περί βιβλίων, λιστών και άλλων δεινών [part 2]

Σ’ ένα ποστ σ’ αυτό εδώ το blog πριν από 13 μήνες (22 Σεπτεμβρίου 2007) είχα αναφερθεί σ’ ένα θέμα “περί βιβλίων, λιστών και άλλων δεινών”. Έλεγα μεταξύ άλλων:

“Περιφερόμενος στο διαδίκτυο και αναζητώντας την παγκόσμια κίνηση του βιβλίου, έπεσε το μάτι μου σε ένα άρθρο των New York Times Book Review σχετικά με τα ευπώλητα, τις λίστες και πώς δημιουργούνται αυτές. Το κεντρικό θέμα του άρθρου είχε να κάνει με μια πρωτοβουλία της εφημερίδας να καταρτίσει μία λίστα με βιβλία, έξω από τους γίγαντες των best sellers. Αυτή η λίστα, σκέφτηκαν, ότι θα περιλαμβάνει είτε βιβλία που δεν πούλησαν εξαιρετικά αλλά είναι αξιολογότατα, είτε εκδόσεις μικρών οίκων.

(Να ξεκαθαρίσω εξ αρχής βεβαίως ότι δεν πιστεύω σε καμμία περίπτωση ότι όσα βιβλία πουλούν πολλά αντίτυπα δεν είναι άξια λόγου και ανάγνωσης ή δεν αποτελούν συγκλονιστικά λογοτεχνικά αποτελέσματα. Κάποιες φορές η ποιότητα συμβαδίζει με την ποσότητα και αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά ευτυχές.)

[Διευκρίνηση: η διάκριση μεταξύ μυθιστορήματος και λογοτεχνικού μυθιστορήματος έχει, για παράδειγμα, να κάνει με τη διαφορά μεταξύ ενός βιβλίου της Εύας Ομηρόλη (ή της Λένας Μαντά) και της Μαρίας Μήτσορα (ή της Ιωάννας Μπουραζοπούλου). Ακόμη ένα παράδειγμα: Σκεφτείτε τη διαφορά μεταξύ ενός μυθιστορήματος του Γιώργου Πολυράκη και ενός του Χρήστου Χωμενίδη (ή του Νίκου Παναγιωτόπουλου)]

Για να επανέλθω στις λίστες. Ο διαχωρισμός αυτός ή η σχετική αναφορά σε “διαφορετικά”, “πρωτοποριακά”, “προχωρημένα”, “εναλλακτικά” ή εν γένει εξαιρετικότατα μυθιστορήματα, βοηθά στην ανακάλυψη βιβλίων που, για κάποιους προφανείς ή όχι λόγους, παραμένουν σε μια κάποια αφάνεια. Έτσι, αφενός οι νέες αυτές λίστες παίρνονται από βιβλιοπωλεία που δεν είναι αλυσίδες αλλά από αυτά που έχουν άλλη φιλοσοφία ή ζητούν από τις αλυσίδες τις πωλήσεις χαμηλότερης κλίμακας, αφετέρου προωθούν έναν κύκλο βιβλίων που οι νόμοι του marketing έχουν καταπιεί και ήδη χωνέψει…

Οι μεγάλες αλυσίδες, ασφαλώς όχι όλες αδιακρίτως, διαμορφωμένες πλήρως μέσα στις νέες συνθήκες της παγκόσμιας αγοράς, λογικά διαφημίζουν και πουλούν μυθιστορήματα που εξ αρχής είναι προορισμένα για best sellers για λόγους μάλλον αυτονόητους. Είμαι σίγουρος πως άλλη είναι η λίστα των ευπώλητων του Fnac, άλλη της Πρωτοπορίας, άλλη του Λεμονιού (Θησείο) ή του Ναυτίλου (Χαρ. Τρικούπη).”

