μ. €15, φοιτ.: € 10. Κρατήσεις: 697 2614148. Διάρκεια: 60′. Μέχρι 26/1.