[α]πορεία

Άνοιξε το στόμα και πάλεψε να μας καταπιεί.
Δεν το αφήσαμε, όμως, έτσι.
Όχι.
Το στόμα που έγινε χέρι και το χέρι που έγινε δράκος αιμοσταγής
σταμάτησε να βρυχάται μπρος στη μούρη μας.
Τώρα μόνον αέρας και αέρας και αέρας.
Τίποτ’ άλλο.
Κανείς ν’ αλλάξει την πορεία μας.
Ούτε ένα μικρό μικρό αγκαθάκι να καθίσει στο λαιμό μας.
Ελεύθερα τα χέρια μας και τα μάτια μας ζητούν τις ατέλειες.

Διαγωνιζόμαστε για το ποιος θα μαζέψει τις περισσότερες ατέλειες.

Ξεκινήσαμε λίγοι και τώρα είμαστε κι άλλοι και θα γίνουμε χιλιάδες,
πλήθος ατέλειωτο.
Πλίνθος.

Εμείς πάμε, δεν ταξιδεύουμε.

Διαλύονται οι πόλεις -δεν το βλέπεις;- στο πέρασμά μας
και
ένα χέρι δε μένει να χαιρετά, αφού κι αυτό το παίρνουμε μαζί μας.
Όλα.
Όλα.

Ένα δάκρυ όμως να κυλήσει και τρέχουμε να το μαζέψουμε τρεις.
Τέσσερις.
Χίλιοι.

Ας ήταν μόνο δάκρυα πεταμένα χάμω.
Αυτό είναι τα δάκρυα.
Το τέλος του χρόνου.
Ούτε χέρια χρειαζόμαστε πια.

Το στόμα
-ό,τι έχουμε και δεν έχουμε-
το χαρίζουμε μ’ αγάπη,
μ’ όλη μας την αγάπη,
στο δράκο που
θέλει να μας καταπιεί και να μας πάρει και να μας πάει.

Εμάς τους πεθαμένους των νεκρών.

__________

Η φωτογραφία από εδώ