* * *

Μετά από όλους αυτούς τους μήνες, έρχεται το θέμα στην επιφάνεια με ένα άρθρο του κριτικού και δοκιμιογράφου κ. Νίκου Μπακουνάκη στο “Βήμα της Κυριακής” (ένθετο “Βιβλία”) – με του οποίου χαρακτηρισμούς και αναφορές διαφωνώ σε σημεία. Σταχυολογώ:

Οι λίστες ευπωλήτων τού «New York Times Book Review» έχουν διαφοροποιηθεί τον τελευταίο καιρό, προφανώς για να μην μπαίνουν στον ίδιο «στάβλο» οι αμνοί και τα ερίφια. Έτσι δημιουργήθηκαν δύο νέες κατηγορίες, η «Trade Fiction» και η «Mass Market Fiction», που σε ελεύθερη μετάφραση θα μπορούσαν να αποδοθούν ως «εμπορική μυθοπλασία» και «μαζική μυθοπλασία». Το κριτήριο που επικρατεί για αυτή τη νέα κατάταξη έρχεται από την αγορά. Δεν έχει όμως σχέση τόσο με τις πωλήσεις όσο με την κατασκευή, δηλαδή μια μυθοπλασία που φτιάχνεται ακολουθώντας κανόνες οι οποίοι υπακούουν σε ένα εκδοτικό μάρκετινγκ. Για να χρησιμοποιήσω μια λέξη της μόδας που μας έρχεται από το χρεοκοπημένο εν τέλει νεοφιλελεύθερο (δηλαδή νεοσυντηρητικό) λεξιλόγιο, έχουμε μια αυτορρύθμιση, η οποία δεν θα μπορούσε να προέλθει παρά από τη χώρα του εκδοτικού μάρκετινγκ και της εκδοτικής βιομηχανίας.

Στην Ελλάδα κάτω από τις λίστες ευπωλήτων, που τα «Βιβλία» του «Βήματος» καθιέρωσαν, κατατάσσουμε πλέον δικαίους και αδίκους, υψηλή λογοτεχνία και ερωτικά μαντζούνια. Καθώς όμως η «μυθοπλασία κομμωτηρίου», όπως θα μπορούσαμε να μεταφέρουμε στα καθ’ ημάς τον όρο «mass market fiction», μεγαλώνει και ανδρώνεται (καλύτερα: γυναικώνεται) είναι καιρός να σκεφτούμε τη διαφοροποίηση.

[…]

Τα μίντια είναι σήμερα ένας άλλος παράγοντας που επηρεάζει το εκδοτικό μάρκετινγκ. Το βιβλίο για να παρουσιαστεί πρέπει να έχει να μας πει μια ιστορία. Μια ιστορία που να είναι όμως έξω από το βιβλίο ή παρά-το-βιβλίο. Αν είναι γραμμένο από μια 29χρονη ταμία σε σουπερμάρκετ μπορεί να έχει μεγαλύτερη τύχη για να προβληθεί σε σχέση με ένα άλλο που είναι γραμμένο από έναν «κανονικό» συγγραφέα. Το περιεχόμενο του βιβλίου, η ποιότητά του δεν μετρούν. Εκείνο που μετράει είναι η δυνατότητα για ένα καλό μιντιακό πακετάρισμα.

[…]

Στην Ελλάδα μπορεί να μην έχουμε αυτούς τους μιντιακούς συγγραφείς έτσι όπως τους περιγράφει ο Λακλαβτίν. Τηρουμένων των αναλογιών έχουμε όμως και εμείς τους μαϊντανούς μας, αυτούς δηλαδή που δημιουργούν με την παρουσία τους την ψευδαίσθηση της αντιπροσωπευτικότητας στα τηλεοπτικά πάνελ όπου οι μόνιμοι πανελίστες μοιάζουν σαν ενεργούμενα ενός αυτιστικού θιάσου”.

* * *

Χαίρομαι ιδιαιτέρως που αναφύεται το θέμα αυτό και σε ένα έντυπο όπως είναι τα “Βιβλία” του “Βήματος” με τα οποία μεγάλωσαν γενιές βιβλιόφιλων, και από έναν “αυστηρό” κριτικό λογοτεχνίας, όπως είναι ο κ. Νίκος Μπακουνάκης.

