η αρχαία σκουριά – μάρω δούκα

Είναι τουλάχιστον ευτυχές οι νέες γενιές αναγνωστών να έρχονται σ’ επαφή με λογοτεχνικά έργα που όχι μόνο σημάδεψαν την εποχή τους, αλλά ακόμη και σήμερα μιλούν χωρίς να κραυγάζουν, δηλώνουν την παρουσία τους – ως αναγκαιότητα περισσότερο παρά ως ευπώλητα μιας άλλης εποχής. Ένα απ’ αυτά είναι η “Αρχαία Σκουριά” που επανακυκλοφορεί σε μιαν έκδοση αναθεωρημένη από τις εκδόσεις Πατάκη.

Το πρώτο μυθιστόρημα της Μάρως Δούκα (πρωτοεκδόθηκε το 1979) είναι η λογοτεχνική ομφαλοσκόπηση μιας ολόκληρης γενιάς· της γενιάς του Πολυτεχνείου. Με την αδιάκοπη αφήγηση της Μυρσίνης Παναγιώτου ανασυστήνεται στον αναγνώστη μια εποχή (πιθανόν η Μυρσίνη να είναι ο συμβολισμός της ίδιας της εποχής ή ενός σημαντικού κομματιού της), αυτή της δικτατορίας, που όχι μόνο σημάδεψε, αλλά ταυτόχρονα σημαδεύτηκε. Με διαρκές πηγαινέλα στο αφηγηματικό παρόν και παρελθόν (Κατοχή, Εμφύλιος, Ανένδοτος), η ηρωίδα, φοιτήτρια τότε, περιγράφει κατά τρόπο συμπαγή και ευφυή τον έξω και των έσω κόσμο. Βοηθούντων των ιστοριών που ζει η ίδια, οι φίλοι της, η οικογένειά της, καθώς αυτών που έχουν ζήσει τα περιμετρικά της πρόσωπα, η Μάρω Δούκα καταφέρνει μ’ έναν τρόπο περισσότερο από μοντέρνο, αγγίζοντας τα όρια του μεταμοντέρνου, να εντάξει στην “Αρχαία Σκουριά” όλη την …άχρονη γυαλάδα. Και μέσα σ’ όλα να αποδείξει ότι το κάθε “παρόν” δεν προέρχεται εκ παρθενογενέσεως, αλλά αποτελεί σύνδεσμο μιας αλυσίδας ιστορικών γεγονότων. Τίποτε δεν είναι τυχαίο, λοιπόν.

Οργανώσεις, κομματικές συζητήσεις και ντιρεκτίβες, ατέρμονες μαρξιστικές και εν γένει θεωρητικές αναλύσεις, φυλακίσεις, διώξεις, αφ’ ενός, και, αφ’ ετέρου, η παρουσίαση χαρακτήρων-ηρώων όλων των ειδών και των κοινωνικών τάξεων και προελεύσεων· με πρωτοστατούσα την ιδεολόγο (σχεδόν ουτοπίστρια) Μυρσίνη και μια σειρά ομοίων της, όπως επίσης και άλλων πιο “ρεαλιστών” χαρακτήρων, καθώς και καιροσκόπων ή αφελών επίσης, χωρούν μέσα σ’ ένα μυθιστόρημα τόσο πολλά στοιχεία, ώστε ο αναγνώστης έχει σε πολλά σημεία του βιβλίου να σταθεί και να κατανοήσει. Κυρίως, δε, όσον αφορά την ηρωίδα, τις ατραπούς που αυτή διέρχεται στο συναισθηματικό -ερωτικό, φιλικό, οικογενειακό ή άλλο- κόσμο της.

Εντύπωση προκαλεί και η διάθεση της Μάρως Δούκα να ακολουθήσει αυτό το “πηγαινέλα” το βιβλίο της ως συνταίριασμα με τον αλλόκοτο ψυχικό κόσμο της Μυρσίνης, της ηρωίδας, η οποία βεβαίως συμφωνεί και προτυπώνει το αδιάκοπο πισωγύρισμα και την ατελείωτη αναμπουμπούλα της ελληνικής μεταπολεμικής ιστορίας, αλλά και συγκεκριμένα της περιόδου της χούντας. Μεταξύ άλλων, καθόλου δε φαίνεται να είναι τυχαία και η επιλογή των επιστημών που σπουδάζουν οι ήρωες: ιατρική και νομική, κατά κύριο λόγο, μιας και η πρώτη ασχολείται με την “ευταξία” του προσωπικού κόσμου και η δεύτερη με αυτήν του διαπροσωπικού. Όπως και η αρχιτεκτονική: είναι αυτή η επιστήμη που σκοπό έχει, καταρχήν τουλάχιστον, να “βάλει σε τάξη” ζωές ανθρώπων και πόλεων. Βέβαια, η συγγραφέας, ακόμη και για την ιατρική δηλώνει, μέσω της ηρωίδας, πως για να ‘ναι κανείς καλός γιατρός, πρέπει να ‘ναι καλή και η κοινωνία.

