ίχνος κραγιόν η νύχτα – νατάσα ζαχαροπούλου

Η αρχική σκέψη, διαβάζοντας τις πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος της Νατάσας Ζαχαροπούλου, είναι ότι πιθανόν να μπλεχτεί  ο αναγνώστης σ’ έναν κυκεώνα απογοητεύσεων και εξάρσεων ερωτικών, όπως τις έχουμε γνωρίσει κατά καιρούς από διάφορα λογοτεχνικά έργα ανάλογου είδους. Συνεχίζοντας την ανάγνωση, αντιλαμβάνεσαι ότι υπάρχουν έντονα ψήγματα μιας λογοτεχνικής προσπάθειας να ξεφύγει ο γράφων και μαζί του ο αναγνώστης από την πεπατημένη.

Η Νατάσα Ζαχαροπούλου, σήμερα 47 ετών, μετά από μία ποιητική συλλογή και δύο συλλογές διηγημάτων, στο “Ίχνος κραγιόν η νύχτα” προσπαθεί να βρει ένα δρόμο για να ισορροπήσει ανάμεσα στον αφαιρετικό λόγο της ποίησης και στον ευρύ, αλλά απαραίτητα μεστό, λόγο της πεζογραφίας. Ως κεντρικό άξονα, λοιπόν, χρησιμοποιεί μία γυναίκα της εποχής μας, απολύτως σύγχρονη και καθημερινή, χωρίς φτιασίδια και περικοκλάδες, και η οποία με τη σειρά της παλεύει να “παλαντζάρει” ανάμεσα στο μηδέν και το ένα, αποκλειστικά – παρ’ όλες τις διακηρύξεις της, το άπειρο μοιάζει είτε να μην την αφορά είτε να μην το έχει πάρει σοβαρά υπ’ όψιν της. Ό,τι και να ισχύει, στα σίγουρα είναι ενσυνείδητο.

Η Μαρολύνα, λοιπόν, δημόσια υπάλληλος, με αυτό που λέμε “κανονική ζωή”, όχι και τόσο ξαφνικά αποφασίζει να τα παρατήσει όλα και να πάρει τη ζωή της απ’ την αρχή. Παρατά τον Νικήτα, σύντροφό της για χρόνια, γνωρίζεται για λίγο με τον Ζυλ, τελικά καταλήγει μ’ ένα τύπο-κλειδί της ιστορίας, τον Ηλία, ο οποίος καταφέρνει μεν να φωτίσει, αυτός περισσότερο απ’ όλους, σκοτεινές πτυχές της Μαρολύνας, ωστόσο και αυτός αποτυγχάνει να γεμίσει το μηδέν της ηρωίδας. Εν τω μεταξύ, παρελαύνουν απ’ το μυθιστόρημα δευτερεύοντες χαρακτήρες, χωρίς την παρουσία των οποίων το κείμενο θα ήταν φτωχότερο. Ο άρρωστος πατέρας, μια φίλη της, η Εύα, που περισσότερο καταλήγει να πιέζει, έτσι μοιάζει στο μυθιστόρημα, παρά ν’ απελευθερώνει την ηρωίδα, ο φίλος της ο Άλκης -συνδυασμός παράδοξος των δύο αυτών ανθρώπων- και διάφοροι άλλοι που παρελαύνουν περιπαθώς ή αναίσθητοι απ’ τη ζωή της Μαρολύνας. Τα ταξίδια και οι τόποι που ταξιδεύει ο αναγνώστης, καταγράφονται περισσότερο ως προσωπική καταβύθιση ξεπερνώντας έτσι την απλή μετάβαση από έναν τόπο σ’ έναν άλλον.

Οδεύοντας προς το τέλος, η συγγραφέας μοιάζει να προσπαθεί να ταρακουνήσει τον αναγνώστη με το δίπολο: θάνατος-(ανα)γέννηση. Με την επιστροφή στο προσκήνιο του Νικήτα, ο οποίος εμπλέκεται σ’ ένα αιματηρό τροχαίο ατύχημα αλλά και με τον καταλυτικό θάνατο του πατέρα της, η Μαρολύνα καταφέρνει μ’ αυτό τον τρόπο να καθαρίσει το τοπίο της και να πάρει τα ηνία της ζωής της απ’ την αρχή.