Χαίρομαι και για έναν ακόμη λόγο: Γιατί παρ’ όλες περί του αντιθέτου κρίσεις κι επικρίσεις, στα blogs, γενικά στο διαδικτυακό λόγο στην Ελλάδα του φτωχού εν πολλοίς διαδικτύου, τ’ ανακλαστικά είναι γρήγορα και, πολλές φορές, right-to-the-point.

Αλλά ας μη μείνουμε μόνο σ’ αυτό. Σημαντικό είναι το γεγονός ότι εμφανίζονται στο προσκήνιο λογοτεχνικά ζητήματα που θα μας απασχολήσουν εν καιρώ.

Και το θέμα των λιστών είναι πάντοτε εδώ.
Και ίσως το ζήτημα της αναδιοργάνωσης ή κατάργησής τους!
Ένα ζήτημα σίγουρα πιο βαθύ.
Οι λίστες είναι το πρώτο επίπεδο…

9 thoughts on “περί βιβλίων, λιστών και άλλων δεινών [part 2]

  1. Και ας μην ξεχνάμε κάτω από την ονομασία “Ελληνική Λογοτεχνία” οι λίστες ευπωλήτων στο ΄Εθνος, Διαβάζω, Καθημερινή, επίσης τσουβαλιάζουν κραγιόν, μενταγιόν, Σμύρνες, Αλεξένδρειες και άλλα πολύτιμα τιμαλφή…

  2. Συμφωνώ γενικά με όσα λες αλλά ειδικότερα ποιο θα είναι το κριτήριο με το οποίο θα κατατάσσεται ένα βιβλίο σε μια από τις δύο λίστες ; Ποιος θα είναι αυτός που θα κρίνει ; Καμμιά αμφιβολία για την Μήτσορα ή τον Παναγιωτόπουλο αλλά ο Ανδρουλάκης ή ο Κ. Τζούμας πού θα μπει ; Ο Στήβεν Κινγκ ; ο Τζον Λε Καρέ ; Κάποιοι τίτλοι των εκδόσεων BELL ; Και σε τελευταία ανάλυση σε τι θα εξυπηρετούσε μια τέτοια λίστα (trade fiction) ; Αυτό πιστεύω είναι το πιο σημαντικό που πρέπει να μας απασχολήσει.Σε τι πιστεύεις θα ωφελούσε μια τέτοια λίστα , αυτό που ονομάζεται Λογοτεχνία ; Θα αύξανε τις πωλήσεις κάποιων τίτλων που θεωρούνται “καλή” λογοτεχνία ; Και γιατί πρέπει να θεωρούνται “καλή” λογοτεχνία τα βιβλία του Χωμενίδη ή του Α.Σταμάτη και κάποιων άλλων που θα ωφελούνταν από την ύπαρξη μιας τέτοιας λίστας ;
    Συγγνώμη για τον καταιγισμό των ερωτημάτων , απλά μου ήρθαν εντελώς αυθόρμητα καθώς διάβαζα την ανάρτησή σου . Καλημέρα …

  3. Ναυτίλε, γεια και χαρά!
    Ακριβώς για όλα αυτά τα ερωτήματα γράφτηκε αυτό το ποστ.
    Όχι για να δώσει προτάσεις και λύσεις.
    Αφορμή για κουβέντα. Θεωρητική μεν, αλλά ποτέ κανείς δεν ξέρει που μπορεί να οδηγήσει.
    Ένα χρόνο πριν, προσπαθούσα να κάνω μια πρόταση.
    Τώρα το ξανασκέφτομαι.
    Αν υπάρξει κουβέντα, μπορεί και να καταλήξουμε κάπου.
    Αν, τελικά, τα ερωτήματα παραμείνουν ως έχουν, τότε πιθανόν οι λίστες είναι εντελώς αδιάφορες πια και ίσως άχρηστες εν γένει.
    Άλλωστε, (και) κάτι τέτοιο υπονοείται και στο τέλος του ποστ.