Με επιρροές απ’ τον Στρατή Τσίρκα και τον Αντρέα Φραγκιά, ίσως και με μια επαφή με το “Κιβώτιο” του Άρη Αλεξάνδρου, η Μάρω Δούκα παραμένει σύγχρονη και μοντέρνα, υφολογικά και πραγματολογικά, όντας η ίδια περισσότερο προσωπική και εξομολογητική στην πραγμάτευση του υλικού της. Το σημαίνον ζήτημα που προκύπτει βέβαια είναι η ένταξη του βιβλίου στο σήμερα. Το 1979 που εκδόθηκε η “Αρχαία Σκουριά” ήταν, και είναι ακόμα φυσικά, ένα πολιτικό, μεταξύ άλλων, μυθιστόρημα που μιλούσε ακριβώς για την εποχή του. Κάθε υπόνοια “βιαστικής ταφόπλακας” και “όψιμης σφράγισης” της ιστορικής εκείνης περιόδου προφανώς και κρίνεται περιττή εκ του αποτελέσματος του βιβλίου. Με ζωντανή την αίσθηση και τη συγκυρία της χούντας και της μεταπολίτευσης, το μυθιστόρημα της Μάρως Δούκα παραμένει σύγχρονο για την εποχή του και σύγχρονο για σήμερα, αφού μπορούμε να έχουμε στα χέρια μας ένα βιβλίο “εποχής” της εποχής του, μια αναβίωση, δηλαδή, που έρχεται σε αντίθεση με ό,τι κυρίως κυκλοφορεί ως ιστορικό ή πολιτικό μυθιστόρημα τα τελευταία χρόνια, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων στις οποίες έχουμε κατά καιρούς αναφερθεί ή σύντομα θα κάνουμε λόγο γι’ αυτές.

* * *

Μπορεί να τελειώνει το βιβλίο και να μένει κανείς με μιαν αίσθηση “αποτυχίας” ή “παραίτησης”. Έχω την εντύπωση, ωστόσο, ότι η Μάρω Δούκα, στην τραγική αυτή ηρωίδα-εποχή, δηλώνει την επανέναρξη και την ανασύνταξη.

Έτσι επιτέλους χωρούσα σε μια κόλλα χαρτί:

Λοιπόν εγώ, ονομάζομαι Μυρσίνη Παναγιώτου. Γεννήθηκα στο Παρίσι στις 25 του Ιούλη. Κατοικώ οδός Σινώπης 10, μοναχή μου. Ο πατέρας μου δεν κάνει τίποτα, η μητέρα μου έχει πεθάνει. Έχω αγωνιστεί στα χρόνια της δικτατορίας, στην αρχή, ως μέλος του Ρήγα. […] Για τις ικανότητες και τις αδυναμίες μου δεν έχω τι να πω. Και τέλος πάντων πότε νιώθω ένας θεός πότε ένα πλάσμα“.

Γιατί πρέπει κανείς να φτάσει στο μηδέν για να ξαναβρεί το ένα. Και ξανά το μηδέν. Και ξανά το ένα.

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη]

[Η Μάρω Δούκα γεννήθηκε το 1947 στα Χανιά. Από το 1966 ζει στην Αθήνα. Έχει τελειώσει το Ιστορικό και Αρχαιολογικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει τιμηθεί με το Βραβείο “Νίκος Καζαντζάκης” του Δήμου Ηρακλείου για το μυθιστόρημα “Η Αρχαία Σκουριά”, με το Β’ Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας Κώστα Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το μυθιστόρημα “Αθώοι και φταίχτες”. Για το ίδιο μυθιστόρημα τιμήθηκε επίσης με το Βραβείο Balkanika. Διηγήματα και μυθιστορήματά της έχουν μεταφραστεί σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες. Περισσότερα μπορείτε να βρείτε στις σελίδες της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης των Σερρών στη στήλη “Πρόσωπα – Συγγραφέας του Μήνα“.]

