απόληξις

Κι ένα κεφάλι στην πλάτη μου επάνω κλαίει.
Αναρωτήθηκα για μια στιγμή αν πεινά ή αν διψά.
Δεν μπορώ να το ταΐσω ούτε να το ποτίσω.
Κρίμα κι αμαρτία, αλλά ποιος λογαριάζει τις αμαρτίες σε καιρό παραδεισένιο;
Παραδεισένιος ο καιρός κι οι αμαρτίες χρεώνονται μισές, αφού κανείς δεν κάνει λάθη.
Κατάρα κι άλλη στον παράδεισο.
Να ξέρεις.
Κατά λάθος οι αμαρτίες πια.
Ας ξεχάσουμε για μια στιγμή τους μέλλοντες κατοίκους ενός παραδείσου που φθίνει γιατί τελειώνουν οι αμαρτίες κι άντε να χωρέσουν οι αναμάρτητοι.

Και το κεφάλι συνέχεια κλαίει. Ποιος το φόβισε το κακομοιριασμένο; Ποια φωνή τού φώναξε στ’ αυτάκι του κι αυτό θα κλαίει αιώνια; Κανείς και καμιά. Κανένας και καμία. Φωνάζει τ’ άμοιρο κι εγώ το κουβαλώ μαζί μου και το πάω και το φέρνω και σου το δείχνω πού και πού.

Δες το.

Δεν είναι πανέμορφο; Δεν είναι αληθινό, που δε με πίστευες; Κλαίει και φωνάζει πίσω μου, πάνω μου, κι εγώ -απάνθρωπος γαρ- το αγνοώ. Δεν κλείνω τ’ αυτιά μου ούτε τραγουδώ δυνατότερα απ’ αυτό.

Όχι.

Το αγνοώ σα να μην υπάρχει κι ο κόσμος μού χρεώνει αμαρτίες. Άλλαξε ο κόσμος και ξεχάστηκα και δε σ’ το ‘πα. Ομορφαίνει, όπως ομορφαίνεις κι εσύ τώρα που αμαρτάνεις. Η αμαρτία σε κάνει πιο όμορφη και σε ομορφαίνει η ατίμωση. Το ξέρεις ή, τουλάχιστον, θα το ‘μαθες μέχρι τα τώρα. Και το κεφάλι κλαίει ακόμα στην πλάτη μου. Με όμορφες λέξεις να πετάγονται.

Σαν αυτές που σκέφτεται ο μαραθωνοδρόμος όταν τον χαιρετά η μάνα του.

* * *

Τ’ άκουσες τα νέα; Δε φτάνουμε ακόμα στο τέρμα. Τόσα χιλιόμετρα δεν τρώγονται ποτέ και δεν αντέχονται ακόμα. Κι άσε το κεφάλι να κλαίει. Έτσι γεννήθηκε αυτό και, μόλις μεγαλώσει, θα το βάλω να κάθεται δίπλα μου και θα του κρύβω τον κόσμο.

———————

Η φωτογραφία από εδώ