    Χαιρετώ!

    ——–

    Πάντως, κυρία μουλάρα μας, δεν έχετε καθόλου άδικο. Κουτσοί,στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα. Βοήθειά μας.

  4. Μόνο σε μια ιδεατή κοινωνία που δεν έχει ανάγκη ούτε το χρήμα μα ούτε και τη δόξα οι διαγωνισμοί και οι λίστες θα προκόψουν.
    Επίσης, σε μια κοινωνία που θα έχει την πολυτέλεια να γράφει και να διαβάζει για την ψυχή της.

    Κάποιες σκέψεις ωστόσο
    1. Κάθε επιτροπή να θέτει αυστηρά κριτήρια -δικαίωμά της το ποιόν των κριτηρίων- που θα ανακοινώνονται εκ των προτέρων (για να μην έχουμε μα/μου μετά)
    2. Κάθε επιτροπή να αποτελείται από περισσότερους κριτές (διαφορετικής ηλικίας, κλάδου-χώρου κά)
    3. Να υπάρχουν αρκετές κατηγορίες βράβευσης (ανάλογα με αυτό που θεωρείται απαραίτητο στις μέρες μας να έχει η λογοτεχνία — αν, ας πούμε, κάποιο λογ.μυθ. παρουσιάζει καινοτομίες γλωσσικά και από άποψη θεματικής/ιδεών, αν κάνει ένα βήμα (ιστορικής σημασίας) παραπέρα σε σχέση με το παρελθόν σε κάποιο χιλιειπωμένο ζήτημα, αν ανταποκρίνεται σε ετερόκλιτους αναγνώστες, αν συνδυάζει επιστήμες κά)
    4. Να υπάρχουν πολλά βραβεία, πολλοί θεσμοί που να τα οργανώνουν. Έτσι δίνεται καλύτερη εικόνα των διαφορετικών κριτηρίων γούστου — δεν είμαι σίγουρη αν υπάρχει αντικειμενικότητα στις μέρες μας με τόση πολυπρισματικότητα. Καλό θα ήταν τους θεσμούς αυτούς να τους οργανώνει κάποιος εξω-λογοτεχνικός οργανισμός. Υπάρχουν τόσες επιχειρήσεις που πρέπει να δικαιολογήσουν τα έξοδά τους, έτσι δεν είναι;

    Ως προς τις λίστες… Δεν νομίζω πως φέρουν αξιολογικά κριτήρια. Αριθμοί και ονόματα είναι. Όταν πάψουμε να ασχολούμαστε με το τι κάνουν και λένε οι πολλοί θα ακούσουμε και τι λέει η καρδιά μας, το μυαλό μας και το σώμα μας και θα διαλέγουμε με βάση τις ανάγκες μας.

  5. Καλησπέρα Δημήτρη.