ίχνος κραγιόν η νύχτα – νατάσα ζαχαροπούλου

Η αρχική σκέψη, διαβάζοντας τις πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος της Νατάσας Ζαχαροπούλου, είναι ότι πιθανόν να μπλεχτεί  ο αναγνώστης σ’ έναν κυκεώνα απογοητεύσεων και εξάρσεων ερωτικών, όπως τις έχουμε γνωρίσει κατά καιρούς από διάφορα λογοτεχνικά έργα ανάλογου είδους. Συνεχίζοντας την ανάγνωση, αντιλαμβάνεσαι ότι υπάρχουν έντονα ψήγματα μιας λογοτεχνικής προσπάθειας να ξεφύγει ο γράφων και μαζί του ο αναγνώστης από την πεπατημένη.

Η Νατάσα Ζαχαροπούλου, σήμερα 47 ετών, μετά από μία ποιητική συλλογή και δύο συλλογές διηγημάτων, στο “Ίχνος κραγιόν η νύχτα” προσπαθεί να βρει ένα δρόμο για να ισορροπήσει ανάμεσα στον αφαιρετικό λόγο της ποίησης και στον ευρύ, αλλά απαραίτητα μεστό, λόγο της πεζογραφίας. Ως κεντρικό άξονα, λοιπόν, χρησιμοποιεί μία γυναίκα της εποχής μας, απολύτως σύγχρονη και καθημερινή, χωρίς φτιασίδια και περικοκλάδες, και η οποία με τη σειρά της παλεύει να “παλαντζάρει” ανάμεσα στο μηδέν και το ένα, αποκλειστικά – παρ’ όλες τις διακηρύξεις της, το άπειρο μοιάζει είτε να μην την αφορά είτε να μην το έχει πάρει σοβαρά υπ’ όψιν της. Ό,τι και να ισχύει, στα σίγουρα είναι ενσυνείδητο.

Η Μαρολύνα, λοιπόν, δημόσια υπάλληλος, με αυτό που λέμε “κανονική ζωή”, όχι και τόσο ξαφνικά αποφασίζει να τα παρατήσει όλα και να πάρει τη ζωή της απ’ την αρχή. Παρατά τον Νικήτα, σύντροφό της για χρόνια, γνωρίζεται για λίγο με τον Ζυλ, τελικά καταλήγει μ’ ένα τύπο-κλειδί της ιστορίας, τον Ηλία, ο οποίος καταφέρνει μεν να φωτίσει, αυτός περισσότερο απ’ όλους, σκοτεινές πτυχές της Μαρολύνας, ωστόσο και αυτός αποτυγχάνει να γεμίσει το μηδέν της ηρωίδας. Εν τω μεταξύ, παρελαύνουν απ’ το μυθιστόρημα δευτερεύοντες χαρακτήρες, χωρίς την παρουσία των οποίων το κείμενο θα ήταν φτωχότερο. Ο άρρωστος πατέρας, μια φίλη της, η Εύα, που περισσότερο καταλήγει να πιέζει, έτσι μοιάζει στο μυθιστόρημα, παρά ν’ απελευθερώνει την ηρωίδα, ο φίλος της ο Άλκης -συνδυασμός παράδοξος των δύο αυτών ανθρώπων- και διάφοροι άλλοι που παρελαύνουν περιπαθώς ή αναίσθητοι απ’ τη ζωή της Μαρολύνας. Τα ταξίδια και οι τόποι που ταξιδεύει ο αναγνώστης, καταγράφονται περισσότερο ως προσωπική καταβύθιση ξεπερνώντας έτσι την απλή μετάβαση από έναν τόπο σ’ έναν άλλον.

Οδεύοντας προς το τέλος, η συγγραφέας μοιάζει να προσπαθεί να ταρακουνήσει τον αναγνώστη με το δίπολο: θάνατος-(ανα)γέννηση. Με την επιστροφή στο προσκήνιο του Νικήτα, ο οποίος εμπλέκεται σ’ ένα αιματηρό τροχαίο ατύχημα αλλά και με τον καταλυτικό θάνατο του πατέρα της, η Μαρολύνα καταφέρνει μ’ αυτό τον τρόπο να καθαρίσει το τοπίο της και να πάρει τα ηνία της ζωής της απ’ την αρχή.