Ωστόσο, η Νατάσα Ζαχαροπούλου στο “Ίχνος κραγιόν η νύχτα” σε διάσπαρτα σημεία φαίνεται ν’ αδικεί, ας μας επιτραπεί, το συγγραφικό της εαυτό. Ενώ έχει αποφασίσει εξ αρχής να βάλει σε δεύτερη μοίρα την ιστορία και να θέσει ως απόλυτο κυρίαρχο την ψυχική κατάσταση και οδύνη της ηρωίδας της, πού και πού φαίνεται αμήχανη να χειριστεί τις καταστάσεις αντικαθιστώντας τες με περιγραφές που δεν εξυπηρετούν τη συγκεκριμένη εξέλιξη. Αυτό που είναι κατανοητό απολύτως είναι πως η συγγραφέας ξεκινώντας από ένα ποιητικό, ξεκάθαρα, εγώ, στην προσπάθειά της να “πεζογραφήσει”, χάνει το στόχο της. Αλλά αυτό μόνο σε σημεία. Το “Ίχνος κραγιόν η νύχτα” είναι ένα μυθιστόρημα που παλεύει με τον ίδιο του τον εαυτό. Εξηγούμαι: Χωρίς να θυσιάζεται πλήρως στο βωμό των πεζογραφικών συμβάσεων, αναδύεται ποιητικά και αφαιρετικά, ακροπατώντας στην ποιητική αφήγηση και σε μια φωνή που αγωνίζεται να βγει απ’ τα σπλάχνα της ηρωίδας και μαζί της συγγραφέως.

Αυτό που μένει, και αυτό που έχει τελικά σημασία, είναι η λογοτεχνική μα πάνω απ’ όλα ανθρώπινη ορμή της Νατάσας Ζαχαροπούλου και ένας υποφώσκων θυμός που κατακλύζει το “Ίχνος κραγιόν η νύχτα”. Μια, εν ολίγοις, δημιουργική οργή για ανάσα και φως, ένας αγώνας για όσα μένουν ανεκμετάλλευτα στον άνθρωπο, που δεν είναι τίποτε άλλο, παρά εκείνες οι δυνάμεις του που μένουν άφωτος ή ολιγόφωτες, αφού τελικά ο άνθρωπος είναι συνάνθρωπος και δύσκολα μπορεί να βρει εκείνο το χέρι ή το βλέμμα που θα τον φέρει ένα βήμα εμπρός.

Και κάτι ακόμη: οι δογματικές λογοτεχνικές συμβάσεις δημιουργήθηκαν για να τις ξεπερνούμε (όχι όμως να τις προσπερνούμε). Η Νατάσα Ζαχαροπούλου έκανε ένα δειλό, προς ώρας, βήμα προς αυτή την κατεύθυνση με μια εσωτερική αναχαίτιση, ίσως, που της στέρησε το ξετύλιγμα, έτσι φαίνεται, μιας ψυχικής αναζήτησης σε όλο του το εύρος. Ωστόσο, έχω την αίσθηση ότι στη μελλοντική λογοτεχνική της πορεία θα είναι έτοιμη να ρίξει ένα “φάσκελο” παραπάνω σε όσα αισθάνεται ότι αδικούν και μειώνουν ένα γύρω. Εσω- ή εξωλογοτεχνικά (που πάλι λογοτεχνικά θα καταλήξουν – τουλάχιστον στην επεξεργασία τους…).

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ανατολικός]

[Η Νατάσα Ζαχαροπούλου γεννήθηκε το 1961 στη Λειβαδιά. Σπούδασε δημοσιογραφία και εργάζεται ως ασφαλίστρια. Το 1995 κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Λύχνος η ποιητική συλλογή “Να σ’ έχω” και η συλλογή διηγημάτων “Κι ας με ταξιδεύεις όπου”. Το “Ίχνος κραγιόν η νύχτα” είναι το πρώτο της μυθιστόρημα. Ακολούθησε, πάλι απ’ τις εκδόσεις Ανατολικός, η συλλογή διηγημάτων “Όπου ορίζει το φιλί”. Διατηρεί το δικό της blog στη διεύθυνση: http://natashazacharopoulou.blogspot.com%5D

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s