    Ἄνοιξες ἔνα πολύ ἐνδιαφέρον θέμα. Ἀναρωτιέμαι ἄν, πράγματι, οἱ λίστες ἐξακολουθοῦν νά παίζουν ρόλο στήν ἐπιλογή ἑνός βιβλίου. Λίγο πολύ ὅλοι ξέρουν κάποιες καταστάσεις πίσω ἀπό τά νούμερα τῶν πωλήσεων. Ἀλλά εἶναι κι αὐτό φαινόμενο τῆς ἐποχῆς μας. Τόν καιρό, π.χ. πού ὁ Καραγάτσης πουλοῦσε ὑπῆρχαν λίστες, πού, ἐμμέσως, τόν προμοτάριζαν; Ὄχι, βέβαια. Και γιά ὅλες τίς ἐποχές νομίζω ὄτι εἶναι τό ἴδιο. Δέν πιστεύω ὅτι οἱ λίστες ὠθοῦν σέ ἀγορά κάποια βιβλία καί κάποια ἄλλα ὄχι, οὔτε ὅτι τά εὐπώλητα εἶναι καί τά χειρότερα, ἀπαραιτήτως. Εἶναι κι αὐτό ἕνα πρόσθετο διαφημιστικό ἐργαλεῖο πιστεύω, ὥστε ὁ ἐκδότης νά φανεῖ ὅτι κάνει καλά τή δουλειά του. Εἶναι μιά δικαιολογία γιά τίς ἐφημερίδες ὅτι ἀσχολοῦνται πολλαπλῶς καί μέ τό χῶρο τοῦ βιβλίου.
    Ὅσον ἀφορᾶ, ἐπίσης, τήν κατάρτισή τους, παίζει ρόλο καί τό κυνήγι τῶν ὀργανωμένων παρουσιάσεων ἀπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδας,σέ συνεργασία τῶν ἐκδοτικῶν οἴκων, τῶν βιβλιοπωλείων, τῶν βιβλιοατζέντηδων (ὑπάρχουν καί στή χώρα μας τέτοιοι πλέον) καί τῶν συγγραφέων. Ὁπότε, ναί, μπαίνουν βιβλία καί μέ τέτοιο τρόπο στά εὐπώλητα.
    Σάν ἀναγνώστρια πάντως, τίς κοιτάζω ἀπό περιέργεια, ἀλλά σπανίως θά ἐπιλέξω κάτι πού προτείνεται, καί τότε τό βιβλίο αὐτό δέν θ’ ἀφορᾶ τό χῶρο τῆς λογοτεχνίας. Τουλάχιστον ὄχι τῆς Ἑλληνικῆς. Προτιμῶ τήν ἐπίσκεψη σέ βιβλιοπωλεῖο, τό ψάξιμο στά ράφια πρῶτα καί μετά στούς πάγκους καί ὕστερα τήν κουβέντα μέ τούς ἀνθρώπους πού δουλεύουν ἐκεῖ.
    Καί μ’ αὐτόν τόν τρόπο σπανίως ἔχω ἀπογοητευτεῖ.
    Νά ‘σαι καλά.

  6. συμφωνω απόλυτα μαζί σου και με το σχόλιο του ναυτίλου.
    ξεκίνησες μια πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα και μακαρι κατι
    να βγει απ’ αυτό.
    Καλημέρα

  7. Παρατηρώ μια γενικότερη σύμπνοια προς ώρας στο θέμα.
    Τα ερωτήματα του Ναυτίλου.
    Τα αυστηρά λογοτεχνικά κριτήρια (και για τα βραβεία – ωραία τοποθέτηση) που θέτει η sexton και η αποστασιοποίηση που νιώθει η Νατάσα (και όχι μόνο), συνδυασμό με τους λόγους που καταθέτει, ίσως θα ήταν “μια κάποια λύσις” και μια κάποια εξήγησις.

    Βέβαια, οι λίστες συμβαδίζουν, φαντάζομαι, και με τους πάγκους των βιβλιοπωλείων. Εκεί να ελέγξουμε τα κριτήρια επίσης. Ας πούμε: Το βιβλιοπωλείο Τάδε προτείνει… Αχά! Πώς προτείνει; Τι του αρέσει, τι πουλάει, ποιος πληρώνει ή τι τελοσπάντων;

    Μήπως καμιά φορά οι λίστες (και τα βραβεία μαζί) είναι λίγο wish-lists; Με τη γενική αντίληψη του “Έλα, μωρέ”, μήπως η μόνη εξυγείανση (τι βαριά λέξη – ας είναι) είναι η πλήρης απαξίωση;

    Απ’ τη μια οι κριτικοί γράφουν, εν πολλοίς, για βιβλία κάποιων απαιτήσεων (με εξαιρέσεις πάντα – καμιά φορά εξοργιστικές), κι απ’ την άλλη, όλοι μαζί στου Κουτρούλη το γάμο, όσον αφορά τις λίστες. Αφού υπάρχουν ήδη κριτήρια κριτικών/παρουσιάσεων, τότε γιατί να μην εφαρμοστούν τα ίδια και στην κατάρτιση των λιστών.
    Αυτό θα μπορούσε να είναι μια αρχή.