Ωστόσο, η Νατάσα Ζαχαροπούλου στο “Ίχνος κραγιόν η νύχτα” σε διάσπαρτα σημεία φαίνεται ν’ αδικεί, ας μας επιτραπεί, το συγγραφικό της εαυτό. Ενώ έχει αποφασίσει εξ αρχής να βάλει σε δεύτερη μοίρα την ιστορία και να θέσει ως απόλυτο κυρίαρχο την ψυχική κατάσταση και οδύνη της ηρωίδας της, πού και πού φαίνεται αμήχανη να χειριστεί τις καταστάσεις αντικαθιστώντας τες με περιγραφές που δεν εξυπηρετούν τη συγκεκριμένη εξέλιξη. Αυτό που είναι κατανοητό απολύτως είναι πως η συγγραφέας ξεκινώντας από ένα ποιητικό, ξεκάθαρα, εγώ, στην προσπάθειά της να “πεζογραφήσει”, χάνει το στόχο της. Αλλά αυτό μόνο σε σημεία. Το “Ίχνος κραγιόν η νύχτα” είναι ένα μυθιστόρημα που παλεύει με τον ίδιο του τον εαυτό. Εξηγούμαι: Χωρίς να θυσιάζεται πλήρως στο βωμό των πεζογραφικών συμβάσεων, αναδύεται ποιητικά και αφαιρετικά, ακροπατώντας στην ποιητική αφήγηση και σε μια φωνή που αγωνίζεται να βγει απ’ τα σπλάχνα της ηρωίδας και μαζί της συγγραφέως.

Αυτό που μένει, και αυτό που έχει τελικά σημασία, είναι η λογοτεχνική μα πάνω απ’ όλα ανθρώπινη ορμή της Νατάσας Ζαχαροπούλου και ένας υποφώσκων θυμός που κατακλύζει το “Ίχνος κραγιόν η νύχτα”. Μια, εν ολίγοις, δημιουργική οργή για ανάσα και φως, ένας αγώνας για όσα μένουν ανεκμετάλλευτα στον άνθρωπο, που δεν είναι τίποτε άλλο, παρά εκείνες οι δυνάμεις του που μένουν άφωτος ή ολιγόφωτες, αφού τελικά ο άνθρωπος είναι συνάνθρωπος και δύσκολα μπορεί να βρει εκείνο το χέρι ή το βλέμμα που θα τον φέρει ένα βήμα εμπρός.

Και κάτι ακόμη: οι δογματικές λογοτεχνικές συμβάσεις δημιουργήθηκαν για να τις ξεπερνούμε (όχι όμως να τις προσπερνούμε). Η Νατάσα Ζαχαροπούλου έκανε ένα δειλό, προς ώρας, βήμα προς αυτή την κατεύθυνση με μια εσωτερική αναχαίτιση, ίσως, που της στέρησε το ξετύλιγμα, έτσι φαίνεται, μιας ψυχικής αναζήτησης σε όλο του το εύρος. Ωστόσο, έχω την αίσθηση ότι στη μελλοντική λογοτεχνική της πορεία θα είναι έτοιμη να ρίξει ένα “φάσκελο” παραπάνω σε όσα αισθάνεται ότι αδικούν και μειώνουν ένα γύρω. Εσω- ή εξωλογοτεχνικά (που πάλι λογοτεχνικά θα καταλήξουν – τουλάχιστον στην επεξεργασία τους…).

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ανατολικός]

[Η Νατάσα Ζαχαροπούλου γεννήθηκε το 1961 στη Λειβαδιά. Σπούδασε δημοσιογραφία και εργάζεται ως ασφαλίστρια. Το 1995 κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Λύχνος η ποιητική συλλογή “Να σ’ έχω” και η συλλογή διηγημάτων “Κι ας με ταξιδεύεις όπου”. Το “Ίχνος κραγιόν η νύχτα” είναι το πρώτο της μυθιστόρημα. Ακολούθησε, πάλι απ’ τις εκδόσεις Ανατολικός, η συλλογή διηγημάτων “Όπου ορίζει το φιλί”. Διατηρεί το δικό της blog στη διεύθυνση: http://natashazacharopoulou.blogspot.com%5D