    Κι ας το δούμε το παρόν θέμα λίγο συμβολικά για τη λογοτεχνία εν Ελλάδι.
    Ως αφορμή, δηλαδή, και για άλλα ζητήματα.
    Όπως οι ωραίοι συνειρμοί της sexton, που προανέφερα.
    Και τα “καυτά” ερωτήματα του Ναυτίλου.

    Σκέψεις πρωινές.
    Καλημέρα σε όλους και όλες.

    —-

    Εκτός κι αν λαμβάνουμε τις λίστες κοινωνιολογικά: Να βλέπουμε πού βαδίζει ο Έλληνας αναγνώστης και πού στρέφεται… Ανατριχιαστικό κάποιες φορές.

  8. καλό είναι σε εποχές κρισεων και επικρίσεων να ασχολούμαστε με τις λεπτομέρειες που συνθέτουν τα σκηνικα της φυγής, όχι από την πραγματικότητα αλλά από τον κυνισμό. όπως αυτή εδώ η κουβέντα. Προσωπικα δεν βρισκω τίποτα στις λίστες, δεν τις αναζητώ αλλά πέφτουν μπροστά μου πια, από τη συνήθεια των βιβλιοπωλείων-αλυσίδες να φτιάχνουν τα ανάλογα στάντ. μερικές φορές είναι και εξυπηρετικό. θάλεγα ότι τα μαγαζιά της νέας φουρνιάς έχουν τα καλά και τα κακά της φρεσκάδας. βρίσκει κανείς πανεύκολα ο,τι φρέσκο, αλλά υστερούν πάρα πολύ έναντι των μη-αλυσίδων, στην ιστορία. πιστεύω ακράδαντα ότι από καθαρά εμπορική σκοπιά ένας τυχαίος βιβλιοπώλης θεωρεί χασούρα να διατηρεί στα ράφια του, εκδόσεις κλασσικές και άγνωστους νέους συγγραφείς, μόνο και μόνο, για τους επίσης τυχαίους και σπάνιους αναγνώστες. νομίζω ακόμα ότι δεν μπορεί κανείς να περιμένει πνευματικές αναζητήσεις από αυτό το κομμάτι του εμπορίου.-που σχετίζεται φαντάζομαι άμεσα με την σύνταξη των λιστών- περιθώριο κέρδος έχουν τα λευκώματα, και τα coffe-table books.αφού ολοκληρώθηκε ο κύκλος από βιβλιοπωλείο-και-χαρτοπωλείο-και-μετά-και΄-είδη-δώρων- τα καινούργια μαγαζιά φτιάχνονται απ τηναρχή έτσι και τελειώνει το ζήτημα.

    σε μια τέτοια κατάσταση οι λίστες ίσως και ναναι αναγκαίο κακό.
    προσωπικά, πάντα, αφήνω περιθωριο στα μικρά, αγαπημένα βιβλιοπωλεία το περίθώριο να με εκπλήξουν με βιβλία που “ανακαλύπτω” όπου νάναι, στον χώρο τους. μπορεί στη βιτρίνα, μπορεί στα προβαλλομενα, μπορεί και στο πατάρι ή στο υπόγειο, εν μεσω ησυχίας που θυμίζειλίγο “προσκήνυμα”
    σε άγνωστους, όχι σε άγιους τόπους. και το να πάρεις μία “φόλα” είναι νομίζω μέρος αυτής της αναζήτησης.-ή τυρί σε φάκα- μιας και αναφέρθηκαν οι “ποντικοί”. ξέρω κι εγώ? καλύτερα last, παρά list!
    (συμφωνώντας με όλους ότι στα καλοπουλημένα συμπεριλαβάνονται συχνά τα καλοδιαβασμένα)

    και ακόμα ότι αν το διάβασμα είναι πραγματική και επέιγουσα ανάγκη, αν καλύπτει κενά και δίνει απαντήσεις και μία επικοινωνία που ελλείπει από την καθημερινότητα, τον δρόμο προς τον αναγνώστη θα τον βρεί, έτσι κι αλλιώς. και αντιστρόφως.

  9. συμφωνῶ καί μέ τήν τελευταία πρόταση τῆς maria i. Μπορεῖ ν’ ἀργήσει ἕνα βιβλίο, ἀλλά τό δρόμο του θά τόν βρεῖ.
    Ἀλλά ἐξαρτᾶται καί ἀπό τίς ἀπαιτήσεις τῶν ἀναγνωστῶν. Τί ζητᾶμε; Βιβλία πού ἀφήνουν “κάτι” ἤ βιβλία γραμμένα μέ συνταγές, ὅπως ἔχει καταντήσει κάι τό μάθημα τῆς ἔκθεσης;
    Κι ὅταν διαβάζουμε τήν τελευταία σειρά, τήν τελευταία λέξη, μᾶς ἐνδιαφέρει ἄν ἔμεινε κάτι ἤ πετᾶμε τό βιβλίο σέ μιά γωνιά ἤ σ’ ἕνα ράφι τῆς βιβλιοθήκης μας, ἁπλᾶ καί μόνο γιά τό στολισμό τοῦ ραφιοῦ, ἔτσι ὅπως θά πετούσαμε ἕνα περιοδικό ποικίλης ὕλης στόν τενεκέ;
    Πιστεύω ὅτι ὁ ἀπαιτητικός καί ἐπαρκής ἀναγνώστης, ἀκόμα καί τή στιγμή πού θά κρατήσει στό χέρι του ἕνα βιβλίο, πρίν ἀκόμη τό ἀνοίξει, πρίν ξεφυλλίσει καί διαβάσει δυό -τρεῖς παραγράφους, μισό κεφάλαιο, ἔχει διαισθητικά είσπράξει τό ἄν ἀξίζει νά τό ἀγοράσει ἤ ὄχι, και παρ’ ὅλο τόν ἐξωτερικό ἐνδιαφέροντα διάκοσμο.
    Ἄν μέ τόν ἴδιο τρόπο πού ἀντιδροῦμε στήν ταχύτητα τῆς καθημερινότητας “τρέχουμε” καί στόν μέσα μας κόσμο, τότε, δέν μποροῦμε νά σταθοῦμε σέ βιβλία καλῆς λογοτεχνίας, σέ βιβλία ἀπαιτήσεων. Σέ βιβλία πού διαβάζονται μέσα σ’ ἕνα 24ωρο…
    Ἄν οἱ γλωσσικές μας ἀπαιτήσεις βασίζονται σ’ ἕνα φτωχό καθημερινό λεξιλόγιο, ὁπωσδήποτε, ἐπίσης, δέν μποροῦμε νά μή ἀναζητοῦμε παρά εὐπώλητα καί “εὔκολα” βιβλία…
    Ὁπότε, ἔχουμε κι ἐμεῖς τήν εὐθύνη γιά ὅσα μᾶς προσφέρονται καί γιά τόν τρόπο πού μᾶς σερβίρονται. Μπορεῖ ὁ ἑκάστοτε ἐκδότης νά ἐπηρρεάζει τό εἶδος τῆς ζήτησης, ἀλλά καί τό εἶδος τῆς ζήτησης ἐπηρρεάζει τό εἶδος τῆς παραγωγῆς. Γιατί ὁ ἐπιχειρηματίας κοιτάζει τό χρῆμα.
    Κοιτάζει πρῶτα τό κέρδος τῆς τσέπης καί μετά τό κέρδος τῆς δόξας (φίρμας τοῦ μαγαζιοῦ του).

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s